Legislator Case Law & Legislation
141/2016 AI generated

141/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 141/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 141 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

141/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 141 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
discontinuation of insurance coverage withdrawal of claim by insured withdrawal from accident insurance revision of insurance benefits denial of invalidity insurance dismissal of disability insurance appeal
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 141 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 141/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. ( Α.) Φ. του Γ., χήρα Μ. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τσιλιμιδό και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Α.Ε.Ε.Γ.Α. "..."" και το διακριτικό τίτλο "Α.Τ.Α.Π.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Πατρίνα Παπαρρηγοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1896/2008 του ίδιου δικαστηρίου και 5525/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-5-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 20-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δεύτερου λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 8, 19 και 1 Κ.Πολ.Δ. και την απόρριψη του τρίτου λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. της αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσίβλητου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του ισχύοντος Συντάγματος, που ορίζουν ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου" (άρθρο 4 παρ. 1) και "Το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει" (άρθρο 22 παρ. 5), προκύπτει δέσμευση του νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Η δέσμευση δε αυτή του νομοθέτη υφίσταται και κατά την εκδήλωση της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων και επιβάλλει τη συμμετοχή αυτών στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών της κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων και η παροχή εφάπαξ βοηθήματος-αποζημίωσης στους εξ αυτών αποχωρούντες από την ενεργό υπηρεσία, με ίσους όρους (Ολ.Α.Π. 17/2005). Εξ άλλου με το άρθρο 6 παράγραφος 20 του ν. 3029/2002 (ΦΕΚ Α’ 160), όπως συμπληρώθηκε με την παράγραφο 7 του άρθρου 22 του ν. 3232/2004 (ΦΕΚ Α’ 48). ορίσθηκε ότι "Υφιστάμενα ταμεία ασφάλισης τα οποία λειτουργούν ως Ν.Π.Δ.Δ. ή κλάδοι αυτών που χορηγούν παροχές, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο δημόσιας, κύριας και επικουρικής ασφάλισης και για τις οποίες καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους, μετατρέπονται σε Ν.Π.Ι.Δ. με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από αίτηση που υποβάλλει προς αυτούς το Διοικητικό Συμβούλιο εκάστου ταμείου. Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του Ν.Π.Ι.Δ... Το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας των μετατρεπόμενων φορέων περιέρχεται στα νέα Ταμεία τα οποία θεωρούνται καθολικοί διάδοχοι. Τυχόν εκκρεμείς δίκες με διάδικο τους μετατρεπόμενους ασφαλιστικούς φορείς συνεχίζονται στο όνομα των νέων Ταμείων χωρίς διακοπή...". Κατ’ εξουσιοδότηση της διατάξεως του πρώτου εδαφίου της ανωτέρω παραγράφου 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 και της παραγράφου 7 του άρθρου 22 ν. 3232/2004 εκδόθηκε η Φ.30300/9401/400/2004 κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών-Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β’ 713/13-5-2004). Με το άρθρο 1 εδαφ. Α της αποφάσεως αυτής αποφασίσθηκε η "μετατροπή του κλάδου προνοίας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού της Ασφαλιστικής Εταιρείας "..." σε Ν.