Legislator Case Law & Legislation
1419/2016 AI generated

1419/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1419/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 105/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου-Εισηγήτρια και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1419/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".

Keywords

AI generated
failure to prove deterioration contrary to medical advice inadequate medical examination outdated medical report improvement in medical condition deportation despite health issues
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1419 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1419/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 105/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου-Εισηγήτρια και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Π. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Αργυρόπουλο και 2) Γ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ι. Παπαναστασόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.1214/2015 και 247, 294/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ε. Μ. του Π., κάτοικο ..., 2) Ε. Μ. του Ε., κάτοικο ..., 3) Π. Μ. του Ε., κάτοικο ... και 4) Χ. Μ. του Ε., κάτοικο ..., οι οποίοι δεν παρέστησαν στο ακροατήριο.

Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται: α) στην από 23-5-2016 αίτηση αναίρεσης και στους από 19-7-2016 προσθέτους λόγους του πρώτου αναιρεσείοντος Π. Μ. και β) στην από 19-5-2016 αίτηση αναίρεσης της δεύτερης αναιρεσείουσας Γ. Δ., που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 703/2016.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι του αναιρεσείοντος Π. Μ.,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι 1) η από 23-5-2016 (με αριθ. 13/2016) του Π. Μ. του Κ. μετά των από 18-7-2016 πρόσθετων αυτής λόγων, που κατατέθηκαν με χωριστό δικόγραφο στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 19-7-2016 και 2) η από 19-5-2016 (με αριθ. 12/2016) της Γ. Δ. του Γ., για αναίρεση της 1214/2015, 247 και 294/2016, καταδικαστικής για τους αναιρεσείοντες, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Πατρών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.

Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ’ και 3 ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο. Κατά το άρθρο 515 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα από 14-6-2016 τρία (3) αποδεικτικά του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πατρών Β. Κ. καθώς και το από 5-7-2016 αποδεικτικό του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά Ι. Γ., οι πολιτικώς ενάγοντες της κρινόμενης υπόθεσης Ε. Μ., Π. Μ., Χ. Μ. και Ε. Μ., κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για να εμφανιστούν στην αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως αυτής συνεδρίαση, που είχε οριστεί για να συζητηθούν οι προαναφερθείσες αιτήσεις των ως άνω αναιρεσειόντων για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1214/2015, 247 και 294/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Πατρών, πλην όμως αυτοί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δεν εμφανίστηκαν. Μετά από αυτά, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία τους, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ’ αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε.

Ενόψει αυτών, ποινική ευθύνη ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια, κατά την άσκηση του επαγγέλματός του, υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και που η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας.

Η ιδιαίτερη αυτή υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς απορρέει από το νόμο και τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, καθώς και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης.

Προϋποτίθεται βέβαια ότι συντρέχει και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και του αποτελέσματος, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει, στην περίπτωση κατά την οποία, αν γινόταν η επιβεβλημένη ενέργεια, η οποία τελικά δεν έγινε, τότε με πιθανότητα που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα δεν θα είχε επέλθει (ΑΠ 1034/13, 746/13, 436/12).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 28 ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε.

Ενόψει της διακρίσεως αυτής, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα ανωτέρω δύο είδη της αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε’ ΚΠΔ. Τέλος, όταν το εξ αμελείας έγκλημα είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων κατά το λόγο της αμέλειας που επιδείχτηκε από αυτό και εφ’ όσον, πάντως, το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν.

Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα που επήλθε όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που άμεσα προκάλεσε το αποτέλεσμα και συνεπώς βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς αυτό. Αρκεί δε, προς θεμελίωση της ευθύνης, η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν συνέβαλαν και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως.

Τούτο δε γιατί η κρατούσα στο ποινικό δίκαιο άποψη ακολουθεί τα πορίσματα της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων, υπό την παραλλαγή της ενεργού αιτίας, εν αντιθέσει προς τη θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας, η οποία επικρατεί όσον αφορά την αστική ευθύνη (ΑΠ 230/15). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος αναφορά τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα.

Ωστόσο, πρέπει να προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ως προς τα οποία η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολογική συσχέτιση αφορά στην ουσία της υποθέσεως και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη την οποία εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίασή της γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ‘ Αρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχτηκε κατά πλειοψηφία ότι, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων σ’ αυτό κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογίες κατηγορουμένων), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα :"H Δ.

Μ. εισήχθη την 23-10-2008 στην γυναικολογική κλινική του Π.Γ. Νοσοκομείου "Άγιος Ανδρέας" Πατρών προκειμένου να χειρουργηθεί από τον ιατρό - γυναικολόγο, Π. Μ., καθώς είχε διαγνωσθεί ότι έπασχε από καρκίνο του ενδομητρίου και θα χρειάζετο χειρουργική επέμβαση του είδους της κοιλιακής ολικής υστεροκτομής με λεμφαδενικό καθαρισμό.

Στο προγραμματισμένο χειρουργείο εισήχθη το πρωί της επόμενης ημέρας περί ώρα 8.15 και η χειρουργική επέμβαση άρχισε την 8.30 π.μ.. Όμως περί ώρα 9.00 και καθώς η χειρουργική επέμβαση ήταν σε εξέλιξη έλαβε χώρα χειρουργικό σύμβαμα, ήτοι επήλθε από χειρισμό του χειρουργού τρώση της έσω δεξιάς λαγονίου φλεβός με συνέπεια την πρόκληση σημαντικής και αποτόμου αιμορραγίας, η οποία αντιμετωπίσθηκε με τη βοήθεια και ετέρου χειρουργού, του Ε.

Σ., ο οποίος κλήθηκε προς τούτο από τον διενεργούντα την χειρουργική επέμβαση συνάδελφό του. Εξάλλου, οι προς αντιμετώπιση της αιμορραγίας προσπάθειες αμφοτέρων των χειρουργών διήρκεσαν για 40 λεπτά και αμέσως μετά την αποκατάσταση της τρώσης και την απολίνωση του αιμορραγήσαντος σημείου της προαναφερομένης φλεβός, συνεχίστηκε χωρίς άλλη επιπλοκή η χειρουργική επέμβαση για δύο ακόμη ώρες, έως την 11.00 π.μ, οπότε η ασθενής εξήλθε του χειρουργείου και οδηγήθηκε στην ανάνηψη για την παρακολούθηση των ζωτικών της σημείων.

