Legislator Case Law & Legislation
1419/2017 AI generated

1419/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1419/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1419/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, με το άρθρ. 18 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού (ΓΚΠ) της αναιρεσείουσας, ο οποίος έχει ισχύ νόμου, αφού εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρ. 19§4 του Ν. 1730/1987, εγκρίθηκε με την 8255/22/815/1989 απόφαση του αναπληρωτή Προεδρίας της Κυβερνήσεως και δημοσιεύθηκε νομίμως (ΦΕΚ 283/1989, Τεύχ. Β’ ), ρυθμίζονται τα θέματα που αναφέρονται στους βαθμούς και την εξέλιξη του προσωπικού και στις τοποθετήσεις των προϊσταμένων.

Keywords

AI generated
institution called upon to act lack of standing of association cessation of benefits disruption of public services telecommunications services provider resignation of the government
AI generated
564/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 8η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
949/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1530/2024
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
485/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
748/2017
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/4/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 16/1/2012 ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1419 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1419/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσης ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση Α.Ε." (ΕΡΤ - Α.Ε.), που κατοικοεδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, και 2)ανώνυμης εταιρεία με την επωνυμία "... Ορκωτοί Ελεγκτές, Λογιστές Ανώνυμη εταιρεία" νόμιμα εκπροσωπούμενης ως ειδικής διαχειρίστριας του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της καταργηθείσης ΕΡΤ-ΑΕ που μεταβιβάστηκαν στο Δημόσιο.

Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λαλά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Δ. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γιάννη Καρούζο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/2/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 773/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 4352/2009 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 564/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 2477/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/2/2016 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ενάγουσα με την από 6/2/2007 (αρ. κατ. .../2008) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της ανώνυμης εταιρίας ΕΡΤ ΑΕ, η οποία καταργήθηκε και διάδοχός της είναι το Ελληνικό Δημόσιο, νόμιμα εκπροσωπούμενο από Ειδικό Διαχειριστή, ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε στις ...1975 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την ΕΡΤ, αρχικά ως φροντίστρια studio, από .../1976 ως υπάλληλος γραφείου και από .../2002 τοποθετήθηκε στο Τμήμα Ροής της NET με ειδικότητα Σκηνοθέτη.

Ότι, από .../2004 με κοινή απόφαση των Γενικών Διευθυντών τηλεόρασης και Ραδιοφωνίας της ανατέθηκαν καθήκοντα Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Περιφερειακών Ραδιοφωνικών Σταθμών της ΕΡΑ, θέση από την οποία παρείχε τις υπηρεσίες της ευσυνείδητα, αποδοτικά και αποτελεσματικά κατά τα ειδικώς εκτιθέμενα. Ότι κατά την .../2006 η ΕΡΤ με απόφαση του αρμοδίου απήλλαξε των ως άνω καθηκόντων της και ότι, στη συνέχεια για χρονικό διάστημα εννέα (9) μηνών παρέλειψε να της αναθέσει καθήκοντα και μόλις τον Οκτώβριο 2006 την τοποθέτησε στο τμήμα Ταινιοθήκης σε θέση απλής υπαλλήλου.

Ακολούθως, επικαλούμενη ότι, η κατά τα άνω υπηρεσιακή μετακίνησή της συνιστά παράνομη και σε κάθε περίπτωση καταχρηστική μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της καθώς και προσβολή της προσωπικότητάς της, ζήτησε: α) Να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ως Διευθύντριας Περιφερειακών Ραδιοφωνικών Σταθμών άλλως σε οποιαδήποτε άλλη θέση ιδίας στάθμης, με απειλή χρηματικής ποινής ως μέσον εκτέλεσης της ως άνω διάταξης, β) Να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης να της καταβάλει ποσό 33.500 ευρώ ως αποζημίωση για την αποστέρηση του διευθυντικού επιδόματος και του επιδόματος παράστασης και ποσό 20.000 ευρώ ως αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης και γ) Να διαταχθεί η παράλειψη προσβολής της προσωπικότητάς της και της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεως εργασίας της στο μέλλον.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ολικά την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη με την 773/2008 απόφασή του, κατά της οποίας ασκήθηκε από την εναγομένη έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 4352/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία μετ’ εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ασκήθηκε από την εναγομένη η από 14/09/2009 αίτηση αναίρεσης με την οποία έγινε αυτή δεκτή με την 564/2011 απόφαση και αναιρέθηκε η δευτεροβάθμια απόφαση για τον από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγο.

Μετά την έκδοση της 564/2011 αποφάσεως του ΑΠ, το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς την διάταξη περί της έναρξης της τοκοφορίας, και αφού κράτησε την υπόθεση για κατ’ ουσίαν εκδίκαση, δέχθηκε την αγωγή. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης (των αναιρεσειόντων) ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564,566 παρ.1 του ΚΠολΔ) ,είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρ. 7 του Ν. 2112/1920, κατά την οποία "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλο θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι’ ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου" προκύπτει ότι η εκ μέρους του εργοδότη μονομερής και βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του δεν επιφέρει τη λύση αυτής ούτε υποχρεώνει τον μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του αλλά παρέχει σε αυτόν το δικαίωμα είτε να αποδεχθεί τη μεταβολή και να παραμείνει στην εργασία του είτε να θεωρήσει τη μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη και αποχωρώντας από την εργασία του να αξιώσει την οφειλόμενη αποζημίωση είτε να αποκρούσει τη μεταβολή και να εξακολουθήσει να προσφέρει την εργασία του υπό τους αρχικούς όρους αξιώνοντας την τήρηση αυτών, οπότε, αν ο εργοδότης αποκρούσει την παροχή εργασίας με τους όρους αυτούς, καθίσταται υπερήμερος και ο μισθωτός δικαιούται να απαιτήσει μισθούς υπερημερίας.

