Supreme Court dismisses appeal against administrative contract termination, upholding public authority's right to rescind employment contracts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Court of First Instance's decision rejecting her claim for damages following the termination of her employment contract. The appellant argued the termination was void due to abuse of rights and personal animosity, while the respondent maintained the contract was validly rescinded after discovering her lack of required qualifications. The court rejected these arguments, ruling that the termination was lawful and the appellant's claims were based on the false premise that the contract was void ab initio.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 and 309 of the Civil Code; The court established that a public authority's right to rescind an employment contract is not an abuse of rights merely because the employee later claims the contract was void due to lack of qualifications, provided the rescission was exercised in good faith and without malicious intent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1419 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1419/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. - Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπακόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΕΡΤ Α.Ε." που καταργήθηκε, το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και την εταιρία με την επωνυμία "Baker Tilly Greece Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές ΑΕ". Eκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Παναγιώτα Κατσιρούμπα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/12/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3002/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/2/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Η υπό κρίση από 16-2-2017 αίτηση αναίρεσης με αριθμό κατάθεσης 1181/2017 στρέφεται κατά της με αριθμό 3002/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 1-12-2015 έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της με αριθμό 125/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί εν μέρει την από 17-12- 2010 αγωγή της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα είχε δεχθεί ότι η από 11-10- 2010 καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής δικηγόρου, που τη συνέδεε με την Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση Α.Ε., καθολικός διάδοχος της οποίας είναι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ήταν άκυρη και ότι ακολούθως δικαιούται να λάβει αντιμισθίες υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 11-10-2010 έως 31-12-2011 και τις αποδοχές που αντιστοιχούν στο σύνολο της μη ληφθείσης αδείας της για το έτος 2010, ήτοι το ποσό των 58.586 ευρώ.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την ως άνω έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το μέρος που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή και αφού κράτησε την υπόθεση απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας κρίνοντας ότι νομότυπα η ΕΡΤ προέβη στην καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και ότι επομένως τα αιτήματά της περί ακυρότητας της καταγγελίας και περί καταβολής μισθών υπερημερίας είναι αβάσιμα.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή, σύμφωνα με τα άρθρα 552 553, 556, 558 και 564 του ΚΠολΔ, ασκήθηκε εντός της προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης, δεδομένου ότι από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι δεν προκύπτει επίδοση αυτής.
2.-Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988).
Στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 227/2012, ΑΠ 1522/2011).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί περιορισμό της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων που θεσπίσθηκε με το άρθρο 361 του ιδίου κώδικα, καθιερώνεται η αρχή της ακυρότητας της δικαιοπραξίας όταν αντιβαίνει σε απαγορευτική ή επιτακτικού χαρακτήρα δημόσιας τάξης διάταξη οποιουδήποτε νόμου.
Αντιβαίνει δε σε απαγορευτική διάταξη κάποιου νόμου μια δικαιοπραξία όχι μόνο όταν έρχεται σε αντίθεση με αυτόν ευθέως, αλλά και όταν επιδιώκεται με αυτή αποτέλεσμα που αποδοκιμάζεται από το νόμο (Α.Π. 676/2014 926/2011).
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 του Ν.Δ/τος 3026/1954 "περί, του Κώδικος των Δικηγόρων" είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στο δικηγόρο: α) η επί παγία, ετησία ή μηνιαία, αντιμισθία παροχή καθαρώς νομικών εργασιών είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου, είτε ως δικηγόρου, β) απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή υπό προθεσμίαν.
Τοιαύτη υπό προθεσμία σύμβαση και προ του Κώδικος γενομένη θεωρείται ως αορίστου χρόνου". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι: 1) η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου και 2) η σύμβαση έργου, ως και η συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για ορισμένο χρόνο, αποτελούν απαγορευμένες μορφές συμβατικής απασχόλησης του δικηγόρου, τυχόν δε συναπτόμενες θεωρούνται εξ υπαρχής, από την κατάρτισή τους, ως συμβάσεις με το παραπάνω αναγκαστικό περιεχόμενο, δηλαδή ως συμβάσεις έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο (ΑΠ 1636/2012, ΑΠ 1619/2011).
Η σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών με παγία αντιμισθία δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, δεν εφαρμόζονται επ' αυτής οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, παρά μόνον εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά αν προσαρμόζονται προς τις διατάξεις του άνω ΝΔ/τος και δεν αντίκειται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού λειτουργήματος, ρυθμίζεται δε από τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και συμπληρωματικά από εκείνες των περί εντολής και συμβάσεων ανεξαρτήτων υπηρεσιών διατάξεις (Ολ ΑΠ 45/2002, ΑΠ 1065/2011).
Η σχετική σύμβαση για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών πρέπει να είναι αορίστου χρόνου, άλλως, έστω και αν συνήφθη για ορισμένο χρόνο, θεωρείται ότι είναι αορίστου χρόνου, λύεται δε με έγγραφη καταγγελία, με καταβολή της οριζόμενης, από το άρθρο 94 του κώδικα, αποζημίωσης μέχρι πλήρους καταβολής της οποίας οφείλονται (άρθρ. 63 παρ 5 περ. 4 και 94 Κ.Δ.) οι αποδοχές, η αξίωση δε καταβολής αυτής απορρέει από σύμβαση, έγκυρης, έμμισθης δικηγορικής εντολής και όχι από σχέση εξαρτημένης εργασίας (ΟλΑ.Π. 1/1994).
