Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of valid acceleration of proceedings by absent parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision, ruling the proceedings inadmissible regarding absent parties. The appellants argued the lower court erred in dismissing their claim as legally unfounded without entering the evidentiary phase. The court held that since the lower court rejected the claim as legally unfounded rather than entering evidence, the appeal under Article 559(10) of the Code of Civil Procedure could not be established.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110(2), 498(1), 568(1)-(2), 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court rejected a claim as legally unfounded without entering the evidentiary phase, as this precludes the requirement of valid acceleration of proceedings by absent parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1419 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1419/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Μ. του Κ. και Ε., 2) Κ. Μ. του Γ. και Α., 3) Κ. Μ. του Μ. και Γ., 4) Θ. Μ. του Κ. και Ε., κατοίκων … , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Κουμούτσαρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζ. Λ. Π., το γένος Δ. και Σ. Σ., έως και 10) Α. Μ. του Γ. και Ν., απάντων κατοίκων …. Η 1η, η 2η, η 4η, ο 5ος, η 6η, η 7η, η 9η και η 10η εκ των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δήμητρα Βισκαδουράκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Ο 3ος και η 8η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-09-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 327/2019 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και 331/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-07-2020 αίτησή τους και τους από 21-05-2021 προσθέτους λόγους τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σε αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεως της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολιπομένου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά την παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί παραδεκτά, ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. (ΟλΑΠ 8/2018).
Εξάλλου, σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του.
Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντιθέτως, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως του αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως κλπ προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση.
Περαιτέρω, με το άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021 "Προστασία δημόσιας υγείας από COVID-19, κοινωνική προστασία, επαναλειτουργία δικαστηρίων", ορίστηκαν τα εξής: "2. Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.
Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".
Με την προαναφερόμενη διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην, όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.
Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του. Τέλος, κατά τα άρθρα 94 παρ.1 και 104 ΚΠολΔ, οι διάδικοι στα πολιτικά δικαστήρια έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν αυτή δεν αποδεικνύεται, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που έγιναν προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, με εκείνες των άρθρων 568 παρ.4 και 576 παρ.1 και παρ.3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν ενώπιον του Αρείου Πάγου απολείπεται ο διάδικος που φέρεται ότι επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, ερευνάται αυτεπάγγελτα το κύρος της επίσπευσης εκ μέρους του απολειπόμενου και από άποψη πληρεξουσιότητας.
Σε περίπτωση, κατά την οποία δεν προκύπτει πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που επισπεύδει τη συζήτηση για λογαριασμό του απολειπόμενου διάδικου, επέρχεται η ακυρότητα της επίσπευσης ως προς αυτόν και, συνακόλουθα, το απαράδεκτο της συζήτησης, εφ' όσον, βεβαίως, αυτός δεν έχει κλητευθεί ούτε από τον αντίδικό του ούτε από κάποιον από τους τυχόν ομοδίκους του για να παρασταθεί στη συζήτηση.
Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται ως προς αυτόν και η γενομένη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κηρύσσεται απαράδεκτη, προχωρεί, όμως, νομίμως ως προς όσους από τους λοιπούς διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως.
Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η υπό κρίση από 23.7.2020 αίτηση (και οι από 21-5-2021 πρόσθετοι λόγοι αυτής), των Γ. Μ. κ.λ.π κατά των Α. Π. κ.λ.π., με την οποία ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 331/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, και της οποίας η συζήτηση κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο στις 17.3.2021 ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, επαναπροσδιορίστηκε δε αυτή αυτεπαγγέλτως, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με πράξη της Προέδρου του Γ' τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021.
Κατά την ως άνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκαν ο τρίτος και η όγδοη των αναιρεσίβλητων, ούτε και εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 ΚΠολΔ. Εξάλλου, από το φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι η επίσπευση της συζήτηση της υπόθεσης για την αρχική δικάσιμο της 17-3-2021 έγινε από τους αναιρεσίβλητους (βλ.
τις 10.417/12-10-2020, 10.418/12-10-2020, 10.419/12-10-2020 και 10.420/12-10-2020 εκθέσεις επιδόσεως της αίτησης αναίρεσης προς τους αναιρεσείοντες της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Αγγελικής Λουϊζου). Πλην όμως, η δικηγόρος Δήμητρα Βισκαδουράκη, που έδωσε την παραγγελία προς επίσπευση της συζητήσεως ως πληρεξούσιος όλων των αναιρεσιβλήτων, δεν αποδεικνύει πληρεξουσιότητα και εκ μέρους των ως άνω απολειπόμενων τρίτου και όγδοης εξ αυτών και, επί πλέον, δεν αποδεικνύεται κλήτευσή τους ούτε από τους παριστάμενους ούτε από τους αναιρεσείοντες.
