Legislator Case Law & Legislation
141/2018 AI generated

141/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 141/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη - εισηγήτρια, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

141/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ.503/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ.1 και 552 επ. ΚΠολΔ. Επομένως αυτή (αίτηση) είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571 και 577 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 141 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 141/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη - εισηγήτρια, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη Μαρία Βλάσση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1)Α. Μ. του Κ., 2)Θ. Μ. του Κ. και 3)Ε. χήρας Κ. Μ., το γένος Κ. Σ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ευαγγελία Νικάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11799/2014 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 503/2016 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 24-5-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ.503/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ.1 και 552 επ. ΚΠολΔ. Επομένως αυτή (αίτηση) είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571 και 577 ΚΠολΔ).

Επειδή η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά, με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το δικαστήριο, κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου (ΑΠ 643/2017, ΑΠ 755/2016).

Περαιτέρω για το ορισμένο αγωγής, αναγνωριστικής ή διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου, που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, όπως είναι και η κατακύρωση σε πλειστηριασμό (καθόσον αυτή-κατακύρωση-αφορά ιδιόρρυθμη σύμβαση πωλήσεως, η οποία ενεργείται υπό το κύρος και τη συμμετοχή της αρχής και επιφέρει μετάθεση κυριότητας, όπως τούτο προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1002 παρ.1α, 1003 και 1005 παρ.1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 1192 αρ.2 και 1198 ΑΚ) ο ενάγων οφείλει να εκθέτει την κατάρτιση της επικαλούμενης σύμβασης με συμβολαιογραφικό έγγραφο και τη μεταγραφή της, που επί πλειστηριασμού επέχει η περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως (ΑΠ 240/2017), καθώς και ότι ο δικαιοπάροχός του ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβίβασε, του οποίου ακινήτου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό του κατά θέση έκταση και όρια, ώστε να μην γεννιέται αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου, τότε απαιτείται επιπλέον και ο προσδιορισμός της θέσης του εντός του μεγαλυτέρου ακινήτου, όπως και των ορίων του.

Επομένως στην περίπτωση που η αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας, πρέπει να εκτίθενται στο δικόγραφό της όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος της κυριότητάς του επί του επιδίκου στον ενάγοντα, ενώ ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας επ’ αυτού (επιδίκου ακινήτου) από τον δικαιοπάροχο του τελευταίου (ενάγοντος) δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής.

Μόνο αν ο εναγόμενος με τις προτάσεις της πρωτοβάθμιας δίκης αμφισβητήσει την κυριότητα όχι μόνον του ενάγοντος, αλλά και των αμέσων και απώτερων δικαιοπαρόχων του, ο τελευταίος οφείλει, αν δεν το έχει κάνει καθ’ υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής, κατ’ επιτρεπτή, κατά το άρθρο 224 εδ.β’ του ΚΠολΔ συμπλήρωση του δικογράφου της, να καθορίσει και τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας των προκτητόρων του εωσότου φθάσει σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας (ΑΠ 643/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή, της οποίας το δικόγραφο ήταν άκυρο, αφού δεν περιείχε τα απαραίτητα για το ορισμένο της στοιχεία ως προς την απόκτηση από τους απώτερους δικαιοπάροχους του ενάγοντα της κυριότητας του επιδίκου είτε με παραχώρηση ταπίου είτε κατά το άρθρο 78 του νόμου περί γαιών του Οθωμανικού δικαίου και τους επικαλουμένους και εκτιθεμένους παρακάτω νόμους κατά τους οποίους ο ιδιώτης αποκτούσε δικαιώματα επί ακινήτου που ήταν αγρός και συνακόλουθα δημόσια γαία κατά το προαναφερθέν δίκαιο.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και την από 23.12.2013 προτάσεων του εναγομένου - αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τούτο δεν αμφισβήτησε την κυριότητα των αμέσων και απώτερων δικαιοπαρόχων του ενάγοντα επί του επιδίκου, παρά μόνο αρνήθηκε ότι τούτο ταυτίζεται με το περιγραφόμενο στον επικαλούμενο από τους ενάγοντες τίτλο.