Όμως, αν η σύμβαση έμμισθης εντολής είναι, για οποιονδήποτε λόγο, άκυρη, καθένα από τα μέρη μπορεί ανά πάσα στιγμή να θέσει τέρμα σ' αυτή, οπότε λύεται η σχέση. Ζήτημα υπερημερίας, πλέον, του εντολέα ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εντολοδόχου δικηγόρου και επομένως καταβολής μισθών υπερημερίας δεν τίθεται, διότι η υπερημερία προϋποθέτει έγκυρη σύμβαση (Α.Π.70/2003).
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του ν. 1730/1987, ιδρύθηκε η "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που λειτουργεί με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας (παρ.1), είναι δημόσια επιχείρηση που ανήκει στο δημόσιο τομέα (Ν. 1256/1982), ελέγχεται και εποπτεύεται από το Κράτος (παρ.3).
Κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 10 παρ.9 του ανωτέρω νόμου, με την υπ' αρ. 8256/Ζ2/815/12-4-1989 (ΦΕΚ Β'283/20-4-1989) ΥΑ του αναπληρωτή Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως, εγκρίθηκε ο έχων ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 62/2015, ΝΟΜΟΣ), Γενικός Κανονισμός Προσωπικού της ΕΡΤ ΑΕ, στο άρθρο 52 του οποίου, με τίτλο "Νομικός Σύμβουλος - Δικηγόροι", ορίζονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "1.
Οι δικηγόροι που υπηρετούν στην ΕΡΤ ΑΕ αποτελούν τακτικό προσωπικό και συνδέονται με αυτήν με σχέση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου και υπάγονται στις διατάξεις του Ν. 3026/54 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων, όπως ισχύει κάθε φορά, στις λοιπές διατάξεις που ρυθμίζουν θέματα δικηγόρων και στις ακόλουθες διατάξεις του παρόντος Κανονισμού.
Ευνοϊκότεροι για το σύνολο των εμμίσθων δικηγόρων του Δημόσιου Τομέα όροι που περιέχονται σε νόμους, διατάγματα, υπουργικές αποφάσεις, διαιτητικές αποφάσεις ή συλλογικές συμβάσεις εργασίας κατισχύουν και δεσμεύουν την ΕΡΤ ΑΕ. 2. Οι διατάξεις των άρθρ. 6, πρ. 9-15, 17, 18, 21, 23 παρ. 5, 24-30 και 32-37 του Κανονισμού αυτού έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τους δικηγόρους με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου. 3.
Ως Νομικός Σύμβουλος προσλαμβάνεται Δικηγόρος ο οποίος: α. Έχει προαχθεί στον Άρειο Πάγο πριν από πέντε (5) τουλάχιστον χρόνια, β. Γνωρίζει άριστα την αγγλική ή γαλλική γλώσσα και πολύ καλά μια άλλη ξένη γλώσσα, γ. Έχει ειδικές γνώσεις σε θέματα πνευματικής ιδιοκτησίας ή εργατικού δικαίου, δικαίου ραδιοφωνίας και τηλεόρασης, ευρωπαϊκού δικαίου, δικαίου εταιριών και γενικά σε θέματα που έχουν σχέση με τους σκοπούς και τη δραστηριότητα της ΕΡΤ ΑΕ.
Η πρόσληψη και η καταγγελία της σύμβασης του Νομικού Συμβούλου γίνεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΡΤ ΑΕ . Ως Νομικός Σύμβουλος της ΕΡΤ ΑΕ μπορεί να τοποθετείται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, ένας απ' τους δικηγόρους που υπηρετούν κατά την έναρξη ισχύος του κανονισμού αυτού στην ΕΡΤ ΑΕ, με την προϋπόθεση ότι έχει τα ίδια προσόντα όπως ορίζονται στα εδάφια α - γ της παραγράφου αυτής. 5.
Για τη διαδικασία πρόσληψης δικηγόρου εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν. 1649/86. 6. Οι Δικηγόροι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους κατά τους όρους των συμβάσεών τους και των διατάξεων του Κώδικα περί Δικηγόρων". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, προκειμένου να διοριστεί δικηγόρος ως νομικός σύμβουλος της ΕΡΤ ΑΕ, πρέπει αυτός να συγκεντρώνει όλα τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα που ορίζονται στο άρθρο 52 του Κανονισμού, διαφορετικά η σύμβαση είναι άκυρη κατά τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 ΑΚ και λογίζεται ως μη γενομένη, η δε εντολέας του (ΕΡΤ) σε περίπτωση μη αποδοχής των υπηρεσιών του δεν περιέρχεται σε υπερημερία.
Για να ζητήσει ο ως άνω Δικηγόρος, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, αντιμισθίες υπερημερίας, απαιτείται ως απαραίτητη προϋπόθεση η εγκυρότητα της σύμβασης (πρβλ. ΑΠ 676/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε ότι "η ήδη καταργηθείσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ- ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ", ιδρυθείσα με το άρθρο 1 του ν. 1730/1987, αποτελούσε δημόσια επιχείρηση που ανήκει στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετήθηκε με το ν. 1256/1982.