Π.Ι.Δ.", με το εδαφ. Β του ίδιου άρθρου εγκρίθηκε η εκπονηθείσα από 25-7-2003 αναλογιστική μελέτη του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού της Ασφαλιστικής Εταιρείας "..." και με το εδαφ. Γ του άρθρου αυτού εγκρίθηκε το καταστατικό του νέου φορέα, το οποίο ενσωματώθηκε σ’ αυτήν και στο οποίο μεταξύ άλλων ορίζεται: "Ιδρύεται αλληλοβοηθητικό Ταμείο πρόνοιας με την επωνυμία "Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού ΑΕΕΓΑ Ή ... " και διακριτικό τίτλο Α.Τ.Α.Π.Ε. εκ μετατροπής σε Ν.Π.Ι.Δ. του Κλάδου Πρόνοιας του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού ...ς Ασφαλιστικής (ΤΑΠΕ), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 20 του ν. 3029/2002 (ΦΕΚ Α160)" (άρθρο 1). "Σκοπός του Ταμείου είναι η παροχή εφάπαξ βοηθήματος, στους ασφαλισμένους του, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Καταστατικού" (άρθρο 2). "Μέλη του ταμείου γίνονται αυτοδίκαια: (α) τα πρόσωπα τα οποία, κατά τη μετατροπή του Κλάδου Πρόνοιας του Τ.Α.Π.Ε. στο παρόν Ν.Π.Ι.Δ. και τη δημοσίευση του καταστατικού αυτού, είναι ασφαλισμένα στον Κλάδο Πρόνοιας του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού ... Ασφαλιστικής, για όσο χρόνο απασχολούνται στην Ανώνυμη Ελληνική Εταιρία Γενικών Ασφαλίσεων "..." (χάριν συντομίας εφεξής ... Ασφαλιστική) και ασφαλίζονται στον Κλάδο Συντάξεων του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού ...ς Ασφαλιστικής (χάριν συντομίας εφεξής Τ.Α.Π.Ε.)" (άρθρο 3 παρ. 1 περ. α). "Τα ανωτέρω πρόσωπα αποκτούν την ιδιότητα του μέλους και συνακόλουθα του ασφαλισμένου του Ταμείου, αυτοδίκαια με την πλήρωση των προϋποθέσεων της προηγούμενης παραγράφου..." (άρθρο 3 παρ. 2). "Τα μέλη του Ταμείου δικαιούνται εφάπαξ βοηθήματος αποκλειστικά και μόνο στις πιο κάτω περιπτώσεις: α) Σε περίπτωση που αποχωρήσουν από την υπηρεσία τους στην ... Ασφαλιστική και δικαιούνται κύριας σύνταξης από το Τ.Α.Π.Ε., ή εφόσον έχουν συμπληρώσει δεκαπέντε (15) έτη ασφάλισης στο Ταμείο και αποχωρούν από την ... Ασφαλιστική για οποιονδήποτε λόγο" (άρθρο 27 παρ. 1 περ. α). "Σημειώνεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος είναι η καθ’ οιονδήποτε τρόπο αποχώρηση από την ... Ασφαλιστική..." (άρθρο 27 παρ. 3). "Το ποσό του εφ’ άπαξ βοηθήματος που απονέμεται στους δικαιούχους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 του παρόντος, ασφαλισμένους... ισούται: α) Για τα έτη που έχουν διανυθεί στην ασφάλιση του ΤΑΠΕ από την ημερομηνία πρόσληψης μέχρι τις 31-12-1992 οι συντάξιμες μηνιαίες αποδοχές επί τα χρόνια ασφάλισης πλέον 20%, β) για τα έτη από 1-1-1993 μέχρι και 31-12-2007 οι μικτές τακτικές μηνιαίες αποδοχές επί τα χρόνια ασφάλισης πλέον 20% και, γ) για τα έτη από 1-1-2008 και μετά το 70% των μικτών τακτικών μηνιαίων αποδοχών. Τα ποσά που προκύπτουν αθροίζονται και μας δίνουν πλέον το συνολικό ποσό της εφάπαξ παροχής. Ως συντάξιμες αποδοχές λογίζονται ο βασικός μηνιαίος μισθός, τα επιδόματα ευδόκιμης υπηρεσίας, τα επιδόματα πολυετίας και πρόσθετης πολυετίας, το επίδομα βαθμού και το επιστημονικό επίδομα. Ως μικτές τακτικές αποδοχές λογίζονται το σύνολο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών σε χρήμα που λαμβάνει ο υπάλληλος από την ... Ασφαλιστική για τις παρεχόμενες σε αυτήν υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσεως τακτικών επιδομάτων και εξαιρουμένων των τυχόν προσαυξήσεων για υπερωριακή απασχόληση, προμήθειες, μερίσματα, bonus κ.