Supreme Court dismisses appeal against insurance company judgment due to procedural representation defects and false document claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision in favor of the insurance company. The appellants argued that a private agreement existed transferring property rights and creating a debt, while the insurance company contested the document's authenticity. The court rejected the appeal because the appellants failed to prove the agreement's validity and because the lower court properly considered the insurance company's objection regarding the document's falsity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 48, 48a, 49 of Law 2190/1920; Articles 65, 67, 72, 73, 74 of the Civil Code; Article 64(2) of the Code of Civil Procedure: The dissolution or revocation of a company's charter places it in liquidation, where it remains a legal person managed by liquidators who represent it in court; failure to appear with a legal representative renders procedural acts inadmissible, and such procedural defects ground appeals under Article 559(14) rather than substantive law grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1419 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1419/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Π. του Χ. και 2) Γ. Κ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαδάκη.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ Ανώνυμη Ελληνική Εταιρία Γενικών Ασφαλειών ΑΕΕΓΑ" που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κελεμένη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 53/2013 του Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/5/2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 31/12/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 48, 48α, 49 του ν. 2190/1920 και 65, 67, 72, 73, 74 ΑΚ συνάγεται ότι η ανώνυμη εταιρεία μετά τη διάλυση της ή την ανάκληση της άδειας σύστασης της εισέρχεται στο στάδιο της εκκαθάρισης. Κατά το στάδιο αυτό εξακολουθεί να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο και διοικείται από τους εκκαθαριστές που διορίζονται είτε από τη γενική συνέλευση είτε από τον Υπουργό Εμπορίου.
Οι εκκαθαριστές διαχειρίζονται τις υποθέσεις της ανώνυμης εταιρείας και των εκπροσώπων προς τα έξω και ενώπιον των δικαστηρίων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 64 παρ.2 ΚΠολΔ, τα νομικά πρόσωπα παρίστανται στο δικαστήριο με όποιον τα εκπροσωπεί. Η παράσταση στο δικαστήριο του νομικού προσώπου με το νόμιμο εκπρόσωπό του αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, η έλλειψη της οποίας, ερευνώμενη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας σε κάθε στάση της δίκης, καθιστά απορριπτέα ως απαράδεκτη τη διαδικαστική πράξη.
Αν το δικαστήριο παραλείψει να κηρύξει το απαράδεκτο μιας τέτοιας διαδικαστικής πράξης, παρά το ότι συνέτρεχαν οι όροι του νόμου για την κήρυξή της ως απαράδεκτης, παραβιάζει κανόνα δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, η πλημμέλεια δε αυτή ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι τους αναιρετικούς λόγους από τους αρ.1 και 19 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, οι οποίοι αναφέρονται σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδονται στο Εφετείο οι πλημμέλειες από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την προβληθείσα με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων (εκκαλούντων) ένσταση έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης της υπό εκκαθάριση τελούσας αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας (λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της) στην κατ' έφεση δίκη και να δεχτεί ότι αυτή εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές της, χωρίς να αποδεικνύεται η ιδιότητα τους αυτή από κάποιο προσκομιζόμενο έγγραφο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 64 παρ.2 ΚΠολΔ, 1, 48, 48α, 49 του ν. 2190/1920, 65, 67, 72, 74 ΑΚ, σε κάθε περίπτωση, απέρριψε με εσφαλμένη και ανεπαρκή αιτιολογία την πιο πάνω ένσταση.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφενός διότι οι αποδιδόμενες πλημμέλειες αφορούν παραβίαση δικονομικής διάταξης (άρθρο 64 παρ.2 ΚΠολΔ) και όχι κανόνα ουσιαστικού δικαίου και αφετέρου διότι, υπό το πρόσχημα συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του, πλήττονται όλως αορίστως οι μη δεκτικές αναιρετικού ελέγχου πραγματικές διαπιστώσεις του Εφετείου.
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οι θεσπιζόμενοι από αυτές κανόνες για την αναζήτηση της αληθινής βούλησης, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υφίσταται κενό ή αμφίβολο σημείο στις οικείες δηλώσεις βουλήσεως.