Επομένως, ενόψει του ότι η υπόθεση αφορά σε αγωγή αναγνωριστική της ακυρότητας των συμβολαίων οροφοκτησίας και μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, που άσκησαν οι αναιρεσίβλητοι κατά των αναιρεσειόντων, αυτοί (αναιρεσίβλητοι) ως ενάγοντες, συνδέονται μεταξύ τους με το δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρ.74 ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει, κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους τρίτο και όγδοη των αναιρεσιβλήτων και να κηρυχθεί απαράδεκτη η γενομένη συζήτηση ως προς αυτούς, να προχωρήσει, όμως, η δίκη ως προς όλους τους λοιπούς, που μετέχουν νόμιμα στη διαδικασία.
Με την κρινόμενη από 23-7-2020 αίτηση αναίρεσης και τους από 21.5.2021 πρόσθετους λόγους αυτής, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 331/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που δέχθηκε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την 327/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, διέταξε το χωρισμό των ενδίκων αγωγών, παρέπεμψε την αρνητική αγωγή στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και ακολούθως δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αναγνωριστική της ακυρότητας συμβολαίων σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και μεταβιβαστικών της κυριότητας ιδιοκτησιών αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ]. Παραδεκτοί εξάλλου, είναι και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στους αναιρεσίβλητους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 569 παρ. 2 ΚΠολΔ και 83 παρ. 9 ν. 4790/2021. Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα της αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 , 5, 13 του Ν. 3741/1929 προκύπτει ότι επί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους (οριζόντιας ιδιοκτησίας), δημιουργείται χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ' ανάλογη μερίδα, επί του εδάφους και επί των μερών της οικοδομής που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών.
Οι ως άνω βασικές αρχές του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας προκύπτουν σαφώς από τις παραπάνω διατάξεις, οι οποίες όμως δεν προσδιορίζουν επαρκώς την έννοια του "ορόφου" και "διαμερίσματος ορόφου". Από το πνεύμα, εντούτοις, των διατάξεων για την οροφοκτησία και ιδίως από το σκοπό τους- που, όπως προκύπτει και από την Εισηγητική 'Εκθεση του Ν. 3741/1929, είναι η ευχερέστερη κάλυψη των στεγαστικών αναγκών των πολιτών και η καθ' ύψος επέκταση των πόλεων- καθώς και από τα ερμηνευτικά πορίσματα εκ της κοινής πείρας και από τις σχετικές διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας (άρθρ. 11 του Γεν.
Οικοδομικού Κανονισμού των ετών 1929, 1955 και 1973), συνάγεται ότι όροφος ή διαμέρισμα ορόφου είναι το αναποχώριστο τμήμα της οικοδομής ή του ορόφου, μετά των συστατικών του και του εντός αυτού (κυβικού) χώρου, που περικλείεται τεχνικώς από κάτω, από τα πλάγια και από πάνω, με τοίχους ή άλλα οικοδομικά στοιχεία, ώστε να διαχωρίζεται σαφώς από τα λοιπά (διαιρετά ή αδιαίρετα) τμήματα της οικοδομής και να έχει αναχθεί σε συγκεκριμένο και ανεξάρτητο τμήμα αυτής, κατάλληλο προς χωριστή και αυτοτελή οικιστική εν γένει χρήση.
Μόνο οι όροφοι και τα διαμερίσματα ορόφων, με την παραπάνω έννοια, καθώς και τα εξομοιούμενα από το νόμο με ορόφους υπόγεια και δωμάτια κάτω από τη στέγη (άρθρ. 1002 εδ. Β' ΑΚ και 1 παρ. 2 Ν. 3741/1929), μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο οριζόντιας ιδιοκτησίας. Επομένως δεν είναι δυνατό να συσταθεί διαιρεμένη ιδιοκτησία επί ανοικτού χώρου, εκτός αν προβλέπεται στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη ή σε μεταγενέστερη συμφωνία όλων των οροφοκτητών που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ότι ο χώρος αυτός πρόκειται να οικοδομηθεί, οπότε η σύσταση διαιρεμένης ιδιοκτησίας αναφέρεται στους μελλοντικούς ορόφους ή διαμερίσματα και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής τους (άρθρο 201 ΑΚ).
Εξάλλου, αν ληφθεί υπόψη ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 του Ν. 3741/1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα "superficies solo cedit", που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. α' του ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου που δεν ορίστηκε ή δεν ορίστηκε έγκυρα, με το συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ' εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται γι' αυτό κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου.
Περαιτέρω, τα άρθρα 22 παρ. 9 και 32 παρ. 4 του ΝΔ 8/1973 "περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού", όπως αντικαταστάθηκαν από τις παραγράφους 22 και 33 του άρθρου 1 του Ν.Δ. 205/1974, προέβλεψαν για πρώτη φορά την κατασκευή της οικοδομής επί υποστηλωμάτων για τη δημιουργία στο ισόγειο ανοικτού στεγασμένου χώρου, που αφήνεται εξολοκλήρου κενός και χρησιμεύει για τη στάθμευση αυτοκινήτων.
