Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling substantive law errors are not reviewable under Article 559(14).
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's decision to reject a payment order. The appellants argued the lower court erred in rejecting their request for a technical expert opinion and failed to properly assess the validity of the debt. The court held that these arguments were inadmissible because they required a review of the case's substance, which is not permitted under Article 559(14) of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14) and 915 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on Article 559(14) is inadmissible if it requires the court to examine the substance of the dispute, as such appeals are limited to procedural defects and formal errors.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1419 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1419/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Θωμά Γκατζογιάννη και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. χήρας Σ. Π., το γένος Α. Π., κατοίκου ..., ατομικά και ως μοναδικής εκ διαθήκης κληρονόμου απόβιωσάσης αρχικά ανακόπτουσας, Γ. Π. του Σ., 2) Α. Π. του Σ., 3) Μ. Π. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Μανουσάκη και δεν κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "...", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή αυτής, Εταιρεία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο Παναγιωτόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/7/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2227/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 37/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/1/2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009) ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 558/2008).
Μέσω του παραπάνω, από το αρθρ.559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγο, ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, το παραδεκτό των ανακοπών (άρθρ. 583 επ, 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών καθώς και το παραδεκτό της έκδοσης διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο και, κατά παράβαση του άρθρου 623 ΚΠολΔ, δεν αποδεικνύει την απαίτηση και το ποσό αυτής (Ολ.ΑΠ 43/2005, ΑΠ 498/2017).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 915, και 916 ΚΠολΔ για να πραγματοποιηθεί η αναγκαστική εκτέλεση, δεν αρκεί να υπάρχει εκτελεστός τίτλος, πρέπει, επιπλέον, αυτός να ενσαρκώνει αξίωση βέβαιη και εκκαθαρισμένη. Ειδικότερα, όσον αφορά το στοιχείο του βεβαίου της απαίτησης, αυτό υπάρχει, κατά το άρθρο 915 του ΚΠολΔ, όταν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αναβλητική αίρεση ή προθεσμία.
Η πλήρωση της αίρεσης καθώς και της προθεσμίας εκείνης, που η λήξη της δεν βρίσκεται ημερολογιακά, πρέπει να αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, που έχει αποδεικτική δύναμη. Σύμφωνα, δε με το άρθρο 924 του ΚΠολΔ, το εν λόγω έγγραφο θα πρέπει να συγκοινοποιείται με την επιταγή προς πληρωμή, επί ποινή ακυρότητας της εκτέλεσης, η οποία κηρύσσεται χωρίς ανάγκη προβολής βλάβης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 916 ΚΠολΔ, εκκαθαρισμένη είναι η απαίτηση όταν, από τον εκτελεστό τίτλο, προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής. Τυχόν έλλειψη αυτού του στοιχείου προκαλεί επίσης ακυρότητα της εκτέλεσης, η οποία κηρύσσεται χωρίς προβολή βλάβης. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του αρ. 30 του ν. 2789/2000, .όπως αυτό τροποποιήθηκε από το αρ. 47 του ν. 2873/2000 και αντικαταστάθηκε με TOC αρ. 42 του ν. 2912/2001 και 39 του ν. 3250/2004 (το οποίο ήδη τροποποιήθηκε εκ νέου με το αρ. 8 του ν. 3723/2008), προκύπτει ότι θεσπίστηκε υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων (τραπεζών) για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου, έτσι ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει ορισμένα πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων, πολλαπλάσια, που περιοριστικά καθορίζει ο ίδιος ο νόμος.
Στο πλαίσιο των ανωτέρω νομοθετικών ρυθμίσεων εγκαθιδρύθηκε, υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για να επανακαθορίσουν τις προς αυτά οφειλές από κάθε είδους συμβάσεις ή πιστώσεις, ώστε η εκάστοτε συνολική οφειλή να μην υπερβαίνει ορισμένα τιθέμενα στο νόμο πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου, ενόψει δε των ανωτέρω ποσοτικών ορίων, που έθετε ο νόμος, καθιερώθηκε και διαδικασία υποβολής των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων σε επαναπροσαρμογή ή επαναρρύθμιση.