Ως προς τις σχέσεις της με το προσωπικό της, ίσχυσε ο, εκδοθείς κατά τα ανωτέρω και έχων ισχύ τυπικού νόμου Γενικός Κανονισμός Προσωπικού της ΕΡΤ ΑΕ. Η ενάγουσα, η οποία είναι δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου, με έγγραφη σύμβαση που κατάρτισε την 11-5-2006 με τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντα Σύμβουλο της "ΕΡΤ ΑΕ", μετά τη λήψη σχετικής απόφασης του Δ.Σ.
δυνάμει του υπ' αριθμ. 769/4-5-2006 πρακτικού συνεδρίασής του, προσλήφθηκε από την τελευταία (ΕΡΤ ΑΕ) ως νομική σύμβουλος και προϊσταμένη της νομικής υπηρεσίας της, με πάγια μηνιαία αμοιβή, μετά την υποβολή εκ μέρους της σχετικού βιογραφικού σημειώματος, μαζί με τα συνοδεύοντα τούτο δικαιολογητικά. Σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 52 του Κανονισμού της ΕΡΤ, για την πρόσληψη της ενάγουσας ως νομικού συμβούλου, απαιτείτο, κατά το χρόνο συνάψεως της συμβάσεώς της:
α. να έχει προαχθεί στον Άρειο Πάγο πριν από πέντε (5) τουλάχιστον χρόνια, β. να γνωρίζει άριστα την αγγλική ή γαλλική γλώσσα και πολύ καλά μια άλλη ξένη γλώσσα και γ. να έχει ειδικές γνώσεις σε θέματα πνευματικής ιδιοκτησίας ή εργατικού δικαίου, δικαίου ραδιοφωνίας και τηλεόρασης, ευρωπαϊκού δικαίου, δικαίου εταιριών και γενικά σε θέματα που έχουν σχέση με τους σκοπούς και τη δραστηριότητα της ΕΡΤ ΑΕ.
Όμως, κατά το χρόνο εκείνο η ενάγουσα δεν είχε τα απαιτούμενα προσόντα, καθ' όσον δεν είχε συμπληρώσει ακόμη πενταετία ως δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω, αλλά επίσης δεν γνώριζε άριστα ούτε την αγγλική ούτε τη γαλλική γλώσσα, όπως και η ίδια διαβεβαίωσε στο βιογραφικό της σημείωμα, αλλά μόνον τη γερμανική (σε άριστο βαθμό), πολύ καλά την αγγλική και αρκετά καλά τη γαλλική γλώσσα.
Οι παραπάνω ελλείψεις στα προσόντα της, δεν έγιναν γνωστές, παρά μόνον μετά το διενεργηθέντα έλεγχο στην ΕΡΤ ΑΕ από το Σώμα Επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης, κατά το έτος 2010 και μετά τη σύνταξη της 616/Α/2010 έκθεσης τους, ενώ μέχρι τότε η ενάγουσα παρείχε κανονικά τις νομικές της υπηρεσίες στην εντολέα της, λαμβάνοντας τις συμφωνημένες αντιμισθίες.
Έτσι, μετά την ως άνω αποκάλυψη, η ΕΡΤ ΑΕ προέβη σε καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής της ενάγουσας την 11- 10-2010, καταβάλλοντάς της τη νόμιμη αποζημίωση. Υπό τα δεδομένα αυτά η προαναφερομένη σύμβαση έμμισθης εντολής είναι άκυρη, όπως βασίμως ισχυρίσθηκε το εναγόμενο με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και, συνακόλουθα, δεν το δεσμεύει, εφόσον δεν τηρήθηκαν, για την πρόσληψη της ενάγουσας οι διατάξεις του έχοντος ισχύ νόμου Γενικού Κανονισμού της ΕΡΤ ΑΕ, αφού η ενάγουσα δεν διέθετε κατά το χρόνο εκείνο τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα για την πρόσληψή της.
Η μεταγενέστερη, εξάλλου, κτήση των προσόντων αυτών, δεν ηδύνατο να ισχυροποιήσει την άκυρη σύμβαση, καθ' όσον, κατά τη διάταξη του άρθρου 183 παρ.1 του Α.Κ., η επικύρωση άκυρης δικαιοπραξίας ισχύει σαν νέα κατάρτισή της, δηλαδή αποτελεί νέα δικαιοπραξία, για την οποία απαιτείται η συνδρομή όλων των όρων της εξ υπαρχής κατάρτισής της, ήτοι νέα σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως των μερών (βλ.
ΑΠ 493/2011), ήτοι θα έδει, εν προκειμένω, μόλις η εντολέας της ενάγουσας, δια του διοικούντος αυτή οργάνου, ελάμβανε γνώση της μεταγενέστερης απόκτησης των ελλειπόντων τυπικών προσόντων της ενάγουσας (εάν και εφόσον αυτή, εκτός της συμπλήρωσης πενταετίας ως δικηγόρου παρ' Αρείω Πάγω, είχε στο μεταξύ αποκτήσει και άριστη γνώση της αγγλικής ή της γαλλικής γλώσσας, κάτι που πάντως δεν αποδείχθηκε), να λάβει απόφαση για επικύρωση της άκυρης μέχρι τότε σύμβασης, ώστε να θεραπεύσει την ακυρότητά της.