Το δικαστήριο παραβιάζει τους πιο πάνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου όταν, καίτοι διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για την συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οπότε ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 παρ.1 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα περιστατικά: "Με βάση το .../1-4-2003 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Πειραιά Μαρίας Κων. Νάκου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας στον τόμο ...
και με αύξοντα αριθμό 23, ο πρώτος εναγόμενος πώλησε στην ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία τις αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες μιας οικοδομής αποτελούμενης από υπόγειο, ημιϊσόγειο, ισόγειο και δεύτερο ισόγειο, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Χαλκιδέων, στα Ο.Τ. ... και ..., επί της οδού Χαλκίδας-Αρτάκης-Ψαχνών (ήδη ...).
Η οικοδομή έχει χτιστεί σε οικόπεδο, έκτασης 6.330 τ.μ., το οποίο συνορεύει δυτικά με την οδό Χαλκίδας-Αρτάκης, σε πλευρά Α-Ε μήκους πενήντα έξι (56) μέτρων (κατά το σχεδιάγραμμα από 2003 της πολιτικής μηχανικού Ε. Κ. που προσαρτήθηκε στο ως άνω συμβόλαιο), νότια με γειτονική ιδιοκτησία σε πλευρά Α-Β μήκους ενενήντα ενός (91) μέτρων και σε πλευρά Β-Γ μήκους σαράντα ενός (41) μέτρων, ανατολικά με ιδιοκτησίες Χ.
Τ. και Κ. Σ. σε πλευρά Γ-Δ μήκους τριάντα επτά και 22% (37,22) μέτρων και βόρεια με ιδιοκτησία Θ. Κ. σε πλευρά Δ-Ε μήκους εκατόν δεκατριών και 8% (113,08) μέτρων, όπως τα όρια του οικοπέδου συμπληρώθηκαν με την .../2003 Πράξη της ίδιας πιο πάνω Συμβολαιογράφου, φέρει δε τον αριθμό Κ.Α.Ε.Κ. ... . Συγκεκριμένα ο πρώτος εναγόμενος πώλησε και μεταβίβασε στην ενάγουσα κατά κυριότητα και νομή, εκτός των άλλων, και τις εξής ιδιοκτησίες:
α) την επαγγελματική στέγη (κέντρο διασκέδασης) με στοιχεία Κ1 του ισογείου, επιφάνειας μέτρων τετραγωνικών δύο χιλιάδων εκατόν δεκατεσσάρων και 90% (2.114,90), επιφάνειας κοινόχρηστων μέτρων τετραγωνικών εκατόν εξήντα τεσσάρων (164), δηλαδή συνολικής επιφάνειας 2.278,90 τετραγωνικών μέτρων, β) την αποθήκη με το στοιχείο Α του υπογείου, επιφάνειας μέτρων τετραγωνικών τριακοσίων πενήντα (350) και γ) το χώρο στάθμευσης με το στοιχείο Π του υπογείου επιφάνειας μέτρων τετραγωνικών εξακοσίων σαράντα (640), έναντι συνολικού τιμήματος 2.814.351,57 ευρώ.
Όπως προκύπτει από το .../2003 συμβόλαιο, η καταβολή του τιμήματος συμφωνήθηκε ως εξής: 1) 757.844,99 ευρώ κατέβαλε ο εκπρόσωπος της αγοράστριας εταιρείας στον πωλητή σε μετρητά, 2) ποσό 268.164,95 ευρώ, που αφορούσε χρέος του πωλητή στη Δ.Ο.Υ. Χαλκίδας, παρακράτησε η συμβολαιογράφος, για να το αποδώσει στην εν λόγω Δ.Ο.Υ., 3) ποσό 150.361,12 ευρώ, που αφορούσε χρέος του πωλητή προς το Δήμο Χαλκιδέων, παρακράτησε επίσης η συμβολαιογράφος, για να το αποδώσει στο Ταμείο του Δήμου, 4) ποσό 1.000.000 ευρώ συμφωνήθηκε να καταβάλει η αγοράστρια εταιρεία στην Τράπεζα ALPHA BANK, για την ολοσχερή εξόφληση όλων των χρεών του πωλητή προς αυτή, 5) το υπόλοιπο ποσό των 637.980,51 ευρώ παρακράτησε η αγοράστρια για να καταβάλει χρέη του πωλητή στους υπόλοιπους δανειστές.
