Legislator Case Law & Legislation
141/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding of land ownership based on sworn testimony and documents.

Case Number 141/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Regional Court of Kalamata's decision regarding land ownership. The lower court relied on sworn testimony and submitted documents to determine the land's location within a village boundary and approved urban plan, excluding it from forest legislation. The Court found the appeal arguments baseless because the lower court clearly stated its reasoning and considered all evidence presented by the parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 338, 340, 346 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 11, item 3; Article 559, paragraph 10, item a' of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to consider evidence or lack of reasoning is inadmissible if the lower court explicitly states it evaluated all evidence and provided clear, consistent, and sufficient grounds for its factual findings.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility evaluation of evidence reasoning of judgment sworn testimony land ownership dispute forest legislation exclusion

Cited Legislation

AI generated
Articles 335, 338, 340 and 346 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 11, item 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 10, item a' of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Judgment 24/1992

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 141 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 141/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ζ. Α. χήρας Κ., το γένος Κ. Χ., 2)Θ. Α. του Κ., κατοίκων ... 3)Α. Α. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παναγιώτα Καλκανάκου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 29/2015 του Εφετείου Καλαμάτας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-11-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 13-12-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής του δικαστηρίου ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 περ.

γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης καθενός από αυτά και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και, ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες ως προς τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων, οπότε είναι βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ’ ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς την απόκτηση συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων στην επίδικη έκταση με παράγωγο, άλλως με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε:

α)δύο αποσπάσματα Α/Φ του έτους 1945, β)απόσπασμα του θεωρουμένου Π.Δ.Χ. γ)απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του Ο.Κ.Χ.Ε. και δ)απόσπασμα Α/Φ του έτους 1998, όπως τα επιμέρους στοιχεία των εγγράφων αυτών αναφέρονται στο αναιρετήριο, τα οποία είχε επικαλεστεί νόμιμα με τις προτάσεις του και είχε προσκομίσει το αναιρεσείον στο Εφετείο για την απόδειξη του ισχυρισμού του, αφενός ως προς το διαχρονικό δασικό χαρακτήρα της επίδικης έκτασης και αφετέρου ως προς τη θέση αυτής εκτός των ορίων του οικισμού ...

και εκτός των τίτλων ιδιοκτησίας των απώτερων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα επικληθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασής του δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις και τα ανωτέρω έγγραφα που επικαλέστηκε το αναιρεσείον, στα οποία μάλιστα γίνεται ειδική αναφορά (βλ. 24° φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης).

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ως αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που προβλέπονται από το άρθρο 339 ΚΠολΔ, θεωρείται η προβλεπομένη από τον νόμο για καθένα από αυτά απόλυτη ή σχετική δεσμευτικότητα της κρίσης του δικαστή, ως προς την απόδειξη με το μέσο αυτό, του αποδεικτέου θέματος.

Επομένως, μόνον η παράβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου ως προς την δεσμευτικότητα αυτή, όπως είναι η αναγνώριση αποδεικτικής δύναμης σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερης ή μικρότερης από εκείνη που του αποδίδει ο νόμος, ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο παραβίασε την αποδεικτική δύναμη των εγγράφων που προαναφέρθηκαν, κατά την εξέταση του πρώτου λόγου αναίρεσης, τα οποία αποτελούν δημόσια έγγραφα και έχουν πλήρη αποδεικτική δύναμη ως προς το διαχρονικά δασικό χαρακτήρα της επίδικης έκτασης.

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δεν παραβίασε τη δεσμευτικότητα του περιεχομένου των παραπάνω εγγράφων, ως δημοσίων εγγράφων, αναφορικά με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για το δασικό χαρακτήρα της επίδικης έκτασης, αφού τα έλαβε μεν υπόψη, πλην όμως δέχθηκε, με επάλληλη και μη πληττόμενη επιτυχώς αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι και αν ακόμη η εν λόγω έκταση εμφάνιζε μορφή δάσους κατά την περιέλευσή της στο Ελληνικό Κράτος, στη συνέχεια, μετά τη συμπλήρωση στο πρόσωπο των απώτατων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων αδιάλειπτης και καλόπιστης νομής άνω των 30 ετών μέχρι τις 11/9/1915 και την απόκτηση από αυτούς συγκυριότητας στην επίδικη έκταση με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο έχει απωλέσει, σε κάθε περίπτωση, την κυριότητά του επ’ αυτής.

Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ’ αυτούς (Ολ ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.β’ ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη το λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, ως προς τη μη απόδειξη πράξεων νομής των αναιρεσιβλήτων στην επίδικη έκταση από μόνους τους τίτλους κυριότητας των δικαιοπαρόχων τους, οι οποίοι δεν συνιστούν διακατοχική πράξη κατά το άρθρο 58 παρ. 5 του ν.δ. 86/69, καθώς και από την αόριστη κατάθεση του μάρτυρά τους.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα περιστατικά στα οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί η αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, αλλά αρνητικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, με τους οποίους προσβάλλεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ενώ κατά το μέρος που αναφέρεται στο ν.δ. 86/69 ο ίδιος λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι για το επίδικο ακίνητο ισχύουν οι διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, όπως είναι και η επικαλούμενη πιο πάνω διάταξη.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ ΑΠ 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση με τους τέταρτο και πέμπτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγους αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδάφιο α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι με το να δεχτεί πως το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων δεν ισχύει επί εκτάσεων που κείνται εντός των ορίων της …, όπως το επίδικο, απορρίπτοντας το συναφή αντίθετο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 67 του ν.4042/2012 και 37 του ν. 4280/2014, τις οποίες το Εφετείο όφειλε να μην εφαρμόσει, διότι αντιβαίνουν στις διατάξεις των άρθρων 4, 24 και 117 του Συντάγματος, καθόσον με αυτές τροποποιήθηκε το άρθρο 62 παρ.1 του ν. 998/1979, εντάσσοντας για πρώτη φορά στις εκτάσεις που εξαιρούνταν του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου και τις δασικές εκτάσεις της ....

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, το Εφετείο δέχθηκε, με επάλληλη αιτιολογία, ότι "σε κάθε περίπτωση και υπό την παραδοχή ότι η επίδικη έκταση εμφάνιζε την μορφή δάσους, δασικής ή χορτολιβαδικής έκτασης κατά την περιέλευσή της στο Ελληνικό Κράτος ...

δεν ασκεί καμία επιρροή (ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος), αφού το Ελληνικό Δημόσιο έχει απωλέσει την κυριότητα του επιδίκου με τη συμπλήρωση στο πρόσωπο των απώτατων δικαιοπαρόχων των εναγόντων της αδιάλειπτης και καλόπιστης άνω των 30 ετών νομής έως την 11/9/1915, καθισταμένων τούτων κυρίων του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά το ισχύον τότε β.ρ.δ.".

Επομένως ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, καθόσον η επάλληλη αιτιολογία που προαναφέρθηκε, αναφορικά με την κατ’ ουσίαν απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης, στηρίζει δε αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Περαιτέρω με τον πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος, από την ίδια πιο πάνω διάταξη, λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή, του άρθρου 67 του ν.4042/2012 ως προς την εξαίρεση των δασικών εκτάσεων ... (όπου βρίσκεται και το επίδικο ακίνητο) από το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία (εξαίρεση) ισχύει μόνο για τις δημόσιες γαίες και τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (άρθρα 1-3 του ΟθΝπΓαιών της 7ης Ραμαζάν 1274) και όχι για τις νεκρές γαίες, π.χ.

για τα αδέσποτα δάση (όπως η επίδικη έκταση), τα οποία (αδέσποτα δάση) δεν κατείχε κανείς και ανήκαν στο Τουρκικό Δημόσιο, με αποτέλεσμα να περιέλθουν, στη συνέχεια, "δικαιώματι πολέμου" στο Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει της από 9/7/1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης και των συναφών πρωτοκόλλων του Λονδίνου, με τα οποία ρυθμίστηκαν, μετά την Ανεξαρτησία της Ελλάδας, οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου με τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα.

Ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δεν δέχτηκε ότι η επίδικη έκταση ανήκε στην κατηγορία των αδέσποτων δασών.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α’ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν.

το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή, όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά.

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον έκτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τις πιο πάνω διατάξεις πλημμέλειες, ότι το Εφετείο χωρίς αιτιολογία και χωρίς απόδειξη κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η επίδικη έκταση βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού ... (προϋφισταμένου του ν.δ.

της 17/7/1923) και του εγκεκριμένου πολεοδομικού σχεδίου της δημοτικής κοινότητας ... και ότι, άρα εξαιρείται των διατάξεων της δασικής νομοθεσίας, απορρίπτοντας τον συναφή αντίθετο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για τον ανέκαθεν δασικό χαρακτήρα της προαναφερόμενης έκτασης. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο στην κρίση του για την απόρριψη του παραπάνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος κατέληξε με την αιτιολογία ότι η επίδικη έκταση βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού ...

και του εγκεκριμένου πολεοδομικού σχεδίου της δημοτικής κοινότητας ... του Δήμου ..., ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, της 19/2013 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Χ.

Δ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Γυθείου, καθώς και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. Επομένως ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο. της, χωρίς να επιβληθούν δικαστικά έξοδα υπέρ των αναιρεσιβλήτων και σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου που ηττήθηκε στην παρούσα δίκη, ελλείψει σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων (191παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13/11/2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 29/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