Supreme Court dismisses appeal against arbitration award cancellation, upholding statutory exclusion of appeal for speedy proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against a First Instance Court decision that rejected a lawsuit to annul an arbitration award. The company argued the appeal was necessary for legal protection, but the court found the specific arbitration law explicitly excludes this remedy to ensure rapid resolution. Consequently, the court ruled that the legislative intent for speed overrides the general right to appeal, resulting in the appeal's inadmissibility.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; Article 21 of Law 4664/2020: The legislature may exclude the right of appeal against decisions in specific urgent proceedings to ensure speedy resolution, thereby limiting the right to legal remedies without violating the right to a fair trial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1419 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1419/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…", η οποία εδρεύει στην Αθήνα, τελεί υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Βασίλειο Κουλούρη και Γεώργιο Μεντή, οι οποίοι ανακάλεσαν την από 11-2-2022 δήλωσή τους για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον κ. Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που εδρεύει στην Αθήνα και από τον κ. Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", που έχει τεθεί σε καθεστώς ειδικής διαχειρίσεως, εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα. Το πρώτο αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Κωνσταντίνα Νασοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία ανακάλεσε την από 21-1-2022 δήλωσή της για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 1618/2021 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-6-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και το πρώτο αναιρεσίβλητο, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του πρώτου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολΑΠ 14/2015, ΑΠ 548/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την 10721/26.11.2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου … Ε. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 10-6-2021 αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο της υποθέσεως (14-2-2022), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκε η ως άνω αναιρεσίβλητη, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, αφού η ως άνω απολιπόμενη αναιρεσίβλητη κλητεύθηκε νομίμως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 21 (Ρυθμίσεις θεμάτων "…") του ν.4664/2020: "1. Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "… " (εφεξής "…" ή "εταιρεία" ή "επιχείρηση"), η οποία έχει λάβει στο παρελθόν κρατικές ενισχύσεις από το Ελληνικό Δημόσιο, αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα και γενική αδυναμία εκπλήρωσης ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων, τίθεται σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης, κατ` εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος. 2.
α. Τη θέση σε ειδική διαχείριση ζητούν είτε: α) το Ελληνικό Δημόσιο, για απαιτήσεις που έχει κατά της "…", ακόμα και πριν την ταμειακή βεβαίωσή τους, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών είτε β) πιστωτές, οι οποίοι εκπροσωπούν τουλάχιστον το πενήντα ένα τοις εκατό (51%) των κατά της επιχείρησης υφιστάμενων ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων, όπως αποδεικνύονται με κάθε νόμιμο τρόπο, με αίτησή τους που υποβάλλεται εντός τριών (3) εργάσιμων ημερών από τη θέση σε ισχύ του παρόντος στο Εφετείο της καταστατικής έδρας της επιχείρησης.....
β. Η δικάσιμος για τη συζήτηση της αιτήσεως, ορίζεται σε χρόνο όχι μεγαλύτερο από τέσσερις (4) ημέρες από την κατάθεση της αιτήσεως. Η αίτηση του παρόντος άρθρου ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Μονομελούς Εφετείου της καταστατικής έδρας της επιχείρησης. Η αίτηση υποβάλλεται χωρίς υπαίτια καθυστέρηση από τη γραμματεία στον Πρόεδρο, για να ορίσει δικάσιμο.
Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση κάτω από το πρωτότυπο της αίτησης. Η έκθεση αναφέρει την ημέρα και την ώρα της κατάθεσης και το όνομα και το επώνυμο εκείνου που την κατέθεσε. Το δικόγραφο της αίτησης πρέπει να περιέχει, εκτός από όσα ορίζονται στο άρθρο 118 ή 117 ΚΠολΔ, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της υπόθεσης, το όνομα του ειδικού διαχειριστή που προτείνεται από τον αιτούντα, δήλωση αποδοχής του επιλεγέντος φυσικού ή νομικού προσώπου και ορισμένο αίτημα.
Αμέσως μετά την κατάθεση της αίτησης ο γραμματέας, με βάση τη σημείωση στο πρωτότυπο της αίτησης της ημέρας και ώρας συζήτησής της, την εγγράφει στο πινάκιο της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπου σημειώνει το όνομα και το επώνυμο των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους, καθώς και το αντικείμενο της δίκης. Η αίτηση κοινοποιείται μαζί με την πράξη ορισμού δικασίμου στην επιχείρηση τουλάχιστον δύο (2) ημέρες πριν τη δικάσιμο.
Οι τυχόν παρεμβάσεις ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο, είναι δε απαράδεκτες, αν δεν ασκηθούν τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) ώρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης και προσδιορίζονται υποχρεωτικά στην ίδια δικάσιμο. Αναβολή της συζήτησης δεν επιτρέπεται για κανέναν λόγο. Η κατάθεση προτάσεων σε κάθε περίπτωση μπορεί να γίνει στο ακροατήριο.