Κάτι τέτοιο, όμως, όχι μόνον δεν συνέβη, αλλά αντίθετα, τη γνώση περί της ελλείψεως των προσόντων της ενάγουσας ακολούθησε καταγγελία της συμβάσεώς της. Θα πρέπει να λεχθεί, ότι η από 1-4-2008 έγγραφη τροποποίηση του αρχικού συμβατικού όρου περί των αποδοχών της ενάγουσας, δεν αποτέλεσε επικύρωση της άκυρης σύμβασης, αφού κατά χρόνο εκείνο δεν ήταν ακόμη γνωστή στην ΕΡΤ η ακυρότητα της αρχικής σύμβασης.
Η ενάγουσα, ισχυρίστηκε ότι η ίδια, προκειμένου να προσληφθεί, προσκόμισε στην αρμόδια υπηρεσία της ΕΡΤ όλα τα δικαιολογητικά που της ζητήθηκαν, ενδεχόμενη δε αταξία τους ή έλλειψη, θα έπρεπε να είχε διαπιστωθεί από τους αρμοδίους υπαλλήλους, που προέβησαν στον έλεγχο τούτων, οι οποίοι, έτσι, ενήργησαν αμελέστατα.
Η έλλειψη όμως του επισταμένου ελέγχου, που επιβαλλόταν, παρά την όποια ευθύνη των αρμοδίων υπαλλήλων ή οργάνων της ΕΡΤ, δεν θεραπεύει την ακυρότητα της σύμβασης, ενώ εξάλλου, θα πρέπει να λεχθεί, ότι εξίσου αμελώς (τουλάχιστον) συμπεριφέρθηκε και η ενάγουσα, η οποία, καίτοι έμπειρη δικηγόρος, δεν ανέγνωσε καν το Γενικό Κανονισμό της ΕΡΤ ΑΕ πριν υπογράψει τη σύμβασή της, προκειμένου να διαπιστώσει εάν πληρούσε τις τασσόμενες για την πρόσληψή της προϋποθέσεις.
Ούτε, εξάλλου, ασκεί επιρροή εν προκειμένω το γεγονός ότι η ενάγουσα θα ηδύνατο να έχει προαχθεί σε παρ' Αρείω Πάγω δικηγόρο νωρίτερα, ώστε να έχει συμπληρωμένη την πενταετία κατά το χρόνο που υπογράφηκε η σύμβασή της, αφού η προϋπόθεση αυτή, όπως τασσόταν από το άρθρο 52 του Κανονισμού, ήταν τυπική, ενώ, τέλος, η πρόβλεψη της προϋπόθεσης αυτής από τον Κανονισμό, δεν κρίνεται ότι εισάγει ανεπιτρέπτως δυσμενή διάκριση σε βάρος των υποψηφίων δικηγόρων σχετικά με την ηλικία τους κατά παράβαση των άρθρων 19 της ΣΛΕΕ και 21 παρ.1 της Χάρτας των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., των Οδηγιών 2000/78 και 2000/43 ή του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 3304/2005, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, αφού η αξίωση, από τον ως άνω Κανονισμό, της πενταετούς εμπειρίας του υποψηφίου δικηγόρου σε υποθέσεις αντικειμένου ανωτάτων δικαστηρίων, είναι ανεκτή προκειμένου να διασφαλιστεί ένα ελάχιστο όριο νομικής επάρκειας σε δυσχερείς νομικές υποθέσεις, που απασχολούσαν την ΕΡΤ.
Σημειώνεται, εξάλλου, ότι το παραπάνω προσόν απαιτείτο μόνον για τον νομικό σύμβουλο, που προΐστατο των νομικών υπηρεσιών της, και όχι για τους υπολοίπους προσλαμβανομένους δικηγόρους της. Επιπλέον, όπως ήδη αναφέρθηκε, η ενάγουσα δεν πληρούσε ούτε και την προϋπόθεση της γλωσσομάθειας, που προέβλεπε το ίδιο άρθρο του Κανονισμού.
Τέλος, στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον πρόκειται για σύναψη συμβάσεως κατά παράβαση του νόμου, δεν χωρεί θεραπεία της με την πάροδο της διετούς προθεσμίας ακύρωσης της λόγω πλάνης, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται η ενάγουσα, αφού δεν πρόκειται εν προκειμένω περί ακυρώσιμης, αλλά περί αρχήθεν άκυρης δικαιοπραξίας.
Με βάση τα παραπάνω, νομότυπα η εντολέας της ενάγουσας προέβη σε καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής, και επομένως το αίτημα της αγωγής περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εκ μέρους του εναγομένου και της υποχρέωσης του τελευταίου να της καταβάλει αντιμισθίες υπερημερίας, είναι αβάσιμο κατ' ουσίαν.
Και τούτο, γιατί, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, αν η σύμβαση έμμισθης εντολής είναι, για οποιοδήποτε λόγο, άκυρη, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση με την επίδικη σύμβαση, καθένα από τα μέρη μπορεί να θέσει τέρμα σ' αυτήν ανά πάσα στιγμή, οπότε λύεται η σχέση, όπως έπραξε η εντολέας με την καταγγελία της.