Προϋπόθεση για τα παραπάνω είναι η μονομερής ενέργεια εκ μέρους του εργοδότη, η οποία δεν συντρέχει όταν γίνεται κατ’ ενάσκηση δικαιώματος αναγνωρισμένου από τον νόμο ή τον κανονισμό εργασίας, ο οποίος έχει ισχύ νόμου. Βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει και όταν ο εργοδότης αναθέτει στον εργαζόμενο καθήκοντα υποδεέστερης ειδικότητας ή θέσεως στην επιχείρηση, που συνεπάγονται δυσμενείς υλικές ή ηθικές συνέπειες ως προς το κύρος και την προσωπικότητά του.

Εξάλλου, ο εργοδότης ασκώντας το από το άρθρ. 652 του ΑΚ συναγόμενο διευθυντικό δικαίωμα αυτού, στο οποίο υπόκειται ο εργαζόμενος με σχέση εξαρτημένης εργασίας, έχει την εξουσία να καθορίζει αυτός το είδος, τον τόπο, τον χρόνο και της άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας και να ρυθμίζει κάθε θέμα που αφορά στην οργάνωση και τη λειτουργία της επιχείρησής του προς επίτευξη των σκοπών της.

Βασικός περιορισμός του διευθυντικού δικαιώματος τίθεται από την απαγορευτική διάταξη του άρθρ. 281 του ΑΚ, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να ασκεί το δικαίωμα αυτό καταχρηστικώς. Έτσι υπάρχει καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη όταν αυτό ασκείται μεν σύμφωνα με τους όρους της εργασιακής συμβάσεως, του νόμου ή του εσωτερικού κανονισμού εργασίας αλλά όμως κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, οπότε η απόφασή του είναι αντίθετη προς τον νόμο και θεωρείται άκυρη.

Δεν συνιστά όμως κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος ούτε, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας ή συμβατική ή επί τη βάσει διατάξεων κανονισμού εργασίας που έχει ισχύ νόμου ή ΣΣΕ κανονιστικής ισχύος περικοπή ορισμένου επιδόματος που χορηγείται ως μισθολογική προσαύξηση για ορισμένη ειδική αιτία, σχετιζόμενη με το είδος της εργασίας του μισθωτού ή τη θέση του στην επιχείρηση, εφόσον το επίδομα αυτό οφείλεται μόνο για τον χρόνο που συντρέχει η αιτία για την οποία χορηγείται.

Περαιτέρω, με το άρθρ. 18 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού (ΓΚΠ) της αναιρεσείουσας, ο οποίος έχει ισχύ νόμου, αφού εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρ. 19§4 του Ν. 1730/1987, εγκρίθηκε με την 8255/22/815/1989 απόφαση του αναπληρωτή Προεδρίας της Κυβερνήσεως και δημοσιεύθηκε νομίμως (ΦΕΚ 283/1989, Τεύχ. Β’ ), ρυθμίζονται τα θέματα που αναφέρονται στους βαθμούς και την εξέλιξη του προσωπικού και στις τοποθετήσεις των προϊσταμένων.

Ειδικότερα, κατά την παράγραφο 9, "Η ανάθεση καθηκόντων γίνεται ως εξής: α).... β).... γ) Προϊσταμένων Τομέων, Διευθύνσεων και Ανεξάρτητων Υποδιευθύνσεων από τον αρμόδιο Γενικό Διευθυντή". Κατά την παράγραφο 11 : "Η ανάθεση καθηκόντων προϊσταμένου ισχύει για τρία (3) χρόνια), ενώ κατά την παράγραφο 12, "με απόφαση του οργάνου που τον επέλεξε και με την ίδια διαδικασία προϊστάμενος μπορεί να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του και πριν από τη λήξη της 3ετίας λόγω πλημμελούς ασκήσεως των καθηκόντων του με βάση συγκεκριμένα στοιχεία.

Η παρούσα δεν ισχύει για την απαλλαγή από τα καθήκοντά τους των Προϊσταμένων Ταμείων και των Διευθυντών". Σημειωτέον ότι το δεύτερο αυτό εδάφιο της παρ. 12 προστέθηκε μεταγενεστέρως και συγκεκριμένα με την 2235/Ε/1994 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας (ΦΕΚ Β’ 63), που εκδόθηκε, επίσης, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 19 παρ. 4 του Ν.1730/1987 και είναι προφανές ότι, παρά την κάπως ασαφή διατύπωση, στην έννοια των "Διευθυντών" περιλαμβάνονται οι Προϊστάμενοι Διευθύνσεων, αφού κατά το άρθρο 19 παρ. 1 του Κανονισμού οι τελευταίοι ευρίσκονται στην ίδια θέση της ιεραρχικής κλίμακας του προσωπικού με τους Τομεάρχες ("οι θέσεις της ιεραρχικής κλίμακας του προσωπικού της ΕΡΤ-ΑΕ είναι οι εξής:

Πρόεδρος - Διευθύνων Σύμβουλος, Εντεταλμένοι Σύμβουλοι, Γενικοί Διευθυντές, Προϊστάμενοι Διευθύνσεων - Τομεάρχες....") και συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος παροχής στην ΕΡΤ-ΑΕ της δυνατότητας να απαλλάσσει το πιο πάνω προσωπικό από τα καθήκοντά του χωρίς τη συνδρομή του στοιχείου της πλημμελούς άσκησης αυτών.