Η παρουσία κατά τη δημοσίευση της απόφασης εκείνου στον οποίο πρέπει να επιδοθεί ή του νόμιμου αντιπροσώπου του που διεξάγει τη δίκη ή του πληρεξούσιου δικηγόρου του ισχύει ως επίδοση. Με την επίδοση της απόφασης της θέσης σε ειδική διαχείριση το δικαστήριο διορίζει και τον ειδικό διαχειριστή. Η απόφαση του Εφετείου δημοσιεύεται μέσα σε τρεις (3) ημέρες από τη συζήτηση της αίτησης, καταχωριζομένου του διατακτικού της κάτω από την αίτηση και δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο, τακτικό ή έκτακτο, ή ένδικο βοήθημα.
Νέα αίτηση, ασκηθείσα από οιονδήποτε διάδικο ή τρίτο, για το ίδιο αντικείμενο απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η απόφαση κοινοποιείται στη "…" και στον ειδικό διαχειριστή με επιμέλεια του αιτούντος". Περαιτέρω κατά τις διατάξεις της παραγράφου 7 του ίδιου ανωτέρω άρθρου: "7.α. Σε περίπτωση οποιασδήποτε αμφισβήτησης περί του ενεργητικού και παθητικού της επιχείρησης από το Ελληνικό Δημόσιο, η "…" και το Ελληνικό Δημόσιο μπορούν να υπαγάγουν τη διαφορά σε διαιτησία, σύμφωνα με τους όρους του παρόντος.
Στην περίπτωση αυτήν, ο ειδικός διαχειριστής, εντός τριών (3) εργασίμων ημερών από την κοινοποίηση της αμφισβήτησης, επιδίδει στο Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, την κλήση σε διαιτησία και υπογράφεται σχετική συμφωνία διαιτησίας, εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την επίδοση της κλήσης,....
Μετά την υπογραφή της συμφωνίας περί διαιτησίας, ο ειδικός διαχειριστής έχει υποχρέωση, εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών να προσεπικαλέσει, ώστε να αποτελέσουν κύρια (διάδικα) μέρη στην ανοιγείσα διαιτητική διαδικασία, τυχόν εμπραγμάτως ασφαλισμένους πιστωτές, των οποίων οι εξασφαλισμένες εμπραγμάτως απαιτήσεις στηρίζονται σε πραγματική ή/και νομική αιτία που αποτελεί αντικείμενο της διαιτητικής διαφοράς, με επίδοση προς αυτούς της συμφωνίας διαιτησίας.
β. Οι εμπραγμάτως ασφαλισμένοι πιστωτές που μετέχουν νόμιμα στη διαιτητική διαδικασία ή έχουν προσεπικληθεί αλλά δεν παρίστανται, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται και δεσμεύονται από το αποτέλεσμα της δίκης, η δε διαιτητική απόφαση εκτείνεται και σε αυτούς έχοντας την ίδια ισχύ για όλους, ως προς το ουσιαστικό ή/και το νομικό ζήτημα που κρίθηκε, καθώς επίσης και ως προς ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος......
στ. Οι διαιτητές υποχρεούνται να περατώσουν τη διαιτησία εντός [τριών (3)] μηνών από την επίδοση της κλήσης για διαιτησία. Η διαιτητική απόφαση έχει ισχύ τελεσίδικης δικαστικής απόφασης και αποτελεί εκτελεστό τίτλο. Προσβολή της διαιτητικής απόφασης επιτρέπεται μόνο αν αυτή είναι αντίθετη σε κανόνες δημόσιας τάξης ή στα χρηστά ήθη ή αν περιέχει αντιφατικές διατάξεις.
Στην περίπτωση αυτή, ασκείται αγωγή ακύρωσης ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου της καταστατικής έδρας της υπό ειδική διαχείριση εταιρείας μέσα σε προθεσμία δέκα (10) εργασίμων ημερών από την κοινοποίηση και η αγωγή εκδικάζεται κατά τη διαδικασία που περιγράφεται στην παράγραφο 2β του παρόντος, καθ` ο μέρος δεν έρχεται σε σύγκρουση με τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου.
Η προσβολή της διαιτητικής απόφασης δεν αναστέλλει την εκτέλεση αυτής. ζ. Στη διαιτησία δεν εφαρμόζονται, καθ` ο μέρος έρχονται σε σύγκρουση με τις ειδικές διατάξεις του παρόντος, τα άρθρα του ΚΠολΔ που αφορούν στη διαιτησία, με την εξαίρεση των άρθρων 880 παράγραφος 1, 881, 886, 887, 890, 891, 892, 893, 895 παράγραφος 1, 896 ΚΠολΔ, τα οποία εφαρμόζονται συμπληρωματικά.....".