Με τις ανωτέρω διατάξεις, ωστόσο, οι απαιτήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων δεν κατέστησαν ex lege απαιτήσεις υπό όρο εξαρτώμενες από τη διαδικασία επανακαθορισμού τους, ήτοι μη βέβαιες και ανεκκαθάριστες, ούτε από άποψη δικαίου αναγκαστικής εκτέλεσης υφίσταται υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για προαπόδειξη με έγγραφο της βεβαιότητας της απαίτησης, όπερ θα προϋπέθετε μεταξύ άλλων τη συγκοινοποίηση π.χ.
τελεσίδικης αναγνωριστικής δικαστικής απόφασης. (ΑΠ 1094/2014, ΑΠ 1099/2010).
Κατ'ακολουθίαν των παραπάνω ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η, κατ'ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένου, από το άρθρο 559 αρ.14 (και όχι 1 και 19) ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση παράλειψε να ακυρώσει την ανακοπείσα με την ένδικη (από 17-7-08) ανακοπή τους υπ'αριθμ.406/2008 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δεχθείσα (εσφαλμένος) ότι η χρηματική απαίτηση για την οποία εκδόθηκε αυτή από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα με βάση την αναφερομένη σ'αυτή σύμβαση πιστώσεως για ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, ήταν βέβαιη και εκκαθαρισμένη και δεν διατελούσε υπό την αίρεση, που σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30 ν.2789/2000, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 ν.2912/2001 προβλεπομένου επανακαθορισμού (205, 303 λόγοι ανακοπής), κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη οι, κατά την προβαλλομένη αιτίαση ως άνω διάταξης των ν.2789/2000 και 2912/2001 δεν κατέστησαν όπως εσφαλμένος επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, τις απαιτήσεις των πιστωμένων ιδρυμάτων κατά των οφειλετών του ex lege (απαιτήσεις) εξαρτώμενες από τη διαδικασία του επανακαθορισμού και επομένως αβέβαιες και ανεκκαθάριστες και συνακολούθως ανεπίδεκτες βεβαιώσεις με διαταγή πληρωμής ενόψει μάλιστα και του ότι ούτε από απόψεως δικαίου αναγκαστικής εκτελέσεως υφίσταται υποχρέωση των πιστωμένων ιδρυμάτων για προαπόδειξη με έγγραφο της βεβαιότητος της απαιτήσεως.
Περαιτέρω, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η, κατ'ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωση του εκτιθεμένου, από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε τους 4ο, 5ο, 6ο, 7ο, 8ο, 9ο, 10ο, 11ο, 12ο και 13ο λόγους της ως άνω ένδικης ανακοπής τους, κηρύσσοντας το απαράδεκτο αυτών λόγω αοριστίας απορρέουσας από την έλλειψη αναφοράς [στο εισαγωγικό δικόγραφο της ανακοπής] των θεμελιωτικών εκάστου εξ αυτών [προσβαλλομένων λόγων] πραγματικών περιστατικών παρόλο που τα εκτιθέμενα στην ανακοπή απέκλειαν την κρίση αυτή επιβάλλοντα την περί του ορισμένου (αυτών) παραδοχή.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τ'ακόλουθα: ".....Με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής τους οι ανακόπτοντες ισχυρίσθηκαν ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη, διότι η καθής η ανακοπή, επισπεύδοντας διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης πριν από τον ορθό, βάσει του νόμου, υπολογισμό της απορρέουσας από τη σύμβαση δανείου οφειλής τους ενήργησε κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.
