Legislator Case Law & Legislation
141/2020 AI generated

141/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 141/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Με την από 5-12-2018 κλήση του αναιρεσείοντος φέρεται προς συζήτηση η από 4-10-2017 (με αριθμό κατάθεσης 668/6-10-2017) αίτηση αναίρεσης κατά της 3031/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της 1532/2018 απόφασης του Δ' πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία παραπέμφθηκε η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο Β1 πολιτικό τμήμα, ως αρμόδιο για την εκδίκαση αυτής.

Legislator headnote

AI generated

141/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την από 5-12-2018 κλήση του αναιρεσείοντος φέρεται προς συζήτηση η από 4-10-2017 (με αριθμό κατάθεσης 668/6-10-2017) αίτηση αναίρεσης κατά της 3031/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της 1532/2018 απόφασης του Δ' πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία παραπέμφθηκε η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο Β1 πολιτικό τμήμα, ως αρμόδιο για την εκδίκαση αυτής.

Keywords

AI generated
driving without authorization heavy goods vehicle tax fitness to drive traffic offence extreme speeding offence speeding violation
AI generated
719/2018
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων με την ένδικη, από 1-7-2014 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χανίων (με αριθμό κατάθεσης ...2014), επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήψε με τον εναγόμενο στα Χανιά, την 20-11-2008, εκθέτει ότι απασχολήθηκε έκτοτε αποκλειστικά ως οδηγός του κατά ποσοστό 50% επίκοινου λεωφορείου αμφοτέρων, εκτελώντας τα προγραμματισμένα από το ...
1159/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
203/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
270/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
2133/2009
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 141 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 141/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος- καλούντος: Β. Δ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λαμπρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων- καθ' ων η κλήση: 1) Κοινωνίας αυτοκινητιστών με την επωνυμία "Δ. Γ.- Δ. Τ. Κοινωνία Αυτοκινητιστές", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον ..., 2) Γ. Δ. του Μ. και 3) Τ. Δ. του Γ., κατοίκων ... που παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Γεωργίας Τσούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-2-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 524/17-2-2014. Εκδόθηκαν η 1181/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 3031/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-10-2017 και με αριθμό κατάθεσης 668/6-10-2017 αίτησή του. Με την 1532/2018 απόφαση του Δ' πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, παραπέμφθηκε η αίτηση αναίρεσης στο αρμόδιο Β1 πολιτικό τμήμα αυτού. Ήδη η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 5-12-2018 κλήση του αναιρεσείοντος.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 5-12-2018 κλήση του αναιρεσείοντος φέρεται προς συζήτηση η από 4-10-2017 (με αριθμό κατάθεσης 668/6-10-2017) αίτηση αναίρεσης κατά της 3031/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της 1532/2018 απόφασης του Δ' πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία παραπέμφθηκε η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο Β1 πολιτικό τμήμα, ως αρμόδιο για την εκδίκαση αυτής.

2. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ 561 παρ.2), ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), με την ένδικη, από 11-2-2014 (με αριθμό κατάθεσης 524/17-2-2014) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενος ότι προσλήφθηκε από τους εναγομένους, την 1-8-2002, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου Α' κατηγορίας, προορισμένου να μεταφέρει εμπορεύματα για λογαριασμό τρίτων, δυνάμει της οποίας προσέφερε τις υπηρεσίες του μέχρι την 19-12-2013, οπότε αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης, απασχολούμενος επί πενθήμερο (από Δευτέρα έως και Παρασκευή) επί 14 ώρες ημερησίως, εκ των οποίων 12 ώρες οδήγησης και 2 ώρες ενεργώντας εργασία φορτοεκφόρτωσης των μεταφερόμενων ειδών κατά τη διάρκεια στάσεων και αναμονών του φορτηγού, καθώς και 2 Σαββατοκύριακα μηνιαίως μέχρι και το έτος 2011, με το ίδιο ημερήσιο ωράριο, ζήτησε, μεταξύ άλλων, την πληρωμή αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, λόγω υπέρβασης των χρονικών ορίων εργασίας.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 1181/2015 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη [εκτός των επικουρικών βάσεων από αδικαιολόγητο πλουτισμό και αδικοπραξία, ως προς τις οποίες απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και δεν ενδιαφέρει] και μετά από έφεση του ενάγοντος κατ' αυτής, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 3031/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση κατ' ουσία και επικυρώθηκε έτσι η πρωτόδικη απόφαση.