Επίσης, στην παράγραφο 4 ορίζεται ότι, "Το προσωπικό που δεν ασκεί ή έπαψε να ασκεί καθήκοντα προϊσταμένου αποτελεί βασικό προσωπικό και εκτελεί υπηρεσιακό έργο της ειδικότητάς του, ανεξάρτητα από τον βαθμό ή το μισθολογικό κλιμάκιο που κατέχει". Ακόμα, με το άρθρ. 13 αρ. 12 ορίζεται ότι "στους υπαλλήλους που ασκούν καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσιακών Μονάδων της ΕΡΤ-ΑΕ ή των Υπηρεσιών που επιτρέπεται απόσπαση για υπηρεσιακούς λόγους καταβάλλεται κατά τον χρόνο άσκησης των καθηκόντων αυτών επίδομα ή πριμ, των οποίων η έναρξη καταβολής, το ύψος και τα ειδικά κριτήρια καθορίζονται με απόφαση του ΔΣ της ΕΡΤ-ΑΕ, μετά από γνώμη της πολυπληθέστερης δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης......" (ΑΠ 564/2011).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 ν.δ. 3789/1957, 12 παρ. 4 ν. 1767/1988, 8 παρ. 3 ν. 2224/1994 "περί κανονισμών εργασίας κ.τ.λ." οι όροι του εφαρμοζόμενου με ισχύ νόμου Κανονισμού Εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και συνεπώς, η διεπόμενη από τέτοιο Κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας του μισθωτού περιέχει και τους όρους του Κανονισμού (Ολ.

ΑΠ 42/2002, ΑΠ 693/2007). Σημειώνεται ότι οι αποφάσεις της Ολομελείας και των Τμημάτων είναι δεσμευτικές για όλα τα δικαστήρια που επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης, δηλαδή και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο , αν επανέλθει σ’ αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής (ΑΠ 146/2009, ΑΠ 411/2010, ΑΠ 1383/2007 , ΑΠ 2141/2007).

Τα δικαστήρια που επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσε ο Άρειος Πάγος δεν έχουν δικαίωμα διαφωνίας, γι’ αυτό και η απόφασή τους κατά το μέρος που συμμορφώθηκαν με την αναιρετική, απαραδέκτως πλήττεται με λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1104/2010).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005).Με λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, 2/2011).

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες τους δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτά πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς.

Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία είναι κάτοχος πτυχίου σκηνοθεσίας της σχολής κινηματογραφίας - τηλεόρασης της Σχολής Σ., προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία στις 19-11-1975 με σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου για να εργασθεί ως φροντίστρια studio, το πτυχίο της δε αυτό αναγνωρίσθηκε από την τελευταία ως τίτλος σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Την 1-1-1976 κατετάγη στην ειδικότητα της Υπαλλήλου Γραφείου, υπηρέτησε στο Γ’ Πρόγραμμα του Ραδιοφώνου και εν συνεχεία την ...-1976 μετακινήθηκε στον Τομέα Ρεπορτάζ της Υπηρεσίας Ειδήσεων και Ενημερωτικών Εκπομπών. Ακολούθως την ...-1977 τοποθετήθηκε στο Γραφείο του Β’ Γενικού Διευθυντού Εκπομπών και Προγραμμάτων, την ...-1978 τοποθετήθηκε στο Τμήμα Ειδικών Θεμάτων της Δ/νσης Διοικητικού και από την ...1987 υπηρετούσε στο Τμήμα Τηλεόρασης.

Την ...-1989 τοποθετήθηκε στο Τμήμα Πωλήσεων την Υποδ/νσης Προγράμματος της ΕΡΤ. Την ...-1990 τοποθετήθηκε στην Υποδ/νση Απόδημου Ελληνισμού, ενώ από ...-1991 της ανατέθηκαν τα καθήκοντα της Προϊσταμένης Ειδικών Εκπομπών - Παραγωγών του Απόδημου Ελληνισμού. Την ...-2002 τοποθετήθηκε στο Τμήμα Ροής της ΝΕΤ με την ειδικότητα της Σκηνοθέτου και την ...-2004 με την ......-2004 Κοινή Απόφαση των Γενικών Διευθυντών Τηλεόρασης και Ραδιοφωνίας της αναιρεσείουσας της ανατέθηκαν καθήκοντα της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Περιφερειακών Ραδιοφωνικών Σταθμών της ΕΡΑ με τις εξής αρμοδιότητες που ορίζει το άρθρο 25 του Υπηρεσιακού Οργανισμού ΕΡΤ:

α) Η ευθύνη του γενικού σχεδιασμού και προγραμματισμού της λειτουργίας και της ανάπτυξης του δικτύου των Περιφερειακών ραδιοφωνικών Σταθμών σε συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες, β) Η εποπτεία και η μέριμνα για την παροχή στήριξης του έργου και της λειτουργίας των Περιφερειακών Ραδιοφωνικών Σταθμών, γ) Η ευθύνη για το συντονισμό και τη δικτύωση των Περιφερειακών Ραδιοφωνικών Σταθμών με τα κεντρικά προγράμματα της ΕΡΑ καθώς και μεταξύ τους, δ) Ο σχεδιασμός, η οργάνωση και η παραγωγή προγραμμάτων στήριξης των Περιφερειακών Ραδιοφωνικών Σταθμών με τα κεντρικά προγράμματα της ΕΡΑ καθώς και μεταξύ τους, ε) Η επιλογή των εξωτερικών συνεργατών για τις ανάγκες του προγράμματος των Περιφερειακών Ραδιοφωνικών Σταθμών με τη χρησιμοποίηση των αναγκαίων τεχνικών μέσων, στ) Η συνεργασία με τη Διεύθυνση Marketing και Διαφήμισης για τη διαμόρφωση της τιμολογιακής πολιτικής και της πώλησης διαφημιστικού χρόνου του προγράμματος των Περιφερειακών Ραδιοφωνικών Σταθμών σε τοπικό επίπεδο και στην κεντρική διαφημιστική αγορά. ....η ενάγουσα έχουσα, λόγω της κατά τα άνω προϋπηρεσίας σε νευραλγικές θέσεις της ΕΡΤ, εμπειρία και εξειδικευμένες γνώσεις και κινούμενη στα πλαίσια των πιο πάνω αρμοδιοτήτων της, εκτελούσε τα καθήκοντά της με ευσυνειδησία και υπηρεσιακή επάρκεια και πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της εναγόμενης εργοδότριάς της, προτείνοντας τρόπους για την επίλυση των προβλημάτων που διαπίστωνε διαβιβάζοντας έγγραφες αναφορές προς τα ιεραρχικά προϊστάμενα όργανα της εναγόμενης.

Συγκεκριμένα, μετά την ανάληψη των καθηκόντων της απηύθυνε προς τον Πρόεδρο-Διευθύνοντα Σύμβουλο της ΕΡΤ και με κοινοποίηση στο Γενικό Διευθυντή της ΕΡΑ, το από 4/1/2005 (αρ. πρωτ. .../2005) έγγραφο, με το οποίο γνωστοποιούσε την υπάρχουσα κατάσταση στους 19 περιφερειακούς ραδιοφωνικούς σταθμούς της εναγόμενης, με συνημμένα σχετικά έγγραφα και επισημάνσεις για τα υπάρχοντα προβλήματα των σταθμών όσον αφορά κυρίως τη δύναμη προσωπικού όπως επάνδρωση σταθμών μη ενδεδειγμένη, απασχόληση "άμισθων" συνεργατών, ελλείψεις κτηρίων και των υποδομών αυτών και οικονομικά στοιχεία.

Επίσης με το υπ’ αρ. .../18-1-2005 νεότερο έγγραφό της απευθυνόμενο προς τον Πρόεδρο-Διευθύνοντα Σύμβουλο της ΕΡΤ με κοινοποίηση και στο Γενικό Διευθυντή της ΕΡΑ, επεσήμανε τα ειδικότερα προβλήματα που είχε εντοπίσει αναφορικά με την " παράλληλη συνεργασία" των πιο κάτω περιφερειακών ραδιοφωνικών σταθμών της με ιδιωτικούς-ανταγωνιστικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς, όπως του περιφερειακού Ρ/Σ Βόλου της εναγόμενης με το Δημοτικό studio Καρδίτσας, με επισήμανση το μεταξύ των δύο αυτών Ρ/Σ έγγραφο (...) είχε προ ετών λήξει.

Πρόβλημα συνεργασίας υπήρχε και με το Δημοτικό studio Τρικάλων, καθόσον υπήρχε εκπομπή του περιφερειακού Ρ/Σ Ιωαννίνων σε συνεργασία με το Ρ/Σ Μελβούρνης "...", για την οποία όμως δεν υπήρχε και "...". Παρόμοια φαινόμενα εντόπισε και σε άλλους Ρ/Σ όπως Πύργου, Αμαλιάδος, Μεσολογγίου, Ρόδου και Τρίπολης. Πρόδινε δε τη διακοπή συνεργασίας ιδιωτικών Ρ/Σ του εξωτερικού με περιφερειακούς σταθμούς της εναγόμενης.

Τούτο διότι, αφενός δεν είχαν συνάψει "..." με την εναγόμενη και αφετέρου η συνεργασία αυτή δεν ενέπιπτε στους όρους σκοπιμότητας και νομιμότητας της υπ’ αρ. ...1-2001 ΑΔΣ της εναγόμενης. Η ενάγουσα, επίσης, συνέταξε τριετές επενδυτικό πρόγραμμα προκειμένου να πραγματοποιήσει προμήθεια μηχανογραφικού υλικού ηλεκτρονικών υπολογιστών για τις Διοικητικές Υπηρεσίες των Ρ/Σ και την παραγωγή του προγράμματος των studio.

Η ορθότητα των επισημάνσεων της ενάγουσας, αναφορικά με την αδυναμία της ΕΡΤ να "συνεργάζεται" με ιδιωτικούς ανταγωνιστικούς της ραδιοφωνικούς σταθμούς της περιφέρειας, επιβεβαιώθηκε με το υπ’ αρ. .../2005 Γνωμοδοτικό της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών της εναγόμενης, στο οποίο η νομική σύμβουλος της ΕΡΤ γνωμοδοτούσε ότι ιδιωτικών συμφερόντων ραδιοσταθμός της περιφέρειας δεν δύναται να ενταχθεί στο Δίκτυο Ρ/Σ Δημοσίου Συμφέροντοι;

και να τύχει τεχνικών διευκολύνσεων από την ΕΡΤ. Επίσης και αναφορικά με τη νομιμότητα απασχόλησης "άμισθων συνεργατών", η Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών της ΕΡΤ, σε απάντηση του υπ’ αριθμ. πρωτ. ...5-1-2005 εγγράφου της (ενάγουσας), σχετικά με τη δυνατότητα χρησιμοποίησης εκ μέρους της ΕΡΑ "άμισθων συνεργατών" απήντησε ότι "Από την ισχύουσα νομοθεσία και τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της ΕΡΤ-ΑΕ δεν προβλέπεται απασχόληση συνεργατών χωρίς αμοιβή, με εξαίρεση τις περιπτώσεις μαθητείας.