Η αμφισβήτηση έγινε το πρώτον με την έφεση και συνακόλουθα δεν συνέτρεξε περίπτωση συμπληρώσεως της αγωγής με τις πρωτόδικες προτάσεις. Τούτο δε ανεξάρτητα από το ότι στην αγωγή εκτός του τρόπου αποκτήσεως της κυριότητας του επιδίκου από τον άμεσο δικαιοπάροχο των εναγόντων, εκτίθεται, καθ’ υποφοράν, και ο τρόπος αποκτήσεως της κυριότητας αυτής από τους απώτερους και απώτατους μέχρι το 1898, δικαιοπαρόχους τους.

Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί Γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856)", του οποίου οι διατάξεις ρυθμίζουν τα επ’ αυτών των γαιών δικαιώματα ιδιωτικής χρήσεως, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες μετά την απελευθέρωσή τους, κατ’ άρθρο 2 παρ.4 του Ν.147/1914, η κυριότητα των αγρών, που είναι δημόσιες γαίες, ανήκει στο Δημόσιο, η παραχώρηση δε τούτων στους ιδιώτες γίνεται με χορήγηση τίτλου (ταπίου), με το οποίο παρέχεται σ’ αυτούς δικαίωμα όχι κυριότητας, αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), κατά δε το άρθρο 78 του ίδιου Νόμου περί Γαιών, εάν κάποιος εξουσιάζει και καλλιεργήσει επί 10 έτη άνευ αμφισβητήσεως δημόσιες γαίες και αφιερωμένες γαίες, αποκτά δικαίωμα μόνιμης εγκαταστάσεως και είτε κατέχει είτε στερείται εγγράφου τίτλου, οι εν λόγω γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά πρέπει να του δοθεί δωρεάν εκ νέου (ταπίο).

Αυτός ο τελευταίος τίτλος είναι αποδεικτικός και όχι συστατικός του δικαιώματος. Από τη διάταξη αυτή, αλλά και από το σύνολο των διατάξεων του εν λόγω Νόμου και ιδίως εκείνων των άρθρων 9, 24, 30, 68 και 71, καθίσταται φανερό ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργησίμων γαιών και όχι επί δασών και γενικότερα μη καλλιεργησίμων γαιών.

Περαιτέρω από της ισχύος της διατάξεως του άρθρου 2 του Δ/τος 2468/1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με το Ν.1072/1917, δηλαδή από τις 20.5.2017, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ ο ν.2052/1920 επαναλαμβάνει στα άρθρα 49 επ τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917.

Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν.4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του νόμου 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσης έγιναν καθ’ ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών.

Με τη συνδρομή των άνω προϋποθέσεων το παραπάνω ακίνητο είναι περαιτέρω δεκτικό χρησικτησίας, αφού οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν.δ. της 29.4/6.5.1926 με το οποίο απαγορεύθηκε εφεξής κάθε παραγραφή των επί κτημάτων του Δημοσίου δικαιωμάτων του, άρα και η επ’ αυτών χρησικτησία τρίτων, απαγόρευση, η οποία ισχύει από 11.9.1915 βάσει των ισχυσάντων έκτοτε δυνάμει του Ν.ΔΞΘ/1912 δικαιοστασίων, δεν έχουν εφαρμογή επ’ αυτού, αφού κατά νόμο έπαψε να έχει τον χαρακτήρα δημοσίου κτήματος και κατέστη ιδιωτικό.

Εξάλλου όπως προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού ΑΚ δεν αναγνωρίζεται ο θεσμός της χρησικτησίας ως τρόπος κτήσεως κυριότητας, τόσο ως προς τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), στα οποία υπάγονται τα οικόπεδα, τα σπίτια και γενικά τα οικοδομήματα, εργαστήρια και αμπελώνες, που βρίσκονται μέσα σε χωριά, κωμοπόλεις και πόλεις, όσο και ως προς τις δημόσιες γαίες (δηλαδή αγρούς, λιβάδια, χειμερινές και θερινές βοσκές, δάση).