Στο χώρο της ανάνηψης η ασθενής παρέμεινε για 1,5 ώρα υπό την παρακολούθηση των αναισθησιολόγων και εξήλθε για να οδηγηθεί στον θάλαμο της κλινικής, αφού διαπιστώθηκε ότι ήταν αιμοδυναμικά σταθερή και με τα ζωτικά της σημεία σε καλή κατάσταση, όπως οι τιμές τους καταγράφοντο σε σχετικό διάγραμμα. Η παραλαβή της έγινε από την νοσηλεύτρια Φ.

Κ. περί ώρα 12.45 π.μ., η οποία εξέτασε το τραύμα της, έλεγξε την διούρηση και ακόμη την παροχέτευση και τον ορό. Επέστρεψε δε αυτή εκ νέου στον θάλαμο μετά την 13.00 μ.μ., και προέβη στην εξέταση των ζωτικών της σημείων. Στο θάλαμο της ασθενούς, όπου νοσηλεύοντο και άλλες ασθενείς, εισήλθε και ο ειδικευόμενος ιατρός, Β.

Ζ., ο οποίος μαζί με την κατηγορουμένη ιατρό -γυναικολόγο, Γ. Δ., είχαν εκείνη την ημέρα ορισθεί ως υπεύθυνοι για την επίβλεψη της νοσηλείας των ασθενών των θαλάμων της κλινικής. Ο ανωτέρω ειδικευόμενος έδωσε εντολή στη νοσηλεύτρια να κάνει παυσίπονο ένεση στην ασθενή Δ. Μ., επειδή η τελευταία παρεπονείτο στη νοσηλεύτρια ότι πονούσε, αλλά όμως, όπως ο ίδιος παραδέχτηκε, δεν την εξέτασε.

Περί ώρα 14.00 μ.μ, όταν στα πλαίσια τακτικού ελέγχου η ίδια ως άνω νοσηλεύτρια επισκέφθηκε και πάλι την ασθενή για να ελέγξει τα ζωτικά της σημεία διαπίστωσε ότι αυτά δεν λειτουργούσαν και αμέσως κάλεσε σε βοήθεια ιατρούς, οπότε διαπιστώθηκε ο θάνατος της, ο οποίος κατά την ιατροδικαστική έκθεση προήλθε από ενδοκοιλιακή αιμορραγία, την οποία προκάλεσε κατά την εκτίμησή της η χαλάρωση της απολινώσεως συνεπεία πιθανώς υποχωρήσεως του οιδήματος, δεδομένου ότι οι απολινώσεις των αγγείων ευρέθησαν στη θέση τους και δεν εντοπίστηκε ότι αυτή προήλθε από άλλο σημείο του χειρουργικού πεδίου.

Σημειωτέον ότι, για το αποτέλεσμα του θανάτου της ασθενούς αρχικά κατηγορήθηκαν, ότι προκάλεσαν αυτό με παραλείψεις τους, πλέον των εκκαλούντων, οι ειδικευόμενοι γιατροί που έλαβαν μέρος στην χειρουργική επέμβαση μαζί με τον εκκαλούντα, Π. Μ., ο ειδικευόμενος χειρουργός Ε. Σ., που κλήθηκε να βοηθήσει στην αντιμετώπιση της αιμορραγίας και στην απολίνωση του αιμορραγήσαντος αγγείου, οι αναισθησιολόγοι και οι νοσηλεύτριες της ανάνηψης, καθώς επίσης οι νοσηλεύτριες και οι γιατροί της κλινικής και συγκεκριμένα ο ειδικευόμενος Β.

Ζ. και η νυν εκκαλούσα, Γ. Δ., ειδικευόμενη μαιευτήρ - γυναικολόγος. Ειδικότερα, οι γιατροί του χειρουργείου κατηγορήθηκαν για πλημμελή αντιμετώπιση του χειρουργικού συμβάματος, δηλαδή ότι δεν εφήρμοσαν τους αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης για τον ορθό χειρισμό του σημαντικού αυτού ιατρικού περιστατικού και ακολούθως δεν προέβησαν σε ασφαλή απολίνωσή του.

Επιπλέον ο εκκαλών κατηγορούμενος Π. Μ. κατηγορήθηκε για έλλειψη ενημέρωσης από μέρους του των ιατρών της κλινικής, όπου ακολούθως μεταφέρθηκε η ασθενής, για την μεγάλη αιμορραγία, η οποία έλαβε χώρα εντός του χειρουργείου, και για παράλειψη εκ μέρους του ιδίου εντατικής παρακολούθησης της ασθενούς, ως εκ του προαναφερομένου χειρουργικού συμβάματος.

Οι αναισθησιολόγοι και οι νοσηλεύτριες της ανάνηψης κατηγορήθηκαν ότι δεν παρακολούθησαν επισταμένως την κατάσταση των ζωτικών σημείων της ασθενούς και επίσης μετά την έξοδο αυτής από το χώρο της ανάνηψης δεν συνόδεψαν την ασθενή με το σχετικό έγγραφο καταγραφής και των τιμών του ενδιαμέσου διαστήματος, δηλαδή πέραν αυτών της εισόδου και εξόδου της από την ανάνηψη, των ζωτικών της σημείων, ούτε ενημέρωσαν τόσο τον χειρουργό, Π.

Μ. όσο και τους ιατρούς της κλινικής, σε θάλαμο της οποίας μεταφέρθηκε η ασθενής, για το σύμβαμα του χειρουργείου, ώστε οι τελευταίοι να εντείνουν την προσοχή τους στην παρακολούθηση της μετεγχειρητικής πορείας της ασθενούς. Τέλος δε κατηγορήθηκαν οι ιατροί της κλινικής, ήτοι ο μεν Β. Ζ. διότι, αφενός δεν φρόντισε να ενημερωθεί για την εισαγωγή της ασθενούς στο θάλαμο, παρ’ ότι γνώριζε ότι η ασθενής εγχειρίζετο εκείνη την ημέρα και αφετέρου, αν και επισκέφθηκε με τον γιατρό Ε.