Η χρησιμοποίηση τέτοιων συνεργατών θα επέφερε συνέπειες, που είναι εκτός των θεσμικών και κανονιστικών πλαισίων που διέπουν την ΕΡΤ-ΑΕ, ως επιχείρηση του δημοσίου τομέα...". Βάσει όσων προεκτέθηκαν αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες και εκτελούσε τα καθήκοντα της με ευσυνειδησία και υπηρεσιακή επάρκεια και εκτελούσε σύμφωνα με το νόμο και τα οριζόμενα στον Υπηρεσιακό Οργανισμό της ΕΡΤ (άρθ. 25) αποσκοπώντας στην εποπτεία και στη μέριμνα για την παροχή στήριξης, οργάνωσης και το συντονισμό του έργου και της λειτουργίας των Περιφερειακών Ραδιοφωνικών Σταθμών.

Παρά ταύτα, η εναγόμενη ...με την υπ’ αριθμ. .../13-1-2006 απόφαση του Γενικού Διευθυντή Διεύθυνσης Ραδιοφωνίας της εναγόμενης, την απήλλαξε παράνομα και καταχρηστικά των ανωτέρω καθηκόντων της ως Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Περιφερειακών Ραδιοφωνικών Σταθμών. Έκτοτε και για χρονικό διάστημα εννέα (9) περίπου μηνών, κατά το οποίο δεν ανατέθηκε στην ενάγουσα η άσκηση οποιωνδήποτε καθηκόντων, συγκεκριμένα στις .../2006, γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα, δια του υπ’ αρ.

πρωτ. .../2006 υπηρεσιακού εγγράφου της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού, ότι το Πρωτοβάθμιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο (Π.Υ.Σ.) της εναγόμενης, με την υπ’ αρ. ...10- 2006 απόφασή του την τοποθέτησε στο Τμήμα Ταινιοθήκης, της Διεύθυνσης Προγράμματος της ΕΡΤ. Κατά της ανωτέρω απόφασης η ενάγουσα άσκησε την από 23/10/2006 (.../2006) ένστασή της, ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου (Δ.Υ.Σ) της εναγόμενης αιτιώμενη σε βάρος της για παράνομο και καταχρηστικό υποβιβασμό, από την θέση της προϊσταμένης, με αδρανοποίησή της επί εννέα μήνες και τοποθέτησή της στο Τμήμα Ταινιοθήκης.

Το ανωτέρω Υπηρεσιακό Συμβούλιο, με το υπ’ αρ. πρακτικό-απόφαση της συνεδρίασης ...2006 λαβών υπόψη, ως αναφέρεται στο περιεχόμενό του, την απορριπτική εισήγηση, την προσβαλλόμενη απόφαση και τις υπηρεσιακές ανάγκες της ΕΡΤ, απέρριψε κατά πλειοψηφία την ανωτέρω προσφυγή της ενάγουσας. Με αυτό όμως το περιεχόμενο η ανωτέρω απορριπτική απόφαση είναι εντελώς αναιτιολόγητη, καθόσον δεν αναφέρονται σ’ αυτή συγκεκριμένες πλημμέλειες στις οποίες υπέπεσε η εναγόμενη κατά παράβαση του νόμου και δη των οικείων διατάξεων του Οργανισμού Υπηρεσίας ή/και του Κανονισμού Προσωπικού της εναγόμενης ούτε ποιες οι υπηρεσιακές ανάγκες της ΕΡΤ που απαιτούσαν τη μεταβολή αυτή ώστε να αιτιολογείται πλήρως βάσει των οικείων διατάξεων η τοιαύτη γενομένη μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της ενάγουσας.

Από τις προσκομισθείσες αποδείξεις ωστόσο αποδεικνύεται πλήρως ότι η αιτία της απαλλαγής της ενάγουσας των ως άνω καθηκόντων της, υπήρξε η αδυναμία σύγκλισης και συνεργασίας με τον αμέσως ιεραρχικό προϊστάμενό της Γενικό Διευθυντή της ΕΡΑ, Α. Α., ο οποίος μάλιστα της διαβίβασε το .../...-2005, στο οποίο μεταξύ άλλων ανέφερε ότι "τρεις φορές σας κάλεσα τον τελευταίο καιρό και δεν παρουσιαστήκατε στο γραφείο μου προφασιζόμενη "φόρτο" εργασίας"...Σας παρακαλώ για μια πιο στενή δημιουργική συνεργασία, δεδομένου ότι στους περιφερειακούς σταθμούς υπάρχουν σοβαρά προβλήματα...".