Ο κενός αυτός χώρος του ισογείου, που ονομάστηκε πυλωτή και αναφέρεται σε μεταγενέστερα νομοθετήματα ως "PILOTIS" (άρθρ. 1 παρ. 5 γ' Ν. 960/1979, όπως αντικ. με Ν. 1221/1981, 7 παρ. 1 περιπτ. Αι' και 9 παρ 10 ΓΟΚ/1985), είναι εξ ορισμού ανοικτός και συνεπώς ισχύουν γι' αυτόν όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, δηλαδή η συμφωνία των οροφοκτητών να συστήσουν, σε τμήματα της πυλωτής που θα παραμείνουν ανοικτά, αυτοτελείς (διαιρεμένες) ιδιοκτησίες, θα είναι άκυρη, ως αντικείμενη στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις που καθορίζουν τις θεμελιακές αρχές του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας (άρθρ. 174 ΑΚ) και συνακόλουθα τα τμήματα αυτά είναι κοινόκτητα και κοινόχρηστα.
Αν, όμως, προβλέπεται στην άνω συμφωνία ότι στα πιο πάνω τμήματα της πυλωτής θα κατασκευαστούν κλειστοί χώροι, δημιουργούνται έγκυρα διαιρεμένες ιδιοκτησίες στους περίκλειστους χώρους που θα κατασκευαστούν, παρά το γεγονός ότι η κατασκευή τους επάγεται τυχόν υπέρβαση του ορίου κάλυψης ή του συντελεστή δόμησης και είναι πάντως αντίθετη προς τις ανωτέρω διατάξεις του ΓΟΚ/1973 - που ορίζουν ότι ο χώρος της πυλωτής αφήνεται εξολοκλήρου κενός- αφού η παραβίαση των διατάξεων αυτών συνεπάγεται μόνο διοικητικές κυρώσεις και δεν θίγει το κύρος της μεταξύ των οροφοκτητών συμφωνίας.
Σημειώνεται, τέλος, ότι η προεκτεθείσα έννοια των διατάξεων για την οροφοκτησία, δεν είναι αντίθετη, αλλ' επιβεβαιώνεται ουσιαστικά από τις ειδικές ρυθμίσεις των Ν. 960/1979 και 1221/1981 για τις θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων. Πράγματι, οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 5 εδ. Α' και β' του Ν. 960/1979, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 του Ν. 1221/1981, προβλέπουν ότι προκειμένου για θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων που βρίσκονται σε στεγασμένους χώρους κτιρίου, το οποίο έχει υπαχθεί στο σύστημα της διαιρεμένης ιδιοκτησίας, κάθε θέση σταθμεύσεως αποτελεί διαιρεμένη ιδιοκτησία, της οποίας επιτρέπεται η αυτοτελής μεταβίβαση και σε τρίτους που δεν έχουν σχέση με το κτίριο.
Με τις διατάξεις αυτές, δηλαδή, αναγνωρίζεται χωριστή κυριότητα και επί των θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτων που δεν είναι περίκλειστοι, αλλ' απλώς στεγασμένοι, κατ' εξαίρεση του κανόνα ότι αντικείμενο διαιρεμένης ιδιοκτησίας αποτελούν μόνον οι κλειστοί χώροι ορόφων ή διαμερισμάτων. Ειδικά όμως για την πυλωτή, το τελευταίο εδάφιο γ' της παρ. 5 του άνω άρθρου ορίζει ότι οι δημιουργούμενες στην πυλωτή θέσεις σταθμεύσεως δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαιρεμένης ιδιοκτησίας.
Οι παραπάνω ρυθμίσεις και ιδίως αυτές των εδαφίων α' και β' , καθώς και εκείνη του εδαφίου γ', θα ήταν ασφαλώς περιττές, αν ήταν δυνατό, με βάση τις ισχύουσες μέχρι τότε διατάξεις, να συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία επί ορισμένων ανοικτών χώρων του κοινού ακινήτου για να χρησιμοποιηθούν ως θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων.
Ενόψει αυτών γίνεται φανερό, ότι ο χώρος της πυλωτής ή ανοικτά τμήματα του χώρου αυτού δεν ήταν δυνατό ούτε πριν από τους Ν. 960/1979 και 1221/1981, να αποτελέσουν αντικείμενο διαιρεμένης ιδιοκτησίας και συνεπώς οι χώροι της πυλωτής ανήκαν και τότε στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής, επί των οποίων μπορούσε μόνο να παραχωρηθεί, με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία ή με μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών, δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως σε ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων της ίδιας οικοδομής (Ολ.