Σ. τον θάλαμο για εξέταση άλλων ασθενών και ενημερώθηκε από τη νοσηλεύτρια Φ. Κ., που ευρίσκετο στον ίδιο θάλαμο για τον έλεγχο των ζωτικών σημείων της ασθενούς, ότι η τελευταία πονούσε, περιορίστηκε στο να δώσει εντολή στη νοσηλεύτρια για την διενέργεια παυσίπονης ένεσης, χωρίς όμως να επιχειρήσει οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση, για την διερεύνηση της προελεύσεως του πόνου.

Εξάλλου, οι νοσηλεύτριες του θαλάμου κατηγορήθηκαν για έλλειψη ενημέρωσης των ιατρών της κλινικής και την μη αναζήτηση από αυτούς ειδικότερων πληροφοριών για την αντιμετώπιση του περιστατικού. Τέλος, δε, η εκκαλούσα Γ. Δ., ειδικευμένη ιατρός γυναικολόγος, κατηγορήθηκε ότι, αν και είχε ορισθεί ως υπεύθυνη ιατρός της κλινικής για την περίθαλψη των ασθενών των θαλάμων αυτής, αδικαιολόγητα απουσίαζε στα εξωτερικά ιατρεία για μεγάλο χρονικό διάστημα προς εξέταση ασθενών, οι οποίοι δεν προέκυψε από κανένα στοιχείο της ακροαματικής διαδικασίας, ότι είχαν ανάγκη εσπευσμένης εξετάσεως και για την εξέταση των οποίων, άλλωστε, είχαν ορισθεί δύο ειδικευμένοι ιατροί, με συνέπεια να στερηθεί η ασθενής της ενδεδειγμένης παρακολούθησης της μετεγχειρητικής της πορείας από ειδικευμένη ιατρό, όπως αυτή.

Προέκυψε δε ότι από τους ανωτέρω κατηγορουμένους πρωτοδίκως, πλην των νυν εκκαλούντων, απηλλάγησαν οι λοιποί. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις κρατούσες απόψεις στην επιστήμη και νομολογία, καθίσταται φανερό από τα ανωτέρω ότι το πραγματικό περιστατικό του ιατρικού συμβάντος που εξετάζουμε, υπήρξε μια περίπτωση ιατρικής αμέλειας με συγκλίνουσα συλλογική δράση περισσότερων προσώπων, γεγονός που επιτείνει τις δυσκολίες αναφορικά με την προσέγγισή του, τόσο στο δογματικό πεδίο, για τον πρόσθετο λόγο ότι έχει συντελεσθεί, όπως εν προκειμένω, ένα μη γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, όσο και αναφορικά με τον προσδιορισμό της ευθύνης ενός εκάστου των εμπλεκομένων προσώπων.

Έτσι διερευνώντας την ευθύνη των εκκαλούντων ιατρών, εξετάζοντας και αξιολογώντας τα όσα εισέφεραν στην ακροαματική διαδικασία οι ενόρκως καταθέσαντες μάρτυρες, ειδικότερα δε η ιατροδικαστής Α. Τ., αλλά και οι περισσότεροι των υπολοίπων ιατρών - μαρτύρων, συνέκλιναν στην εκτίμηση ότι η αιμορραγία ήταν σταδιακή οφειλόμενη σε υποχώρηση του οιδήματος ή, κατά τον καθηγητή της μαιευτικής, Γ.

Δ., σε αιμορράγηση των τριχοειδών αγγείων. Τοποθέτησαν δε χρονικά την έναρξη της αιμορραγίας μετά την έξοδο της ασθενούς από την ανάνηψη και κατά τη μεταφορά της στο θάλαμο. Τεκμηρίωσαν αυτό στη διαφοροποίηση των τιμών πίεσης και των σφυγμών που μετά την έξοδο της ασθενούς από την ανάνηψη εμφάνισαν μια πτώση εν τω μεταξύ.

Υπήρξε δε και η άποψη, που διατυπώθηκε από τον ιατρό, Ε. Σ. ότι η αιμορραγία προήλθε από μεγάλο αγγείο και εξελίχθηκε ραγδαίως, χωρίς να απομένει χρόνος στους ιατρούς της κλινικής είτε να προβούν στη διάγνωση αυτής, είτε, πολύ περισσότερο, να προλάβουν να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια προς διάσωση της ασθενούς.

Το τελευταίο όμως δεν επιβεβαιώθηκε από κάποιο ιατροδικαστικό εύρημα. Σύμφωνα με τα ανωτέρω αναλυτικά εκτιθέμενα, αμφότεροι οι εκκαλούντες είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, ως εγγυητές του εννόμου αγαθού της ζωής της ασθενούς με βάση τους κανόνες της ιατρικής δεοντολογίας, να ενεργήσουν, ο καθένας στον δικό του τομέα αρμοδιότητας, σύμφωνα με το περιεχόμενο των κανόνων αυτών και να παρεμποδίσουν το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, εφόσον οι συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το γεγονός της προσβολής του εννόμου αγαθού, τους εξασφάλιζαν την δυνατότητα να επέμβουν.

Υπ’ αυτή την έννοια, ο πρώτος εκκαλών, με την ιδιότητα του χειρουργού της ασθενούς είχε την ευθύνη της καλής έκβασης της χειρουργικής επέμβασης στην οποία περιλαμβάνεται εκτός από το προεγχειρητικό και το στάδιο της εγχειρήσεως και το μετεγχειρητικό στάδιο, που αποτελούν μία ολότητα που οργανώνεται και κατευθύνεται από τον χειρουργό (βλ.

