Supreme Court dismisses appeal for lack of res judicata violation regarding labor law classification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision on res judicata grounds. The appellant argued that the lower court erred by finding a change in the employer's legal status altered the nature of the labor relationship, despite the plaintiff's claim relying solely on unilateral contract terms. The court held that the lower court correctly identified that the plaintiff's claim was based on a unilateral modification of wage calculation, not a change in the employer's legal personality, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(16) C.Pol.D.; Art. 321, 322, 324 C.Pol.D.; An appeal is inadmissible if the lower court did not violate the law by accepting or rejecting a matter already decided as res judicata between the same parties regarding the same cause of action.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1419 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1419/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο τμήμα), Ασπασία Καρέλλου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Λ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγι Παπαστεργίου, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "ΓΑΛΑΚΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ... ΑΕ" η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Θεοδόση, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι η επωνυμία της τροποποιήθηκε σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΕΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με διακριτικούς τίτλους "..." και "..." και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 454/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 472/2013 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/1/2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. H Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 27/1/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.16 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντας το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβεσαν τις έννομες αυτές συνέπειες.
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ από τον Άρειο Πάγο επισκοπείται και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και με βάση αυτή ελέγχεται η παραδοχή του δικαστηρίου για συγκεκριμένη έννομη σχέση (Ολ ΑΠ 7/2013, ΑΠ 1.255/2015, 856/2014).
Για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται :α) η αποδιδόμενη παράβαση, β) το περιεχόμενο της απόφασης, από την οποία έχει δημιουργηθεί ή όχι δεδικασμένο, γ) αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ύπαρξη δεδικασμένου, δ) ποιος ήταν ο ισχυρισμός, για τον οποίο έγινε επίκληση του δεδικασμένου, ε) για ποια αιτία δεν υπάρχει δεδικασμένο, στην περίπτωση που ο αναιρεσείων το αμφισβητεί και στ) ο τρόπος με τον οποίο παραβιάσθηκε ή όχι το δεδικασμένο (ΑΠ 1.184/2015).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ελέγχεται η νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν η προβολή του ήταν παραδεκτή και νόμιμη (Ολ ΑΠ 15/2000, ΑΠ 9/2014, 182/2014). Σημειώνεται εδώ, ότι το δεδικασμένο, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 332 ΚΠολΔ, δεν ανήκει στους κανόνες δημόσιας τάξης, αφού οι διατάξεις που το καθιέρωσαν έχουν τεθεί για την εξυπηρέτηση ιδιωτικού συμφέροντος και όχι άλλου ανώτερου κοινωνικού σκοπού (ΑΠ 541/2014,1520/2010).
ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα επί της διαδικαστικής πορείας της ένδικης υπόθεσης και του παραδεκτού και βασίμου των εδώ ερευνώμενων δύο αναιρετικών λόγων, που προβάλλονται με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης:
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας την από 20-12-2004 αγωγή, στην οποία εκθέτει ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, που διατηρεί εργοστάσιο επεξεργασίας γάλακτος και παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων, στις 22-4-1988, για να απασχοληθεί ως φύλακας του εργοστασίου της στη ΒΙΠΕ Λάρισας, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ότι, επειδή η αναιρεσίβλητη είχε κατά το χρόνο της πρόσληψής του κύριο μέτοχο την τότε Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Λάρισας, το γεγονός αυτό της προσέδιδε το χαρακτήρα συνεταιριστικής οργάνωσης και για το λόγο αυτό υπάγονταν μισθολογικά στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας των Συνεταιριστικών Υπαλλήλων (εφεξής ΣΣΕ της ΟΣΥΓΟ).
Ότι από το έτος 2001 η εναγομένη καταβάλλει σε αυτόν μηνιαίες αποδοχές βάσει της κλαδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας των εργαζομένων στις βιομηχανίες τυροκομίας, τυροκομικές επιχειρήσεις εν γένει και τυροκομικά εργαστήρια όλης της χώρας και όχι βάσει της ΣΣΕ της ΟΣΥΓΟ, παρόλο που η υπαγωγή του αναιρεσείοντος στο μισθολογικό καθεστώς που προβλέπεται από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ της ΟΣΥΓΟ είχε αποτελέσει σιωπηρά ουσιώδη όρο της εργασιακής του σύμβασης με την αναιρεσίβλητη, ο οποίος συνάγεται από τη μακροχρόνια, συνεχή, σταθερή και ανεπιφύλακτη εφαρμογή του μισθολογικού καθεστώτος της ΣΣΕ της ΟΣΥΓΟ και ότι η μονομερής αυτή βλαπτική μεταβολή του μισθολογικού καθεστώτος του υπήρξε βλαπτική για τα συμφέροντά του και δικαιούται αυτός, ως ευρισκόμενος σε γνήσια ετοιμότητα εργασίας, όλες τις νόμιμες αποδοχές βάσει των εκάστοτε ισχυουσών ΣΣΕ της ΟΣΥΓΟ.