Περαιτέρω, ο πρώτος εναγόμενος πώλησε και παρέδωσε κατά κυριότητα και νομή στην ενάγουσα, με το .../1-4-2003 συμβόλαιο της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία (τόμος ... και αύξ. αρ. 24), τις παρακάτω αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες της ίδιας οικοδομής: α) την επαγγελματική στέγη με στοιχεία Δ1 του ισογείου συνολικής επιφάνειας διακοσίων είκοσι ενός (221) τετραγωνικών μέτρων, β) την επαγγελματική στέγη με στοιχεία Δ2 του ισογείου συνολικής επιφάνειας μέτρων τετραγωνικών ογδόντα τριών και 70% (83,70), γ) την επαγγελματική στέγη με στοιχεία Δ1 του ημιισογείου (μεσοπατώματος) συνολικής επιφάνειας τριακοσίων τριών (303) τετραγωνικών μέτρων, δ) την επαγγελματική στέγη με στοιχεία Δ2 του ημιισογείου, συνολικής επιφάνειας πενήντα πέντε και 20% (55,20) τετραγωνικών μέτρων, ε) την επαγγελματική στέγη με στοιχεία Κ1 του ημιισογείου, συνολικής επιφάνειας εκατόν είκοσι και 50% (120,50) τετραγωνικών μέτρων, στ) την επαγγελματική στέγη (κέντρο διασκέδασης) με στοιχεία Κ2 του ημιισογείου συνολικής επιφάνειας εκατόν εξήντα και 45% (160,45) τετραγωνικών μέτρων, έναντι συνολικού τιμήματος 1.814.270 ευρώ, το οποίο κατέβαλε ο εκπρόσωπος της αγοράστριας εταιρείας στον πωλητή εξ ολοκλήρου, σύμφωνα με δήλωση και των δύο συμβαλλόμενων, που περιέχεται στο με αρ. .../1-4-2003 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου.
Τα παραπάνω ακίνητα περιλαμβάνονταν στην πτωχευτική περιουσία του πρώτου εναγόμενου ήδη εκκαλούντος, ο οποίος είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης με την υπ' αριθμό 84/8-7-1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με χρόνο παύσης πληρωμών την 10/1/1998, ενώ, στη συνέχεια, αναγγέλθηκαν στην πτώχευση διάφοροι πιστωτές και παράλληλα είχαν γραφεί στο όλο ακίνητο προσημειώσεις και υποθήκες και επιπλέον διάφοροι δανειστές είχαν προβεί σε κατασχέσεις.
Γι' αυτό η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία, νόμιμα εκπροσωπούμενη, και ο πρώτος εναγόμενος προέβησαν στην κατάρτιση του από 1/4/2003 ιδιωτικού συμφωνητικού (αντεγγράφου), στο οποίο συμβλήθηκε και η δεύτερη αγοράστρια ασφαλιστική εταιρεία "General Trust Α.Ε.Γ.Α" που είχε προβεί στην αγορά άλλων ακινήτων εκτός των παραπάνω αναφερόμενων και δεν είναι διάδικος στην προκείμενη δίκη.
Μ' αυτό το συμφωνητικό, ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να καταθέσει μέχρι τις 10/4/2003 στο αρμόδιο Πρωτοδικείο Χαλκίδας αίτηση για την ανάκληση της πτώχευσης, αφού προηγούμενα οι αγοράστριες εταιρείες κατέβαλαν τα ποσά, που οφείλονταν από τον πρώτο εναγόμενο σε διάφορους πιστωτές και συγκεκριμένα:
α) στην τράπεζα ALPHA BANK 1.000.000 ευρώ, β) στο Ι.Κ.Α. 157.571,40 ευρώ, γ) στη Δ.Ο.Υ. Χαλκίδας 266.515,20 ευρώ, δ) στο Δήμο Χαλκιδέων 150.361,12 ευρώ, ε) στο Τ.Α.Π. 1.745,70 ευρώ, στ) στη Δ.Ε.Η. 5.763 ευρώ, ζ) στη Δ.Ο.Υ. Χαλκίδας 800 ευρώ, η) στο Σ. Μ. 156.000 ευρώ, θ) σε διάφορους τρίτους πιστωτές 637.980,51 ευρώ. Περαιτέρω, όπως αναφέρεται στο ίδιο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, από το τίμημα για όλες τις αγοραπωλησίες παρέμενε ανεξόφλητο το ποσό των 1.265.690 ευρώ, για την πληρωμή του οποίου η δεύτερη αγοράστρια "General Trust Α.Ε.Γ.Α.", που δεν είναι διάδικος, εξέδωσε σε διαταγή του πωλητή δεκατρείς (13) μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, οι οποίες συμφωνήθηκε να παραδοθούν στον α' εναγόμενο πωλητή μετά την ανάκληση της πτωχευτικής απόφασης.