σχετ. ΑΠ 971/2013 ΠΧ/2014 σελ. 666). Και στο μεν προεγχειρηττκό και διεγχειρητικό στάδιο δεν διεγνώσθη οποιαδήποτε πλημμελής ενέργεια ή παράλειψη αυτού, αφού το περιστατικό της αιμορραγίας αντιμετωπίσθηκε έγκαιρα και αποτελεσματικά, ελέγχεται όμως για την κατά το μετεγχειρητικό στάδιο παράλειψή του να εντοπίσει και να ενημερώσει τους ιατρούς του θαλάμου, όπου θα μεταφέρετο η ασθενής, σε σχέση με το ενδεχόμενο μιας εκ νέου αιμορραγίας αυτής, που δεν συνιστά απρόβλεπτο γεγονός για έναν έμπειρο και ικανό ιατρό, όπως τούτο τονίσθηκε στην ακροαματική διαδικασία για τον εκκαλούντα, στον οποίο κυρίως απευθύνονται οι ασθενείς για την διεκπεραίωση τέτοιας βαρύτητας χειρουργείων, όφειλε δε αυτός να εντείνει την προσοχή τους στην παρακολούθηση αυτής και να τους δώσει συγκεκριμένες οδηγίες για την περίπτωση διαγνώσεων της αιμορραγίας.

Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρξε εκ μέρους του τέτοια παράλειψη, διότι εντός του ιατρικού φακέλου της ασθενούς ευρίσκετο το πρακτικό του χειρουργείου, όπου περιγράφετο το συμβάν της αιμορραγίας και εξ αυτού του λόγου, μπορούσαν οι ιατροί της κλινικής να ενημερωθούν από τον ιατρικό φάκελο σε σχέση με αυτό.

Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός αποδυναμώνεται, διότι απουσιάζει το εχέγγυο της εξασφάλισης της γνώσης της εισόδου της ασθενούς στο θάλαμο εκ μέρους των ιατρών της κλινικής και βεβαίως του ιατρικού φακέλου αυτής. Εξάλλου, ο εκκαλών κατηγορούμενος, εσφαλμένως ενεργών, αποδέσμευσε την ειδικευμένη ιατρό Ο. Α.

από την επίβλεψη των ασθενών του θαλάμου, με αποτέλεσμα να αυξηθούν οι πιθανότητες απασχόλησης των δύο εναπομεινάντων ιατρών και συνεπώς απουσίας τους από το γραφείο τους προς εξέταση άλλων ασθενών των θαλάμων της κλινικής με ενδεχόμενο, είτε, να μην λάβουν γνώση της ιδιομορφίας του περιστατικού, είτε, να λάβουν γνώση σε χρόνο που δεν τους έδιδε περιθώρια αποτελεσματικής αντίδρασης, πράγμα το οποίο όφειλε ο εκκαλών να γνωρίζει, ως διευθυντής, υπεύθυνος για την εύρυθμη λειτουργία της κλινικής, και συνεπώς να επιδιώξει την ανεύρεση κάποιου τουλάχιστον εξ αυτών, δεδομένου ότι κανείς δεν είχε υποχρέωση να τους αναζητήσει και να ενημερώσει ειδικότερα, πλην του ιδίου που χειρούργησε την ασθενή.

Με αυτές τις συνθήκες η απλή ένταξη του πρακτικού του χειρουργείου στον ιατρικό φάκελο της ασθενούς δεν εξασφάλιζε οπωσδήποτε γνώση των συναδέλφων του, δοθέντος ότι σύμφωνα με την ακολουθούμενη πρακτική στη λειτουργία της κλινικής ο ιατρικός φάκελος παρελαμβάνετο από έναν τραυματιοφορέα μαζί με τον ασθενή και τον τοποθετούσε επάνω στο γραφείο των ιατρών χωρίς διάκριση από τους ήδη υπάρχοντες φακέλους των άλλων ασθενών και χωρίς να ενημερώνει τους ιατρούς της κλινικής, αν δεν ήταν εκεί, όπως συνέβη και εν προκειμένω.

Αναμφίβολα οι ιατροί της κλινικής, στα πλαίσια της κατανομής έργου, που τους είχε ανατεθεί, είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να εκτελέσουν με επιμέλεια το δικό τους έργο, που περιελάμβανε την ενημέρωσή τους από τον ιατρικό φάκελο για την κατάσταση της χειρουργηθείσης ασθενούς και την συνεχή φροντίδα που αυτή απαιτούσε.

Όμως, όπως ανωτέρω αναλυτικά αναφέρθηκε, τούτο είχε ως προαπαιτούμενο, ότι είχαν εν προκειμένω γνώση των ιδιαιτέρων δεδομένων της καταστάσεως της ασθενούς, που θα την εξασφάλιζε πολύ περισσότερο η προφορική τους ενημέρωση από τον πρώτο εκκαλούντα και μάλιστα στον δέοντα για την περίσταση βαθμό με παράλληλη παραδοχή οδηγιών για την παρακολούθηση της ασθενούς, λόγω και της μεγαλύτερης πείρας του, αλλά και της αμέσου αντιλήψεως εκ μέρους του, του κινδύνου που αυτή διέτρεξε από την αιμορραγία στο χειρουργείο.

Εξάλλου ουδόλως προέκυψε ότι, η νοσηλεύτρια παραλαβής, που ήταν και ο ενδιάμεσος κρίκος μεταξύ του χειρουργού, των αναισθησιολόγων και των ιατρών της κλινικής, ενημερώθηκε από κάποιον για την εντατική παρακολούθηση της ασθενούς. Σημειωτέον δε ότι, ο εκκαλών χειρουργός δεν φρόντισε ούτε ο ίδιος να ενημερωθεί για την κατάσταση στην οποία εξήλθε από την ανάνηψη η ασθενής καθώς και για την καταγραφή των ενδείξεων των ζωτικών σημείων, παρ’ ότι όφειλε να γνωρίζει τούτο, ώστε να καθορίσει την μετεγχειρητική πορεία της ασθενούς στον θάλαμο της κλινικής.

Επιπρόσθετα δε αναφέρεται, συμπληρωματικά με το γεγονός που μέχρι τώρα αποδείχθηκε, δηλαδή της ελλείψεως ενημερώσεως των ιατρών της κλινικής εκ μέρους του εκκαλούντος, να ληφθεί υπόψιν και ο ισχυρισμός του ιατρού Ε. Σ., ότι το πρακτικό του χειρουργείου, δεν συνετάχθη την ιδία ημέρα αλλά την επομένη. Τούτο δε βασίμως συνάγεται, διότι, την επομένη του συμβάντος τον επισκέφθηκε ο ίδιος ο εκκαλών και τον ρώτησε, αν είχε αντίρρηση να τον συμπεριλάβει στο πρακτικό του χειρουργείου.

