Legislator Case Law & Legislation
141/2015 AI generated

141/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 141/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

141/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Keywords

AI generated
consignment note voluntary withdrawal vehicle keeper withdrawal of driving license forfeiture agreement confiscation of motor vehicle
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 141 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 141/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Α. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γκινοσάτη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Ζ. του Θ. και 2)Α. - Χ. Ζ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίoι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χρυσούλα Τζοβάρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/7/1993 αγωγή του αρχικού διαδίκου Θεοδώρου Ζ., δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/1995, 141/1999, 20/2002, 21/2004 μη οριστικές, 9/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 915/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/3/2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 9/3/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 980, 981, 982 ΑΚ συνάγεται ότι εκείνος που κατέχει το ακίνητο με βάση κάποια έννομη σχέση είναι αντιπρόσωπος του νομέως στην άσκηση της νομής και επί αντιποιήσεως αυτής, συνισταμένης στη μεταστροφή της διάνοιάς του από διάνοια κατόχου σε διάνοια κυρίου δε δύναται να αντιτάξει κατά του νομέως κτητική ή αποσβεστική παραγραφή πριν γνωστοποιήσει σ' αυτόν με οποιονδήποτε τρόπο τη βούλησή του να νέμεται το πράγμα για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Ο λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση επειδή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει αυτήν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό το πρόσχημα ότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οπότε ο σχετικός λόγος θα απορριφθεί ως απαράδεκτος αφού πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά: "Με το υπ' αριθμ. .../26-6-1971 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο που συνέταξε ο τέως συμβ/φος ........... και μεταγράφηκε νόμιμα ο Θ.

Ζ. αγόρασε από τη Ρ. χα Ν. Ζ. δύο ακίνητα που βρίσκονται......... και συγκεκριμένα: α) ένα ελαιοστάσιο στη θέση "Σόχωρο" επιφανείας δύο περίπου στρεμμάτων με τα εντός αυτού είκοσι ελαιόδενδρα ......... β) ένα χωράφι ενός περίπου στρέμματος, κείμενο στη θέση "Λανί" Κτηματικής περιφέρειας .......... εντός αυτού υπάρχοντα κυπαρίσσια και έξη ελαιόδενδρα,..........

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ο οποίος ήταν μόνιμος κάτοικος των ΗΠΑ τον Ιούνιο του 1971 συνήψε προφορικά με τον Γ. Ε. Ζ. σύμβαση χρησιδανείου, δυνάμει της οποίας παραχώρησε σ' αυτόν, χωρίς αντάλλαγμα, τη χρήση των δύο προαναφερομένων ακινήτων του, προκειμένου να τα φροντίζει και να τα επιβλέπει αλλά και για να βόσκει τα ζώα του, να φυτεύει πατάτες, να σπέρνει όσπρια και να συλλέγει για λογαριασμό του (Γ.

Ε. Ζ.) τους καρπούς των ελαιοδένδρων, αμυγδαλιών και μπαρμπαροσυκιών, που υπήρχαν σ' αυτά. Δηλονότι, ο ενάγων ασκούσε τη νομή μέσω του ως άνω κατόχου, στον οποίο είχε παραχωρήσει μόνο τη χρήση των επιδίκων ακινήτων. Από το χρονικό σημείο της συμφωνίας του Γ. Ζ. με τον ενάγοντα αυτός δεν έπαυσε ποτέ να αναγνωρίζει τον τελευταίο ως κύριο των δύο ακινήτων μέχρι το έτος 1991, όταν για πρώτη φορά αμφισβήτησε την κυριότητα αυτού στα δύο πιο πάνω ακίνητα.

Εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς του χρησαμένου, ο ενάγων άσκησε την από 26-1-1991 αναγνωριστική αγωγή κυριότητος των δύο επιδίκων ακινήτων εναντίον του, η δίκη επί της οποίας όμως καταργήθηκε, κατόπιν συμβιβασμού τους, με βάση τον οποίο ο Γ. Ε. Ζ. αναγνώρισε την αποκλειστική κυριότητα του ενάγοντος στα δύο ακίνητα.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι, τον Ιούνιο του 1971, ο ενάγων κατάρτισε προφορικά με τον εναγόμενο στο Αργοστόλι Κεφαλληνίας σύμβαση εντολής δυνάμει της οποίας ανέθεσε σ' αυτόν να επιβλέπει και να επιτηρεί, άνευ αμοιβής, τα ανωτέρω δύο ακίνητα. Η σύναψη της εντολής αυτής, μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου, προκύπτει κατηγορηματικά από τους μάρτυρες του ενάγοντος, που επιβεβαιώνουν το συγκεκριμένο γεγονός της ανάθεσης της επίβλεψης των ακινήτων από τον ενάγοντα στον εναγόμενο, ενώ απεναντίας από τις καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης πλευράς δεν προκύπτει σαφής άρνηση του συμβάντος αυτού.