Επ’ αυτού του εγγράφου η ενάγουσα ανταπάντησε με το ...2- 2005 έγγραφό της, έντονα αναφέρουσα, εκτός άλλων, "...Μου προξενεί κατάπληξη του γεγονός ότι δεν συνεργαζόμαστε. Γνωρίζετε ότι αναλαμβάνοντας τη διεύθυνση παρέλαβα πλήθος προβλημάτων για τα οποία δεν ευθύνομαι. Γνωρίζετε ότι στους Περιφερειακούς Σταθμούς ασχολούντο πριν από την ανάληψή μου "άμισθοι συνεργάτες με μη σύννομες διαδικασίες;

Γνωρίζετε ότι οι Περιφερειακοί σταθμοί συνεργάζονται με Ραδιοφωνικούς Σταθμούς χωρίς πρακτικά συνεργασίας και με Ραδιοφωνικούς Σταθμούς του εξωτερικού χωρίς απόφαση του διοικητικού συμβουλίου; Γνωρίζετε ότι υπάρχουν προβλήματα στα κτίρια των Ραδιοφωνικών Σταθμών; Γνωρίζετε ότι υπάρχουν ελλείψει στους πομπούς;

Γνωρίζετε ότι υπάρχουν ελλείψεις στα μηχανήματα computer κ.α. καθώς και άλλα λειτουργικά προβλήματα, τα οποία προκύπτουν από τις αλληλογραφίες της Δ/νσης Περιφερ. Σταθμών με τους Ρ/Σ ;". Επί του εν λόγω εγγράφου απάντησε ο Πρόεδρος- Διευθύνων Σύμβουλος της ΕΡΤ, με το ...2-2006 έγγραφο, στο οποίο, αναφέρει ότι θέλει να της επισημάνει ότι η διατύπωση δεν ανταποκρίνεται στις οδηγίες του αφενός για τη σεμνότητα και το ήθος που πρέπει να χαρακτηρίζουν τα στελέχη της Διοίκησης και αφετέρου για την αποφυγή των υπερβάσεων στην υπηρεσιακή ιεραρχία της εταιρίας και ότι όπως της έχει τονίσει και προσωπικά, επιθυμεί να έχει στενή συνεργασία με το Γεν.

Δ/ντη για την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας. Ωστόσο, παρά τη επίκληση σε βάρος κατά τα άνω αδυναμίας συνεργασίας της, με τους ιεραρχικώς ανωτέρους της, οι ενέργειες της ενάγουσας συνολικά εκτιμώμενες έγιναν αποδεκτές από τα ανωτέρω αρμόδια πρόσωπα. Ειδικότερα διότι, ο Γενικός Διευθυντής ΕΡΑ, παρά την ως άνω επιστολή διαμαρτυρίας, κοινοποιεί στη συνέχεια στις 17/2/2005 προς όλους του Προϊσταμένους των Ραδιοφωνικών Σταθμών το υπ’ αρ. .../18-2-2005 έγγραφό του όπου αναφέρει "...επειδή παρατηρήθηκε" αταξία σε ότι αφορά τις συνεργασίες των Περιφερειακών Σταθμών με το δίκτυο Ρ/Σ δημοσίου συμφέροντος όπως επίσης και με τις συνεργασίες με σταθμούς του απόδημου ελληνισμού παρακαλώ για την ανανέωση των συμφωνητικού όπου υπάρχουν.

Για τη διακοπή των συνεργασιών, όπου δεν υπάρχουν...", συμφωνώντας δηλαδή με τις επί του σχετικού ζητήματος επισημάνσεις της ενάγουσας, ως διατυπώνονται στα .../2005 έγγραφά της. Σε ότι αφορά την μομφή που αποδίδεται στην ενάγουσα για έλλειψη συνεργασίας με δυο προϊστάμενους περιφερειακών Ρ/Σ, τον Π. Κ. (…) και την Α.

Σ. (Ι…), η ενάγουσα ενήργησε μετά από καταγγελίες που δέχθηκε εναντίων των ανωτέρω, τις οποίες ενόψει της θέσεως την οποία κατείχε, όφειλε να τις ερευνήσει βάσει του Υπηρεσιακού Οργανισμού, στα πλαίσια των υπ’ αυτού υπαγορευομένων νομίμων καθηκόντων της. Εξάλλου, ουδόλως προέκυψαν από τις αποδείξεις οι αιτιάσεις της εναγόμενης σε βάρος της ενάγουσας περί μειώσεως των εισπράξεων από τις διαφημίσεις, που κάτι τέτοιο και αληθές υποτιθέμενο δεν ^in μπορεί να συνδεθεί αιτιωδώς με πλημμελή άσκηση από την ενάγουσα των υπηρεσιακών της καθηκόντων.

Δοθέντος όμως ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ, 11 και 12 ΓΚΠ/ΕΡΤ που προαναφέρθηκαν, η απαλλαγή των Προϊσταμένων Τομέων και Διευθυντών μπορεί να γίνει και πριν από τη λήξη της τριετίας από την ανάληψη καθηκόντων -όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση και η απαλλαγή της ενάγουσας έγινε μετά παρέλευση ‘ "ενός έτους από της αναλήψεως των καθηκόντων της - και χωρίς να συντρέχει το στοιχείο της πλημμελούς άσκησης καθηκόντων, αποδεικνύεται ότι στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, διότι είναι αδικαιολόγητη, καθότι δεν προέκυψε ότι υπήρξε κάποιο συμφέρον της επιχειρήσεως (ΕΡΤ) χωρίς δηλαδή να συντρέχει αντίστοιχη υπηρεσιακή της ανάγκη, έγινε ο πιο πάνω σημαντικός υποβιβασμός της ενάγουσας και δη η τοποθέτησή της, από θέση ευθύνης και μάλιστα διευθυντική, που κατείχε στην επιχείρηση (ΕΡΤ), σε θέση χωρίς καν αντικείμενο εργασίας ήτοι εντελώς αδρανοποίησή της επί εννεάμηνο, περαιτέρω δε υποβιβασμός με την τοποθέτηση της σε θέση εργαζομένου στην Ταινιοθήκη, που αποτελεί βασικό προσωπικό και χωρίς η ίδια να εκτελεί υπηρεσιακό έργο της ειδικότητάς της, ως Σκηνοθέτη, όπως αυτό πιο πάνω καθορίζεται & εκτελούσε στο Τμήμα Ροής της ΕΡΤ όπου απασχολείτο πριν την προαγωγή της, ενώ στο Τμήμα ταινιοθήκης τα καθήκοντα, παραλαβής καταγραφής και φύλαξης ταινιών που ασκεί, είναι υποδεέστερα της ειδικότητάς της, ως Σκηνοθέτης.

