Supreme Court dismisses appeal for vague procedural grounds and failure to address appealable request.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the heirs against the First Instance Court's decision to recognize a will's invalidity. The appellants argued procedural errors but failed to specify which article of the Code of Civil Procedure was violated or how the violation occurred, rendering their grounds vague and inadmissible. Additionally, the court rejected the claim that the appellate court ignored an appeal request, as such requests do not constitute grounds for appeal under the relevant law. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 562, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the violated procedural rule, the manner of violation, and any inadmissibility or nullity raised before the court of first instance, otherwise grounds are rejected as vague and inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1419 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1419/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. χήρας Σ. Τ., το γένος Π. Ο., 2) Κ. συζ Β. Λ. το γένος Σ. Τ., 3) Γ. Λ. του Β., κατοίκων ..., 4) Σ. το γένος Β. Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κωνσταντίνα Κιοσέ, και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ε. συζ Γ. Κ., το γένος Σ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τσακύρη, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 247/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 100/2019 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-6-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 25-6-2020 (αρ. κατ. 7/2020) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 100/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ και 74 παρ. 1 του ν. 4690/2020), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 14-1-2014 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης αγωγή κατά των ήδη αναιρεσειόντων (και άλλων δύο), η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της αναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος πατρός της, κατά το μέρος με το οποίο προσβάλλονταν η νόμιμη μοίρα της και περαιτέρω να αναγνωρισθεί το κληρονομικό της δικαίωμα ως νομίμου μεριδούχου στη κληρονομία του πατρός της κατά το αναφερόμενο εξ αδιαιρέτου ποσοστό, όπως και η υποχρέωση των εναγομένων να της αποδώσουν τα αναφερόμενα ακίνητα της κληρονομιαίας περιουσίας κατά το εν λόγω ποσοστό. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, με την υπ' αριθ. 247/2018 οριστική απόφαση του, έκανε δεκτή την αγωγή. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης οι ήδη αναιρεσίβλητοι, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου την από 3-6-2018 έφεση τους, η οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν, με την εκδοθείσα, κατά την ίδια διαδικασία, επίσης, αντιμωλία των διαδίκων, προαναφερθείσα αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθεται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1027/2019, 873/2018).
Εξάλλου η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν δύναται να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.Α.Π 32/1996). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, το αναιρεσείον προβάλλει αιτίαση εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση του άρθρου 281 του ΑΚ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, ως προς το άνω σκέλος του, κυρίως διότι δεν εκτίθενται επακριβώς και πλήρως οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνος ουσιαστικού δικαίου εκ μέρους του δικάσαντος Δικαστηρίου.
Προσέτι για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός και ο από τη διάταξη του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποιές επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, και η σύνδεση του με το διατακτικό γ) η νόμιμη βάση ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση.
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1230/2014, 402/2014, 1586/2008).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγω ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης "των διατάξεων για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας". Ωστόσο και αυτός ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος ως αόριστος, αφού ουδέν απολύτως εκ των προαναφερθέντων απαιτούμενων για το ορισμένο του τόσον κατά τον αρ. 1, όσον και τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚπολΔ διαλαμβάνεται.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1277/2015, ΑΠ 739/2011 1632/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αρ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της "πράγματα" που είχαν προταθεί, και ειδικότερα τους ισχυρισμούς που προέβαλαν προς θεμελίωση της εκ του άρθρου 281 προβληθείσας ένστασης τους.
Ωστόσο ο προκείμενος λόγος κρίνεται αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος ως προς το άνω σκέλος του, αφού δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης του ή επαναφοράς του στο Εφετείο, και, αν και το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι πλήρεις κρίσιμες σχετικές πραγματικές παραδοχές του Δικαστηρίου, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση, προκειμένου να κριθεί εάν ιδρύεται ο εν λόγω από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος.
Προσέτι ομοίως ως αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι κρίνονται ελλείψει παράθεσης των ανωτέρω στοιχείων και οι δεύτερος και τρίτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος τους επίσης εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί μη λήψης υπόψη από το Εφετείο των θεμελιούντων την υποχρέωση συνεισφοράς ης ενάγουσας περιστατικών.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την πληρότητα του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτού κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (Ολ ΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1409/2015, 1185/2010, 324/2009, 255/2006). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο κατά το δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα. Ο λόγος αυτός κρίνεται ως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, ως προς το άνω σκέλος του, αφού ουδένα εκ των παραπάνω στοιχείων διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1.
Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 350/2017, 1496/2017). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 502 παρ. 2, 506 παρ. 3, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔικ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάσθηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέσθηκε η παραβίαση, αλλά και.
ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα (ΑΠ 327/1996). Εξαίρεση από τον ως άνω κανόνα εισάγεται από το αρθ. 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., σε τρεις περιπτώσεις, ήτοι α) όταν η παράβαση δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) όταν πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η συνδρομή όμως των ως άνω εξαιρέσεων πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο. Εξάλλου δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 57/1998). Στη προκείμενη περίπτωση με τους τέταρτο και έκτο λόγους αναίρεσης αποδίδεται από τους αναιρεσείοντες στη προσβαλλόμενη πλημμέλεια από το αρθ. 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ, χωρίς να διαλαμβάνεται ουδένα εκ των ως άνω απαιτούμενων για το ορισμένο των λόγου στοιχείων, κρινόμενων ως εκ τούτου απορριπτέων ως αορίστων και εντεύθεν απαραδέκτων των λόγων αυτών.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι οι λόγοι έφεσης, η τυχόν μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον από τον αριθ.8 περ.β' του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 877/2006). Επομένως, ο πέμπτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι άφησε αδίκαστο τον περί αοριστίας της αγωγής λόγο της έφεσης των εναγόμενων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ β) εδ. δ του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.6.2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7/2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 100/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