141/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 141 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 141/2011
Legislator headnote
AI generated141/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 141 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 141/2011
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 141 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 141/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και ΙωΆ. Λούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Ρ. του Ι., 2) Κ. Ρ. του Ι., 3) Γ. Ρ. του Ι., 4) Ά. χήρας Ι. Ρ., κατοίκων ..., 5) Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρίας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρινέττα Γούναρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Λ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πεπόνη και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Α.Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη που ανακάλεσε την από 30/9/2010 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις, 3) Β. Ι. του Η., χήρας Ό. Φ., ατομικώς και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της Δ. Φ. του Ό., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Διαμαντόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/8/2005 αγωγή της τρίτης των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 30/12/2005 αγωγή των υπό στοιχεία 1-4 των ως άνω ήδη αναιρεσειόντων και τις από 7/2/2006 και 13/7/2006 αγωγές του πρώτου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3602/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1557/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/7/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 21/9/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ενώ κατά τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και έτσι ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης και όταν έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την έννοια ότι στο αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα εκείνα τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Την 1-1-2004 και ώρα 7.00 π.μ. περίπου, ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος Κ. Λ., οδηγώντας το με αριθ, κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην εναγόμενη-εκκαλούσα-εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Υδρόγειος ΑΑΑΕ", εκινείτο στην ΕΟ ..., με κατεύθυνση από την πόλη του ... προς το .... Κατά τον ίδιο χρόνο, η ενάγουσα-εναγόμενη-εκκαλούσα-εφεσίβλητη Ε. Ρ., οδηγώντας το με αριθ. κυκλ ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, προστηθείσα στην οδήγηση αυτού από την ενάγουσα-εναγόμενη-εκκαλούσα-εφεσίβλητη μητέρα της, Ά. χα Ι. Ρ., ιδιοκτήτρια αυτού κατά ποσοστό 5/8 εξ αδιαιρέτου και κάτοχο, συνιδιοκτησίας περαιτέρω της ίδιας της άνω οδηγού και των εναγόντων-εναγομένων-εκκαλούντων-εφεσιβλήτων αδελφών της Κ. Ρ., Γ. Ρ. κατά ποσοστό 1/8 καθενός εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι των τρίτων αστική ευθύνη στην εναγόμενη-εκκαλούσα-εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Εθνική ΑΕΓΑ", με συνεπιβαίνοντα στη θέση του συνοδηγού τον Ό. Φ., σύζυγο της ενάγουσας-εκκαλούσας-εφεσίβλητης Β. Ι. και πατέρα της εκπροσωπούμενης από την τελευταία ανήλικης θυγατέρας της Δ. Φ., εκινείτο στην ίδια άνω οδό με αντίθετη κατεύθυνση δηλαδή από ... προς .... Η εν λόγω οδός είναι διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και συνολικό πλάτος 6,50 μέτρα, είναι ευθεία, έχει συνεχόμενη διπλή οριζόντια διαγράμμιση και κατά τον άνω χρόνο δεν υπήρχε καλός φωτισμός, αφού δεν είχε ξημερώσει λόγω της πολύ πρωϊνής ακόμη ώρας, η δε άσφαλτος ήταν υγρή. Περαιτέρω, όταν ο Κ. Λ. πλησίαζε στο 2ο χιλιομετρικό σημείο της άνω ΕΟ και συνέχιζε κανονικά την ευθεία πορεία τους, η Ε. Ρ., έχοντας πρόθεση να κατευθυνθεί σε παρακείμενο προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία της χωμάτινο ακάλυπτο χώρο, όπου είχε σταθμεύσει, το αυτοκίνητό του ο άνω συνοδηγός Ό. Φ., επιχείρησε στροφή αριστερά, σε σημείο όπου απαγορευόταν, λόγω της συνεχούς διπλής οριζόντιας διαγραμμίσεως μεταξύ των ρευμάτων κυκλοφορίας της άνω οδού, προκειμένου