λπ. Δεν λαμβάνονται επίσης υπόψη τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, το επίδομα αδείας και οποιαδήποτε άλλη μη μηνιαία τακτική παροχή... Το σύμφωνα με τα πιο πάνω χορηγούμενο εφ’ άπαξ βοήθημα, προσαυξάνεται κατά το ποσοστό των επιδομάτων, συζύγου, τέκνων και παιδικής μέριμνας, τα οποία καταβλήθηκαν και υποβλήθηκαν σε κρατήσεις υπέρ του Ταμείου και για όσο χρόνο έγιναν οι παραπάνω κρατήσεις... Κατώτερο όριο παροχής: 59.000 ευρώ με 25 χρόνια ασφαλίσιμης υπηρεσίας στο Ταμείο. Για αποχωρήσεις με λιγότερα χρόνια σύμφωνα και με τις διατάξεις του άρθρου 27 θα ισχύει αναλογικά... Ανώτερο όριο παροχής: 210.000,00 ευρώ σε κάθε περίπτωση. Τα πιο πάνω ποσά θα αναπροσαρμόζονται με βάση τον ετήσιο πληθωρισμό που προσδιορίζεται από την ... Στατιστική Υπηρεσία..." (άρθρο 30). Τέλος με το άρθρο 39 "Μεταβατικές Διατάξεις" ορίσθηκε ότι: "1. Στους πρώην ασφαλισμένους στον κλάδο πρόνοιας του Τ.Α.Π.Ε. που έλαβαν από το Τ.Α.Π.Ε. εφάπαξ βοήθημα υπολογισμένο με βάση το άρθρο 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ Α’ 165) το ταμείο καταβάλλει τη διαφορά μεταξύ του εφάπαξ που τους χορηγήθηκε από το Τ.Α.Π.Ε. και αυτού που θα προέκυπτε με βάση τις καταστατικές διατάξεις του κλάδου πρόνοιας του Τ.Α.Π.Ε. Η διαφορά αυτή καταβάλλεται εντόκως με ετήσιο επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο των εντόκων γραμματίων του Δημοσίου δεκαετούς διάρκειας, από την καταβολή του εφάπαξ μέχρι την ημερομηνία υποβολής αίτησης των ενδιαφερομένων η οποία πρέπει να κατατεθεί στο ταμείο εντός προθεσμίας ενός (1) έτους από της ισχύος του παρόντος. 2. Δεν καταβάλλονται διαφορές εφάπαξ παροχής στους πρώην ασφαλισμένους (ήδη συνταξιούχους) του Κλάδου Πρόνοιας του Τ.Α.Π.Ε εφόσον έχει ήδη καταβληθεί βάσει δικαστικής αποφάσεως. Σε περίπτωση εκκρεμοδικίας θα καταβάλλονται οι διαφορές αυτές στους πρώην ασφαλισμένους (συνταξιούχους) αφού προηγουμένως παραιτηθούν τόσο του δικαιώματος αγωγής, όσο και του δικογράφου, αναγνωρίζοντας ότι δεν έχουν καμία απαίτηση ή αξίωση κατά του Τ.Α.Π.Ε... 3. Στους πρώην ασφαλισμένους στον κλάδο πρόνοιας του Τ.Α.Π.Ε. εφόσον έχουν αποχωρήσει από την Α.Ε.Ε.Γ.Α. "..." μετά την 15-4-2004 και δεν τους έχουν καταβληθεί το εφάπαξ βοήθημα από το Τ.Α.Π.Ε. μέχρι την ημερομηνία σύστασης του Αλληλοβοηθητικού Ταμείου Πρόνοιας του Προσωπικού της Α.Ε.Ε.Γ.Α. "..." θα καταβάλλεται η παροχή από το ταμείο, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο εν λόγω καταστατικό, απαλλασσομένου του Τ.Α.Π.Ε. από κάθε υποχρέωση καταβολής εφάπαξ βοηθήματος. Οι ανωτέρω θα πρέπει να παραιτηθούν τόσο του δικαιώματος αγωγής, όσο και του δικογράφου, αναγνωρίζοντας ότι δεν έχουν καμία απαίτηση ή αξίωση κατά του Τ.Α.Π.Ε". Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999). Τέλος ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Επομένως πράγμα με την έννοια αυτή είναι και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ. Α.Π. 