Ζήτησε δε στη συνέχεια του ιστορικού αυτού να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, επιδομάτων εορτών, επιδομάτων και αποδοχών αδείας, καθώς και αμοιβών για υπερωριακή, νυκτερινή και κατά τις αργίες εργασία το ποσό των 27.135,59 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε αξίωση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 454/2004 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, η οποία έκρινε ότι η υπαγωγή του ενάγοντος στο μισθολογικό καθεστώς που προβλέπεται από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ της ΟΣΥΓΟ είχε αποτελέσει σιωπηρώς ουσιώδη όρο της εργασιακής του σύμβασης με την εναγομένη και ότι η μονομερής από μέρους της μεταβολή του μισθολογικού καθεστώτος του υπήρξε βλαπτική για τα συμφέροντα του ενάγοντος, ο οποίος δικαιούται όλες τις νόμιμες αποδοχές, ως ευρισκόμενος σε γνήσια ετοιμότητα εργασίας.
Στη συνέχεια επιδίκασε στον ενάγοντα για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας του χρονικού διαστήματος από 1-1-2001 έως 31-12-2004 το συνολικό ποσό των 6.567,61 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα τα υπόλοιπα αγωγικά κονδύλια. Κατά της παραπάνω απόφασης οι διάδικοι άσκησαν τις από 14-11-2005 (ο ενάγων) και από 16-12-2005 (η εναγομένη) αντίθετες εφέσεις τους ενώπιον του Εφετείου Λάρισας, το οποίο, με την 590/2007 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε αυτές, απέρριψε την έφεση της εναγομένης ως ουσιαστικά αβάσιμη και έκανε εν μέρει δεκτή κατ’ ουσία την έφεση του ενάγοντος μόνο ως προς το λόγο που αναφέρονταν στην έναρξη της τοκοδοσίας του επιδικασθέντος με την πρωτόδικη απόφαση ποσού και μετά ταύτα εξαφάνισε την τελευταία μόνο ως προς τη διάταξη αυτή, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό νομιμότοκα από την επομένη της δήλης ημέρας πληρωμής των επί μέρους κονδυλίων.
Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης άσκησε αναίρεση η εναγομένη εταιρεία, η οποία έγινε δεκτή με την 1936/2008 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, για το λόγο ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της σύναψης σιωπηρώς συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων περί υπαγωγής του ενάγοντος στις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ της ΟΣΥΓΟ και του ειδικότερου περιεχομένου της συμφωνίας αυτής.
Ακολούθως παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Μετά από κλήση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος η υπόθεση συζητήθηκε εκ νέου από το Εφετείο Λάρισας, το οποίο, με την προσβαλλόμενη 472/2013 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και πέραν των ως άνω αναφερόμενων σχετικά με το αντικείμενο της επιχείρησης της εναγομένης, την ειδικότητα του ενάγοντος, το χρόνο πρόσληψης αυτού και τον πράγματι καταβαλλόμενο μισθό, περιστατικά τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν, τα ακόλουθα ουσιώδη:
Ότι κατά το χρόνο πρόσληψης του ενάγοντος αποκλειστική μέτοχος της εναγομένης ήταν η Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Λάρισας, γεγονός που της προσέδιδε το χαρακτήρα της συνεταιριστικής εταιρείας, σύμφωνα με το άρθρο 39 παρ. 1 και 2 του ν. 2169/1993. Ότι έτσι ο ενάγων υπαγόταν μισθολογικά στη συλλογική σύμβαση εργασίας των συνεταιριστικών υπαλλήλων (ΟΣΥΓΟ) και οι αποδοχές του καθορίζονταν με βάση τις συλλογικές συμβάσεις που ίσχυαν για τους πωλητές των συνεταιριστικών οργανώσεων.