3.Κατά το άρθρο 1 παρ.1 του β.δ. 28-1/4-2-1938 "περί κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού φορτηγών αυτοκινήτων" (ΦΕΚ Α' 35), τα φορτηγά αυτοκίνητα διακρίνονται σε τρεις κατηγορίας (Α', Β' και Γ'), στην πρώτη των οποίων υπάγονται τα μη εξυπηρετούντα ορισμένο εργοδότη φορτηγά αυτοκίνητα (αγοραία), στη δεύτερη υπάγονται τα φορτηγά αυτοκίνητα των εταιριών ηλεκτρισμού, ύδρευσης, φωταερίου και τηλεφώνων, τα εξυπηρετούντα έκτακτες ανάγκες του δικτύου αυτών και στην κατηγορία Γ' υπάγονται τα φορτηγά αυτοκίνητα των λοιπών ανωνύμων εταιριών, βιομηχανικών εργοστασίων και επιχειρήσεων πάσης φύσεως. Ως προς το ωράριο εργασίας των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων της κατηγορίας Α', η διάταξη του άρθρου 2 του ίδιου β.δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο μόνο του β.δ. 882/1961 (ΦΕΚ Α' 224), ορίζει ότι η απασχόλησή τους δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 48 ώρες κατά εβδομάδα, ημερησίως δε τις 12 ώρες, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται η καθ' εαυτή οδήγηση, που δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως, οι στάσεις, οι αναμονές, όλες οι σχετικές με την εκμετάλλευση του αυτοκινήτου εργασίες και η πέρα των 4 ωρών αναμονή στο σταθμό αυτοκινήτων (πιάτσα), ενώ η οκτάωρη απασχόληση διακόπτεται επί μία ώρα.

4.Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 2 του ν.δ. 3755/1957, 1 του ν. 1876/1990 και 2 του π.δ. 88/1999 (με το οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η 93/104/ΕΚ οδηγία και το οποίο τροποποιήθηκε με το π.δ. 76/2005 σε συμμόρφωση με την οδηγία 2000/34/ΕΚ), ως προς το ζήτημα της ετοιμότητας προς εργασία, διακρίνονται δύο βασικές μορφές.

Στην πρώτη, ο εργαζόμενος οφείλει να βρίσκεται σε ορισμένο τόπο (της επιχείρησης ή και εκτός αυτής, από όπου, πάντως, μόλις κληθεί, πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προσέλθει άμεσα στον τόπο εργασίας) και για συγκεκριμένο χρόνο, διατηρώντας τις πνευματικές και σωματικές του δυνάμεις σε ένταση, ώστε να είναι σε θέση να προσφέρει τις υπηρεσίες του αμέσως μόλις απαιτηθούν από τον εργοδότη ή τις περιστάσεις.

Υπό τη μορφή αυτή, πρόκειται για "σύμβαση γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία", διότι, εκτός από τη δέσμευση της ελευθερίας, υπάρχει και διαρκής εγρήγορση των δυνάμεων του μισθωτού, ανεξάρτητα προς το αν θα απαιτηθεί πραγματικά ή όχι η παροχή της εργασίας, γι' αυτό και έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

Στη δεύτερη, ο εργαζόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μόνο κατά ένα μέρος την ελευθερία των κινήσεών του υπέρ του εργοδότη, ώστε να δύναται να προσφέρει την εργασία του οποτεδήποτε του ζητηθεί, ενώ διατηρεί, παράλληλα, την ευχέρεια να αναπαύεται ή να βρίσκεται μακριά από τον τόπο εργασίας, επιδιδόμενος, ενδεχομένως, σε άλλες ασχολίες.