Βάσει όλων των ανωτέρω, η εργοδότης της (ΕΡΤ) δεν δικαιούταν, μια ικανή υπάλληλο μάλιστα, όπως η ενάγουσα που ανήκε στο ανώτερο προσωπικό, να τη θέσει εκτός οργανικής θέσεως και να αναθέτει σ’ αυτόν περιορισμένα έργα μη αναγόμενα στα καθήκοντα της ειδικότητάς της, χωρίς να υπαγορεύεται το συμφέρον της υπηρεσίας, συνεπώς πρόκειται για βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της κατά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος.

Ο καταχρηστικός αυτός υποβιβασμός επέφερε αιτιωδώς την περικοπή του μηνιαίου επιδόματος θέσης Διευθυντή της ενάγουσας ποσού 1.200 ευρώ και του μηνιαίου επιδόματοτος εξόδων ποσού 300 ευρώ και συνολικά το ποσό των 1.500 ευρώ, τα οποία της κατέβαλε λόγω θέσης η εναγόμενη ως μέρος των τακτικών αποδοχών της.

Συνεπώς, η ενάγουσα εξαιτίας του υποβιβασμού της στερήθηκε από .../2006 έως .../2007 το ποσό των (1.500 ευρώ X 14 =) 21.000 ευρώ και από .../2007 έως 15/9/2007 το ποσό των (1.500 ευρώ X 8=) 12.000 ευρώ, πλέον 750 ευρώ δίόρο Πάσχα 2007, πλέον 750 ευρώ επίδομα αδείας (21.000 + 12.000 + 750 + 750=) 33.500 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη επιδόσεως της αγωγής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο υποβιβασμός και η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της ενάγουσας μειώνουν την προσωπικότητά της σε ότι αφορά την επαγγελματική της αξία και υπόληψη και πρέπει προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από την αιτία αυτή, να της επιδικαστεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία ενόψει των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, της βαρύτητας της προσβολής, του βαθμού πταίσματος των οργάνων της εναγόμενης και της οικονομικής κατάστασης των μερών, ανέρχεται στο ποσό των 10.000 ευρώ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κατέληξε ότι η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας είναι καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, διότι υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου και ως εκ τούτου υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή εκ μέρους της αναιρεσείουσας των όρων της εργασιακής σχέσεως της αναιρεσίβλητης.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση θεμελιώνει την κρίση της περί καταχρηστικής ασκήσεως του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας και μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης στην παραδοχή ότι η απαλλαγή της τελευταίας από τα καθήκοντά της έγινε πριν από τη λήξη της τριετούς θητείας της χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος ή πλημμελής άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων της.

Όμως, η παραδοχή αυτή προσκρούει κατά νόμο στον ΓΚΠ/ΕΡΤ, δεδομένου ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 §§11 και 12 του ΓΚΠ/ΕΡΤ που προαναφέρθηκαν, η απαλλαγή των Προϊσταμένων Τομέων και Διευθυντών μπορεί να γίνει και πριν από τη λήξη της τριετίας και χωρίς να συντρέχει το στοιχείο της πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων.

Η ως άνω υπηρεσιακή μετακίνηση της ενάγουσας και η προβλεπόμενη από τον ως άνω Κανονισμό περικοπή των αποδοχών της κατά το ποσό των 1500 ευρώ, που αποτελούσε επίδομα ευθύνης προϊσταμένου και έξοδα παράστασης, που σύμφωνα με το άρθρ. 13 αρ. 12 του ΓΚΠ/ΕΡΤ καταβάλλεται "στους υπαλλήλους που ασκούν καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσιακών Μονάδων" δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή ούτε αποτελεί καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, αφού η ΕΡΤ ΑΕ κατά τα άρθρα 18 και 13 του ΓΚΠ/ΕΡΤ είχε το δικαίωμα και πριν από την πάροδο της τριετίας να απαλλάξει την αναιρεσίβλητη από τα καθήκοντα της και να διακόψει την χορήγηση των αυξημένων αποδοχών μετά την παύση της ασκήσεως των καθηκόντων ως Διευθύντριας με επακόλουθο την επιστροφή αυτής στο χαμηλότερο κλιμάκιο ιεραρχίας που κατείχε πριν από την τοποθέτησή της.

Επομένως, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, οι προαναφερόμενες αλλαγές στο καθεστώς εργασίας της αναιρεσίβλητης έγιναν στα πλαίσια του κατά το άρθρο 652 του ΑΚ διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας, το οποίο δεν περιοριζόταν από τις παραπάνω διατάξεις του κανονισμού προσωπικού της τελευταίας ή από διάταξη άλλου νόμου ή από όρο της ατομικής συμβάσεως, και όχι κατά προφανή υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του διευθυντικού δικαιώματος, μη συντρεχούσης στην προκειμένη περίπτωση μονομερούς βλαπτικής μεταβολής (βλ.