Ότι ο ενάγων απασχολήθηκε με την ανωτέρω ιδιότητα στην εναγομένη έως το έτος 1999, οπότε η τελευταία του ανέθεσε καθήκοντα φύλακα του εργοστασίου της, ιδιότητα με την οποία απασχολήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 30-6-2000, στη συνέχεια δε, λόγω της εκ μέρους της εναγομένης ανάθεσης της φύλαξης της επιχείρησης σε ιδιωτική εταιρεία φύλαξης και της αδυναμίας της να καταγγείλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος, ως προστατευόμενου από το ν. 1264/1982 συνδικαλιστικού στελέχους, πρότεινε στον τελευταίο να εργασθεί ως πωλητής προϊόντων της επιχείρησής της, ειδικότητα με την οποία, εξάλλου, είχε απασχοληθεί καθ’ όλο το προηγηθέν υπερδεκαετές χρονικό διάστημα, πρόταση που έγινε δεκτή και όντως ο ενάγων κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του έτους 2000 απασχολήθηκε στην εναγομένη ως πωλητής.
Ότι το μήνα Μάϊο του έτους 2000 η εναγομένη περιήλθε με εξαγορά του 70% των μετοχών της στην ιδιοκτησία της "... ΑΕ", με αποτέλεσμα να απωλέσει το χαρακτήρα της συνεταιριστικής εταιρείας, αφού το ποσοστό των μετοχών της (πρώην αποκλειστικής της μετόχου) Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Λάρισας περιορίστηκε κάτω του 51% (άρθρο 39 παρ. 1και 2 του ν. 2169/1993).
Ότι ενόψει αυτής της αλλαγής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της εναγομένης και της εντεύθεν αλλαγής του χαρακτήρα αυτής (έπαυσε να είναι συνεταιριστική εταιρεία), η τελευταία έκτοτε, δηλαδή από το μήνα Μάιο του έτους 2000, καταβάλλει στον ενάγοντα μηνιαίες αποδοχές με βάση την κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας των εργαζομένων στις βιομηχανίες τυροκομίας, τυροκομικές επιχειρήσεις εν γένει και τυροκομικά εργαστήρια όλης της χώρας, στο πεδίο εφαρμογής της οποίας η ίδια υπάγεται και δεν υπολογίζει αυτές με βάση τις ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις (ΟΣΥΓΟ), όπως συνέβαινε έως τότε, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα την αναφερόμενη στην αγωγή μείωση των αποδοχών του ενάγοντος.
Ότι η μακροχρόνια και συνεχής αυτή εφαρμογή, ως προς τους όρους αμοιβής και εργασίας του ενάγοντος, των έως τότε ισχυόντων Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας των Συνεταιριστικών Υπαλλήλων (ΟΣΥΓΟ) γινόταν υπό το ισχύον τότε νομικό καθεστώς της υπαγωγής της εναγομένης στο πεδίο εφαρμογής των ΣΣΕ αυτών, λόγω του χαρακτήρα της ως συνεταιριστικής εταιρείας, δυνάμει νομικής της υποχρέωσης, απορρέουσας από το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 1876/1990, και δεν συνάγεται εξ αυτής σιωπηρή μεταξύ των διαδίκων συμφωνία περί υπαγωγής του ενάγοντος στις ανωτέρω ΣΣΕ των συνεταιριστικών υπαλλήλων (ΟΣΥΓΟ), ανεξάρτητη από το ισχύον εκάστοτε νομικό καθεστώς αναφορικά με το χαρακτήρα της εναγομένης ως συνεταιριστικής εταιρείας.
Δέχθηκε στη συνέχεια η προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν αποδείχθηκε ότι η υπαγωγή του ενάγοντος στο μισθολογικό αυτό καθεστώς (ΣΣΕ της ΟΣΥΓΟ) είχε αποτελέσει σιωπηρό όρο της εργασιακής του σύμβασης, έξω από το ισχύον εκάστοτε νομικό καθεστώς, αναφορικά με το χαρακτήρα της εναγομένης ως συνεταιριστικής εταιρείας , αφού κανένας από τους εξετασθέντες μάρτυρες δεν κατέθεσε κάτι τέτοιο, ούτε προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.