Κατόπιν τούτων οι παραλείψεις του πρώτου εκκαλούντος δεν τον νομιμοποιούν για την επίκληση εκ μέρους του ισχυρισμούς περί της αρχής της εμπιστοσύνης, σύμφωνα με την οποία αυτός έδρασε στον δικό του τομέα δράσης εμπιστευόμενος ότι και οι αναισθησιολόγοι και οι ιατροί της κλινικής στον δικό τους τομέα δράσης θα δράσουν επιμελώς.

Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω αναλυτικά εκτιθέμενα στοιχειοθετείται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς η ποινική ευθύνη του πρώτου εκκαλούντος για την αξιόποινη πράξη, για την οποία και πρωτοδίκως καταδικάστηκε. Περαιτέρω, όπως ήδη προαναφέρθηκε, σύμφωνα με την κατάσταση που υπογράφει ο πρώτος εκκαλών ως Δ/ντης της κλινικής, υπεύθυνοι για τους ασθενείς της κλινικής εκείνη την ημέρα, ήταν ως ειδικευμένοι ιατροί η εκκαλούσα κατηγορουμένη Γ.

Δ. και η Ο. Α. και ως ειδικευόμενοι ο Ν. Κ. και ο Β. Ζ.. Πλην όμως, όπως προέκυψε, ο μεν Ν. Κ. απουσίαζε σε rotation και ως εκ τούτου δεν θα έπρεπε να αναγράφεται στο πρόγραμμα της κλινικής, η δε Ο. Α. ευρίσκετο σε προγραμματισμένο χειρουργείο καισαρικής τομής. Η ανάθεση στην εν λόγω ιατρό παράλληλου καθήκοντος, έγινε από τον πρώτο εκκαλούντα και είχε ως αποτέλεσμα να μην βρίσκεται αυτή στην κλινική, παρά το ότι την ημέρα εκείνη εκτελούντο προγραμματισμένα χειρουργεία.

Επομένως υπήρξε αμέλεια του πρώτου εκκαλούντος, ως Δ/ντη της Κλινικής, κατά την ανάθεση παράλληλων καθηκόντων, που συνέβαλε στο αποτέλεσμα του θανάτου της ασθενούς Δ. Μ., αφού η συγκεκριμένη ιατρός δεν μπόρεσε να παραλάβει και να εξετάσει την ασθενή. Εξάλλου, η δεύτερη εκκαλούσα αν και όφειλε να ευρίσκεται στην κλινική και να παραλάβει την ασθενή Δ.

Μ., εντούτοις, όπως ήδη προαναφέρθηκε, απουσίαζε από αυτήν και δεν την παρέλαβε, ούτε διενήργησε την αυτονόητη, αλλά και επιβεβλημένη από τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και δεοντολογίας καθώς και από την συνήθη πρακτική της κλινικής, εξέταση της χειρουργημένης ασθενούς, ούτε και ενημερώθηκε από τον φάκελο της για την κατάσταση της υγείας της και το ιστορικό της.

Η δεύτερη εκκαλούσα ισχυρίστηκε ότι είχε μεταβεί στα εξωτερικά ιατρεία προκειμένου να εξετάσει τρία περιστατικά, κατόπιν κλήσεώς της από τον υπεύθυνο ειδικευόμενο, τότε, ιατρό των εξωτερικών ιατρείων. Πλην όμως, τόσο από την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεώς της, αλλά και την απολογία αυτής στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, προέκυψε ότι η παρουσία της στα εξωτερικά ιατρεία δεν ήταν αναγκαία για την αντιμετώπιση επικειμένου κινδύνου ή έστω δύσκολου περιστατικού, αλλά ήταν επιλογή της ιδίας να ευρίσκεται εκεί και να απασχολείται με περιστατικά ευθύνης των εξωτερικών ιατρείων, παρά το ότι υπήρχε άλλος υπεύθυνος ειδικός και ειδικευμένος ιατρός γι’ αυτά, αντί να ευρίσκεται στην κλινική και να εκτελεί τα ανατεθειμένα σε αυτήν καθήκοντα.

Επομένως, υπάρχει αμέλεια της δεύτερης εκκαλούσας, που συνίσταται στην αδικαιολόγητη απουσία της για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς να λάβει σχετική άδεια και χωρίς να ενημερώσει γι’ αυτό, καθώς και στην παράλειψη ενημέρωσης και παρακολούθησης της ασθενούς της κλινικής Δ. Μ., που συνέτεινε στον θάνατο αυτής, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της, που αποτελούν άρνηση της κατηγορίας. Έτσι η ασθενής Δ. Μ. παρέμεινε στον θάλαμο νοσηλείας χωρίς να εξετασθεί από την υπεύθυνη ιατρό της κλινικής, δεύτερη εκκαλούσα, αλλά ούτε και από τον επίσης υπεύθυνο θεράποντα ιατρό της, χειρουργό, πρώτο εκκαλούντα, παρά τη μεγάλη επιπλοκή που παρουσιάστηκε κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης στο χειρουργείο, μέχρι και ώρα 14.00 μ.μ που έγινε αντιληπτό από την νοσηλεύτρια της κλινικής Φ. Κ., που πραγματοποίησε την επιβεβλημένη επίσκεψη και εξέταση των ασθενών, ότι δεν έχει πλέον ζωτικά σημεία με αποτέλεσμα να αποβιώσει κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στην κλινική χωρίς να έχει γίνει οτιδήποτε για την αποτροπή της επιδείνωσης της υγείας της.