Από τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 21 του δικονομικού περιεχομένου νόμου 4664/2020 προκύπτει ότι η διαιτητική απόφαση, που εκδίδεται σε περίπτωση οποιασδήποτε αμφισβήτησης περί του ενεργητικού και παθητικού της επιχείρησης … από το Ελληνικό Δημόσιο, έχει ισχύ τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, αποτελεί εκτελεστό τίτλο και προσβάλλεται με αγωγή ακύρωσης ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου της καταστατικής έδρας της υπό ειδική διαχείριση εταιρείας μόνο αν είναι αντίθετη σε κανόνες δημόσιας τάξης ή στα χρηστά ήθη ή αν περιέχει αντιφατικές διατάξεις.
Η προβλεπόμενη ως άνω αγωγή ακύρωσης, κατά ρητή αναφορά στην παράγραφο 7στ, εκδικάζεται κατά τη διαδικασία που περιγράφεται στην παρ.2β του άρθρου 21, κατά την οποία, όπως επίσης ρητά ορίζεται σ' αυτή, η απόφαση του Εφετείου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο, τακτικό ή έκτακτο ή ένδικο βοήθημα. Τη λύση αυτή επιβάλλει, κατ' αρχάς, η γραμματική ερμηνεία της διάταξης της παραγράφου 7στ, η οποία παραπέμπει, γενικά, χωρίς αποκλίσεις ή εξαιρέσεις, στη διαδικασία που θεσπίζουν οι δικονομικές διατάξεις της παραγράφου 2β, που ρητά αποκλείουν στη διαδικασία αυτή την προσβολή της απόφασης του Εφετείου με τακτικό ή έκτακτο ένδικο μέσο, χωρίς οι εν λόγω διατάξεις να έρχονται σε σύγκρουση με τη ρύθμιση της παραγράφου 7στ, όσον αφορά την γενομένη σ' αυτή επιφύλαξη, αφού στην τελευταία δεν υπάρχει πρόβλεψη για τη δυνατότητα άσκησης αναίρεσης κατά της απόφασης του Εφετείου.
Υπέρ της ερμηνευτικής αυτής άποψης συνεπικουρεί και η διάταξη της επόμενης παραγράφου 7ζ του άρθρου 21, όπου αναφέρονται τα άρθρα του ΚΠολΔ, τα οποία κατ' εξαίρεση μπορούν να εφαρμοστούν συμπληρωματικά στην ένδικη διαιτησία και στα οποία δεν συμπεριλαμβάνεται το άρθρο 898 ΚΠολΔ, με το οποίο προβλέπεται η δυνατότητα άσκησης αναίρεσης κατά απόφασης επί αγωγής ακύρωσης διαιτητικής απόφασης, με οριζόμενο χρόνο προσδιορισμού αυτής.
Εξάλλου, η πιο πάνω ερμηνεία συνάδει και προς το σκοπό που εξυπηρετεί η συγκεκριμένη διάταξη, που συνίσταται στην ανάγκη ολοκλήρωσης εντός συντόμου χρονικού διαστήματος της προβλεπόμενης δικαστικής διαδικασίας προς άρση της αμφισβήτησης ως προς την κυριότητα των εγκαταστάσεων της … , προκειμένου να υπάρξει ασφάλεια δικαίου όσον αφορά τα περιουσιακά της στοιχεία που πρόκειται να εκποιηθούν στο πλαίσιο των εργασιών της ειδικής διαχείρισης.
Από τα παραπάνω συνάγεται σαφής νομοθετική βούληση για αποκλεισμό του ένδικου μέσου της αναίρεσης κατά της εκδοθείσας απόφασης επί αγωγής ακύρωσης της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου, που συγκροτήθηκε κατ' άρθρο 21 του ν. 4664/2020, με το οποίο καταστρώθηκε μια ταχεία δικαιοδοτική διαδικασία, προς όφελος της εθνικής οικονομίας και του γενικού συμφέροντος.
Ενόψει αυτού, η άνω νομοθετική ρύθμιση, δηλαδή του αποκλεισμού άσκησης αναίρεσης κατά της προαναφερόμενης απόφασης, δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το νδ 53/1974, καθόσον οι διατάξεις αυτές εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται υπό συνθήκες δίκαιης δίκης, δηλαδή δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, όχι όμως και το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων, τα οποία μπορεί να προβλέπονται ή όχι, να αποκλείονται ή και να περιορίζονται από τον κοινό νομοθέτη, με σκοπό την ταχύτερη διεξαγωγή των δικών σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, όπως η προκείμενη ειδική και κατεπείγουσας φύσεως υπόθεση, που επέβαλε την ταχεία διευθέτησης της εισαχθείσας στο διαιτητικό δικαστήριο διαφοράς.
Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, η κρινόμενη από 10.6.2021 αίτηση αναίρεσης κατά της 1618/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την από 5.10.2020 αγωγή ακύρωσης της 1/2020 απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 21 του ν.4664/2020, είναι απαράδεκτη και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495).
Η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσίβλητου (η δεύτερη αναιρεσίβλητη λόγω της ερημοδικίας της δεν υποβλήθηκε σε τέτοια έξοδα), κατ' άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ`αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν.1738/1987, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.6.2021 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…" κατά της 1618/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