Επίσης ενισχύεται: α) από την από 18-8-1971 ιδιόγραφη επιστολή του ιδίου του εναγομένου προς τον ενάγοντα, με την οποία, στα πλαίσια της εντολής που είχε για επίβλεψη των δύο προαναφερομένων ακινήτων του ενάγοντος, ενημέρωσε τον τελευταίο σχετικά με τις ακριβείς του διαστάσεις και παράλληλα αποτύπωσε (στην επιστολή) δύο πρόχειρα σκαριφήματα αυτών και β) από την από 16.12.1974 επιστολή του πληρεξούσιου δικηγόρου του εναγομένου Κων/νου Χαλιώτη, προς τον ενάγοντα, έχοντας προηγουμένως λάβει (πληρεξούσιος δικηγόρος) τη διεύθυνσή του από τον εναγόμενο, που επιτηρούσε ακόμα τα δύο ακίνητα, με την οποία αυτός γνωστοποίησε στον ενάγοντα την πρόσκληση της οικονομικής εφορίας προς τον τελευταίο να υποβάλλει συμπληρωματική δήλωση φόρου για τα παραπάνω δύο ακίνητά του.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο ενάγων ασκούσε τη νομή του μέσω του χρησαμένου Γ. Ε. Ζ. αλλά και μέσω του εναγομένου, ο οποίος, μετά την αποδοχή της εντολής του ενάγοντος προς αυτόν, να επιβλέπει τα ακίνητά του, είχε καταστεί και αυτός αντιπρόσωπος στη νομή που ασκούσε ο ενάγων.......... Παράλληλα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε αναθέσει προφορικά χωρίς αμοιβή στους Ν.

και Ε. Ζ. να επιβλέπουν και αυτοί τα ακίνητά του, κάθε φορά που θα επισκέπτονταν την Κεφαλληνία, οι οποίοι μετά από κάθε επίσκεψή τους στο νησί τον πληροφορούσαν για την κατάστασή τους και επίβλεψή τους από το χρησάμενο Γ. Ζ. και τον εντολοδόχο εναγόμενο. Επί πλέον, αποδείχθηκε, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, ότι ο εναγόμενος αντιποιούμενος τη νομή του ενάγοντος στα δύο επίδικα ακίνητα και μάλιστα αμέσως μετά την αγορά τους από τον τελευταίο , αρχικά το 1971, εκμίσθωσε προφορικά στο Γ.

Ε. Ζ. το προαναφερόμενο οικόπεδο, στα Ραζάτα, στη θέση "Σόχωρο" για να το καλλιεργεί, αντί μηνιαίου μισθώματος σε ποσοστό 1/2 επί της παραγόμενης εκάστοτε ποσότητος ελαιολάδου. Η μίσθωση αυτή, αν και αρχικώς συμφωνήθηκε για ένα έτος, ανανεώθηκε για αόριστο χρονικό διάστημα, εωσότου καταγγέλθηκε την 1-1-1992 από τον εναγόμενο.

Πρέπει να σημειωθεί ότι για την εκμίσθωση του ακινήτου στη θέση "Σόχωρο" εκδόθηκε και η τελεσίδικη 67/1993 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας ύστερα από έφεση κατά της 86/1992 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου, μετά από αγωγή αποδόσεως μισθίου που άσκησε ο Γ. Α. (νυν εναγόμενος) εναντίον του χρησαμένου Γ.

Ε. Ζ., η οποία δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε τον τελευταίο να αποδώσει στον εκμισθωτή Γ. Α. τη χρήση του μισθίου στο Σόχωρο. Σημειωτέον ότι με την εν λόγω απόφαση, καθώς αναφέρεται σ' αυτήν, δεν εξετάσθηκε, καθόσον δεν υπήρχε λόγος, το θέμα της ιδιοκτησίας επί του επιδίκου. Περαιτέρω, ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε ότι εκμίσθωσε το ακίνητο στο "Λάνι" με το από 10-9-1984 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, στον Θ.

Ζ. για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών αντί μηνιαίου μισθώματος 5.000 δραχμών, για να βόσκει μέσα σ' αυτό το ποίμνιο του και ότι η μίσθωση αυτή, μη καταγγελθείσα, παρατάθηκε, μετά τη λήξη της, αόριστα και υφίστατο μέχρι το 1992. Η μίσθωση όμως αυτή δεν αποδείχθηκε ότι λειτούργησε στη πράξη, καθώς πέραν του προαναφερθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού, ο ισχυρισμός αυτός δεν ενισχύεται από τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία.