Ζήτημα δε υπερημερίας, πλέον, της εντολέως ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της εντολοδόχου ενάγουσας δικηγόρου και, επομένως, ζήτημα καταβολής μισθών υπερημερίας δεν τίθεται, γιατί η υπερημερία προϋποθέτει έγκυρη σύμβαση, η οποία, όμως, δεν υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα προεκτεθέντα".
Με τις παραδοχές αυτές δεχόμενο δηλαδή το Εφετείο, ότι η μη τήρηση κατά την πρόσληψη της αναιρεσείουσας στη θέση της Νομικής Συμβούλου, των διατάξεων του έχοντος ισχύ νόμου γενικού κανονισμού προσωπικού της ΕΡΤ ΑΕ, των αναφερόμενων στα απαιτούμενα τυπικά προσόντα τα οποία έπρεπε αυτή να διαθέτει για την πρόσληψη στην ως άνω θέση, τα οποία, σύμφωνα με τον γενικό κανονισμό προσωπικού της ΕΡΤ ΑΕ αποτελούσαν προϋπόθεση για την πρόσληψή της στην θέση της νομικής συμβούλου καθιστά άκυρη την επίμαχη σύμβαση, δεν παραβίασε αλλά ορθά εφήρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 52 του έχοντος ισχύ νόμου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της ΕΡΤ ΑΕ και τα άρθρα 6 του ν 1649/1986, 174 και 180 του ΑΚ.
Η ακυρότητα δε της σύμβασης (σε περίπτωση πρόσληψης παρά την έλλειψη των τυπικών προσόντων) δεν απαιτείται να αναγράφεται ρητά στο νόμο, εφόσον από το περιεχόμενο της συγκεκριμένης διάταξης ή από το σκοπό της δικαιοπραξίας συνάγεται ότι δεν αποκλείεται η ακυρότητα, όπως στην υπό κρίση περίπτωση. Τα δε ανατιθέτως υποστηριζόμενα με τον εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ πρώτο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων με το επιχείρημα ότι η έλλειψη τυπικών προσόντων κατά την πρόσληψη επιφέρει ακυρότητα μόνον όταν τούτο ορίζεται ρητά στο νόμο (ΓΚΠ ΕΡΤ ΑΕ) ή όταν η σύμβαση αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου και ότι η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 52 του ΓΚΠ, του περιεχομένου και του σκοπού της δεν αποτελεί διάταξη δημοσίας τάξης ώστε η παραβίασή της να συνεπάγεται ακυρότητα της συμβάσεως προσλήψεως εμμίσθου δικηγόρου, κατ'εφαρμογή της ΑΚ 174, κρίνονται αβάσιμα.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ "Καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί με συμφωνία." και κατά τη διάταξη της παρ. 5 περ. 4 του άρθρου 63 του ισχύοντος κατά τον χρόνο της ένδικης καταγγελίας ν.δ 3026/1954 (Κώδικας Δικηγόρων) "Πάσα σύμβασις αορίστου χρόνου λύεται 1) ...και "4) καταγγελίας παρα του εντολεως ή δια καταγγελίας παρα του εντολοδοχου.
Εις περίπτωσιν καθ' ην διά το προσωπικόν του εντολέως ισχύει Κανονισμός προβλέπων μόνιμον υπηρεσίαν τούτου, η παρά του εντολέως καταγγελία δύναται να γίνη μόνον δια σπουδαίον λόγον. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως και κοινοποιείται προς τον εντολοδόχον ή τον εντολέα". Τέλος κατά τις διατάξεις της παρ. 13 του άρθρου 52 του ΓΚΠ της ΕΡΤ ΑΕ "Καταγγελία της σύμβασης των δικηγόρων γίνεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΡΤ - ΑΕ μόνο:
α. Όταν επιβληθεί σε βάρος τους από το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο του Δ.Σ.Α. η ποινή της προσωρινής παύσης από το δικηγορικό λειτούργημα τουλάχιστον έξι (6) μηνών, β. Όταν αποδεδειγμένα και κατ'επανάληψη ο δικηγόρος αρνείται την παροχή των υπηρεσιών του ή απουσιάζει αδικαιολόγητα από τη Νομική Υπηρεσία της ΕΡΤ - ΑΕ για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από ένα μήνα" ενώ κατά την παρ. 14 του αυτού ως άνω άρθρου και Κανονισμού "Όπου στο άρθρο αυτό αναφέρεται δικηγόρος, αν δεν ορίζεται διαφορετικά νοείται και ο Νομικός Σύμβουλος.".
Περαιτέρω, πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή ένδικο μέσο), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 1619/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση: Με το πρώτο μέρος του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: τους νομίμως προταθέντες ισχυρισμούς της ενάγουσας - αναιρεσείουσας, που είναι ουσιώδεις για το κρίσιμο ζήτημα της εγκυρότητας της συμβάσεως έμμισθης εντολής, ήτοι:
α) Ότι η έλλειψη της προϋποθέσεως στο πρόσωπο της, κατά το χρόνο της προσλήψεώς της, να έχει προαχθεί ως δικηγόρος του Αρείου Πάγου πριν από πέντε τουλάχιστον χρόνια ήταν καθαρά τυπική και ότι δεν επήλθε εξ αιτίας της έλλειψης αυτής βλάβη κάποιου δημόσιου αγαθού από το γεγονός ότι η πενταετία της ως δικηγόρος στον Άρειο Πάγο θα συμπληρωνόταν τυπικά σε πέντε μήνες μετά την πρόσληψή της, καθόσον το ελάχιστο αυτό χρονικό διάστημα δεν θα είχε ουσιαστική επίδραση στη νομική της κατάρτιση και στην επάρκεια για την εκπλήρωση των καθηκόντων της θέσης της.