Υπό τη μορφή αυτή, πρόκειται για "σύμβαση μη γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία" (απλής ετοιμότητας ή ετοιμότητας κλήσης), διότι η δέσμευση της ελευθερίας του εργαζομένου είναι περιορισμένη και δεν απαιτεί διαρκή εγρήγορση των σωματικών ή πνευματικών δυνάμεων αυτού. Γι' αυτό και στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις ή αποζημιώσεις της νυκτερινής, υπερωριακής ή άλλης εργασίας κατά τις Κυριακές ή αργίες, αλλά οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε ή, άλλως, ο συνηθισμένος μισθός (ΑΠ 613/2017, ΑΠ 938/2015, ΑΠ 814/2014).

5.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών (ΟλΑΠ 15/2006).

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της άνω διάταξης να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 877/2017, ΑΠ 1420/2013).

6.Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 3031/2017 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι η πρώτη εναγομένη κοινωνία αυτοκινητιστών, την οποία αποτελούν οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, η οποία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας τις εμπορευματικές οδικές εθνικές μεταφορές, προσέλαβε την 1-8-2002 τον ενάγοντα, ο οποίος κατείχε επαγγελματική άδεια οδήγησης Ε' κατηγορίας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως οδηγό των φορτηγών αυτοκινήτων της, δημόσιας χρήσης, 10 τόνων, Α' κατηγορίας.

Ότι απασχολείτο επί πενθήμερο εβδομαδιαίως (από Δευτέρα έως και Παρασκευή) και επί οκτάωρο καθημερινώς, ενώ παρείχε και εργασία επί δύο (2) Σαββατοκύριακα κατά μέσο όρο το μήνα. Ότι ο ενάγων προσερχόταν στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης, στον ..., ώρα 07:00 το πρωί και μετά τη συνήθη προετοιμασία του φορτηγού και τη φόρτωσή του από τους υπαλλήλους των αποθηκών των εναγομένων, ξεκινούσε για να εκτελέσει τα δρομολόγια, που είχαν καθορισθεί από τους αρμοδίους, εντός του νομού Αττικής, με προορισμούς και πρόγραμμα εργασίας, που κάθε φορά καθορίζονταν από τους εναγομένους, προκειμένου να διανείμει τα μεταφερόμενα εμπορεύματα στους πελάτες των εναγομένων.

Ότι οι αποδοχές του ανέρχονταν από 1-1-2009 στο ποσό των 1.815,30 ευρώ, από 1-8-2009 στο ποσό των 1.821,98 ευρώ, από 1-3-2012 στο ποσό των 1.639,80 ευρώ, από 1-5-2012 στο ποσό των 1.542,70 ευρώ και από 1-7-2012 στο ποσό των 1.710,66 ευρώ. Ότι ο ενάγων ισχυρίσθηκε με την αγωγή του ότι απασχολήθηκε στους εναγομένους και πέραν του οκταώρου ημερησίως, πραγματοποιώντας υπερεργασία και υπερωριακή εργασία, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε.

Ότι, συγκεκριμένα, ο μάρτυράς του κατέθεσε μεν ότι ο ενάγων επέστρεφε στις εγκαταστάσεις μετά τις διανομές περί ώρα 8:00 ή 9:00 το βράδυ, όμως, η κατάθεσή του στο σημείο αυτό αντικρούεται πειστικά από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων στο ακροατήριο, που επιβεβαιώνεται και από τις ένορκες βεβαιώσεις, ο οποίος ανέφερε σχετικά ότι ο ενάγων παραλάμβανε φορτωμένο το φορτηγό από την προηγούμενη ημέρα (από την απογευματινή βάρδια) και έφευγε για τις διανομές, ενώ επέστρεφε μετά το πέρας των διανομών και δεν απασχολείτο μετά τις 4:00 το απόγευμα.