να διασχίσει κάθετα το ρεύμα κυκλοφορίας, στο οποίο εκινείτο ο τελευταίος και να εισέλθει στον παραπάνω ακάλυπτο χώρο. Ειδικότερα, κατά τη χρονική στιγμή που ο τελευταίος βρισκόταν σε απόσταση 100 μέτρων και εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του, με ταχύτητα περίπου 70 χιλιομέτρων ανά ώρα, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ανέρχεται σε 90 χιλιόμετρα ανά ώρα στη θέση εκείνη της εν λόγω ΕΟ, η άνω οδηγός Ε. Ρ., χωρίς να λάβει καθόλου υπόψη της το αυτοκίνητο του άνω οδηγού, παρόλο που η οδός είναι ευθεία σε μεγάλη απόσταση και μπορούσε να το δεί και να αναμείνει τη διέλευσή του, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας και άρχισε να το διασχίζει, καταλαμβάνοντας αυτό εξ ολοκλήρου, με συνέπεια να αποκόψει την κανονική πορεία του αυτοκινήτου του οδηγού Κ. Λ., ο οποίος μόλις αντιλήφθηκε την κίνηση αυτής τροχοπέδησε σε μήκος 34,80 μέτρων και συγχρόνως επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, πλην όμως, λόγω της μικρής απόστασης που είχε απομείνει μεταξύ των δύο οχημάτων, δεν κατόρθωσε να αποφύγει τη σύγκρουση και έτσι, πριν ολοκληρώσει την κίνησή του και εισέλθει στον άνω χώρο που ήταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο του Ό. Φ., επέπεσε με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου του στην εμπρόσθια και δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου, που οδηγούσε η ενάγουσα Ε. Ρ., με αποτέλεσμα να καταστραφούν ολοσχερώς τα δύο οχήματα, να τραυματισθούν σοβαρά οι άνω οδηγοί τους και να τραυματισθεί θανάσιμα ο συνεπιβαίνων Ό. Φ.. Μετά την πρόσκρουση το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Ε. Ρ., ακινητοποιήθηκε σε παρακείμενο αγροτεμάχιο του ρεύματος πορείας προς ..., ενώ το ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κ. Λ. ακινητοποιήθηκε με μέτωπο προς ... στο ρεύμα πορείας προς .... Πρέπει να σημειωθεί ότι το πιθανό σημείο συγκρούσεως στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας, μετά από υπόδειξη του οδηγού Κ. Λ., τοποθετείται εντός του ρεύματος πορείας αυτού δεξιότερα από τη διαχωριστική γραμμή σε σχέση με την πορεία του. Επίσης, μετά από υπόδειξη της οδηγού Ε. Ρ., τοποθετείται και πάλι εντός του ρεύματος πορείας του οδηγού Κ. Λ., αλλά δεξιότερα και πλησιέστερα προς το ασφάλτινο έρεισμα. Άλλωστε με την από 6-1-2005 προανακριτική της κατάθεση επιβεβαίωσε το άνω σημείο συγκρούσεως. Βέβαια με την από 7-1-2005 επόμενη προανακριτική της κατάθεση ανακάλεσε τα παραπάνω και ισχυρίστηκε ότι κατά τη στιγμή της σύγκρουσης είχε ολοκληρώσει την κίνησή της και ήταν σταματημένη παράλληλα προς το ρεύμα πορείας του οδηγού Κ. Λ. εκτός οδοστρώματος και μόνο οι δεξιοί τροχοί του αυτοκινήτου της (από την πλευρά του συνοδηγού) πιθανώς πατούσαν το οδόστρωμα. Πλην, όμως, οι ισχυρισμοί της αυτοί δε συνάδουν με τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του Κ. Λ., ούτε με τα σημεία συγκρούσεως των δύο αυτοκινήτων. Ενόψει αυτών, το επίδικο ατύχημα και τα αποτελέσματά του οφείλονται στην αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγόμενης οδηγού Ε. Ρ.. Ειδικότερα, η αμελής συμπεριφορά αυτής συνίσταται στο ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή της και επιχείρησε να πραγματοποιήσει αριστερή στροφή, εισερχόμενη στο αντίθετο της κίνησής της ρεύμα κυκλοφορίας, σε σημείο που δεν επιτρεπόταν, λόγω της ύπαρξης στο οδόστρωμα διπλής συνεχούς διαχωριστικής γραμμής, εξαιτίας της οποίας απαγορευόταν η είσοδος στο αντίθετο ρεύμα και επιπλέον κινήθηκε χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει αυτό χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους, αλλά και τις επικρατούσες συνθήκες (ξημέρωμα, υγρό οδόστρωμα). Αποτέλεσμα των ενεργειών της αυτών ήταν να μην αντιληφθεί έγκαιρα το κινούμενο πλησίον της όχημα του Κ. Λ. και να παρεμβληθεί έτσι στην πορεία του τελευταίου, ο οποίος τροχοπέδησε αμέσως μόλις αντιλήφθηκε το όχημα της Ε. Ρ. να εισέρχεται στο ρεύμα πορείας του και εκτέλεσε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, αλλά, παρά τις άνω, ενδεδειγμένες ενέργειές του δεν αποφεύχθηκε η προπεριγραφείσα σύγκρουση, λόγω της μικρής απόστασης μεταξύ των δύο οχημάτων.