Τούτο έχει ως συνέπεια να μη συνυπολογίζεται ο χρόνος που διέδραμε υπό το κράτος της οθωμανικής νομοθεσίας για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία από το 1914 και εφεξής που ίσχυσε η ελληνική νομοθεσία στις Νέες Χώρες (άρθρα 1 και 2 του Ν.147/1914). Τα ακίνητα στις Νέες Χώρες, με εξαίρεση εκείνα για τα οποία προβλέπει ο Ν.2074/1920 "περί των εν νέαις χώραις κοινοτικών γαιών", εφόσον δεν ανήκουν ή δεν περιήλθαν σε φυσικά πρόσωπα (μούλκια - τεσσαρούφ) ανήκουν οπωσδήποτε στο Ελληνικό Δημόσιο.

Στο τελευταίο περιήλθε η κυριότητά τους, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ.1 της Συνθήκης της Λωζάνης, που κυρώθηκε με το από 25.8.1923 ΝΔ.

Συνεπώς στα κτήματα αυτά ως δημόσια, δεν μπορεί να γίνει λόγος για απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ήτοι με άσκηση νομής επ’ αυτών με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με δυνατότητα συνυπολογισμού και του χρόνου χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου, αφού η 30ετής αυτή νομή θα έπρεπε να έχει συμπληρωθεί στις 11.9.1915, ήτοι σε χρόνο απέχοντα ένα μόλις έτος από της ισχύος στις Νέες Χώρες του Ελληνικού δικαίου (1914).

Περαιτέρω κατά τα άρθρα 1041, 1042 και 1045 ΑΚ για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται νομή, δηλαδή εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη δηλαδή με την πεποίθηση ότι απέκτησε κυριότητα, επί μία δεκαετία, ενώ για την έκτακτη χρησικτησία απαιτείται συνεχής και αδιάλειπτη νομή επί μία 20ετία.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 20/2011).

Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε περιληπτικά τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, ως προς την ένδικη αναγνωριστική κυριότητος αγωγή των αναιρεσιβλήτων και την διόρθωση της πρώτης ανακριβούς εγγραφής στα Κτηματολογικά βιβλία:

Με τη νόμιμα μεταγραφείσα, υπ’ αριθμ..../28.1.1991 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως του συμβ/φου Θεσσαλονίκης Σ. Μ., οι ενάγοντες απέκτησαν κατ’ ισομοιρία, ήτοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ως τελευταίοι υπερθεματιστές, ένα επακριβώς περιγραφόμενο ακίνητο, μετά των επ’ αυτού κτισμάτων, του οφειλέτη Δ.

Α. του Δ., εις βάρος του οποίου επισπεύσθηκε αναγκαστική εκτέλεση από τον Ν. Κ.Κ.. Ο αγρός - οικόπεδο επί του οποίου ανεγέρθηκε από τον Δ. Α., με πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας η επακριβώς περιγραφομένη διώροφη οικοδομή βρίσκεται στην τοποθεσία "..." της περιοχής του παλαιού αεροδρομίου Θεσσαλονίκης έχει τελική έκταση μετά την απαλλοτρίωση τμήματος της εκτάσεως 735,08 τμ.

για την κατασκευή της επαρχιακής οδού ... 2392,83 τμ και αποτυπώνεται στο από Νοεμβρίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Α. Ζ., που συντάχθηκε σύμφωνα με το Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς ...). Κατά το στάδιο της κτηματογράφησης της περιοχής ..., στην οποία βρίσκεται το επίδικο, οι ενάγοντες υπολαμβάνοντες εσφαλμένα ότι το τελευταίο βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., καθόσον έτσι αναφερόταν στον προαναφερόμενο τίτλο κτήσεώς του, παρέλειψαν να υποβάλουν την προβλεπόμενη δήλωση ιδιοκτησίας, με αποτέλεσμα αυτό να κατατμηθεί σε πέντε τμήματα και να περιληφθεί σε τέσσερα ακίνητα, με διαφορετικούς ΚΑΕΚ, στην καταχώρηση των πρώτων εγγραφών των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης, που αφορούν την περιοχή ....