Ότι, σε κάθε περίπτωση, από τις ίδιες καταθέσεις των μαρτύρων, σε συνδυασμό μεταξύ τους αλλά και από την κοινή πείρα, προκύπτει ότι οποιαδήποτε ολιγόωρη καθυστέρηση στην επιστροφή στις εγκαταστάσεις, δικαιολογείται και από το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια των διανομών ο οδηγός κάνει διαλείμματα. Ότι, τέλος, για την περίπτωση που ο ενάγων περιστασιακά απασχολείτο πέραν του ωραρίου (δηλαδή μετά τις 4:00), οι εναγόμενοι κατέβαλαν σε αυτόν μηνιαίως αποδοχές μεγαλύτερες από τις νόμιμες.

Ότι για την εργασία του κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, που επίσης δεν υπερέβαινε το οκτάωρο, ο ενάγων εξοφλείτο για την εργασία αυτή λαμβάνοντας από τους εναγομένους το ποσό των 40 ευρώ την ημέρα. Ότι το γεγονός ότι ο ενάγων δεν απασχολείτο καθημερινά μετά το οκτάωρο, προκύπτει και από το ότι δεν ήταν ο μόνος οδηγός των εναγομένων, αλλά οι τελευταίοι απασχολούσαν σημαντικό αριθμό οδηγών, περίπου 40, ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες της επιχείρησης και τις απογευματινές ώρες, χωρίς υπέρβαση του νομίμου ωραρίου καθημερινά.

Ότι, κατόπιν αυτών, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται, για τις αιτίες που αναφέρει στην αγωγή του, τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά και ως εκ τούτου η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ' ουσία αβάσιμη, το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις.

Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης ως αβάσιμη στην ουσία της.

7.Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων, εργαζόμενος ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης, 10 τόνων, Α' κατηγορίας, δεν υπερέβαινε τις οκτώ (8) ώρες εργασίας ημερησίως. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του συνοπτικές, αλλά πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το έχον ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα της μη απασχόλησης του ενάγοντος πέραν του νομίμου ωραρίου των οκτώ ωρών ημερησίως κατά το πενθήμερο, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 2 του β.δ. 28-1/4-2-1938, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο μόνο του β.δ. 882/1961, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.

Ειδικότερα, για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας, ενόψει του σαφούς πορίσματος, στο οποίο οδηγήθηκε από τις αποδείξεις, ότι η ημερήσια απασχόληση του ενάγοντος δεν υπερέβαινε τις οκτώ ώρες, δεν ήταν αναγκαία η αναφορά διαλειμμάτων και αναμονών και η διάρκεια αυτών, ούτε η ειδικότερη αιτιολόγηση των ωρών της καθ' αυτού οδήγησης εντός του οκταώρου, ούτε τέλος η αναφορά των στοιχείων στα οποία στηρίζεται η παραδοχή περί μη υπέρβασης του οκταώρου ημερησίως.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, κατά το μέρος που προβάλλεται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, συνιστάμενης στο ότι περιέχει ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμος. Επίσης, αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος και κατά το μέρος που προβάλλεται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 2 του β.δ. 28-1/4-2-1938, με τη μη εφαρμογή τους.

Οι διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις σχετικά με την εκτίμηση, αξιολόγηση και συσχετισμό των αποδείξεων και (σχετικά) με τα επιχειρήματα, βάσει των οποίων το Εφετείο κατέληξε στο ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα, η σαφήνεια του οποίου προκύπτει από το ότι δέχθηκε ευθέως και χωρίς ενδοιασμούς ότι δεν αποδείχθηκε απασχόληση του ενάγοντος μετά το οκτάωρο, είναι απαράδεκτες, διότι οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων.