Συνεπώς, η οδηγός Ε. Ρ. δεν έδειξε την οδηγική συμπεριφορά, την οποία θα έδειχνε ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός αν βρισκόταν υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες βρέθηκε αυτή κατά το χρόνο του ατυχήματος, αλλά αντίθετα ενήργησε αμελώς κατά τα παραπάνω, εισερχόμενη στο αντίθετο ρεύμα πορείας και διασχίζοντας αυτό από σημείο που απαγορευόταν, χωρίς να λάβει καθόλου υπόψη το αυτοκίνητο του ενάγοντος Κ. Λ., που εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3α, 8α, 12 παρ. 1, 16 παρ, 4 και 21 παρ. 1 του ΚΟΚ. Η συμπεριφορά της αυτή βρίσκεται σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με το επίδικο τροχαίο ατύχημα και τα αποτελέσματά του. Εξάλλου από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδεικνύεται ότι ο οδηγός Κ. Λ. συνετέλεσε με αμελή συμπεριφορά του στην επέλευση της ένδικης σύγκρουσης, αφού, όπως προεκτέθηκε, εκινείτο κανονικά με ταχύτητα μικρότερη του ανώτατου επιτρεπομένου ορίου εντός του ρεύματος πορείας του, τροχοπέδησε και εκτέλεσε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, πλην όμως δεν απετράπει η σύγκρουση των οχημάτων, λόγω της μεταξύ τους μικρής απόστασης, αφού αυτή λαμβάνοντας υπόψη και το χρόνο που απαιτείται για την έγκαιρη αντίδραση του οδηγού ήταν μικρότερη των 100 μέτρων. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι στην από 19-2-2004 έκθεση εξετάσεως αίματος του Κ. Λ. αναφέρεται ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος η περιεκτικότητα σε οινόπνευμα στο αίμα αυτού θα πρέπει να κυμαινόταν από 1,21 έως 1,34 γρ/λίτρο, ενώ στην από 5-4-2004 έκθεση επανεξέτασης αίματος αναφέρεται ότι η περιεκτικότητα σε οινόπνευμα πρέπει να ήταν από 1,37 έως 1,50 γρ/λίτρο, πλην όμως από τα παραπάνω εκτιθέμενα προκύπτει ότι ο άνω οδηγός εκινείτο κανονικά στην πορεία του με ταχύτητα αρκετά μικρότερη από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο και με την εμφάνιση του αυτοκινήτου της οδηγού Ε. Ρ. εντός του ρεύματος πορείας του εκτέλεσε τους απαιτούμενους χειρισμούς που περιγράφονται παραπάνω, όπως θα έκανε κάθε συνετός οδηγός σε ίδια περίσταση, με συνέπεια να μην υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της άνω περιεκτικότητας στο αίμα του οινοπνεύματος και της επέλευσης της ένδικης σύγκρουσης". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας Ε. Ρ., και το σχετικό με τις συνθήκες του ατυχήματος λόγο της έφεσης της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική ΑΕΓΑ", ενώ δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμους του σχετικούς λόγους της έφεσης του πρώτου και της δεύτερης από τους αναιρεσίβλητους, ενάγοντος-εναγομένου Κ. Λ. και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Υδρόγειος ΑΑΑΕ" και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία είχε κριθεί ότι οι εμπλακέντες στο ατύχημα οδηγοί ήταν συνυπαίτιοι για την πρόκληση του ατυχήματος. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και ειδικότερα αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσείουσας οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της πρόκλησης του ατυχήματος, καθώς και την μη κατάφαση υπαίτιας συμπεριφοράς στον πρώτο αναιρεσίβλητο, οδηγό του άλλου αυτοκινήτου που είχε εμπλοκή στο ατύχημα και την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του γεγονότος ότι ανιχνεύθηκε οινόπνευμα στο αίμα του και της πρόκλησης του ατυχήματος. Το Εφετείο περιλαμβάνει λεπτομερείς αναφορές στους λόγους που καταφάσκουν την υπαιτιότητα της πρώτης αναιρεσείουσας κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου της αφού διαλαμβάνεται σ' αυτές ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή της, και πραγματοποίησε αριστερή στροφή και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας παρότι απαγορευόταν στο σημείο αυτό της οδού (διαγράμμιση με διπλή διαχωριστική γραμμή), επιπροσθέτως δε ότι πραγματοποίησε την ανωτέρω απαγορευμένη κίνηση, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την κίνηση στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ούτε έλαβε υπόψη της τις επικρατούσες κατά το χρόνο συνθήκες. Εξάλλου, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται αν η κίνηση του αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσείουσας ήταν κάθετη ή διαγώνια, διότι γενεσιουργός λόγος του ατυχήματος ήταν αυτή καθεαυτή η είσοδος στο αντίθετο ρεύμα και ο τρόπος εισόδου, ενώ αναφέρεται η απόσταση που είχαν τα αυτοκίνητα κατά το χρόνο εισόδου του αυτοκινήτου στο ρεύμα κυκλοφορίας του άλλου αυτοκινήτου, προσδιορίζεται δε επαρκώς το σημείο της οδού όπου τα οχήματα συγκρούστηκαν. Περαιτέρω, διαλαμβάνονται στην απόφαση οι λόγοι για τους οποίους δεν αποδίδεται υπαιτιότητα στον πρώτο αναιρεσίβλητο, αφού αυτός εκινείτο κανονικά με ταχύτητα κατώτερη από το οριζόμενο στο σημείο του ατυχήματος όριο ταχύτητας, επιχείρησε δε τους απαιτούμενους χειρισμούς (τροχοπέδηση, ελιγμός) μόλις αντιλήφθηκε ότι στην πορεία του είχε εισέλθει άλλο αυτοκίνητο, αιτιολογεί δε πλήρως τους λόγους για τους οποίους η ανίχνευση αλκοόλης στο αίμα του δεν βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση της σύγκρουσης, η οποία συνέβη αποκλειστικά εξαιτίας της εισόδου του αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσείουσας στο αντίθετο για την κατεύθυνσή της ρεύμα κυκλοφορίας. Κατ' ακολουθίαν, το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008). Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, ότι δηλαδή δεν έλαβε υπόψη έγγραφα τα οποία είχαν νόμιμα προσκομιστεί από τους αναιρεσείοντες, ήτοι ότι δεν έλαβε υπόψη του 1) την από 1-1-2004 έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα που συνέταξαν τα αρμόδια όργανα, 2) την από 28-1-2004 έκθεση ένορκης εξέτασης της πρώτης αναιρεσείουσας, 3) τέσσερις (4) φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, 4) την από 26-1-2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Χ. και Ζ., καθώς και την από 10-3-2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Κ. και Ν., 5) το από 1-1-2004 δελτίο ιχνών τροχοπέδησης, 6) την υπ'αριθμ 3022/10/3α/19-2-2004 έκθεση εξέτασης αίματος του πρώτου αναιρεσιβλήτου και την υπ'αριθμ 3022/10/3δ/5-4-2004 έκθεση επανεξέτασης αίματος, και 7) την από 27-1-2004 έκθεση εξέτασης του πρώτου αναιρεσιβλήτου και την από 2-2-2004 έκθεση συμπληρωματικής εξέτασης του ίδιου. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία και επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης που αποδίδει στην απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, να καταβάλουν τη δικαστική δαπάνη του καθένα από τους αναιρεσιβλήτους που παραστάθηκε ξεχωριστά.
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Ιουλίου 2009 αίτηση της Ε. Ρ. κλπ για αναίρεση της 1557/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει για τον πρώτο αναιρεσίβλητο (Κ. Λ.) και την τρίτη αναιρεσίβλητη (Β. Ι., όπως παρίσταται) σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ και σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ για τη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρία.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