Legislator Case Law & Legislation
141/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to specify legal errors or factual premises.

Case Number 141/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's decision in a family law dispute. The appellant argued that the lower court violated constitutional rights and misapplied laws regarding child support deductions from pension income. The court rejected these claims because the grounds for cassation were too vague, lacking specific factual premises and precise identification of the alleged legal errors.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; A cassation ground is inadmissible if it fails to specify the factual premises of the lower court's decision or the precise legal error regarding the interpretation or application of substantive law.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible grounds vague legal argument substantive law error family law dispute child support deduction Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 982(2)(d) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Judgment 20/2005
Supreme Court Judgment 1947/2006
Supreme Court Judgment 325/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 141 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 141/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Μ. του Ν., κατοίκου …, ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου της Ελένης Γάσπαρη του Νικολάου, η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" ως καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α.), καθολικού διαδόχου του αρχικά αναιρεσιβλήτου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΝΑΥΤΙΚΟ ΑΠΟΜΑΧΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ" (Ν.Α.Τ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Χαραλάμπους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/3/2017 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 377/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 104/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/4/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αρθμ. 104/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών και δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 377/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την απόφαση αυτή είχε απορριφθεί η ανακοπή της αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσε να ακυρωθούν οι δηλώσεις του αναιρεσιβλήτου ως τρίτου και να υποχρεωθεί το τελευταίο να της καταβάλει αποζημίωση λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του. Το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διακράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή, αναγνώρισε ότι οι δηλώσεις τρίτου που υπέβαλε το αναιρεσίβλητο είναι ανακριβείς και υποχρέωσε αυτό να καταβάλει στην αναιρεσείουσα ως αποζημίωση 1.536 ευρώ και κάθε μήνα το Υλ της εκάστοτε μηνιαίας προσωρινής ή οριστικής συντάξεως γήρατος που θα λαμβάνει ο καθ'ου η εκτέλεση. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1ΚΠολΔ) είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο577παρ.3ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρθμ.1 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 982 αρθμ. 2δ' ΚΠολΔ και 52 αρθμ. 20 ΕισΝΚΠολΔ.

Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο η αναιρεσείουσα εκθέτει μόνο τη νομική σκέψη της προσβαλλόμενης αποφάσεως και τις κατά την άποψή της διατάξεις που έχουν εφαρμογή, χωρίς να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, αφού μόνο βάσει αυτών των παραδοχών μπορεί να κριθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.

Κατά το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο η έθιμο, ελληνικό η ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Κανόνας ουσιαστικού δικαίου είναι εκείνος που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις για τη μη τήρηση αυτών. Οι ηθικοί και κοινωνικοί κανόνες δεν αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή τους δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναίρεσης, εκτός αν έχουν εκφρασθεί θετικά σε νομική διάταξη (Ολ ΑΠ 780/2004, ΑΠ 1640/1983). Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβιάσεως των ηθικών και κοινωνικών κανόνων μιας εύρυθμης και ευνομούμενης πολιτείας, με το να δεχθεί ότι η σύνταξη του, ασφαλισμένου στο αναιρεσίβλητο (ΝΑΤ) πατέρα της ανήλικης θυγατέρας της κατάσχεται μέχρι του 1/4 του ποσού αυτής για διατροφή της ανήλικης αντί του 1/2 αυτής. Ο λόγος αυτός με το προαναφερόμενο περιεχόμενο είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρθμ.16 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη δεδικασμένου (ΟλΑΠ 1339/1985, ΑΠ 2016/2017, ΑΠ 1795/2007). Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο παραβίασε το δεδικασμένο από την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων που επιδίκασε προσωρινά μηνιαία διατροφή για το ανήλικο τέκνο της αναιρεσείουσας ποσού 450 ευρώ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την ύπαρξη ή μη ύπαρξη δεδικασμένου, παραχθέντος από την ως άνω απόφαση.

Περαιτέρω για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρθμ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α)ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή της αντιφάσεως των αιτιολογιών ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεση του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, δηλ.

η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1438/2009, 1206/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια των αντιφατικών αιτιολογιών, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι οι διατάξεις του ΝΔ 91/1969 και του άρθρου 982 αρθμ. 2δ' ΚΠολΔ τέθηκαν χάριν του δημοσίου συμφέροντος, δεν εφάρμοσε την τελευταία εξ αυτών που επιτρέπει την κατάσχεση της συντάξεως για διατροφή κατιόντος μέχρι το 1/2 του ποσού αυτής, αλλά εφάρμοσε τη διάταξη του ως άνω ΝΔ/τος που επιτρέπει την κατάσχεση της συντάξεως για διατροφή κατιόντος μέχρι το 1/4 του ποσού αυτής.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ούτε ποιες είναι οι αντιφάσεις της αιτιολογίας, σε τι συνίστανται και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτουν αυτές. Τέλος για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να αναφέρει στο αναιρετήριο τη συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δηλ.

τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και κατ' επιλογή του, υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των, κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1947/2006, ΑΠ 325/2004). Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της παραβιάσεως των κανόνων των άρθρων 4, 10, 20, 21 και 25 του Συντάγματος, για το λόγο ότι με τις διατάξεις που εφάρμοσε απαλλάσσει τον υπαίτιο από οποιαδήποτε ευθύνη, ενώ επιβάλλει στο ανήλικο τέκνο της υπερβολικά δυσανάλογη, τεράστια και πρωτοφανή δυσκολία στην είσπραξη της δικαστικά επιδικασθείσης διατροφής του, στερώντας αυτό από οποιαδήποτε νομική προστασία και διασφάλιση των νομίμων δικαιωμάτων του.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο πέραν του ότι δεν αναφέρονται οι πραγματικές παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το εν μέρει βάσιμο της ένδικης ανακοπής, η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές τις παραδοχές διαγνώσθηκε, τα νομικά σφάλματα της αποφάσεως, δηλ.

που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή των κανόνων ούτε εξειδικεύονται για κάθε μια από τις παραβιασθείσες διατάξεις οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου, δεν αναφέρεται και αν είχαν προταθεί τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται στο Εφετείο.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της. Η αναιρεσείουσα δεν θα καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, το οποίο δεν κατέθεσε προτάσεις, ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτού. Τέλος δεν γίνεται λόγος περί του κατ' άρθρο 495 αρθμ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου, διότι πρόκειται για διαφορά από το άρθρο 592 αρθμ. 3 ΚΠολΔ (άρθρο 495 αρθμ.3 εδ.τελευτ. ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-4-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ'αρθμ.104/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