ΑΠ 23/2000). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς την ένδικη αναγνωριστική αγωγή περί ακυρότητας των αναφερομένων συμβολαίων, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες είναι κύριοι οριζοντίων ιδιοκτησιών (διαμερισμάτων) της πολυώροφης οικοδομής, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών … αρ.
… και … στον … και ειδικότερα: η πρώτη ενάγουσα της οριζόντιας ιδιοκτησίας του πρώτου ορόφου με αριθμό ΚΑΕΚ …, δυνάμει του με αριθμό … νόμιμα μεταγραμμένου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών, Νικ. Αλμπάνη, η δεύτερη της οριζόντιας ιδιοκτησίας του πρώτου ορόφου με αριθμό ΚΑΕΚ …, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του με αριθμό … νόμιμα μεταγραμμένου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς, Ελένης Χηνά, ο τρίτος της οριζόντιας ιδιοκτησίας του πρώτου ορόφου με αριθμό ΚΑΕΚ …, δυνάμει του με αριθμό … νόμιμα μεταγραμμένου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς, Πελαγίας Λεοντιάδου, η τέταρτη της οριζόντιας ιδιοκτησίας του δευτέρου ορόφου με αριθμό ΚΑΕΚ …, δυνάμει του με αριθμό ...
νόμιμα μεταγραμμένου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Κων/νας Παρασκευοπούλου, ο πέμπτος της οριζόντιας ιδιοκτησίας του τρίτου ορόφου με αριθμό ΚΑΕΚ ..., δυνάμει του με αριθμό ... νόμιμα μεταγραμμένου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Κων/νας Παρασκευοπούλου, η έκτη της οριζόντιας ιδιοκτησίας του τρίτου ορόφου με αριθμό ΚΑΕΚ ..., δυνάμει του με αριθμό ...
νόμιμα μεταγραμμένου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών, Νικ. Αλμπάνη, η έβδομη έχει την ψιλή κυριότητα της οριζόντιας ιδιοκτησίας του τέταρτου ορόφου με αριθμό ΚΑΕΚ ..., δυνάμει του με αριθμό ... νόμιμα μεταγραμμένου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Σταματίνας Γεωργίου, η όγδοη της οριζόντιας ιδιοκτησίας του τέταρτου ορόφου με αριθμό ΚΑΕΚ ..., δυνάμει του με αριθμό ...
νόμιμα μεταγραμμένου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Νίκαιας, Γεωργίου Καλουδά, η ένατη έχει την ψιλή κυριότητα της οριζόντιας ιδιοκτησίας του τρίτου ορόφου, με αριθμό ΚΑΕΚ ..., δυνάμει της με αριθμό 649/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς σε συνδυασμό με το με αριθμό 5446/1999 νόμιμα μεταγραμμένο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ελένης Ζάνια, και η δέκατη της οριζόντιας ιδιοκτησίας του ισογείου και του δεύτερου ορόφου με αριθμό ΚΑΕΚ ...
και ..., αντίστοιχα, δυνάμει του με αριθμό ... νόμιμα μεταγραμμένου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Παρασκευής Στόλη. Η εν λόγω οικοδομή έχει κατασκευαστεί επί υποστυλωμάτων (πιλοτή), αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο (υπόστυλο χώρο - πιλοτή), τέσσερις άνωθεν αυτού ορόφους και έχει υπαχθεί στις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117ΑΚ και του Ν 3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" με την με αριθμό 12148/21-2-1980 πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και Κανονισμού Πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Αθηνών, Νικολάου Αλμπάνη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα.
Με βάση την πράξη αυτή η οικοδομή περιλαμβάνει , πέραν των διαμερισμάτων, και επτά (7) ανοικτές θέσεις στάθμευσης στη πιλοτή, και ειδικότερα τις με αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6, και 7, οι οποίες ορίστηκαν ως ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες με ποσοστά συνιδιοκτησίας 5/000 εκάστη, επί του οικοπέδου. Εξ αυτών περιήλθαν στους εναγόμενους και ήδη εκκαλούντες οι κάτωθι χώροι ως εξής:
με το με αριθμό 14184/1981 νόμιμα μεταγραμμένο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών, Νικολάου Αλμπάνη, η με αριθμό -1- και ΚΑΕΚ 05071184/6001/0/9 θέση στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος ακολούθως, με το με αριθμό 8462/2010 νόμιμα μεταγραμμένο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών, Θεόδωρου Αναγνωστόπουλου, μεταβίβασε αυτή κατά ψιλή κυριότητα στον δεύτερο εναγόμενο, παρακρατώντας ο ίδιος την επικαρπία, με το με αριθμό 17150/2010 νόμιμα μεταγραμμένο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών, Μαρίας Τσαγκάρη, η με αριθμό -2- και ΚΑΕΚ 05071184/6001/0/6 θέση στον τρίτο εναγόμενο, και με το με αριθμό 13148/1980 νόμιμα μεταγραμμένο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών, Νικολάου Αλμπάνη, η με αριθμό -3- και ΚΑΕΚ 05071184/6001/0/5 θέση στον τέταρτο εναγόμενο, οι οποίοι, ωστόσο, δεν τυγχάνουν και κύριοι αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών (διαμερισμάτων) στην εν λόγω οικοδομή, αλλά τρίτοι.