Άλλωστε όλοι οι μάρτυρες και των δύο πλευρών επιβεβαιώνουν το γεγονός της παρουσίας του χρησαμένου Γ. Ζ. εντός των δύο προαναφερθέντων ακινήτων, στοιχείο που αμέσως αποκλείει την επί πλέον παρουσία του φερομένου από τον εναγόμενο ως μισθωτή, Θ. Ζ.. Πρέπει να προστεθεί ότι άλλες πράξεις νομής του εναγομένου για δικό του λογαριασμό, στο ακίνητο στο "Λάνι" , όπως ότι το επόπτευε, το καθάριζε και ότι έκοβε ξύλα για τον εαυτό του , δεν αποδείχθηκαν, εκτός από την τοποθέτηση απ' αυτόν στην είσοδο του ακινήτου αυτού πέντε σιδερένιων πασσάλων και αναγραφή στα ελαιόδενδρα που φύονταν εντός των αρχικών του ονόματος του (του εναγομένου) την 1.4.1992.

Για τον λόγο αυτό και ο χρησάμενος Γ. Ζ. που κατείχε το ακίνητο αυτό από το 1971, ως αντιπρόσωπος του ενάγοντος στην άσκηση της νομής, επιχείρησε και αυτός στα πλαίσια της διεκδίκησης του ακινήτου του ενάγοντος, να επαναφέρει την προηγούμενη κατάσταση, πετώντας στις 21-7-1992 τους σιδηροπασσάλους, που είχε τοποθετήσει ο εναγόμενος και καθιστώντας τον εαυτό του νομέα του ακινήτου, ενέργειες τις οποίες ακολούθησε η αναγνώριση εκ μέρους του Γ.

Ζ. της αποκλειστικής κυριότητος του ενάγοντος με την 2231/1993 δήλωση συμβιβασμού, όπως προεκτέθηκε......... Στη συνέχεια όμως αποδείχθηκε ότι αυτός (εναγόμενος) μετέβαλε τη βούλησή του να νέμεται τα ακίνητα για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου του (ενάγοντος) και προέβαλε δικαίωμα κυριότητος επ' αυτών ενεργώντας για ίδιο όφελος.

Τούτο ο ενάγων πληροφορήθηκε για πρώτη φορά τον Ιούνιο του έτους 1993 ύστερα από πληροφόρησή του από τον Ε. Ζ., ο οποίος, όταν επισκέφθηκε το νησί της Κεφαλληνίας το Μάιο του ίδιου έτους, έμαθε για τις πράξεις διεκδίκησης των ακινήτων από τον εναγόμενο. Όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατέστησε ποτέ γνωστό στον ενάγοντα πριν τον Ιούνιο του 1993 ότι νεμόταν τα δύο ακίνητα για τον εαυτό του δηλ.

δεν εξωτερίκευσε προς τον ενάγοντα (αντιπροσωπευόμενο απ' αυτόν) τη μεταστροφή της βουλήσεώς του να τα νέμεται ως δικά του και έτσι ότι ο ενάγων εφησύχασε μ' αποτέλεσμα να παρέλθει η εικοσαετία και να καταστεί κύριος των ακινήτων σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ. Ούτε είναι δυνατόν να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι νεμήθηκε ως κύριος τα επίδικα από το 1971 επειδή ο ενάγων δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον νομής γι' αυτά, καθόσον ο τελευταίος δεν θα τα αγόραζε την ίδια εκείνη χρονιά (6/1971) με συμβόλαιο από τη Ρ.

Ζ., αν δεν τον ενδιέφεραν. Ο εναγόμενος λοιπόν κατείχε και τα δύο προαναφερόμενα ακίνητα για λογαριασμό του ενάγοντος μέχρι τον Ιούλιο του 1993, όταν πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ο ενάγων τις ενέργειες του γι' αντιποίηση της νομής τους. Το ότι δε ο εναγόμενος εκμίσθωσε το πρώτο επίδικο στον Γ. Ζ. και το δεύτερο στο Θ.

Ζ., παραχώρησε δε λωρίδα του για διαπλάτυνση του κοινοτικού δρόμου και απέκοψε κάποια δένδρα μέσα από αυτά, δεν τον καθιστά, άνευ άλλου, κύριο αυτών, αφού και στα μισθωτήρια που συνέταξε αναφέρεται μόνο ως εκμισθωτής και όχι ως κύριος των επιδίκων, εν πάσει δε περιπτώσει, καθώς ήδη αναφέρθηκε, δεν ενημέρωσε περί της σχετικής βουλήσεως του και των ενεργειών του τον όντως κύριο των επιδίκων, ενάγοντα, ο οποίος δεν γνώριζε για τις αυθαίρετες ενέργειες του επί των ακινήτων του (ενάγοντος) μέχρι το έτος 1993.