Πράγματι, η τελευταία απόφαση ανακλήθηκε με την υπ' αριθμ. 12/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας λόγω συναίνεσης των πιστωτών, που είχαν αναγγελθεί στην πτώχευση. Η απόφαση αυτή, όταν κατέστη αμετάκλητη, δημοσιεύτηκε στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων στις 5/9/2003. Εξάλλου, ο πρώτος εναγόμενος υπέγραψε την με αριθμό .../3-11-2003 πράξη εξόφλησης, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Πειραιά Μαρία Κ.
Νάκου, στην οποία δήλωσε ότι το ποσό των 1.637.980 ευρώ, το οποίο είχε παρακρατήσει η ενάγουσα αγοράστρια από το τίμημα αγοραπωλησίας, που αναφερόταν στο .../1-4-2003 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου, για την εξόφληση των δανειστών αυτού (πωλητή) είχε καταβληθεί από την αγοράστρια, σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου εκείνου και ότι ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε αξίωση σε βάρος αυτής (αγοράστριας-ενάγουσας), αναγνωρίζει δε αυτήν κυρία, νομέα και κάτοχο του ακινήτου, που της πώλησε με το παραπάνω συμβόλαιο.
Η εν λόγω δήλωση του πρώτου εναγόμενου, όπως αποδείχθηκε, δεν ήταν φαινομενική αλλά αληθής και σπουδαία, ώστε η ένσταση αυτού περί εικονικότητας της παραπάνω δήλωσής του, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 23/4/1998 μισθωτήριο συμφωνητικό, το οποίο έχει κατατεθεί στη Δ.Ο.Υ.
Χαλκίδας με αρ. 951/4-5-1998, ο πρώτος εναγόμενος είχε εκμισθώσει τις παραπάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες στη δεύτερη εναγόμενη, σύζυγο του, για χρονικό διάστημα εννέα (9) ετών, δηλαδή από 1/1/1999 μέχρι και 31/12/2008. Την 31/3/2003, μία ημέρα πριν την υπογραφή των παραπάνω συμβολαίων πώλησης, οι εναγόμενοι, με σχετικό συμφωνητικό, που υπέγραψαν, συμφώνησαν τη λύση της παραπάνω μίσθωσης, ενώ η μισθώτρια παρέδωσε στον εκμισθωτή τις ιδιοκτησίες του ισογείου Α' της παραπάνω οικοδομής και ορίστηκε να παραδώσει τις υπόλοιπες ιδιοκτησίες του ισογείου Β' και του υπογείου την 15/2/2005, χωρίς αυτή να έχει υποχρέωση καταβολής-μισθωμάτων στον εκμισθωτή.
Η ενάγουσα έλαβε γνώση της παραπάνω συμφωνίας και, όπως αναφέρει στην αγωγή της, οι εκπρόσωποί της αποδέχθηκαν να παραμείνουν οι παραπάνω πωληθείσες ιδιοκτησίες με στοιχεία Α και Π του υπογείου και Κ1, Δ1, Δ2 και Κ2 του ημιισογείου στην κατοχή της δεύτερης εναγόμενης με βάση σύμβαση χρησιδανείου μέχρι 15/2/2005.
Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων περί εικονικότητας της σύμβασης χρησιδανείου είναι ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι η δήλωση βούλησης της ενάγουσας-εφεσίβλητης για παραχώρηση της χρήσης των επίδικων ιδιοκτησιών στους ίδιους (εκκαλούντες) χωρίς αντάλλαγμα δεν έγινε στα σοβαρά αλλά μόνο φαινομενικά.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι τελευταίοι παρέμειναν στη χρήση των ιδιοκτησιών αυτών, εκμεταλλευόμενοι την Κ1 ιδιοκτησία του ισογείου, ως κέντρο διασκέδασης και έχοντας ως κατοικία τις Δ1 και Δ2 ιδιοκτησίες, χωρίς η ενάγουσα να τους ζητήσει αντάλλαγμα. Κατά την ημερομηνία λήξης της σύμβασης χρησιδανείου, οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να παραδώσουν τις προαναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες, στην ενάγουσα, παρόλο που η τελευταία τους κάλεσε γι' αυτό με την από 18/2/2005 εξώδικη πρόσκλησή της.
Ο πρώτος εναγόμενος, με την από 24/3/2005 εξώδικη πρόσκλησή του, δήλωσε στην ενάγουσα ότι δεν θα προβεί στην παράδοση της νομής των πωληθέντων ιδιοκτησιών, μέχρις ότου η τελευταία του καταβάλει το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος από 2.348.090 ευρώ. Οι εκκαλούντες-εναγόμενοι με την προκείμενη έφεσή τους ισχυρίζονται:
Α) ότι, με βάση το από 2/4/2003 συμφωνητικό μεταξύ του νόμιμου εκπροσώπου της ενάγουσας και του πληρεξούσιου δικηγόρου του πρώτου απ' αυτούς, συμφωνήθηκε ότι η νομή των παραπάνω ακινήτων θα παραμένει στον πωλητή μέχρι να καταβληθεί σ' αυτόν το υπόλοιπο του τιμήματος από 2.348.064,07 ευρώ, προς απόδειξη δε αυτού του ισχυρισμού, οι εκκαλούντες προσκόμισαν σε φωτοαντίγραφο το εν λόγω συμφωνητικό, Β) ότι το παραπάνω ποσό δεν τους το έχει καταβάλει η ενάγουσα-εφεσίβλητη, γι' αυτό προβαίνουν σε επίσχεση της νομής των επίδικων ακινήτων.
Η ενάγουσα-εφεσίβλητη, με τις προτάσεις της στο παρόν Δικαστήριο, παραδεκτά, σύμφωνα με τα άρθρα 269 παρ.1, 461 και 527 παρ.1 ΚΠολΔ, πρόβαλε την ένσταση πλαστογραφίας του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού, Κατονομάζοντας πλαστογράφο τον πρώτο εκκαλούντα, εναντίον του οποίου έχει υποβάλει την από 14/3/2006 μήνυση.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Χ. Α. Τ., που διόρισε το παρόν Δικαστήριο με την υπ' αρ. 196/2008 απόφασή του, σε συνδυασμό με τις γνωμοδοτήσεις των γραφολόγων Μ.-Μ. Κ. και Θ. Β., το επίμαχο από 2/4/2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, που εξετάστηκε από τους γραφολόγους σε φωτοαντίγραφο, είναι πλαστό, καθόσον δεν υπογράφτηκε από το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Ν.
Π.. Οι υπογραφές, που αποδίδονται στον τελευταίο, αποτελούν φωτοτυπική μεταφορά της γνήσιας υπογραφής αυτού από το χωρίς ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό-απόδειξη 162.500 ευρώ, ύστερα από μεγέθυνση 19% αυτής και αποκοπή μέρους της απόληξης, όσον αφορά στην υπογραφή στην 4η σελίδα του επίδικου συμφωνητικού, και ύστερα από μικρή σμίκρυνση και κάποιες περικοπές ή συμπληρωματικές επιδιορθωτικές επεμβάσεις πριν την τελική φωτοτυπική σύνθεση στο ως άνω συμφωνητικό, όσον αφορά στην υπογραφή στην 1η σελίδα αυτού, χωρίς να αποκλείεται στην τελευταία περίπτωση, και το ενδεχόμενο της ζωγραφικής απομίμησης με υπόδειγμα τη γνήσια υπογραφή του Ν.
Π. στο χωρίς ημερομηνία συμφωνητικό-απόδειξη 162.500 ευρώ. Την άποψη αυτή, που δέχεται το Δικαστήριο ως ανταποκρινόμενη στην αλήθεια, δεν ανατρέπει το συμπέρασμα, που διατύπωσαν οι γραφολόγοι Ρ. Ν., Α. Σ. και Μ. Κ. στην από 23/6/2006 γνωμοδότηση τους, την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκκαλούντες, καθόσον οι ίδιες οι γραφολόγοι εκφράζουν επιφυλάξεις για το συμπέρασμά τους ότι πρόκειται για γνήσιες υπογραφές του Ν.