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με την από 22-5-2006 αγωγή της η ήδη αναιρεσείουσα: α) εξέθετε ότι, κατά δυσμενή σε βάρος της διάκριση και χωρίς τη συνδρομή αιτίας γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, δεν εφαρμόζεται γι’ αυτήν το νομικό πλαίσιο του καταστατικού του εναγομένου, όπως καθορίστηκε και εγκρίθηκε από τα νομοθετήματα και κοινές υπουργικές αποφάσεις που επικαλείται, με αποτέλεσμα να μην της χορηγηθεί το υψηλότερο ποσό εφάπαξ βοηθήματος από 34.167,88 ευρώ που καθορίζεται από τις ισχύουσες ευμενέστερες διατάξεις, με βάση τις οποίες χορηγήθηκε σε συναδέλφους της με τους οποίους παρείχε τις υπηρεσίες της στην ίδια εργοδότρια υπό όμοιες συνθήκες και περιστάσεις και ήταν ασφαλισμένοι στον αυτό ασφαλιστικό φορέα, υπαγόμενοι σε κοινό νομοθετικό καθεστώς και β) επικαλούμενη κενό στη ρύθμιση του καταστατικού του εναγομένου και δη στις μεταβατικές διατάξεις αυτού και αναιτιολόγητο καθορισμό του τεθέντος χρονικού ορίου (15-4-2004) με βάση το οποίο γίνεται αυθαίρετος και αδικαιολόγητος διαχωρισμός των ασφαλισμένων Τ.Α.Π.Ε. σε δύο κατηγορίες, ζήτησε κυρίως με βάση την εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας και ανταποδοτικότητας, άλλως με βάση αντισυμβατική συμπεριφορά των οργάνων του εναγομένου, άλλως κατά τις περί αδικοπραξιών, άλλως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, να διαγνωσθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να της καταβάλει το υψηλότερο αυτό ποσό (34.167,88 ευρώ) του εφάπαξ βοηθήματος. Επί της πιο πάνω αγωγής εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ’ ουσία, επί ασκηθείσας δε εφέσεως της ενάγουσας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσία η έφεση. Ειδικότερα το εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη, αναφορικά με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: "Η ενάγουσα-εκκαλούσα [σημ: εδώ αναιρεσείουσα] προσελήφθη στις 1-9-1961 από την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία "... ως υπάλληλος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και από το Νοέμβριο του 1965 εντάχθηκε στο μόνιμο τακτικό προσωπικό της. Το έτος 1997 η εταιρεία "... συγχωνεύθηκε δι’ απορροφήσεως από την Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων "...", η οποία υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος και εργοδότρια στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από την εργασιακή σύμβαση της ενάγουσας, η οποία από 9-9-1997 υπήχθη στην ασφάλιση του κλάδου προνοίας του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού ...ς Ασφαλιστικής (Τ.Α.Π.Ε)". Με την από 30-6-2003 εξώδικη δήλωσή της που κοινοποίησε η εργοδότρια στην ενάγουσα, της δήλωσε ότι η εργασιακή της σύμβαση έληξε την ημερομηνία αυτή, βάσει των οριζομένων στην υφιστάμενη από 1-10-2002 ΕΣΣΕ μεταξύ της εργοδότριας και του "Συλλόγου Υπαλλήλων ΑΕΕΓΑ ...". Η ενάγουσα θεώρησε ότι η εργασιακή της σύμβαση ίσχυε μέχρι 31-12-2006 και ότι επρόκειτο για άκυρη καταγγελία αυτής από την εργοδότρια, άσκησε δε για το λόγο αυτό την από 27-9-2003 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στις 12-5-2005 εξώδικος συμβιβασμός, βάσει του οποίου συμφωνήθηκε να καταβληθεί από την εργοδότρια στην ενάγουσα το ποσό των 204.330 ευρώ εις ολοσχερή εξόφληση κάθε αξιώσεως της τελευταίας από αποζημίωση απόλυσης και διαφορές αποδοχών, ενώ η εργασιακή σύμβαση της ενάγουσας λύθηκε στις 30-6-2003. Η ενάγουσα υπέβαλε στις 21-4-2004 στο "Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού ... Ασφαλιστικής (Τ.Α.Π.Ε.)" αίτηση συνταξιοδότησης με ημερομηνία έναρξης την 1-5-2004 και χορήγησης εφάπαξ βοηθήματος. Με την υπ’ αριθ. .../23-8-2004 απόφαση της διευθύντριας του ταμείου διεγράφη η ενάγουσα από 1-7-2003 από τον πίνακα των εν ενεργεία ασφαλισμένων και εγγράφηκε σε αυτόν των συνταξιούχων του ταμείου από 1-5-2004, οπότε άρχισε να λαμβάνει τη σύνταξη της, ενώ με βάση το καταστατικό του Τ.