Επίσης, οι ανακόπτοντες ισχυρίσθηκαν ότι η καθής λαμβάνει περιουσιακά ωφελήματα δυσανάλογα με την παροχή και ότι η απαίτησή της είναι αντίθετη στην ελευθερία συμβάσεων και στα συναλλακτικά ήθη, καθώς και ότι η ίδια επιχειρεί την είσπραξη αθέμιτων και παράνομων τόκων και ποσών. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα ο κρινόμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας καθόσον δεν εκτίθεται σε αυτόν κανένα συγκεκριμένο περιστατικό, όπως ορισμένα ποσά, τόσο της παροχής όσο και της αντιπαροχής, ώστε έτσι να εξειδικεύεται το ύψος και η έκταση της επικαλούμενης από τους ανακόπτοντες προφανούς δυσαναλογίας.
Επίσης, οι ανακόπτοντες δεν εκθέτουν το ποσό κατά ο οποίο θα πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Πλην όμως, ο ειδικότερος προσδιορισμός των κονδυλίων που προσβάλλονται είναι απαραίτητος και για τον πρόσθετο λόγο ότι η τυχόν ακυρότητα κάποιου κονδυλίου συνεπάγεται ακυρότητα του αντίστοιχου ποσού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελείται από περισσότερα επί μέρους κονδύλια χωρίς να πλήττει αυτήν στο σύνολό της.
Σύμφωνα με τα παραπάνω ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον ως άνω λόγο ανακοπής και επομένως απορριπτέος τυγχάνει ο σχετικός λόγος έφεσης ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Περαιτέρω, επειδή από το ν. 128/1975 δεν προβλέπεται ρητά ως συμβατικά δυνατή, αλλά ούτε και απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με το νόμο αυτό, γίνεται δεκτό, ότι η μετακύλιση της εισφοράς στους δανειολήπτες επιτρέπεται, με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και, εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοούμενης της θέσπισης ανωτάτου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση.
Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου είναι νόμιμος, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 § 3 του ν. 128/1975, η οποία καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ' άρθρο 174 ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου. Η επιβολή της εισφοράς αυτής στο δανειολήπτη μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο (ΑΠ 430/2005).
Ακολούθως, ο υπολογισμός των τόκων με βάση έτος 360 ημερών, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης καταναλωτής, να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως, όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής.
Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 243 § 3 ΑΚ. Η τράπεζα διασπά με τον τρόπο αυτό, εντελώς τεχνητά και κατ' απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας, έτσι, μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή - δανειολήπτη, ο οποίος πλέον - όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών - για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον, επιβάρυνση, να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας.
Τούτο, ιδίως, σε μία εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών. Άλλωστε, το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ' επιταγή της κοινοτικής οδηγίας 98/7/Ε.Κ. που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο, με την ΚΥΑ 21-178/13.2.2001 (ΦΕΚ Β' 255/ 8.3.2001) στην καταναλωτική πίστη, με τη, στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ' αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (ΑΠ 430/2005).
Στη συνέχεια, κατά το άρθρο 250 αριθ. 15 ΑΚ σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των τόκων, κατά δε το άρθρο 251 ΑΚ η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Ακόμη, κατά το άρθρο 253 ΑΚ η παραγραφή των αξιώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 250 ΑΚ αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής που ορίζεται στα προηγούμενα άρθρα.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε πέντε χρόνια παραγράφονται και οι τόκοι της υπερημερίας (οφειλόμενοι από της οχλήσεως, άρθρα 340, 345 ΑΚ), η εν λόγω δε βραχυπρόθεσμη (πενταετής) παραγραφή αρχίζει να τρέχει από την αρχή κάθε επόμενου έτους εκείνου εντός του οποίου έχουν παραχθεί αυτοί (τόκοι) και κατά το οποίο ο δικαιούχος μπορούσε να εγείρει αγωγή και να τους ζητήσει.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 268 ΑΚ κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπάγεται σε συντομότερη παραγραφή. Αξιώσεις όμως παροχών που επαναλαμβάνονται περιοδικά και βεβαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, ληξιπρόθεσμες στο μέλλον, υπάγονται στη συντομότερη παραγραφή.
Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι κατ' εξαίρεση του καθιερούμενου στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 268 κανόνα της εικοσαετούς παραγραφής των με τελεσίδικη απόφαση βεβαιωθεισών αξιώσεων, οσάκις πρόκειται περί περιοδικής παροχής, όπως είναι η περί τόκων, εφόσον κατά την τελεσιδικία της απόφασης, που την βεβαιώνει, δεν είναι απαιτητή ως καθισταμένη μεταγενεστέρως ληξιπρόθεσμη, η περί αυτής αξίωση του καθιερούμενου στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 268 ΑΚ κανόνα της εικοσαετούς παραγραφής των, με τελεσίδικη απόφαση, βεβαιωθεισών απαιτήσεων, υπόκεινται στην από το άρθρο 250 αριθ. 15 ΑΚ προβλεπόμενη βραχυπρόθεσμη παραγραφή, η οποία αρχίζει (άρθρο 253 ΑΚ) μόλις λήξει το έτος εντός του οποίου έγινε η απαίτηση απαιτητή (ΑΠ 592/2009, ΑΠ 1355/1998).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο με βάση εκτελεστό τίτλο, κατά δε την παρ. 2 περ. ε' του ίδιου άρθρου εκτελεστοί τίτλοι είναι και οι διαταγές πληρωμής, που εκδίδουν Έλληνες δικαστές. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 632, 624, 626 και 629-631 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η διαταγή πληρωμής, με την οποία υποχρεώνεται ο καθού να καταβάλει στον αιτούντα ορισμένο χρηματικό ποσό ως οφειλόμενο κεφάλαιο αποτελεί τίτλο εκτελεστό όχι μόνο για την κύρια απαίτηση, αλλά και για κάθε παρεπόμενη, όπως είναι οι τόκοι, εφόσον ρητώς ορίζεται σε αυτή η προς καταβολή τούτων υποχρέωση του οφειλέτη.
Όσον αφορά τους τόκους επί των τόκων, δηλαδή τους ανατοκισθέντες τόκους, είτε αυτοί ζητούνται με βάση τα άρθρα 296 ΑΚ και 112 παρ. 1 Εισ.Ν.ΑΚ, είτε προβλέπονται με άλλη διάταξη νόμου, η διαταγή πληρωμής, όπως και κάθε δικαστική απόφαση αν επιδικάζει απλώς έντοκη την απαίτηση, δεν αποτελεί τίτλο εκτελεστό, μόνο δε αν επιδικάζει ρητώς και τόκους επί των τόκων, αποτελεί εκτελεστό τίτλο.
Εξάλλου, στην ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ, όταν πρόκειται για ένσταση παραγραφής περιοδικών παροχών που αναφέρονται σε επιδικασθέντες τόκους υπερημερίας, πρέπει να εκτίθεται προς θεμελίωσή της, εκτός από το χρόνο γέννησης της αξίωσης και το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής, και το ύψος κάθε μιας περιοδικής παροχής ανά έτος, εφόσον οι τόκοι που συνιστούν την περιοδική παροχή δεν-εξάγονται για όλη τη μελλοντική περίοδο βάσει σταθερού κεφαλαίου, διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη.
Η έλλειψη δε της έκθεσης των στοιχείων αυτών ελέγχεται αναιρετικά, με τον λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ενώ αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πραγματικά γεγονότα μολονότι εκτίθενται προς θεμελίωση της σχετικής ενστάσεως, δίδεται ο λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Στην. κρινόμενη υπόθεση, οι εκκαλούντες επαναφέρουν τον πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο (ένατο) και δέκατο λόγο της ανακοπής τους, με λόγους της έφεσής τους, ισχυριζόμενοι ότι η προαναφερθείσα διαταγή πληρωμής είναι άκυρη διότι α) αυτή περιλαμβάνει παράνομους εκτοκισμούς με το τοκοτέχνασμα της χρήσης χρονικής βάσης ημερολογιακού έτους 360 ημερών στα τραπεζικά δάνεια έναντι του έτους των 365 ημερών στους εκτοκισμούς των τραπεζικών καταθέσεων που παράγουν αθέμιτη και αδιαφανή προσαύξηση των νόμιμων τόκων δανειακών λογαριασμών κατά 1,39%, β) επιβάρυνε το λογαριασμό τους με την εισφορά του ν. 128/75 την οποία, και τόκιζε, γ) εμπεριέχει παράνομη και καταχρηστική χρέωση τόκων με τρίμηνο ανατοκισμό, δ) περιλαμβάνει παράνομους ανατοκισμούς προμηθειών, εξόδων και φόρων ε) περιλαμβάνει παραγεγραμμένους τόκους.