Εάν γνώριζε ο τελευταίος για τη διεκδίκηση των ακινήτων του από τον εναγόμενο σε προγενέστερο χρόνο, θα ενεργούσε για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων του, όπως ενήργησε και με τον χρησάμενο των ακινήτων του Γ. Ε. Ζ. ασκώντας την από 1991 αγωγή του κατά του παραπάνω. Πέραν αυτών όμως, αναφορικά με το ακίνητο στη θέση "Λάνι", όπως προαναφέρθηκε, δεν αποδείχθηκαν καν πράξεις νομής του εναγομένου σ' αυτό επί μια εικοσαετία.

Δηλαδή, ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι ο εναγόμενος άσκησε πράξεις νομής τα δύο τελευταία έτη πριν την άσκηση της αγωγής εναντίον του, το χρονικό διάστημα, αυτό από μόνο του, δεν ήταν ικανό να καταστήσει κύριο τον εναγόμενο μ' έκτακτη χρησικτησία που απαιτεί εικοσαετή νομή". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, διεκδικητική κυριότητας, θεμελιούμενη στον παράγωγο τρόπο και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις ενστάσεις του εναγομένου (αναιρεσείοντος) περί ιδίας κυριότητας και περί παραγραφής, τις οποίες με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε προβάλλει προς απόκρουση της αγωγής και επανέφερε στο δικαστήριο της ουσίας με σχετικούς λόγους έφεσης και ακολούθως, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του τελευταίου και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 981, 982, 1045 ΑΚ ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού με τις σαφείς παραδοχές ότι ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων παραγώγως με αιτία την πώληση για την οποία συντάχθηκε το 1971 συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε νομοτύπως και ότι έκτοτε ασκούσε τη νομή τους και μέσω του εναγομένου, ως αντιπροσώπου του, στα πλαίσια σύμβασης σχετικής εντολής που είχε καταρτισθεί μεταξύ τους, με την έννοια ότι αυτός (εναγόμενος) εξουσίαζε τα επίδικα όχι με διάνοια κυρίου αλλά στο όνομα και για λογαριασμό του ενάγοντος, ότι ο εναγόμενος εκδήλωσε μεν την πρόθεσή του να νέμεται τα επίδικα με διάνοια κυρίου, την οποία όμως ουδέποτε γνωστοποίησε στον ενάγοντα, που έλαβε γνώση για πρώτη φορά ότι προβάλλει (ο εναγόμενος) ίδιο δικαίωμα κυριότητας τον Ιούνιο του 1992 και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει αποτελεσματικά εναντίον του κτητική παραγραφή, λόγω μη συμπλήρωσης εικοσαετίας μέχρι την άσκηση της αγωγής (1993).

Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το υπόλοιπο μέρος καθώς και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά ένα μέρος είναι απαράδεκτοι καθ' όσον οι διαλαμβανόμενες σ' αυτούς αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επί πλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος και σε απλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς στήριξη των απόψεών του ότι δεν υπήρξε αντιπρόσωπος του ενάγοντος στη νομή των επιδίκων, αλλά τα εξουσίαζε με διάνοια κυρίου που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.

Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται δηλαδή ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις του μέχρι του πέρατος της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη το ίδιο δικαστήριο.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων 1) τις από 8-1-1991 προτάσεις που κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας ο Γ.

Ζ. (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) ως εναγόμενος στα πλαίσια άλλης δίκης, που διεξήχθη μεταξύ αυτού και του ενάγοντος και 2) τις 448, 449 και 450/1997 αποφάσεις και τα πρακτικά του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κεφαλληνίας, τα οποία νομίμως προσκόμισε και επικαλέσθηκε προς απόδειξη του ισχυρισμού του για την άσκηση νομής χρησικτησίας στα επίδικα ακίνητα.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθ' όσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) των προτάσεων του αναιρεσείοντος, τις οποίες ως εκκαλών κατέθεσε στο Εφετείο, επικαλέσθηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει τα παραπάνω έγγραφα, προς απόδειξη του προαναφερόμενου ισχυρισμού του, από την υπάρχουσα δε στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο ως αποδειχθέντα σε σχέση με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων και από τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία για το ότι Εφετείο έλαβε υπόψη τα προαναφερόμενα έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Κατ'ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, ως ηττηθείς διάδικος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-3-2010 αίτηση του Γ. Α. του Σ. κατά της 915/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