Α.Π.Ε. της προσφέρθηκε ως εφάπαξ βοήθημα το ποσό των 13.528,47 ευρώ, το οποίο αρνήθηκε να λάβει η ενάγουσα, θεωρώντας ότι ήταν χαμηλότερο αυτού που δικαιούτο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 20 του ν.3029/2002 ο κλάδος προνοίας του άνω ταμείου μετετράπη από 17-6-2004 σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Προνοίας Προσωπικού ΑΕΕΓΑ Ή ... " και το διακριτικό τίτλο "Α.Τ.Α.Π.Ε.", εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο [σημ: εδώ αναιρεσίβλητο]. Βάσει του καταστατικού του Α.Τ.Α.Π.Ε. η ενάγουσα δικαιούτο εφάπαξ βοηθήματος ύψους 34.167,88 ευρώ. Όμως παρόλο που το άρθρο 30 του καταστατικού του εφεσιβλήτου καθιερώνει διαφορετικό και ευνοϊκότερο τρόπο υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγείται στους συνταξιοδοτούμενους υπαλλήλους της ΑΕΕΓΑ "..." από εκείνον που προέβλεπε το καταστατικό του Τ.Α.Π.Ε. (άρθρα 59 και 72), εν τούτοις η νεότερη ρύθμιση αφορά τους υπαλλήλους τους εξερχόμενους της υπηρεσίας και συνταξιοδοτούμενους από την έναρξη της ισχύος και εφεξής του καταστατικού του εναγομένου-εφεσιβλήτου και όχι και τους συνταξιοδοτηθέντες πριν από το χρονικό αυτό σημείο, καθόσον η διάταξη του άρθρου 30 του καταστατικού του Α.Τ.Α.Π.Ε. δεν έχει αναδρομική ισχύ. Εν κατακλείδι κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης συνταξιοδότησης και χορήγησης του εφάπαξ βοηθήματος από την ενάγουσα δεν είχε συσταθεί το εναγόμενο-εφεσίβλητο. Περαιτέρω δε το ασφαλιστικό δικαίωμα κρίνεται σύμφωνα με το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά το χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, ενώ ο χρόνος θεμελίωσης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος και ο χρόνος υποβολής της αίτησης για χορήγηση εφάπαξ βοηθήματος αποτελεί αντικειμενικό κριτήριο για τη διαφορετική μεταχείριση των ασφαλισμένων σε περίπτωση νομοθετικής μεταβολής. Κατ’ ακολουθίαν στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας για την ενάγουσα σε σχέση με τους αναφερομένους συναδέλφους της Ι. Π. και Κ. Φ., οι οποίοι απεχώρησαν από την υπηρεσία μετά την ενάγουσα και μετά την 15-4-2004, οπότε έλαβαν την αυξημένη παροχή. Με βάση τις ίδιες παραδοχές δεν υφίσταται αδικοπραξία των οργάνων του εναγομένου ούτε αδικαιολόγητος πλουτισμός του τελευταίου σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας...". Έτσι που έκρινε το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. Και τούτο διότι κατά την κατάστρωση του δικανικού συλλογισμού και την εξαγωγή του αποδεικτικού πορίσματος δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό, που αποτελούσε και τον πρώτο λόγο έφεσης, κατά τον οποίο η αναιρεσείουσα, ως ασφαλισμένη του Τ.Α.Π.Ε., ουδόλως ζήτησε ευθέως την ταύτισή της με τους υπό το νέο νομοθετικό πλαίσιο τελούντες ασφαλισμένους του Α.Τ.Α.Π.Ε. και δη "τους εξερχόμενους της υπηρεσίας και συνταξιοδοτούμενους από την έναρξη ισχύος και εφεξής του καταστατικού του εναγομένου" ούτε επικαλέσθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 30 έχει αναδρομική ισχύ αλλά για τη θεμελίωση της ένδικης αξίωσής της επικαλέσθηκε τις διαλαμβανόμενες στο εν λόγω καταστατικό, που ίσχυσε από 17-6-2004, μεταβατικές διατάξεις και δη εκείνες της παρ. 3 του άρθρου 39 αυτού, που αφορούν τους πρώην ασφαλισμένους στον κλάδο προνοίας του Τ.Α.Π.Ε., όπως η ίδια, στους οποίους δεν έχει καταβληθεί το εφάπαξ βοήθημα από το Τ.Α.Π.Ε. μέχρι την ημερομηνία σύστασης του εναγομένου Α.Τ.Α.Π.