Συνεπώς, η ανωτέρω διαδοχική συμπεριφορά των ιατρών, πρώτου και δεύτερης των εκκαλούντων, που οδήγησε στο αποτέλεσμα του θανάτου της ασθενούς, έγινε κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και των κανόνων που γνώριζαν ή έπρεπε να γνωρίζουν και είχε ως συνέπεια τη μη αντίληψη και μη κοινοποίηση του κινδύνου που απειλεί το έννομο αγαθό της ζωής, έχοντας συνεχή επίβλεψη και τεταμένη την προσοχή τους, ώστε να προληφθεί η επιδείνωση της κατάστασης της θανούσης. Πρέπει επομένως, αμφότεροι οι εκκαλούντες να κηρυχθούν ένοχοι με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α, όπως και πρωτοδίκως...". Ακολούθως το Τριμελές Εφετείο Πατρών κήρυξε τους κατηγορούμενους-αναιρεσείοντες ενόχους (τη δεύτερη εξ αυτών κατά πλειοψηφία), με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ, ανθρωποκτονίας από συγκλίνουσα αμέλεια, συνισταμένης στο ότι: "Στην Πάτρα στις 24-11-2008 από αμέλειά τους, δηλαδή έλλειψη της προσοχής, την οποίαν όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα των πράξεων και παραλείψεών τους και επέφεραν το θάνατο της Δ. Μ., αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν την επέλευση του αποτελέσματος αυτού και παρά το γεγονός ότι συνεπεία του επαγγέλματός τους ήταν υπόχρεοι σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή.

Ειδικότερα, οι κατηγορούμενοι αν και είχαν λόγω της ιδιότητάς τους ως ιατρών και ως υπαλλήλων δημοσίου νοσοκομείου, την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, βάσει των διατάξεων του Α.Ν 1565/1939 "Κώδικα ασκήσεως ιατρικού επαγγέλματος" (άρθρα 13 και 24), του Ν.3418/2005 "Κώδικας ιατρικής δεοντολογίας" (άρθρα 2 και 8) και του Ν. 3528/2007 "Δημοσιοϋπαλληλικός Κώδικας" (άρθρα 24 και 25), δηλαδή βάσει ρητών διατάξεων νόμου και συμπλέγματος νομικών καθηκόντων που συνδέονται με την έννομη θέση τους ως υπαλλήλων σε νοσοκομείο, δεν προέβησαν στις αντικειμενικώς επιβαλλόμενες εκ των ιδιοτήτων τους ενέργειες και συγκεκριμένα:

Α) Ο πρώτος κατηγορούμενος, Μ. Π., ως Διευθυντής της Μαιευτικής -Γυναικολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Πατρών "Ο Άγιος Ανδρέας" και ιατρός μαιευτήρας-γυναικολόγος, με την ανωτέρω ιδιότητα του τόσο ως υπεύθυνου χειρουργού της επέμβασης στην οποία υπεβλήθη η ασθενής και του Διευθυντή της Μαιευτικής- Γυναικολογικής Κλινικής και ως εκ τούτου αρμοδίου και υπεύθυνου για την εύρυθμη λειτουργία της κλινικής, ενόψει και του γεγονότος της επιπλοκής που παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια της εγχείρησης, δε φρόντισε για την επιμελή και συνεχή παρακολούθηση της ασθενούς από το χρονικό σημείο της ολοκλήρωσης του χειρουργείου μέχρι, και την εγκατάσταση της ασθενούς στο θάλαμο της κλινικής, ούτε για την προσήκουσα μεταφορά της στην κλινική ούτε και για την παρακολούθηση της κατάστασης της υγείας της μετά τη μεταφορά της στην κλινική και δεν επέστησε στους συναδέλφους του ιατρούς την προσοχή για διαρκή και αυξημένη παρακολούθηση της ασθενούς, καθότι, i) Δεν ενημέρωσε τους ιατρούς της κλινικής στην οποία ήταν Διευθυντής ότι επρόκειτο να μεταφερθεί η ανωτέρω ασθενής, η οποία μάλιστα είχε παρουσιάσει επιπλοκή στο χειρουργείο, ώστε να είναι γνώστες και προετοιμασμένοι να την παραλάβουν και να παρακολουθήσουν τη μετεγχειρητική της κατάσταση εντός του θαλάμου της κλινικής, ii) Παρά το γεγονός ότι η ειδικευμένη ιατρός επιμελήτρια Α.

Α. Ο. ήταν επιφορτισμένη να βρίσκεται στη Μαιευτική - Γυναικολογική κλινική, έδωσε εντολή να βρίσκεται εκτός αυτής και συγκεκριμένα σε προγραμματισμένο χειρουργείο, ανέθεσε δηλαδή στην ανωτέρω ιατρό παράλληλα καθήκοντα, με αποτέλεσμα αυτή να απουσιάζει από την κλινική κατά το χρόνο παραλαβής της ασθενούς.

Β) Η κατηγορουμένη, Δ. Γ., ως ειδικευμένη ιατρός μαιευτήρας- γυναικολόγος (Επιμελήτρια Α’ ) και υπεύθυνη ιατρός της κλινικής κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία, αδικαιολόγητα απουσίαζε από το χώρο της κλινικής, ευρισκόμενη κατά τον κρίσιμο χρόνο της εισαγωγής της ασθενούς στο θάλαμο της κλινικής στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία, ούτε όμως φρόντισε να ενημερωθεί για την τυχόν μεταφορά και εισαγωγή ασθενούς στην κλινική, αν και γνώριζε ότι κατά τη συγκεκριμένη ημέρα πραγματοποιούνταν προγραμματισμένα χειρουργεία από το πρωί, αποτέλεσμα δε της απουσίας της ήταν να στερηθεί η ασθενής της ενδεδειγμένης παρακολούθησης της μετεγχειρητικής της πορείας από ειδικευμένο ιατρό.

Αποτέλεσμα όλων των ανωτέρω ενεργειών και παραλείψεων του πρώτου και της δεύτερης κατηγορουμένων, ήταν αυτή να τύχει ελλιπούς και μη προσήκουσας ιατρικής φροντίδας και μέσα σε χρονικό διάστημα περίπου έξι (6) ωρών από την εισαγωγή της στο χειρουργείο να καταλήξει, λόγω ενδοκοιλιακής αιμορραγίας, η οποία ως μόνη ενεργός αιτία, οδήγησε στο θάνατό της".

Κατόπιν τούτων: Α) Ως προς την αναίρεση του Π. Μ. και τους πρόσθετους λόγους αυτής: Με αυτά που δέχτηκε, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση του οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ. 1, 28, και 302 παρ. 1 του ΠΚ σε συνδ.