β) ότι η υφιστάμενη δήθεν ακυρότητα της σύμβασης έμμισθης εντολής της κατά τη σύναψή της την 11-5-2006 θεραπεύθηκε αυτόχρημα την 1-10-2006, δηλαδή την ημέρα που συμπληρώθηκε η πενταετία από την ημερομηνία προαγωγής της στον 'Αρειο Πάγο (1-10-2001), αφού από τότε έπαψε να υφίσταται ο λόγος ακυρότητας με συνέπεια να καταστεί από την ημέρα εκείνη έγκυρη και να μην μπορεί έκτοτε να καταγγελθεί, παρά μόνο για τους λόγους που προβλέπει η παρ. 13 του άρθρου 52 του ΓΚΠ της ΕΡΤ ΑΕ.
Και γ) ότι το δικαίωμα επίκλησης της υφιστάμενης δήθεν ακυρότητας της σύμβασης έμμισθης εντολής της κατά τη σύναψή της την 11-5-2006 είχε αποσβεσθεί, κατά το χρόνο της ένδικης καταγγελίας, λόγω σιωπηρής παραίτησης της ΕΡΤ ΑΕ από την επίκληση της ακυρότητας και αποδοχής εκ μέρους της των ελλείψεων των προϋποθέσεων πρόσληψης αυτής (αναιρεσείουσας) ως επουσιωδών και σε κάθε περίπτωση είχεν αποσβεσθεί.
Με το δεύτερο μέρος του ίδιου ως άνω λόγου προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του ίδιου ως άνω άρθρου πλημμέλεια καθόσον, όπως αναφέρει η αναιρεσείουσα, για τη θεμελίωση του ως άνω λόγου, η μη λήψη υπόψη και πάντως η μη νομικώς ορθή εκτίμηση των ως άνω ισχυρισμών της, οι οποίοι κατατείνουν στο ότι η σύμβασή της ήταν κατά το χρόνο της καταγγελίας έγκυρη και συνεπώς μπορούσε να καταγγελθεί μόνο για κάποιο από τους λόγους που προβλέπουν το άρθρο 52 παρ. 13 ΓΚΠ και επαλλήλως και αυτοτελώς, το άρθρο 63 παρ. 5περ.4 του ν.δ 3026/1954 σε συνδυασμό με το άρθρο 672 ΑΚ, επέφερε ευθεία παραβίαση των διατάξεων αυτών.
Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατά το πρώτο μέρος τους, καθόσον οι ως άνω πραγματικοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, αφενός μεν συνιστούν επιχειρήματα προς απόδειξη των απόψεών της, αφετέρου, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ερευνήθηκαν από το Εφετείο και απορρίφθηκαν κατά το δεύτερο μέρος τους αφού οι ως άνω διατάξεις που αναφέρονται στους λόγους καταγγελίας από την ΕΡΤ ΑΕ της σύμβασης δικηγόρων και νομικών συμβούλων προϋποθέτουν έγκυρη σύμβαση και όχι άκυρη, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Επομένως το Εφετείο δεν παραβίασε τις επικαλούμενες ως άνω διατάξεις με την μη εφαρμογή τους. 3. Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως) που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και 3) το νομικό σφάλμα, δηλαδή πού βρίσκεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα (ΟλΑΠ 27/1998).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο και τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι α) παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 141,142 και 157 ΑΚ, διότι παρείδε ότι η έλλειψη τυπικού προσόντος (πενταετία παρ' Αρείω Πάγω, γλωσσομάθεια) κατά τη σύναψη της σύμβασης, αν υποτεθεί ότι την καθιστούσε ελαττωματική, το ελάττωμα αυτό οδηγούσε σε ακυρωσία (όχι ακυρότητα) λόγω πλάνης ως προς τις ιδιότητες αυτής (αναιρεσείουσας) και κατά τη στιγμή της καταγγελίας, τέσσερα και πλέον έτη μετά τη σύναψη της σύμβασης, είχε παρέλθει η διετής προθεσμία που επιβάλλει ο νόμος για την επίκληση της ακυρωσίας λόγω πλάνης και το σχετικό δικαίωμα είχε αποσβεσθεί, και β) παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 361,173,183 και 200 ΑΚ, επειδή παρείδε ότι έγκυρη κατάρτιση συμβάσεως έμμισθης εντολής έλαβε χώρα το αργότερο την 11-4-2008, με τη σύναψη έγκυρης, πλέον, τροποποιητικής σύμβασης έμμισθης εντολής μεταξύ αυτής (αναιρεσείουσας) και της ΕΡΤ-ΑΕ η οποία την 11-10-2010 δεν μπορούσε να καταγγελθεί παρά μόνο για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 52 παρ. 13 του ΓΚΠ.
Οι ανωτέρω λόγοι ως προς τις ως άνω αιτιάσεις ελέγχονται προεχόντως ως αόριστοι και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι γιατί δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, ούτε ότι είχαν προταθεί οι σχετικοί ισχυρισμοί στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε οι παραδοχές του Εφετείου και δη εκείνες οι παραδοχές στις οποίες εντοπίζεται η -κατά τον αναιρεσείουσα - παραβίαση των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου όπως κατά τα προαναφερόμενα επιβάλλεται. 5.