Ότι, αντιθέτως, ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μετά από πρόταση της εναγομένης, ως μάρτυρας Κ. Χ., τότε γενικός διευθυντής αυτής, ρητώς κατέθεσε ότι "με την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος οι εργαζόμενοι πληρώνονται με τη σύμβαση της τυροκομίας, που ισχύει για όλες της ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Μέχρι το Μάιο του 2000 πληρώνονταν με τη σύμβαση ΟΣΥΓΟ όλοι οι εργαζόμενοι, μετά πληρώνονται με τη σύμβαση της τυροκομίας... Δεν κάναμε συμφωνία να πληρώνονται με τη σύμβαση ΟΣΥΓΟ....". Και ναι μεν η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφ’ όσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχειρήσεως και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβιβάσεως, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις (Ολ ΑΠ 5/1994), πλην όμως, εν προκειμένω, η ανωτέρω μεταβολή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της εναγομένης επέφερε αλλαγή και στο χαρακτήρα αυτής με την εκ του νόμου απώλεια του χαρακτήρα της ως συνεταιριστικής εταιρείας, αλλοιώνοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την ταυτότητα αυτής, που είχε ως συνέπεια την υπαγωγή των υπαλλήλων της στο πεδίο εφαρμογής διαφορετικής ΣΣΕ, δηλαδή εκείνης των εργαζομένων στις βιομηχανίες τυροκομίας κ.λ.π.
Ότι, περαιτέρω, η υπ’ αριθμ 21/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που εκδόθηκε επί αγωγής της ήδη εναγομένης κατά του (μεταξύ των άλλων) ήδη ενάγοντος και επί ανταγωγής του τελευταίου κατά της πρώτης, με την οποία, κατόπιν αποδοχής της ανταγωγής, αναγνωρίστηκε η ισχύς μεταξύ των διαδίκων της ΣΣΕ προσωπικού αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων, όπως ίσχυε κάθε φορά, δεν αποτελεί δεδικασμένο εν προκειμένω και η σχετική ένσταση του ενάγοντος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενόψει του ότι δεν υπάρχει η απαιτούμενη για την ύπαρξη αυτού, από το άρθρο 324 ΚΠολΔ, ταυτότητα ιστορικής αιτίας του δικαιώματος που κρίθηκε με την ως άνω απόφαση με την ιστορική αιτία του δικαιώματος που ήδη προβάλλεται, αφού αναφέρεται σε διαφορετικούς χρόνους και υπό διάφορες περιστάσεις, ιδίως ως προς το νομικό καθεστώς της εναγομένης σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς αυτής, ήτοι σε γεγονότα που αποτελούν αντικείμενο ιδίων αποδείξεων και κρίσεως του δικαστηρίου μετά την εκτίμηση αυτών.
Ότι, επομένως, εφόσον δεν αποδείχθηκε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων περί υπολογισμού της αμοιβής του ενάγοντος σύμφωνα με τις ΣΣΕ της ΟΣΥΓΟ, καθώς ο τελευταίος ελάμβανε κατά το ένδικο χρονικό διάστημα αποδοχές με βάση την κλαδική συλλογική σύμβαση των εργαζομένων στις βιομηχανίες τυροκομίας, τυροκομικές επιχειρήσεις εν γένει και τυροκομικά εργαστήρια όλης της χώρας και η ένδικη αγωγή του ως προς το αίτημα καταψήφισης διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας, έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Μετά τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και δέχθηκε ως βάσιμη κατ’ ουσία την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά το μέρος που επιδίκασε στον ενάγοντα διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή, κατά το κεφάλαιο αυτό, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο που απέρρεε από την προαναφερόμενη 21/1991 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία αναγνωρίστηκε η ισχύς μεταξύ των διαδίκων της ΣΣΕ προσωπικού αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων, όπως κάθε φορά ισχύει, τις οποίες η αναιρεσίβλητη, ανεξαρτήτως του ότι είχε νομική υποχρέωση, τις εφάρμοζε οικειοθελώς.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της ένδικης αναίρεσης ότι ο εν λόγω περί δεδικασμένου ισχυρισμός προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά με συνοπτική ανάπτυξη ή με τις έγγραφες προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ότι ο ισχυρισμός αυτός επαναφέρθηκε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με λόγο έφεσης ή με δικόγραφο πρόσθετων λόγων, άσχετα προς το αν λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα, καθόσον αυτός δεν αφορά στη δημόσια τάξη, αλλά στις ιδιωτικού δικαίου σχέσεις των διαδίκων, ούτε, τέλος, επικαλείται ο αναιρεσείων ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων του ήδη αναιρεσείοντος ενώπιον των προαναφερόμενων δικαστηρίων της ουσίας και της από 14-11-2005 έφεσής του, προκύπτει ότι αυτός για πρώτη φορά ανέφερε περί δεδικασμένου, που προέκυπτε από την τελεσίδικη 21/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε μεταξύ των διαδίκων, στις από 14-5-2013 έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου Λάρισας, μετά την αναίρεση της 590/2007 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, κατά την απόκρουση της αντίθετης έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης, χωρίς να επικαλείται για το παραδεκτό της κάποια από τις προϋποθέσεις για τη βραδεία προβολή της ένστασης αυτής.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920 "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του β.δ. 16/18-7-1920. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του π.δ. 572/1988, με το οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ειδικότερα προς τις διατάξεις της 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας "τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, που υφίστανται κατά την ημερομηνία της, για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, το διάδοχο.