ΑΠ 1457/2000). Πρέπει ν’ αναφερθεί επιπρόσθετα ότι Η ΕΡΤ-Α.Ε. με τις ως άνω διατάξεις της παρ. 14 του αρθ. 18 του ΓΚΠ/ΕΡΤ, είχε εκ των προτέρων επιφυλάξει γι’ αυτήν το δικαίωμα της επαναφοράς της υπαλλήλου, που έπαυσε να ασκεί καθήκοντα προϊσταμένου, στο βασικό προσωπικό και της απασχόλησης αυτού στο έργο της ειδικότητάς του, γεγονός που γνώριζε και αποδέχθηκε η αναιρεσίβλητος, αφού οι ως άνω διατάξεις του με ισχύ νόμου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της ΕΡΤ αποτελούν περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας της (ΑΠ Ολ 42/02) χωρίς η επαναφορά αυτή να αποτελεί μειωτική και βλαπτική ενέργεια.

Ως εκ τούτου, η επαναφορά της ενάγουσας, μετά την απαλλαγή της από τα καθήκοντά της ως Διευθυντρίας, στο βασικό προσωπικό, και η τοποθέτησή της με την 7/2006 απόφαση του ΠΥΣ στην ίδια Διεύθυνση Προγράμματος, της ιδίας Γενικής Διεύθυνσης Τηλεόρασης, όπου υπηρετούσε αυτή πριν της ανατεθούν καθήκοντα Διευθυντρίας, ήταν νόμιμη, καθόσον η μετακίνησή της στο βασικό προσωπικό δεν αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή, αλλά άσκηση δικαιώματος εκ μέρους της ΕΡΤ, στηριζομένη στις ως άνω διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 14 του ΓΚΠ της ΕΡΤ-Α.Ε (ΑΠ 1457/2000).

Κατόπιν αυτών, με την ως άνω κρίση του, το Εφετείο παραβίασε ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 361, 648 και 652 του ΑΚ και 7 του ν.2112/1920 και εκείνες των άρθρων 13 και 18 του ΓΚΠ/ΕΡΤ. Σημειώνεται περαιτέρω ότι παρά τον δεσμευτικό χαρακτήρα των νομικών παραδοχών της ως άνω 564/011 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα κατά νόμο δεν συμμορφώθηκε με την ερμηνεία των διατάξεων της ως απόφασης, δεχόμενη αντιφατικά, ότι "....Δοθέντος όμως ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 11 και 12 ΓΚΠ/ΕΡΤ...

η απαλλαγή των Προϊσταμένων Τομέων και Διευθυντών μπορεί να γίνει... και χωρίς να συντρέχει το στοιχείο της πλημμελούς άσκησης καθηκόντων,... στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ διότι είναι αδικαιολόγητη καθότι δεν προέκυψε ότι υπήρξε κάποιο συμφέρον της επιχειρήσεως (ΕΡΤ.... ", και ότι "...Ο καταχρηστικός αυτός υποβιβασμός επέφερε αιτιωδώς την περικοπή του μηνιαίου επιδόματος θέσης Διευθυντή της ενάγουσας ποσού 1200 ευρώ και του μηνιαίου επιδόματος εξόδων ποσού ευρώ και συνολικά το ποσό των 1500 ευρώ...".

Κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, οι παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης απόφασης, είναι αντιφατικές και αντικείμενες στη δεσμευτική κρίση της ως άνω 564/2011 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που έχει επιλύσει το παραπάνω νομικό ζήτημα της ερμηνείας του κανονισμού και του Διευθυντικού Δικαιώματος της ΕΡΤ. Επομένως, από τα άρθρα αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις, του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ., το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για παραπέρα εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, της παραγράφου 2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ., κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας και της παρ. 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις, κατά το άρθρο 237, προκύπτουν τα εξής:

Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ’ ουσία, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.

Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ’ ουσία την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 237 Κ.Πολ.Δ.

και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις. Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη, μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, κατ’ ουσία νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ενδεχόμενη ταυτόχρονη εξέταση, ύστερα από μια ενιαία συζήτηση, τόσο της αίτησης αναίρεσης, όσο και της ουσίας της υπόθεσης, στην περίπτωση βέβαια που η πρώτη γίνει δεκτή, συνεπάγεται τη δυσχέρανση ή και τη ματαίωση ουσιαστικά της άσκησης εκ μέρους των διαδίκων των πιο πάνω ευχερειών και παράλληλα επιβάλλει σ’ αυτούς, κατά παραγνώριση της αρχής της οικονομίας της δίκης, το υπέρμετρο και συχνά περιττό δικονομικό βάρος της κατάθεσης προτάσεων για την ουσία της υπόθεσης σε όλη τη δυνατή έκταση, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων αν θα αναιρεθεί και σε ποια έκταση η προσβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα ποια είναι τα όρια της εκδίκασης της υπόθεσης στην ουσία.

Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ’ ουσία, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελεστέρου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (βλ.

ΑΠ 1593/2014). Εφόσον λοιπόν, στην κρινόμενη υπόθεση αναιρείται, η απόφαση του Εφετείου, που δίκασε μετά από αναίρεση της προηγούμενης υπ’ αριθμ. 4532/2009 απόφασής του, πρέπει η υπόθεση να διακρατηθεί και να δικασθεί, από το Τμήμα τούτο, σε νέα συζήτηση, που θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελεστέρου των διαδίκων.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν εις βάρος της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2477/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση, προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, μετά από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων.

Και

Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Αυγούστου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