Σύμφωνα, όμως, και με όσα αναπτύχθηκαν στις νομικές σκέψεις της παρούσας, ο καθορισμός με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη, ως αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών, και των επίδικων θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτων, χωρίς την πρόβλεψη να καταστούν αυτές περίκλειστες, και η εν συνεχεία μεταβίβαση τους, κατά κυριότητα, στους εναγομένους αποτελούν δικαιοπραξίες, οι οποίες είναι άκυρες ως αντικείμενες στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, που απαγορεύουν τη δημιουργία αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών στον εξ ορισμού ανοικτό χώρο της πιλοτής.
Η ακυρότητα αυτή είναι απόλυτη και οι ενάγοντες, ως κύριοι αυτοτελών ιδιοκτησιών (διαμερισμάτων) στην ίδια οικοδομή και συγκύριοι του εν λόγω κοινοκτήτου μέρους της οικοδομής (της πιλοτής), έχουν έννομο συμφέρον να την προβάλουν, διότι μπορούν να αντλήσουν όφελος από την ακώλυτη χρήση του χώρου της. Ενόψει δε, της ακυρότητας των παραπάνω δικαιοπραξιών, οι επίδικες θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων στην πιλοτή της εν λόγω πολυκατοικίας, ανήκουν κατ' αρχήν σε όλους τους συνιδιοκτήτες της εξ αδιαιρέτου, κατά ποσοστό αντίστοιχο με την αναλογία της χωριστής οριζόντιας ιδιοκτησίας εκάστου εξ αυτών επί του όλου οικοπέδου (άρθρο 1117 ΑΚ), είναι κοινόχρηστες και μπορούν σύμφωνα με τον νόμο να χρησιμοποιούνται ελεύθερα από οιονδήποτε των συνιδιοκτητών της οικοδομής, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ενάγοντες....
Εν προκειμένω, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, ότι οι εναγόντες γνώριζαν εξ αρχής την επικαλούμενη με την αγωγή ακυρότητα των επίδικων συμβολαίων και εν τούτοις αδράνησαν, δημιουργώντας σε αυτούς την εύλογη πεποίθηση, ότι δεν επρόκειτο να ασκήσουν το οποιοδήποτε δικαίωμα τους. Επιπλέον, οι ίδιοι, καθ'όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα επιβαρύνονταν με την καταβολή σχετικών φόρων για τις εν λόγω ιδιοκτησίες τους.
Όμως τα ανωτέρω περιστατικά, που οι εναγόμενοι επικαλούνται για να στηρίξουν την ένσταση τους (καταβολή φόρων) και αληθή υποτιθέμενα δεν στοιχειοθετούν την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα, οι ως άνω καταβληθείσες εκ μέρους τους δαπάνες αντισταθμίζονται από το γεγονός ότι οι ίδιοι απόλαυσαν κατά το επικαλούμενο χρονικό διάστημα τις ωφέλειες των εν λόγω χώρων του κοινού ακινήτου, ανενόχλητοι, η ωφέλεια τους δε αυτή δεν είναι αμελητέα σε σχέση με τη ζημία που υφίστανται οι ενάγοντες από την αδυναμία τους να σταθμεύουν τα οχήματα τους στην οικοδομή, όπου κατοικούν και έχουν δικαίωμα κατά πρώτο λόγο σύγχρησης αυτής με τους υπόλοιπους ιδιοκτήτες της οικοδομής για το σκοπό αυτό ...
Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής στις 31-10-2016 (βλ. τη προσκομιζόμενη σχετικά έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, Ιφιγένειας Γκούλιου), είχαν ήδη δημιουργηθεί εντάσεις και προστριβές μεταξύ των διαδίκων, αναφορικά με την ύπαρξη των επίδικων θέσεων στάθμευσης (βλ.
σχετικά τις προσκομιζόμενες ως άνω ένορκες βεβαιώσεις), που οδήγησαν στην εκ μέρους των ενάγοντων καθαίρεση του τοιχίου, που διαχώριζε τις θέσεις στάθμευσης του πρώτου και του τέταρτου εκ των εναγομένων από τον υπόλοιπο χώρο της οικοδομής, με συνέπεια οι τελευταίοι να ασκήσουν εναντίον της δέκατης εφεσίβλητης- ενάγουσας, ως διαχειρίστριας της οικοδομής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 10-5-2012 αγωγή τους, προκειμένου να υποχρεωθεί αυτή να επαναφέρει με δικές της δαπάνες την προτέρα κατάσταση.