Πλην όμως, σχετικά με τις ως άνω αιτιάσεις : α) η υπό στοιχείο α αιτίαση πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστη, αφού και σε αυτήν δεν εκτίθενται τα κατ ιδίαν κονδύλια των τόκων που χρεώθηκαν κατόπιν ανατοκισμών της εισφοράς ώστε να αφαιρεθούν από το συνολικό ποσό της απαίτησης β) οι λόγοι υπό στοιχ.
β, δ, ε οι αναφερόμενοι στον υπολογισμό του τόκου με βάση το έτος των 360 ημερών, στη χρέωση τόκων με τρίμηνο ανατοκισμό και τον ανατοκισμό προμηθειών εξόδων και φόρων είναι επίσης αόριστοι, αφού δεν αναφέρεται ποια ήταν η επιβάρυνση που προέκυψε από τον επικαλούμενο τρόπο υπολογισμού και χρέωσης, γ) τέλος, σχετικά με τον υπό στοιχ.
γ λόγο είναι επίσης αόριστος καθώς για την πληρότητα του, προκειμένου να καθίσταται εφικτή η εξαγωγή των τόκων που έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή, και κατά τους οποίους θα ήταν άκυρη η διαταγή πληρωμής, έπρεπε να εκτίθενται α) ο χρόνος γέννησης κάθε περιοδικής παροχής β) το ύψος κάθε μιας περιοδικής παροχής ανά έτος, και γ) το χρόνο έναρξης της παραγραφής κάθε επί μέρους παροχής για να είναι ευχερής ο προσδιορισμός του χρόνου συμπλήρωσης της πενταετούς παραγραφής για κάθε μια από αυτές.
Στη συνέχεια κατά το άρθρο 2 § 6 του ν. 2251/1994 "περί προστασίας *των καταναλωτών", όπως ο νόμος αυτός ισχύει, οι γενικοί όροι συναλλαγών (ΓΟΣ), δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι, άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών εις βάρος του καταναλωτή.
Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία εξαρτάται. Κατά δε την § 7 του ίδιου πιο, πάνω άρθρου, καταχρηστικοί, ενδεικτικά, είναι οι ΓΟΣ, που, μεταξύ άλλων ......ε) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς λύσης ή τροποποίησης της σύμβασης χωρίς ορισμένο ειδικό και σπουδαίο λόγο ια) χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή...
ιγ) αποκλείουν ή περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή ... κστ) επιτρέπουν στον προμηθευτή να απαιτήσει από τον καταναλωτή υπέρμετρες εγγυήσεις ... κζ) αναστρέφουν το βάρος ..απόδειξης σε βάρος του καταναλωτή ή περιορίσουν υπέρμετρα τα αποδεικτικά του μέσα ... λ) επιβάλλουν στον καταναλωτή, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της παροχής του, υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση.
Οι πιο πάνω αναφερόμενες ενδεικτικά περιπτώσεις γενικών όρων θεωρούνται, άνευ ετέρου, από το νόμο, ως καταχρηστικοί, χωρίς να χρειάζεται ως προς αυτούς και η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας της § 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/94. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες ως προς τον έλεγχο των ΓΟΣ αποτελούν εξειδίκευση, του γενικού κανόνα του άρθρου 281 του ΑΚ με τα αναφερόμενα σ' αυτές κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών λαμβάνεται υπόψη, κατά κύριο λόγο, το συμφέρον του καταναλωτή με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σχετική σύμβαση καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών.
Ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει, για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων εις βάρος του καταναλωτή, μπορεί να χαρακτηρίσει έναν γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης.
Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των συμβαλλόμενων στη συγκεκριμένη σύμβαση μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του προμηθευτή, για διατήρηση του όρου που ελέγχεται και ποιο είναι εκείνο του καταναλωτή για κατάργηση του. Δηλαδή ερευνάται ποιες συνέπειες θα έχει η διατήρηση ή κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά, πώς θα μπορούσε κάθε μέρος να εμποδίσει την επέλευση του κινδύνου, που θέλει να αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος και πως μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου με δικές του ενέργειες.
Οι ΓΟΣ, τέλος, πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή. Με το άρθρο 1 παρ. 4 στοιχ. Α' Ν 2251/1994, δεν προστατεύεται κάθε ασθενέστερος συναλλασσόμενος αλλά μόνο εκείνος που συνάπτει την επίμαχη σύμβαση εκτός του πλαισίου των επαγγελματικών του σχέσεων.
Για τη διαπίστωση της συνδρομής της ανωτέρω προϋπόθεσης, δεν έχει σημασία η υποκειμενική του κατάσταση [αν λ.χ. το επάγγελμα του είναι άσχετο ή σχετικό με τη συγκεκριμένη σύμβαση], αλλά αν μπορεί να θεωρηθεί, κατ' αντικειμενική κρίση, ως επαγγελματίας στο πλαίσιο της συγκεκριμένης συναλλαγής. Κατά συνέπεια, ο αγοραστής τραπεζικών προϊόντων ή ο αποδέκτης τραπεζικών υπηρεσιών δεν μπορεί να θεωρηθεί εκ των προτέρων καταναλωτής, αποκλειστικά λόγω του γεγονότος ότι είναι αντισυμβαλλόμενος Τράπεζας.
Η επίκληση και υπαγωγή στο προνομιακό καθεστώς προστασίας των διατάξεων του καταναλωτικού δικαίου, ιδιωτών επενδυτών, οι οποίοι, με γνώση και εμπειρία της αγοράς και σημαντική οικονομική επιφάνεια, ασχολούνται συστηματικά με προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας, αποβαίνει καταχρηστική, καθώς οι ανωτέρω συναλλασσόμενοι υπερβαίνουν κατά πολύ το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή και δεν είναι απαραίτητα το αδύνατο μέρος της συγκεκριμένης συναλλαγής.
Κατά συνέπεια, μόνον οι συμβάσεις που συνάπτονται για την κάλυψη ιδίων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο, εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή, ως θεωρούμενο οικονομικώς ασθενέστερο μέρος [ΔΕΚ υποθ.C-269/1995] ελληνικό και κοινοτικό σελ. 34, Φ. Α., Τα όρια της προστασίας του αποδέκτη τραπεζικών υπηρεσιών κατά το σύγχρονο καταναλωτικό δίκαιο, ΕλλΔνη 44,333 επ., Λ.