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη με τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη, ότι το εφετείο κρίνοντας άκυρη τη σύμβασή της παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ καθόσον η ΕΡΤ ΑΕ προσέλαβε αυτήν (αναιρεσείουσα) γνωρίζοντας τα απαιτούμενα για την πρόσληψη της τυπικά προσόντα της και η μετά από μία πενταετία ευδόκιμης υπηρεσίας της στη θέση της Διευθύντριας Νομικών Υπηρεσιών επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης αντιβαίνει στην απαγόρευση αντιφατικής συμπεριφοράς στην αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και στην καλή πίστη και μαρτυρεί υστεροβουλία και πρόθεση καταστρατήγησης της προστασίας που παρέχει ο ΓΚΠ της ΕΡΤ ΑΕ και ο Κώδικας Δικηγόρων στους έμμισθους δικηγόρους.
Ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης σαφώς προκύπτει ότι η ΕΡΤ ΑΕ δεν γνώριζε κατά την πρόσληψη της αναιρεσείουσας την έλλειψη των απαιτούμενων στο πρόσωπο αυτής τυπικών προσόντων για την πρόσληψή της. Επομένως πρέπει να απορριφθεί για την παραπάνω αιτία και ο πέμπτος αναιρετικός λόγος.
6. Με τον έκτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε το πρωτογενές Ευρωπαϊκό Δίκαιο και συγκεκριμένα το άρθρο 19 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης (ΣΛΕΕ) και το άρθρο 21 παρ. 1 της Χάρτας των θεμελιωδών δικαιωμάτων της EE που απαγορεύουν τις διακρίσεις λόγω ηλικίας, καθώς και τις οδηγίες 2000/78 και 2000/43 και το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 3304/2005 που απαγορεύουν επίσης τις διακρίσεις λόγω ηλικίας, διότι έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 52 παρ. 3 του ΓΚΠ ΕΡΤ ΑΕ, που απαιτεί οι υποψήφιοι για τη θέση του Νομικού Συμβούλου της ΕΡΤ ΑΕ να έχουν συμπληρώσει πλήρη πενταετία ως δικηγόροι παρ' Αρείω Πάγω, δεν αντιβαίνει στις ως άνω διατάξεις.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον το εφετείο με την ως άνω κρίση του για τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 52 ΓΚΠ ΕΡΤ ΑΕ δεν παραβίασε το πρωτογενές Ευρωπαϊκό δίκαιο και δη τις αναφερόμενες στον ως άνω αναιρετικό λόγο διατάξεις καθόσον η διάταξη του άρθρου 52 παρ. 3 του ΓΚΠ ΕΡΤ ΑΕ που απαιτεί για την πρόσληψη δικηγόρου ως Νομικού Συμβούλου της ΕΡΤ να έχει προαχθεί στον Άρειο Πάγο πριν από πέντε τουλάχιστον, χρόνια είναι γενική και δεν περιέχει διάκριση λόγω ηλικίας.
Συνεπώς και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
7.- Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης και με το πρώτο σκέλος αυτού η αναιρεσείουσα, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη (υπό το στοιχείο α) την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι η ΕΡΤ ΑΕ δεν επικαλέσθηκε αλλ' ούτε και η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής αυτής (αναιρεσείουσας) έγινε για κάποιον από τους λόγους, που περιοριστικά αναφέρει, ως λόγους καταγγελία το άρθρο 52 παρ. 13 του ΓΚΠ, που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, αφού ο ΓΚΠ ΕΡΤ ΑΕ αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας μεταξύ της ΕΡΤ και της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης ΠΡΟΣΠΕΡΤ (άρθρο 1 ΓΚΠ) και οι όροι του δεσμεύουν με κανονιστική ισχύ (άρθρο 7 παρ. 1 ν. 1876/1990) τις συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων της ΕΡΤ, άρα και τις συμβάσεις έμμισθης εντολής των δικηγόρων, και, βεβαίως, του Νομικού Συμβούλου και έτσι παραβίασε την παρ. 13 του άρθρου 52 του ΓΚΠ ΕΡΤ ΑΕ.
Η αιτίαση αυτή που προσάπτεται με το πρώτο σκέλος του ως άνω λόγου είναι αλυσιτελής, διότι η διάταξη της παρ. 13 του άρθρου 52 του ΓΚΠ ΕΡΤ ΑΕ, προβλέπει και αναφέρεται σε έγκυρες αρχικά συμβάσεις και όχι σε άκυρη από την αρχή σύμβαση όπως η ένδικη σύμβαση, κατά τις παραδοχές της ίδιας της αναιρεσιβαλλομένης.