Επί της αγωγής αυτή εκδόθηκε η με αριθμό 3976/2013 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, που την απέρριψε ως ενεργητικά ανομιμοποίητη, δεχόμενη, ότι η συστατική της οροφοκτησίας συμβολαιογραφική πράξη, είναι άκυρη, ως αντικείμενη σε διάταξη νόμου (άρθρο 174 Α) και ως εκ τούτου οι εκεί ενάγοντες δεν έχουν αποκτήσει νομίμως κάποιο εμπράγματο δικαίωμα στους ανωτέρω χώρους της πιλοτής, ούτε κατά μετατροπή κατ'άρθρο 182 ΑΚ, της άκυρης πράξης σύστασης οροφοκτησίας.
Η απόφαση αυτή ακολούθως επικυρώθηκε με την με αριθμό 569/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που απέρριψε την κατ' αυτής ασκηθείσα έφεση των ηττηθέντων εναγόντων (ήδη ως άνω εναγομένων). Με βάση τα ανωτέρω, επομένως, καθίσταται σαφές, ότι η άσκηση της αγωγής εκ μέρους των νυν εφεσιβλήτων, δεν έρχεται σε αντίθεση με προηγούμενη συμπεριφορά των εναγόντων, ώστε να μην δικαιολογείται, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη και του γεγονότος, ότι μέχρι το έτος 2000 υπήρχε έντονη αμφισβήτηση και δικαστική διαμάχη αναφορικά με το νομικό καθεστώς των ανοικτών χώρων στάθμευσης στην πιλοτή οικοδομής, ως διαιρετών ιδιοκτησιών, που επιλύθηκε με τη με αριθμό 23/2000 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου ...
Ως εκ τούτου ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά ταύτα, η ερευνώμενη αναγνωριστική αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί η ακυρότητα αφενός της με αριθμό 12148/21-2-1980 πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου, Νικολάου Αλμπάνη, αναφορικά με τον καθορισμό των επιδίκων θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτων της πιλοτής ως αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών, και αφετέρου των συμβολαίων με αριθμό 14184/1981 του συμβολαιογράφου Αθηνών, Νικολάου Αλμπάνη, με αριθμό 8462/2010 του συμβολαιογράφου Αθηνών, Θεόδωρου Αναγνωστόπουλου, με αριθμό 17150/2010 της συμβολαιογράφου Αθηνών, Μαρίας Τσαγκάρη, και με αριθμό 13148/1980 του συμβολαιογράφου Αθηνών, Νικολάου Αλμπάνη, καθώς και να αναγνωριστεί ότι τα ποσοστά συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου που έχουν αποδοθεί στους ανωτέρω χώρους περιλαμβάνονται στους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής των εναγόντων".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 του ΑΚ, 1, 2, 3, 4, 5, 13 του Ν. 3741/1929, 1 παρ. 5 εδ.α', β' και γ' του Ν. 960/1979 (όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 του Ν. 1221/1981), ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτό και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νομική σκέψη και του συμπεράσματος του νομικού του συλλογισμού, δεδομένου ότι ο χώρος της πυλωτής ή ανοικτά τμήματα του χώρου αυτού δεν ήταν δυνατόν ούτε πριν, ούτε μετά, από τους Ν. 960/1979 και 1221/1981, να αποτελέσουν αντικείμενο διαιρεμένης ιδιοκτησίας.
Ο λόγος επομένως του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αυτής, κατά το πρώτο σκέλος τους, με τους οποίους προβάλλεται η από τον αρ. 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων που ίσχυαν κατά το χρόνο σύστασης της οριζοντίου ιδιοκτησίας (1980) και αγοράς των επιδίκων θέσεων στάθμευσης (1980-1981), αλλά και ως αντικαταστάθηκαν και ίσχυαν μεταγενέστερα με το Ν. 1221/1981, αναγνώρισε την ακυρότητα του υπ' αριθμ. 12148/21-2-1980 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών, Νικολάου Αλμπάνη, περί συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας σε πολυκατοικία επί των οδών Ψαρών αρ. 12 και Παλαιολόγου, στον Κορυδαλλό Αττικής, αναφορικά με τον καθορισμό ως αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών των υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7 θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων της πυλωτής, καθώς επίσης και την ακυρότητα των μεταβιβαστικών προς αυτούς, της κυριότητας των ως άνω χώρων στάθμευσης, συμβολαίων, ενώ αυτό προβλεπόταν στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη, που είχε νόμιμα μεταγραφεί, με την οποία είχε υπαχθεί στο σύστημα της διαιρεμένης ιδιοκτησίας κάθε θέση στάθμευσης, της οποίας επιτρεπόταν η αυτοτελής μεταβίβαση σε τρίτους που δεν έχουν σχέση με το κτίριο, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται να είχε προταθεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της πρότασης αυτής.
Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, που δεν είχαν προταθεί τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό ή είχαν προταθεί στον πρώτο βαθμό αλλά δεν επαναφέρθηκαν στο εφετείο και έτσι δεν κατέστησαν αντικείμενο της κατ` έφεση δίκης, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγους αναίρεσης, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση, που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Και στις περιπτώσεις όμως αυτές για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημοσία τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 1431/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο (πρώτο) πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ισχυρίζονται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, ότι το Εφετείο, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα του υπ' αριθμ. … συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών, Νικολάου Αλμπάνη, περί συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας σε χώρους στάθμευσης, καθώς και των μεταβιβαστικών προς αυτούς, της κυριότητας των ως άνω χώρων στάθμευσης, συμβολαίων, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος, το οποίο προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, η στέρηση της οποίας μπορεί να γίνει μόνο με αναγκαστική απαλλοτρίωση για δημόσια ωφέλεια, πάντοτε δε μετά προηγούμενη καταβολή πλήρους αποζημίωσης, καθώς και το άρθρο 1 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το Ν.Δ 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), σύμφωνα με το οποίο κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί την περιουσία του, ειμή για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους.
Ο ως άνω, όμως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται παραδεκτά ότι είχαν προτείνει στο δικαστήριο της ουσίας τα πραγματικά περιστατικά που ήδη επικαλούνται και στα οποία στηρίζεται ο προαναφερόμενος ισχυρισμός.
Άλλωστε, ούτε από την παραδεκτή κατ' άρθρον 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και συγκεκριμένα της έφεσης των αναιρεσειόντων προκύπτει ότι είχαν προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας τα ως άνω περιστατικά. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος και ως αλυσιτελής, αφού οι αναιρεσείοντες δεν απέκτησαν ποτέ, κατά νόμιμο τρόπο, δικαίωμα κυριότητας, ώστε να τίθεται θέμα προστασίας αυτού.
Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι η αγωγή των αναιρεσίβλητων έπρεπε να απορριφθεί και κατά τις διατάξεις του 281 ΑΚ, όπως με κάθε λεπτομέρεια εξέθεσαν στην έφεσή τους, δοθέντος ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι αν και εξαρχής γνώριζαν την επικαλούμενη με την αγωγή τους ακυρότητα των συμβολαίων τους, εντούτοις αδράνησαν επί μακρόν, δημιουργώντας στους αναιρεσείοντες την εύλογη πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο να ασκήσουν το οποιοδήποτε δικαίωμά τους.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστος και συνεπώς απορριπτέος, διότι δεν αναφέρεται ποια αναιρετική πλημμέλεια συντρέχει, εν προκειμένω, από τις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση.
Έτσι "πράγματα" υπό την παραπάνω έννοια δεν αποτελούν τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι πλεοναστικές αιτιολογίες της απόφασης. Ενώ ως "πράγματα" νοούνται και οι λόγοι εφέσεως ή αντεφέσεως, εφόσον σ' αυτούς περιέχεται αυτοτελής ισχυρισμός παραδεκτός, νόμιμος και ορισμένος.
Ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, όπως από τις καταθέσεις των μαρτύρων, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της. (ΑΠ 807/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 892/2019). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος του) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη, κατ' εκτίμηση του σχετικού λόγου, στο ότι το Εφετείο σε σχέση με την απόρριψη του ισχυρισμού περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσίβλητων, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν με την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν εξέτασε τον προβληθέντα από αυτούς ισχυρισμό που αφορούσε την αδράνεια των αναιρεσίβλητων και τις επαχθείς για τους ίδιους (αναιρεσείοντες) συνέπειες, σύμφωνα με τον οποίο καθ' όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα οι αναιρεσείοντες επιβαρύνονταν με την καταβολή των σχετικών φόρων για τις ιδιοκτησίες τους.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα συγκροτούντα την ιστορική βάση του προβληθέντος από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμού περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσίβλητων, περιστατικά, όπως αυτά περιέχονται στον αντίστοιχο σχετικό με τον ισχυρισμό αυτό, λόγο εφέσεώς τους, μεταξύ των οποίων και εκείνο της επιβάρυνσης των αναιρεσειόντων με την καταβολή φόρων για τις ιδιοκτησίες τους και απέρριψε τούτον ως μη νόμιμο, δεχόμενο ότι "εν προκειμένω οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες γνώριζαν εξ αρχής την επικαλούμενη με την αγωγή ακυρότητα των επίδικων συμβολαίων και εν τούτοις αδράνησαν, δημιουργώντας σ' αυτούς την εύλογη πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο να ασκήσουν το οποιοδήποτε δικαίωμά τους.
Επιπλέον, οι ίδιοι, καθ' όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα επιβαρύνονταν με την καταβολή σχετικών φόρων για τις εν λόγω ιδιοκτησίες τους. Όμως τα ανωτέρω περιστατικά, που οι εναγόμενοι επικαλούνται για να στηρίξουν την ένστασή τους (καταβολή φόρων) και αληθή υποτιθέμενα δεν στοιχειοθετούν την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ".