με τα άρθρα 13 και 14 ΑΝ 1565/1939 (Κώδικας ασκήσεως ιατρικού επαγγέλματος), 24 και 25 Ν. 3528/07 (Κώδικας Δημοσίων Πολ. Διοικ. Υπαλλήλων και Υπαλ. ΝΠΔΔ) και 2 και 8 Ν. 3418/2005 (Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας), τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντα:

Α) Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα: α) τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και του συμπλέγματος νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με την έννομη θέση του αναιρεσείοντα ως υπαλλήλου σε νοσοκομείο, εντοπιζόμενη στο ότι αυτός 1) ως υπεύθυνος χειρουργός της επέμβασης στην οποία υποβλήθηκε στις 24-10-2008 η ασθενής Δ.

Μ., κατά τη διάρκεια της οποίας έλαβε χώρα επιτυχώς αντιμετωπισθέν από αυτόν χειρουργικό σύμβαμα (τρώση της έσω δεξιάς λαγονίου φλεβός) με συνέπεια την πρόκληση σημαντικής και απότομης αιμορραγίας, κατά το μετεγχειρητικό στάδιο, ήτοι από το χρονικό σημείο της ολοκλήρωσης του χειρουργείου μέχρι και την εγκατάσταση της ασθενούς στο θάλαμο της κλινικής, δεν φρόντισε (παρέλειψε) να εντοπίσει και να ενημερώσει (μάλιστα και προφορικά) τους ιατρούς της κλινικής ότι θα μεταφέρετο η ανωτέρω ασθενής καθώς και για τον κίνδυνο που αυτή διέτρεξε από την επισυμβάσα στο χειρουργείο αιμορραγία, με παράλληλη παροχή οδηγιών για την παρακολούθησή της, όπως θα έκανε ο μέσος συνετός χειρουργός, έτσι ώστε οι τελευταίοι (ιατροί κλινικής) να είναι γνώστες της καταστάσεώς της και προετοιμασμένοι να την παραλάβουν και να παρακολουθήσουν τη μετεγχειρητική της κατάσταση εντός του θαλάμου της κλινικής και 2) ως Διευθυντής της Μαιευτικής -Γυναικολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Πατρών "Ο Άγιος Ανδρέας" και ως εκ τούτου αρμόδιος και υπεύθυνος για την εύρυθμη λειτουργία αυτής, παρά το γεγονός ότι η ειδικευμένη ιατρός, επιμελήτρια Α.

Ο. Α., ήταν επιφορτισμένη να βρίσκεται στη Μαιευτική -Γυναικολογική κλινική, έδωσε εντολή να βρίσκεται εκτός αυτής (αυξάνοντας έτσι τις πιθανότητες απασχόλησης των δύο εναπομεινάντων ιατρών με την εξέταση άλλων ασθενών των θαλάμων) και συγκεκριμένα σε προγραμματισμένο χειρουργείο, της ανέθεσε δηλαδή παράλληλα καθήκοντα, με αποτέλεσμα αυτή να απουσιάζει από την κλινική κατά το χρόνο παραλαβής της ασθενούς Δ.

Μ., η οποία κατά την παραμονή της στο θάλαμο της κλινικής υπέστη ενδοκοιλιακή αμορραγία εξ αιτίας της οποίας επήλθε ο θάνατός της περί ώρα 14.00 μ.μ της ίδιας ημέρας (24-10-2008), β) η δυνατότητα αυτού, ενόψει του επαγγέλματός του ως ιατρού, έμπειρου και ικανού χειρουργού, να προβλέψει το αποτέλεσμα που επήλθε από την ανωτέρω αμελή συμπεριφορά του, γ) ο αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην τελευταία και το αποτέλεσμα που επήλθε, αφού σαφώς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές σκέψεις αναφέρεται ότι στην επέλευση του θανάτου της ασθενούς συνέβαλε η ως άνω υπό στοιχ.

α’ αμελής συμπεριφορά του (ΑΠ 809/15) και δ) το είδος της αμέλειάς του, η οποία, όπως προκύπτει από το σύνολο του σκεπτικού αλλά και από το διατακτικό, που το συμπληρώνει, είναι μη συνειδητή, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προήλθε από την συμπεριφορά του, ήτοι τον θάνατο της Δ.

Μ..

Οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα είναι αβάσιμες, αφού: α) Ουδεμία αντίφαση ως προς το είδος της αμέλειας του αναιρεσείοντα υφίσταται εκ της αναφοράς στο σκεπτικό ότι ούτος "....ελέγχεται για την κατά το μετεγχειρητικό στάδιο παράλειψή του να εντοπίσει και ενημερώσει τους ιατρούς του θαλάμου σε σχέση με το ενδεχόμενο μιας νέας αιμορραγίας που δεν συνιστά απρόβλεπτο γεγονός για έναν έμπειρο και ικανό ιατρό...", αναφορά η οποία δέχεται το ενδεχόμενο μίας νέας αιμορραγίας μόνο ως δυνάμενο να προβλεφθεί από έναν ικανό ιατρό, ως ο αναιρεσείων, και όχι ως προβλεφθέν στη συγκεκριμένη περίπτωση από αυτόν ώστε να μπορεί να γίνει λόγος και περί ενσυνείδητης αμέλειας αυτού και κατά συνέπεια ασάφειας ως προς το είδος της αμέλειας που δέχεται η προσβαλλομένη, β) Δια του συνόλου των παραδοχών της ουδόλως η προσβαλλομένη δέχεται ότι ο αναιρεσείων δεν απέτρεψε αποτέλεσμα θετικής αμελούς συμπεριφοράς του, ως αβάσιμα ούτος υποστηρίζει, αλλά μόνο ότι, λόγω της σοβαρότητας της επέμβασης στην οποία υποβλήθηκε η θανούσα, κατά την οποία έλαβε χώρα ορθώς αντιμετωπισθείσα επιπλοκή, ούτος όφειλε κατά το μετεγχειρητικό στάδιο να ενημερώσει και να επιστήσει την προσοχή των ιατρών της κλινικής ως προς την παρακολούθηση της εξέλιξης της υγείας της, γ) Κατά τρόπο σαφή και όχι ενδοιαστικά η προσβαλλομένη δέχεται ως αιτία της ενδοκοιλιακής αιμορραγίας που προκάλεσε τον θάνατο της Δ.