Περαιτέρω με τον ίδιο λόγο αναίρεσης και με το δεύτερο σκέλος του η αναιρεσείουσα, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη (υπό το στοιχείο α) την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη της τον κρίσιμο και νομίμως προβληθέντα με την αγωγή της ισχυρισμό, αλλά και με τις προτάσεις της τόσον πρωτοδίκως (σελ. 3) όσον και κατ' έφεση (σελ.9-10) ότι η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής, εφόσον δεν έγινε για κάποιον από τους λόγους του άρθρου 52 παρ. 13 του ΓΚΠ παραβιάζει και το άρθρο 5 της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής που ορίζει: "Καταγγελία της σύμβασης αυτής μπορεί να γίνει με απόφαση του Δ.Σ. της ΕΡΤ Α.Ε. για τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη της παρ. 13 του άρθρου 52 του ΓΚΠ ΕΡΤ Α.Ε. για την περίπτωση καταγγελίας των δικηγόρων της εταιρείας" και που παραδεκτά και έγκυρα, επειδή βασίζεται στην ιδιωτική βούληση του εργοδότη, περιορίζει το δικαίωμα της καταγγελίας.
Η αιτίαση αυτή που προσάπτεται με το δεύτερο σκέλος του ως άνω λόγου είναι αλυσιτελής, διότι η διάταξη της παρ. 13 του άρθρου 53 του ΓΚΠ ΕΡΤ ΑΕ, προβλέπει και αναφέρεται σε έγκυρες αρχικά συμβάσεις και όχι σε άκυρη από την αρχή σύμβαση, όπως η ένδικη σύμβαση, κατά τις παραδοχές της ίδιας της αναιρεσιβαλλομένης.
Επίσης, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης και με το τρίτο και τέταρτο σκέλος αυτού (υπό τα στοιχεία β και γ) η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη αντίστοιχα τις από την παρ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες. Ειδικότερα, ισχυρίζεται με το τρίτο σκέλος του, ότι μη κρίνοντας παράνομη την καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ.5 περ.4 του ν.δ 3026/1954 που ορίζει ότι, "όταν για το προσωπικό του εντολέως ισχύει Κανονισμός που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία τούτου, η από τον εντολέα καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής μπορεί να γίνει μόνο για σπουδαίο λόγο" σε συνδυασμό με το άρθρο 672 του Α.Κ, επειδή η καταγγελία της σύμβασής της δεν έγινε για σπουδαίο λόγο κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων.
Περαιτέρω, με το τέταρτο σκέλος του ως άνω λόγου, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη της και σε κάθε περίπτωση σιγή απέρριψε τον προβληθέντα με την αγωγή της και νομίμως επαναφερθέντα με τις προτάσεις της στο εφετείο (σελ. ΙΟ-11) ισχυρισμό, ότι η καταγγελία της σύμβασης της ήταν άκυρη ως καταχρηστική, επειδή τα κίνητρα ήταν επιλήψιμα και έγινε από προσωπική και πολιτική εμπάθεια εναντίον της.
Οι ως άνω αιτιάσεις, που προσάπτονται με το τρίτο και τέταρτο σκέλος του έβδομου λόγου αναίρεσης, αλυσιτελώς προβάλλονται διότι αναφέρονται και προϋποθέτουν έγκυρες αρχικά συμβάσεις και όχι σε άκυρη από την αρχή σύμβαση, όπως η ένδικη σύμβαση, κατά τις παραδοχές της ίδιας της αναιρεσιβαλλομένης. Επομένως ο έβδομος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί καθ' όλα τα σκέλη του.
8.- Με τον όγδοο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ με το να απορρίψει σιωπηρά τον ισχυρισμό της ότι η άσκηση του δικαιώματος της ΕΡΤ ΑΕ, όπως καταγγείλει την ένδικη σύμβαση είναι καταχρηστική, με το σκεπτικό ότι η έλλειψη των τυπικών προσόντων της αναιρεσείουσας (πρόσληψη αυτής πέντε (5) μήνες πριν από τη συμπλήρωση πενταετίας από την προαγωγή της στον Άρειο Πάγο και ανεπάρκεια στη γλωσσομάθεια) έγινε γνωστή στην ΕΡΤ Α.Ε.
κατά τον διενεργηθέντα το 2010 έλεγχο από το Σώμα Επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης, ενώ από το γεγονός ότι η ίδια είχε αναφέρει στο βιογραφικό της που είχε κατατεθεί στη Διεύθυνση Προσωπικού της ΕΡΤ Α.Ε. κατά την πρόσληψή της την 11-5-2006, στην πολύ καλή (και όχι άριστη) γνώση της Αγγλικής, αλλά και από την συμπεριφορά της ΕΡΤ ΑΕ που συνέχισε να την απασχολεί, της δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι η ΕΡΤ ΑΕ δεν θα επικαλεστεί τυχόν γνωστό σε αυτή (ΕΡΤ ΑΕ) ελάττωμα της σύμβασης.
Ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον στηρίζεται επί εσφαλμένης πρϋποθέσεως, αφού από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι η ΕΡΤ ΑΕ "μετά την ανακάλυψη" κατά το έτος 2010 από το Σώμα Επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης, της έλλειψης των τυπικών προσόντων της αναιρεσείουσας και την σύνταξη της 616/Α/2010 έκθεσής τους, προέβη σε καταγγελία την 11/10/2010 της σύμβασης έμμισθης εντολής της αναιρεσείουσας, καταβάλλοντάς της την νόμιμη αποζημίωση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), μειωμένα σύμφωνα με το άρθ.22 ν.3693/1957 και την ΥΑ 124423/1993, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-2-2017, με γενικό αριθμό εκθέσεως κατάθεσης 1181/2017, αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 3002/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