Τα περαιτέρω εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "ειδικότερα, ότι οι ως άνω καταβληθείσες εκ μέρους τους δαπάνες αντισταθμίζονται από το γεγονός ότι οι ίδιοι απόλαυσαν κατά το επικαλούμενο χρονικό διάστημα τις ωφέλειες των εν λόγω χώρων του κοινού ακινήτου ανενόχλητοι, η ωφέλειά τους δε αυτή δεν είναι αμελητέα σε σχέση με τη ζημία που υφίστανται οι ενάγοντες από την αδυναμία τους να σταθμεύουν τα οχήματά τους στην οικοδομή, όπου κατοικούν και έχουν δικαίωμα κατά πρώτο λόγο σύγχρησης αυτής με τους υπόλοιπους ιδιοκτήτες της οικοδομής για το σκοπό αυτό", δεν αποτελούν "πράγματα", ώστε να θεμελιώνουν παράβαση του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά έκθεση περιστατικών εκ περισσού και όχι προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης.
Με τον ίδιο (δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης), κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η ίδια πλημμέλεια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι ότι δέχθηκε περισσότερα από ότι η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ αξιώνει, κρίνοντας ότι "οι αντίδικοι υπέστησαν δήθεν ζημία από τη μη χρήση των εν λόγω χώρων της οικοδομής ώστε να σταθμεύουν τα οχήματά τους, μολονότι οι τελευταίοι, κατά την αγορά των διαμερισμάτων τους, συνομολόγησαν με τα πωλητήρια συμβόλαια ότι έλαβαν γνώση της συντακτικής πράξης της οροφοκτησίας, την οποία αποδέχθηκαν και προσχώρησαν σ' αυτήν, γνωρίζοντας και αποδεχόμενοι την ύπαρξη των εν λόγω χώρων στάθμευσης και ότι δεν θα είχαν δικαίωμα χρήσης τους και συνεπώς αποδέχθηκαν και δημιούργησαν την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσουν τα εκ της συγκυριότητάς τους δικαιώματα και σε κάθε περίπτωση δεν υπέστησαν ουδεμία ζημία".
Ο ως άνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η προβαλλόμενη με αυτόν αναιρετική πλημμέλεια.
Κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη μείζονα σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή ή ο ισχυρισμός κρίθηκε απορριπτέος ως μη νόμιμος. (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 276/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προβάλλεται, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, της πληττομένης απόφασης, λόγω ελλιπούς και αντιφατικής αιτιολογίας ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αδράνειας των αναιρεσίβλητων. Ειδικότερα, σύμφωνα με την αιτίαση αυτή, η αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι αναιρεσίβλητοι δήθεν δεν αδράνησαν καθ' όλο το χρονικό διάστημα έως το έτος 2000 διότι υπήρχε αμφισβήτηση ως προς το νομικό καθεστώς των χώρων στάθμευσης, είναι αναιρετέα, καθώς οι νομολογιακές εξελίξεις δεν μπορούν να αποτελέσουν αιτιολόγηση για πραγματικά περιστατικά και πράξεις ή παραλείψεις προσώπων, ενώ η κρίση και αιτιολόγηση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου είναι επίσης πλημμελής και ανεπαρκής και όσον αφορά το μεταγενέστερο διάστημα της αδράνειας των αναιρεσίβλητων από το έτος 2000 έως το έτος 2012 (δηλαδή επί 12 συναπτά έτη), οπότε και αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι αναιρεσίβλητοι αντέδρασαν ασκώντας την από 10-5-2012 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμος, οπότε δεν μπορεί να ιδρυθεί λόγος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ που προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας, ενώ δεν ιδρύουν τον παρόντα λόγο οι τυχόν εσφαλμένες αιτιολογίες που ως εκ περισσού διατυπώθηκαν στην απόφαση και δεν ήταν αναγκαίες για τη στήριξη της κρίσεως του Εφετείου.
Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ. δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη ή αναφορά αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ή ένσταση ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη. Επομένως, ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι, όσον αφορά την απόρριψη του ισχυρισμού περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσίβλητων, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα εκείνα που αφορούν την αδράνεια των τελευταίων, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, είναι απαράδεκτος, διότι στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εισήλθε στο στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλά απέρριψε τον ένδικο ισχυρισμό ως νόμω αβάσιμο. Ενόψει τούτων και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ),και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 176 , 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους απολιπόμενους αναιρεσίβλητους Κ. Γ. του Π. και Ι. Β. του Ι..
Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς αυτούς.
Απορρίπτει την από 23-7-2020 αίτηση και τους πρόσθετους επ' αυτής λόγους, των Γ. Μ. του Κ., Κ. Μ. του Γ., ... Μ. του Μ. και Θ. Μ. του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 331/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