Ειδικότερα, τμήμα του επιδίκου εμβαδού 2181,18 τ.μ....και τμήματα του επιδίκου 8.19 τμ και 76,43 τμ. έχουν περιληφθεί σε δύο ακίνητα (υπ’ αριθμ.... αγροτεμ.) επί των οποίων φέρεται ότι είναι δικαιούχο πλήρους κυριότητας, κατά ποσοστό 100% το εναγόμενο Δημόσιο, με τίτλο κτήσης το νόμο. Στη συνέχεια η απόφαση δέχεται "Περαιτέρω, από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, με επίκληση, προέκυψε ότι το ως άνω επίδικο ακίνητο, μετά των επ’ αυτού κτισμάτων, νέμονταν και κατείχαν οι ενάγοντες, κατ’ ισομοιρίαν, δηλαδή κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς, με νόμιμο τίτλο, συγκεκριμένα δε με βάση την προαναφερθείσα υπ’ αριθμ..../28.1.1991 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως του συμβ/φου Βασιλικών Θεσσαλονίκης Σ.

Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα.....διάνοια κυρίου και καλή πίστη, για χρονικό διάστημα πλέον της δεκαετίας και έτσι απέκτησαν την κυριότητά του με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας (άρθρ. 1041 του ΑΚ), σε κάθε δε περίπτωση με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ως νεμόμενοι αυτό με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, ειδικότερα δε για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι δύο ετών, δηλαδή από την κατακύρωση του σ’ αυτούς, την 28.1.1991, μέχρι την κατάθεση της ένδικης αγωγής στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την 19.11.2013 (αρθρ. 1045 ΑΚ).

Πρέπει να επισημανθεί στο σημείο αυτό ότι ο ισχυρισμός του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ότι το επίδικο ακίνητο ως δημόσια γαία, που βρισκόταν σε περιοχή υπό την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, περιήλθε στην κυριότητά του, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.147/2014 και είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος από ουσιαστική άποψη.

Τούτο δε διότι, από την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση, προέκυψε ότι το επίδικο ακίνητο εξουσίαζαν, ειδικότερα δε το κατείχαν και το καλλιεργούσαν ως αγρό οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, Β., Σ., Α. και Σ. Τ. του Γ., ως κληρονόμοι του κατά το έτος 1898 αποβιώσαντος πατέρα τους Γ.

Τ., για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών πριν την 10.5.2017, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση ή διένεξη, με συνέπεια να έχουν αποκτήσει, χωρίς οποιαδήποτε άλλη διατύπωση την κυριότητά του, σύμφωνα με όσα έχουν εκτενώς αναπτυχθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχ.V νομική σκέψη". Στη συνέχεια εκτίθεται στην απόφαση ότι με νόμιμα μεταγεγραμμένους μεταβιβαστικούς τίτλους του 1951 και του 1928 το ακίνητο περιήλθε με αγορά από τους κληρονόμους του προαναφερθέντος Γ.

Τ. στον Π. Λ. του Π.. που με νομ. μεταγ. συμβόλαιο του 1951 το πούλησε στον Β. Γ. του Α. Σ., του οποίου οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι ήτοι η σύζυγός του Μ. και τα πέντε παιδιά του Ε., Χ., Α., Α. και Α. το πούλησαν με νομ.μεταγ.συμβόλαιο του 1961 στην εταιρεία "... Α.Ε." που μετονομάστηκε σε "... και Γενικών Επιχειρήσεων ΑΕ", που το 1981 το μεταβίβασε στον άμεσο δικαοπάροχο των εναγόντων Δ.