Με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου (η οποία αναφέρεται σε δικαιώματα, από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης), μετά την για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας".
Η εν λόγω Οδηγία τροποποιήθηκε με την 98/50, αντίστοιχη, προς προσαρμογή δε σ` αυτή εκδόθηκε το Π.Δ. 178/2002 . Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, και 4 παρ. 1, 2 του Προεδρικού αυτού Διατάγματος, οι οποίες εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, ως μεταβίβαση, κατά την έννοια του Π.Δ/τος, θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας.
Ως "μεταβιβάζων" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως "διάδοχος" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης.
Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, κατά την έννοια αυτών, μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον, δηλαδή, συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση.
Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων.
Ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών να επηρεάζονται από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με το νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό.
Διατήρηση της ταυτότητάς της σημαίνει ότι διατηρούνται αμετάβλητες οι θέσεις εργασίας του προσωπικού της και συνεπώς δικαιολογείται ο νέος φορέας της να αναλάβει τις εργασιακές σχέσεις που συνδέονται με αυτές. Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως ή τμήματος αυτών (άρθρο 2 π.δ. 572/1988 και π.δ. 178/2002) πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχειρήσεως και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη) ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό (ΑΠ 14/2012).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης, αλλά και των κατ’ ιδίαν λόγων της, θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από την προσβαλλόμενη απόφαση και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς για τον αναιρεσείοντα συνέπειας.
Επομένως, αν οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, οι σχετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΑΠ 145/2014, 799/2013). Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 7/2014, 2/2013, 7/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, σύμφωνα με την οποία το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με το άρθρο 9 παρ. 1 του β.δ. 16/1920, το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του π.δ. 572/1988 και 3 του π.δ. 178/2002, κρίνοντας ότι η μεταβολή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της εναγομένης επέφερε αλλαγή και στο χαρακτήρα αυτής, με την εκ του νόμου απώλεια του χαρακτήρα της ως συνεταιριστικής εταιρείας, που είχε ως συνέπεια την υπαγωγή των εργαζομένων της στις ΣΣΕ των εργαζομένων στις βιομηχανίες τυροκομίας, τυροκομικές επιχειρήσεις εν γένει και τυροκομικά εργαστήρια όλης της χώρας, αντί αυτών της ΟΣΥΓΟ.
Όμως, όπως προεκτέθηκε, δεν αναφέρονται στην αγωγή περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι έγινε μεταβίβαση της επιχειρήσεως της εναγομένης -αναιρεσίβλητης ή εκμεταλλεύσεως ή τμήματος αυτών και ότι μεταβιβάσθηκαν τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχειρήσεως κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό το νέο φορέα, ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό, κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων.
Αντίθετα, ο ενάγων στηρίζει τις αγωγικές αξιώσεις του μόνο στη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης, η οποία επήλθε από το γεγονός ότι η εναγομένη εργοδότρια μετέβαλε τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής του, παρά το γεγονός ότι η υπαγωγή του στις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ της ΟΣΥΓΟ είχε αποτελέσει σιωπηρώς ουσιώδη όρο της εργασιακής του σύμβασης με την εναγομένη.
Τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, περί μεταβολής του προσώπου του εργοδότη, δεν αποτελούν στοιχείο της βάσης της αγωγής, αλλά επάλληλη αιτιολογία αυτής για την αλλαγή του χαρακτήρα της αναιρεσίβλητης, μετά την πώληση του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της σε μη συνεταιριστική εταιρεία, ενώ το διατακτικό της απόφασης στηρίζει αυτοτελώς η κύρια αιτιολογία ότι δεν καταρτίσθηκε σιωπηρά ο επικαλούμενος συμβατικός όρος.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμ. 1 εδ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αλυσιτελής και γι’ αυτό απορριπτέος.
ΙV. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-1-2014 αίτηση του Π. Λ. για αναίρεση της 472/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