141/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια - Εισηγητή, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated141/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δ’ του Κ.Π.Δ., κατ' εκτίμησή του, λόγο αναιρέσεως (γίνεται επίκληση του αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α’ του Κ.Π.Δ., για απόλυτη δηλαδή ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο), ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Full text
Απόφαση 141 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 141/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια - Εισηγητή, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Τ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Γαβαλά, περί αναιρέσεως της 343/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κοζάνης.
Το Τριμελές Εφετείο Κοζάνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Αυγούστου 2004 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1661/2004.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης, προκειμένου να προσαχθούν νέες αποδείξεις και τεθούν υπόψη του Δικαστηρίου νέα κρίσιμα έγγραφα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 4 (ήδη 3) του Κ.Π.Δ., παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του Δικαστηρίου κρίση.
ΙI. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ' αριθμό 343/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, καταδικάσθηκε για την πράξη της απλής δυσφήμησης, σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, η οποία μετετράπη σε χρηματική, ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει κατά την ακροαματική διαδικασία, την αναβολή της δίκης, προκειμένου να συγκεντρώσει και καταθέσει στο Δικαστήριο, έγγραφα του Στρατολογικού Γραφείου (σε σχέση με τη στρατολογική κατάσταση του κατηγορούμενου).
Η αίτηση αυτή του κατηγορούμενου, που ήταν επαρκώς ορισμένη, απορρίφθηκε από το δικαστήριο ως απαράδεκτη και αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι, "... το υποβληθέν αίτημα, πέραν της αοριστίας του, σε τίποτα δεν εξυπηρετεί την διάγνωση της προκείμενης υπόθεσης ...". Η αιτιολογία όμως αυτή, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης και κρείσσονες αποδείξεις, είναι εντελώς τυπική και δεν είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη, έστω και αν η απόφαση αυτή αφήνεται στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση.
Αυτό δε γιατί, η αίτηση του κατηγορούμενου, ήταν όπως αναφέρθηκε αρκούντως ορισμένη και δεν αναφέρεται στην αιτιολογία, γιατί τα έγγραφα του Στρατολογικού Γραφείου, σε σχέση με τη στρατολογική κατάσταση του κατηγορούμενου, δεν ασκούν επιρροή, στη διάγνωση της υπόθεσης. Η πλημμέλεια αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης, η ανεπάρκεια δηλαδή της αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας απορριπτικής του αιτήματος αναβολής, για κρείσσονες αποδείξεις, απόφασης του Δικαστηρίου, προβάλλεται με τον πρώτο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ.
Δ’ του Κ.Π.Δ., κατ' εκτίμησή του, λόγο αναιρέσεως (γίνεται επίκληση του αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α’ του Κ.Π.Δ., για απόλυτη δηλαδή ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο), ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
ΙΙΙ. Ανεξάρτητα όμως από αυτά, η αιτιολογία της απόφασης είναι ελλιπής και σε σχέση με την απόρριψη των αυτοτελών του κατηγορούμενου ισχυρισμών, για εκπρόθεσμη υποβολή της έγκλησης (αρθ. 117 παρ. 1 Π.Κ.) και εκδήλωση από δικαιολογημένο ενδιαφέρον του (αρθ. 367 παρ. 1 περ. γ’ Π.Κ.). Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 του Π.Κ., κατά την οποία, ''όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της'', προκύπτει ότι η έγκληση, πρέπει να υποβάλλεται μέσα σε ορισμένο χρόνο, η άπρακτη παρέλευση του οποίου, οδηγεί, προκειμένου περί εγκλήματος που διώκεται κατ' έγκληση, στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως.
Η ύπαρξη της έγκλησης, συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση, για την έγκυρη γένεση της ποινικής δίκης και η υποβολή της ή μη, για τα εγκλήματα που διώκονται κατ' έγκληση, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Έτσι, όταν πρόκειται για έγκλημα που διώκεται κατ' έγκληση, όπως είναι κατά το άρθρο 368 του Π.Κ.
και η απλή δυσφήμηση, η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης (η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως), πρέπει μεταξύ άλλων, να διαλαμβάνει και αναφορά των περιστατικών από τα οποία προκύπτει ο χρόνος που ο εγκαλών έλαβε γνώση της τελέσεως της πράξεως και του υπαιτίου ή κάποιου από τους συμμετόχους της, εφόσον βέβαια η έγκληση έχει υποβληθεί, μετά την παρέλευση της αναφερόμενης (εκ του άρθρου 117 παρ. 1 του Π.Κ.), τρίμηνης προθεσμίας, από την τέλεση της πράξεως.
Η αιτιολογία δε της καταδικαστικής για απλή δυσφήμηση απόφασης, εκτείνεται και στον αυτοτελή του κατηγορούμενου ισχυρισμό, εφόσον αυτός προβλήθηκε παραδεκτά, για εκδήλωση με τη δυσφημιστική πράξη, δικαιολογημένου ενδιαφέροντος αυτού.
ΙV. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης (υπ' αριθμό 343/2004) απόφασης προκύπτει, ότι κατά την ακροαματική διαδικασία ο συνήγορος του κατηγορούμενου, προέβαλε προφορικά και ανέπτυξε, μεταξύ άλλων και τους ισχυρισμούς ότι, η έγκληση (προκειμένου εγκλήματος απλής δυσφήμησης που διώκεται κατ' έγκληση) του εγκαλούντος, υποβλήθηκε εκπροθέσμως την 25-10-1998, δηλαδή μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεση της πράξεως το πρώ-το δεκαήμερο του μηνός Ιουλίου 1998 και ότι η δυσφημιστική συμπεριφορά του, αποτελεί εκδήλωση δικαιολογημένου ενδια-φέροντός του.
Στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται, σε σχέση με τους πιο πάνω αυτοτελείς του κατηγορούμενου ισχυρισμούς, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που φέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα, καθώς και την απολογία του κατηγορούμενου και όλη την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι, "...
η πράξη τελέσθηκε το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Ιουλίου του έτους 1998 και ο εγκαλών έλαβε γνώση αυτής την 11-10-1998 ...", καθώς και ότι, "... οι προταθέντες από τον κατηγορούμενο ισχυρισμοί, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι ...". Η αιτιολογία όμως αυτή, που διέλαβε το Δικαστήριο στην καταδικαστική του απόφαση, σε σχέση με την απόρριψη των αναφερόμενων αυτοτελών του κατηγορούμενου ισχυρισμών, οι οποίοι παραδεκτά προβλήθηκαν προφορικά και αναπτύχθηκαν, δεν είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ.
ειδική και εμπεριστατωμένη, γιατί δεν αναφέρονται καθόλου περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει, πως και υπό ποίες συνθήκες ο κατηγορούμενος, έλαβε πράγματι γνώση της πράξεως τον αναφερόμενο χρόνο (11-10-1998), ούτε και περιστατικά από τα οποία να προκύπτει, το αβάσιμο του ισχυρισμό του, για δικαιολογημένο ενδιαφέρον του.
Και η πλημμέλεια αυτή της αποφάσεως, προβάλλεται με το δεύτερο, εκ της ιδίας διατάξεως (του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ’ του Κ.Π.Δ.), λόγο αναιρέσεως, ο οποίος είναι και αυτός βάσιμος και πρέπει να γίνει επίσης δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα των άλλων λόγων.
V. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του Κ.Π.Δ., για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 343/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2005. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