Κοτσίρη (γνμδ), "Η έννοια του καταναλωτή", ΔΕΕ 2005,1128 και Χ. Λιβαδά (γνμδ), "Η έννοια του προστατευτέου καταναλωτή σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο". Στη προκείμενη περίπτωση οι ανακόπτοντες επαναφέρουν με σχετικούς λόγους έφεσης τους ενδέκατο, δωδέκατο, και δέκατο τρίτο λόγους της ανακοπής τους ισχυριζόμενοι ότι η προαναφερθείσα διαταγή πληρωμής είναι άκυρη διότι α) η επίμαχη δανειακή σύμβαση με βάση την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής αποτελεί μια σύμβαση προσχώρησης, στα πλαίσια της οποίας περιλαμβάνονται καταχρηστικοί και παράνομοι Γ.Ο.Σ, οι οποίοι διαμορφώθηκαν δίχως τη δική τους συμμετοχή και στους οποίους αναγκάσθηκαν να προσχωρήσουν, μη έχοντας άλλη επιλογή ή άλλη δυνατότητα διαπραγμάτευσης β) προέρχεται από μια δανειακή σύμβαση που περιλαμβάνει σημαντικό αριθμό προτυπωμένων και συνεπώς αδιαπραγμάτευτων καταχρηστικών όρων που οδηγούν σε προφανή διατάραξη των ισορροπιών μεταξύ δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τραπέζης και υποχρέου πιστούχου.
Ότι, ενδεικτικά, καταχρηστικός είναι ο όρος εκείνος που επιτρέπει στην Τράπεζα να αποφασίζει μονομερώς το κλείσιμο του λογαριασμού οποτεδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο χωρίς προειδοποίηση προς το δανειολήπτη, δίνοντας του εξαιρετικά σύντομη προθεσμία για την εξόφληση της οφειλής. Ότι ο όρος που η καθής έχει συμπεριλάβει στη δανειακή σύμβαση και της επιτρέπει να μεταβάλει και να αυξάνει μονομερώς τα επιτόκια χωρίς ορισμένο ειδικό και σπουδαίο λόγο, όπως ειδικότερα ορίζεται στο άρθρο 7 αυτής, είναι μονομερής και αδιαπραγμάτευτος (αποτελεί όρο σύμβασης αναγκαστικής προσχώρησης) και συνεπώς είναι παράνομος και καταχρηστικός κατά παράβαση του άρθρου 2 περ. 7 εδ.ια ν. 2251/1994.
Ότι ο όρος που προβλέπει ότι το επιτόκιο δανείου θα προσδιορίζεται σε έγγραφο διαφορετικό από τη σύμβαση, που υπογράφουν τα συμβαλλόμενα μέρη, έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της καλής πίστης στις συναλλαγές και προσβάλλει την ισορροπία των δικαιωμάτων των συμβαλλομένων. Ότι ο όρος που δίνει το δικαίωμα στην καθής να μεταβάλει μονομερώς τους συμφωνημένους όρους της σύμβασης καθώς και το επιτόκιο είναι καταχρηστικός και άκυρος.
Τέλος ότι ο όρος περί μονομερούς αύξησης-μεταβολής του επιτοκίου σύμβασης είναι καταχρηστικός και προσκρούει στις διατάξεις του ν. 2251/1994, διαταράσσοντας την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του καταναλωτή. Σχετικά με τις ως άνω αιτιάσεις: α) η υπό στοιχ. α αιτίαση πρέπει να απορριφθεί λόγω αοριστίας καθώς με αυτήν οι ανακόπτοντες αρκούνται σε μια γενική και αόριστη αναφορά στην καταχρηστικότητα των όρων της επίδικης σύμβασης χωρίς να εκθέτουν το ακριβές περιεχόμενο των προσβαλλόμενων ως καταχρηστικών όρων αλλά και τους συγκεκριμένους κάθε φορά λόγους για τους οποίους είναι καταχρηστικοί ώστε να ερευνηθεί αν υπάρχει τυπική διατάραξη ως απόκλιση από τη συνηθισμένη ρύθμιση και στη συνέχεια ο βαθμός έντασης της απόκλισης αυτής, καθώς και το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της σύμβασης, από την οποία εξαρτάται και αν οι όροι αυτοί επιβλήθηκαν, χωρίς να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις διαφάνειας και ιδίως χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο, αφού ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση, β) σε ότι αφορά τις ως άνω αιτιάσεις υπό στοιχ.