Ε., ήτοι μέχρι τις 17-6-2004. Επί της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 39 (όπως αυτή εκτέθηκε στην αρχή) και δη κατά το μέρος της με το οποίο τέθηκε περαιτέρω χρονικός περιορισμός, σύμφωνα με τον οποίο στους πρώην ασφαλισμένους του Τ.Α.Π.Ε. θα καταβάλλεται η παροχή από το Ταμείο σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο εν λόγω καταστατικό "εφόσον έχουν αποχωρήσει από την ΑΕΕΓΑ ‘ Ή ..." μετά την 15-4-2004" θεμελίωνε (κατά τον αγωγικό ισχυρισμό και λόγο έφεσης) την παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 4 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, επικαλούμενη ότι ο εν λόγω χρονικός περιορισμός τέθηκε αυθαίρετα με αναδρομικού χαρακτήρα διάταξη, μη συνδεόμενος με κανένα αντικειμενικό γεγονός (όπως σύνταξη αναλογιστικής μελέτης προσδιορισμού των αποθεματικών του ταμείου) που να έχει σχέση με τη σύσταση του νέου ταμείου, με αποτέλεσμα, με βάση αυτόν, να γίνεται αυθαίρετος και αδικαιολόγητος διαχωρισμός των πρώην ασφαλισμένων του Τ.Α.Π.Ε. (συνολικά 21) σε δύο ομάδες και δη σε αποχωρήσαντες από την εργασία τους μετά τις 15-4-2004 (χωρίς μέχρι τη σύσταση του νέου αυτού ταμείου να τους έχει χορηγηθεί το εφάπαξ), προς τους οποίους και μόνο και κατ’ αυθαίρετη διάκριση περιοριζόταν η ισχύς της εν λόγω διάταξης του άρθρου 39 παρ. 3 και τους χορηγούσε το δικαίωμα να λάβουν το εφάπαξ βοήθημα υπολογισμένο με τη νέα ευνοϊκή μέθοδο που εισήγαγε το καταστατικό του Α.Τ.Α.Π.Ε. και σ’ εκείνους που απεχώρησαν πριν από τις 15-4-2004 (χωρίς επίσης μέχρι τη σύσταση του νέου αυτού ταμείου να τους έχει χορηγηθεί το εφάπαξ), για τους οποίους ο υπολογισμός αυτού γινόταν με βάση το προηγούμενο καθεστώς που τους χορηγούσε εφάπαξ βοήθημα κατά πολύ μικρότερο του πρώτου. Τη βάση αυτή της αγωγής, που αποτέλεσε και λόγο έφεσης και συνιστά "πράγμα" με την εκτεθείσα στην αρχή έννοια, ασκεί δε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν έλαβε υπόψη το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση. Συγχρόνως, με το να περιορισθεί μόνο στη διάταξη του άρθρου 30 του Καταστατικού του Α.Τ.Α.Π.Ε., παραβίασε ευθέως με τη μη εφαρμογή της τη διάταξη του άρθρου 39 παρ.3 του ίδιου καταστατικού, η οποία περιλαμβάνει μεταβατικές διατάξεις και την οποία όφειλε να ερευνήσει για τη βασιμότητα ή μη του άνω αγωγικού ισχυρισμού και λόγου εφέσεως. Τέλος το εφετείο, δεχόμενο ότι: "...ο χρόνος υποβολής της αίτησης για χορήγηση εφάπαξ βοηθήματος αποτελεί αντικειμενικό κριτήριο για τη διαφορετική μεταχείριση των ασφαλισμένων σε περίπτωση νομοθετικής μεταβολής", αιτιολόγησε ασαφώς και κατά ένα μέρος αντιφατικώς το εξαχθέν αποδεικτικό πόρισμα. Και τούτο διότι προηγουμένως έκανε δεκτό ότι η ενάγουσα υπέβαλε αίτηση χορήγησης εφάπαξ βοηθήματος στις 21-4-2004, ήτοι μετά τις 15-4-2004. Συνακόλουθα οι εκ του άρθρου 559 αρ. 8, 19 και 1 Κ.Πολ.Δ. σχετικοί πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι είναι κατά το μέρος αυτό βάσιμοι και πρέπει κατά παραδοχή αυτών να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη, παρελκούσης της έρευνας των ίδιων λόγων ως προς τις λοιπές διαλαμβανόμενες σ’ αυτούς αιτιάσεις, ως και του τρίτου λόγου του αναιρετηρίου, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλο από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013) καθόσον κατά τούτο η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας του (άρθρα 176 παρ. 1 και 183Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί την 5525/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