Α. και δή τμήμα του 581,40 τμ το μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα και τμήμα του 2101,10 τμ κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας την επικαρπία από την οποία παραιτήθηκε το 1987 με νομ.μεταγρ.συμβόλαιο, ενώ ο ως άνω Δ.Α. με νομ.μετ.συμβ.πράξη του 1988 συνέστησε επί του επιδίκου τις προαναφερθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες.

Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων, Δ. Α. του Δ., είχε δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου, το οποίο απέκτησε με παράγωγο τρόπο, καθόσον και οι δικαιοπάροχοί του είχαν το εν λόγω δικαίωμα, ενώ το εναγόμενο Δημόσιο ουδέποτε απέκτησε δικαίωμα κυριότητας ή οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα επ’ αυτού (επιδίκου).

Η κρίση αυτή ενισχύεται από το ότι το επίδικο στην οριστική διανομή του αγροκτήματος ... φέρει τον αριθμό … και έχει εγγραφεί ως ιδιοκτησία του Ν. Π. και επιβεβαιώνεται από την από 17.12.2013 τεχνική έκθεση των υπαλλήλων της Κτηματικής Υπηρεσίας του Ν.Θεσσαλονίκης, κατά την οποία τα επίμαχα τμήματα του επιδίκου ακινήτου "δεν εμπίπτουν σε καταγεγραμμένο στα κτηματολόγια της Υπηρεσίας ανταλλάξιμο κτήμα, ούτε σε δημόσιο κτήμα".

Ενόψει τούτων καθίσταται προφανές ότι πρέπει να αναγνωρισθεί το δικαίωμα συγκυριότητας των εναγόντων επί του επιδίκου ακινήτου και των επ’ αυτού οριζοντίων ιδιοκτησιών, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα και να διορθωθούν οι επίμαχες ανακριβείς εγγραφές, που οφείλονται αποκλειστικά και μόνο στο ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να υποβάλουν τη σχετική δήλωση ιδιοκτησίας, με συνέπεια το επίδικο να εμφανίζεται ως αγνώστου ιδιοκτήτη και ως τέτοιο να φέρεται ότι ανήκει στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του εναγομένου αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την επικαλούμενη και προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 78 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 "περί Γαιών" καθώς και τις λοιπές αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις περί μετατροπής από 20.5.1917 του δικαιώματος τεσσαρούφ σε δικαίωμα ιδιοκτησίας κατά 4/5 εξ αδιαιρέτου επί των εξουσιαζομένων ακινήτων και στη συνέχεια από το 1929 σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας.

Ειδικότερα γίνεται δεκτό ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων Β., Σ., Α. και Σ. Τ. από το 189,8 που πέθανε ο πατέρας τους Γ. Τ. που εξουσίαζε το επίδικο συνέχισαν αυτοί να το εξουσιάζουν χωρίς αμφισβήτηση και συγκεκριμένα να το κατέχουν και να το καλλιεργούν ως αγρό με επακόλουθο στις 20.5.2017 να συμπληρώνουν την απαιτούμενη κατά τις εν λόγω διατάξεις 10ετή εξουσίαση που χωρίς καμμιά περαιτέρω διατύπωση είχε ως αποτέλεσμα την κτήση από αυτούς και τους δικαιοδόχους τους αρχικά της κυριότητας κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου και στη συνέχεια της πλήρους κυριότητας του επιδίκου.

Περαιτέρω με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε ως προς το ζήτημα αυτό την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις αν και συνοπτικές αιτιολογίες ως προς την διηνεκή εξουσίαση του επιδίκου για διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών, με καλλιέργειες που προσιδιάζουν στη φύση του ως αγρού.

Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ενόψει τούτων και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος η κρινόμενη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν.3693/1997, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝ.ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμ.134423/1982 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11/21.1.1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν.1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.5.2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά των Α. Μ. του Κ., Θ. Μ. του Κ. και Ε. χήρας Κ. Μ., το γένος Κ. Σ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ.503/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