8.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι, από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 573/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά έγγραφα και συγκεκριμένα αντίγραφα των ημερήσιων δελτίων του βιβλίου δρομολογίων των φορτηγών αυτοκινήτων που οδηγούσε ο αναιρεσείων, με τις αντίστοιχες αυτόματες συσκευές καταγραφής στοιχείων του οχήματος (ταχογράφους), που με επίκληση προσκόμισε ο αναιρεσείων για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι κατά το πενθήμερο (Δευτέρα έως Παρασκευή) απασχολήθηκε πέραν του οκταώρου.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο ενάγων δεν απασχολήθηκε πέραν του νομίμου ωραρίου των οκτώ ωρών ημερησίως, ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν".

Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση και από όλες τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, πλην όμως, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά (και όχι σύμφωνα με τις απόψεις του ενάγοντος) την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών του.

Επομένως, ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος.

9.Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μίας από αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΟλΑΠ 25/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος λόγος της αίτησης, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσης, διότι τελικώς δέχεται υπέρβαση του οκταώρου, δικαιολογούμενη από το ότι ο οδηγός κάνει διαλείμματα, χωρίς να διευκρινίζει τη διάρκεια της υπέρβασης και ποιες ημέρες συντελέσθηκε και εάν, κατά το χρόνο των διαλειμμάτων, βρισκόταν σε εγρήγορση, ώστε να υπολογίζονται στο ωράριό του και ότι σε περίπτωση που περιστασιακά απασχολείτο πέραν του ωραρίου, οι εναγόμενοι κατέβαλαν σε αυτόν μηνιαίως αποδοχές μεγαλύτερες από τις νόμιμες, είναι αλυσιτελής.

Τούτο διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαλαμβάνει στο σκεπτικό της επάλληλη σκέψη ότι "Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση... οποιαδήποτε ολιγόωρη καθυστέρηση στην επιστροφή στις εγκαταστάσεις δικαιολογείται και από το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια των διανομών, ο οδηγός κάνει διαλείμματα.

Τέλος, για την περίπτωση που περιστασιακά απασχολείτο ο ενάγων πέραν του ωραρίου, οι εναγόμενοι κατέβαλαν σε αυτόν μηνιαίως αποδοχές μεγαλύτερες από τις νόμιμες", πλην όμως το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται επαρκώς στην ως άνω κύρια αιτιολογία, η οποία δεν πλήττεται με βάσιμο λόγο αναίρεσης. Τέλος, η αιτίαση που περιέχεται, επίσης, στον πρώτο λόγο της αίτησης, με την οποία αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ.

β' ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη ανύπαρκτη ομολογία του αναιρεσείοντος δια των παραδοχών του στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "... για την περίπτωση που περιστασιακά απασχολείτο ο ενάγων πέραν του ωραρίου (δηλαδή μετά τις 4:00), οι εναγόμενοι κατέβαλαν σε αυτόν μηνιαίως αποδοχές μεγαλύτερες από τις νόμιμες, όπως δεν αμφισβητείται από τον ενάγοντα (ως προς τη διαφορά των νομίμων και των καταβαλλόμενων αποδοχών)", είναι αλυσιτελής, για τον ίδιο όπως παραπάνω λόγο, αφού με αυτή πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία, ενώ το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττόμενη επιτυχώς ως άνω αιτιολογία.

Πέραν τούτου, ο εξεταζόμενος λόγος κατά το μέρος αυτό είναι και απαράδεκτος, αφού η ευχέρεια του δικαστηρίου να συναγάγει ομολογία ή μη, εφόσον δεν προβάλλεται στη συγκεκριμένη περίπτωση ειδική αμφισβήτηση του σχετικού ισχυρισμού, ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, που δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΚΠολΔ 561 παρ.1), (ΑΠ 210/2010, ΑΠ 452/2005).

10.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-10-2017 και με αριθμό κατάθεσης 668/6-10-2017 αίτηση για αναίρεση της 3031/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 8η Οκτωβρίου 2019. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 11η Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