β πρέπει να απορριφθούν καθώς σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο δικόγραφο της κρινόμενης ανακοπής, ο συμβληθείς στην επίδικη σύμβαση δανείου πιστούχος Σ. Π. δεν ενέπιπτε στην έννοια του καταναλωτή, όπως αυτή προσδιορίζεται στο άρθρο 1 παρ. 4 στοιχ. α του Ν 2251/1994 αφού ο δανεισμός του αποτελούσε μέρος της επένδυσης του για την κατασκευή αλιευτικού σκάφους με το όνομα Τ.
και με αρ. νηολ. ...43 και συνεπώς στη προκείμενη περίπτωση δεν τυγχάνουν της εφαρμογής οι διατάξεις του νόμου αυτού." Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον παραπάνω (από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ) αναιρετικό λόγο πλημμέλεια καθόσον απέρριψε ως αορίστους τους προβληθέντες παραπάνω λόγους της ανακοπής δεχθείσα την ανεπάρκεια των απαιτουμένων για τη θεμελίωσή καθενός απ'αυτούς πραγματικών περιστατικών με την υποστηρίζουσα την κρίση αυτά αντίστοιχη για κάθε λόγο ορθή αιτιολογία, όπως η τελευταία διαλαμβάνεται στο προεκτεθέν σκεπτικό της, και με την περαιτέρω παραδοχή, η οποία και μόνη πλην των άλλων που αναφέρονται σ'αυτό (σκεπτικό) εξαρκεί για την απόρριψη ως αορίστων όλων των ως αυτό λόγων της ελλείψεως προσδιορισμού του μέρους της απαιτήσεως, για την οποία εκδόθηκε η ως άνω διαταγή πληρωμής, κατά το οποίο πρέπει να ακυρωθεί αυτή ως συνέπεια της ουσιαστικώς ευδοκιμήσεως εκάστου των ως άνω λόγων ενόψει του γενομένου δεκτού ότι η τυχόν ακυρότητα μέρους της απαιτήσεως συνεπάγεται την ακύρωση της, εκδοθείσας διαταγής πληρωμής μόνο κατά το μέρος αυτό και όχι στο σύνολό της όντας εγκυρ.....[διαταγής πληρωμής] για το υπόλοιπο μέρος της απαιτήσεως.
Οι περαιτέρω δια του τρίτου σκέλους του ιδίου ως άνω πρώτου λόγου προβαλλόμενες από το άρθρο 559 κατ'εκτίμηση μόνο αρ.19 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως αόριστους και μη νόμιμους όλους τους λόγους της παραπάνω ανακοπής τους διαλαμβάνοντας "ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" κρίνονται απορριπτέες ως απαράδεκτες αφού ο προβαλλόμενος λόγος προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της διαφοράς και δεν ιδρύεται επί απορρίψεως της αγωγής και του ισχυρισμού ή του λόγου της ανακοπής ως μη νομίμου αορίστου ή για άλλο τυπικό λόγο (ΑΠ 1284/2017, ΑΠ 295/2017, ΑΠ 70/2011 Ολ.ΑΠ 3/1997).
Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η, από το άρθρο 559 αρ.10 (και όχι 8 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι εσφαλμένως η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε το απ'αυτούς νομοτύπως υποβληθέν αίτημα διενέργειας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, ανεξάρτητα του απαραδέκτου, που απορρέει από το ότι το δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην έρευνα της ουσίας της διαφορές αλλά απέρριψε [όλους] τους λόγους της ......ως αόριστους και μη νομίμους (ΑΠ 376, 380/2008 ΑΠ 2031/2007), ως αβάσιμος νομικά αφού η αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι υπάρχει παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως περί υπάρξεως ζητημάτων για την αντίληψη των οποίων απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης και τέχνης (ΑΠ 1862/2007, ΑΠ 557/2007) οπότε και μόνο το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να διατάξει την αιτηθείσα πραγματογνωμοσύνη.
Κατ'ακολουθίαν των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν'απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την [από 3-1-18 και με αριθμ.καταθ.6/2018] αίτηση αναιρέσεως της 37/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700)€.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