Μ., τη χαλάρωση της απολινώσεως, υιοθετώντας την σχετική εκτίμηση της ιατροδικαστού Α. Τ., αναφέροντας περαιτέρω μόνο διηγηματικά και την περί του ζητήματος αυτού διαφορετική άποψη του καθηγητή της μαιευτικής Γ. Δ.. Άλλωστε, ουδόλως η επιγενόμενη αυτή αιμορραγία αποδίδεται σε ιατρικό σφάλμα του κατηγορουμένου αναιρεσείοντα, δ) Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση η έκθεση και άλλων επιπλέον στοιχείων πέραν αυτών που εκτίθενται ανωτέρω και ε) Για την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντα ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση όλα τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων και η απολογία του, δεν ήταν δε απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση αυτών ή να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, ενώ από το γεγονός ότι στο αιτιολογικό εξαίρονται ορισμένα εξ αυτών, ουδόλως συνάγεται ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της καταδικαστικής δικανικής του κρίσης περιορίστηκε επιλεκτικά στα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και ότι αγνόησε τα υπόλοιπα, τα οποία, εκ του συνόλου των παραδοχών της προσβαλλομένης, προκύπτει σαφώς ότι τα συναξιολόγησε.

Επομένως, άπαντες οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ κύριοι και πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ευθεία ή εκ πλαγίου, των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Οι εκτιθέμενες στους λόγους αυτούς λοιπές αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον εξ αυτών συνάγονται, κατά τον αναιρεσείοντα, αντίθετα συμπεράσματα από αυτά στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες καθόσον αφορούν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, την οποία και επιχειρούν να πλήξουν με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

Β) Ως προς την αναίρεση της Γ. Δ.: Με αυτά που δέχτηκε, το Δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση του οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ. 1, 28, και 302 παρ. 1 του ΠΚ σε συνδ.

με τα άρθρα 13 και 14 ΑΝ 1565/1939 (Κώδικας ασκήσεως ιατρικού επαγγέλματος), 24 και 25 Ν. 3528/07 (Κώδικας Δημοσίων Πολ. Διοικ. Υπαλλήλων και Υπαλ. ΝΠΔΔ) και 2 και 8 Ν. 3418/2005 (Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας). Ειδικότερα, καίτοι η προσβαλλομένη δέχεται ότι οι ιατροί της Μαιευτικής - Γυναικολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Πατρών, μεταξύ των οποίων και η εδώ αναιρεσείουσα (Επιμελήτρια Α’ ), δεν είχαν ενημερωθεί από τον χειρουργό Π.

Μ. για την κατάσταση της χειρουργηθείσας από τον τελευταίο ασθενούς Δ. Μ. και την επιπλοκή που αυτή παρουσίασε στο χειρουργείο το πρωί της 24-10-2008 καθώς και ότι ο σχετικός ιατρικός φάκελλος της εν λόγω ασθενούς με το πρακτικό του χειρουργείου συμπληρώθηκε την επομένη (29-10-2008), στη συνέχεια αντιφατικά θεμελιώνει την αμέλεια της ως άνω αναιρεσείουσας αναφορικά με τον επελθόντα στο θάλαμο της κλινικής θάνατο της ασθενούς από ενδοκοιλιακή αιμορραγία στο ότι αυτή (αναιρεσείουσα), αν και ως ειδικευμένη ιατρός και υπεύθυνη της κλινικής, όφειλε να ευρίσκεται σ’ αυτήν και να παραλάβει την ασθενή Δ.

Μ., εντούτοις απουσίαζε αδικαιολόγητα στα εξωτερικά ιατρεία κατόπιν επιλογής της, με αποτέλεσμα να μην παραλάβει και να μην εξετάσει την ανωτέρω χειρουργημένη ασθενή και να μην ενημερωθεί από το φάκελλό της για την κατάστασή της υγείας της και το ιστορικό της, χωρίς όμως να αιτιολογεί από ποιόν άλλον (πλην του χειρουργού Π.

Μ.) θα μπορούσε να λάβει ή έλαβε τη σχετική ενημέρωση ως προς την κατάσταση της παραπάνω ασθενούς καθώς και πως ήταν δυνατόν να λάβει γνώση του, μη έχοντος εισέτι συμπληρωθεί, πρακτικού του χειρουργείου ώστε να μπορεί να γίνει λόγος περί αδικαιολόγητης απουσίας της στα εξωτερικά ιατρεία (ήτοι σε χώρο ευρισκόμενο εντός του Νοσοκομείου) "κατόπιν επιλογής της", παραδοχή η οποία προϋποθέτει εκ μέρους της στάθμιση μεταξύ περισσοτέρων γνωστών όμως σ’ αυτήν υποχρεώσεων.

Ωσαύτως ουδόλως αιτιολογείται η δυνατότητα αυτής να προβλέψει το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα εφόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ουδεμία πληροφόρηση είχε αναφορικά με την κατάσταση της υγείας της θανούσας και την επιπλοκή που παρουσίασε η υγεία της στο χειρουργείο. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, εξεταζόμενος και αυτεπαγγέλτως, λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αλλά και για έλλειψη νόμιμης βάσεως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς την αναιρεσείουσα κατηγορούμενη Γ.

Δ. του Γ. και ακολούθως να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς αυτήν για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 1214/2015, 247 και 294/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Πατρών ως προς την κατηγορουμένη- αναιρεσείουσα Γ. Δ. του Γ..

Παραπέμπει ως προς αυτήν την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει την από 23-5-2016 (με αριθ. 13/2016) αίτηση του Π. Μ. του Κ., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1214/2015, 247 και 294/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Πατρών καθώς και τους από 18-7-2016 πρόσθετους αυτής λόγους που κατατέθηκαν με χωριστό δικόγραφο στις 19-7-2016.

Καταδικάζει τον αμέσως παραπάνω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Σεπτεμβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