Π., λόγω του ότι δεν εξέτασαν το πρωτότυπο του επίδικου εγγράφου. Εξάλλου, το γεγονός ότι το από 2/4/2003 ιδιωτικό συμφωνητικό είναι πλαστό επιβεβαιώνεται και από τα εξής: α) από το γεγονός ότι δεν υπάρχει πρωτότυπο, η δε προσκομιζόμενη φωτοτυπία δεν φέρει νόμιμη επικύρωση από το πρωτότυπο (βλ. βεβαίωση του αστυνομικού οργάνου στο τέλος του ως άνω εγγράφου ότι πρόκειται για ακριβές φωτοαντίγραφο, ενώ δεν αναφέρει, αν του επιδείχθηκε το πρωτότυπο ή άλλο φωτοαντίγραφο), β) από το γεγονός ότι ο ως άνω νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας-εφεσίβλητης και ο πρώτος εναγόμενος-εκκαλών, την 1η Απριλίου 2003, υπέγραψαν ιδιωτικό συμφωνητικό (αντέγγραφο), με το παραπάνω αναφερόμενο περιεχόμενο, στο οποίο θα μπορούσαν να συμπεριλάβουν, όσα φέρονται να συμφώνησαν, μία ημέρα μετά, με το επίμαχο συμφωνητικό, γ) από το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος-εκκαλών, στις 3 Νοεμβρίου 2003, προσήλθε στη συμβολαιογράφο Πειραιά Μαρία Κ.Νάκου, ενώ είχε προηγηθεί η ανάκληση της πτωχευτικής απόφασης και η δημοσίευσή της στο ΔΔΔ, στις 5/9/2003, και δήλωσε αβίαστα ότι η αγοράστρια εταιρεία (ενάγουσα) κατέβαλε εμπρόθεσμα το ποσό των 1.637.980 ευρώ, το οποίο είχε παρακρατήσει από το τίμημα, για να το καταβάλει απευθείας στους δανειστές αυτού καθώς και ότι ο ίδιος (πρώτος εναγόμενος) δεν έχει οποιαδήποτε αξίωση από την αγοράστρια (ενάγουσα), την οποία, μάλιστα, αναγνωρίζει κυρία, νομέα και κάτοχο του πωληθέντος ακινήτου, δ)από το γεγονός ότι την κατάρτιση του επίμαχου συμφωνητικού δεν γνώριζαν οι εναγόμενοι, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι το έμαθαν στις 9/1/2006, μετά το θάνατο του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Κων/νου Σακελλαράκη, που φέρεται να συνυπογράφει αυτό, όταν τους παραδόθηκε φάκελος δικογραφίας από το αρχείο του τελευταίου, ε) από το γεγονός ότι, στην από 9/1/2006 βεβαίωση της δικηγόρου Χαλκίδας Ειρήνης Τιοπούλου-Καρβελά, αναφέρεται ότι παραδίδεται στον Κ.
Π. (α' εναγόμενο) φάκελος από το αρχείο του αποθανόντος Κ.Σακελλαράκη, με περιεχόμενο συμβάσεις, ιδιωτικά συμφωνητικά και άλλα έγγραφα σχετικά με την υπόθεση που αφορά τη ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ και ΓΕΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ, χωρίς να αναφέρεται συγκεκριμένα ότι του παραδίδεται και το 2/4/2003 συμφωνητικό, το οποίο είναι πολύ σημαντικό για τα συμφέροντα των εναγόμενων, ώστε, αν υπήρχε το έγγραφο αυτό, θα απαιτούσαν να βεβαιωθεί η παράδοση του ειδικά, προς αποκλεισμό οποιασδήποτε αμφισβήτησης, ενόψει του ότι ήταν φωτοαντίγραφο.
Κατά συνέπεια, είναι ουσιαστικά βάσιμος ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι το επίμαχο συμφωνητικό είναι πλαστό, έχει δε ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του πρώτου εναγόμενου, μεταξύ των άλλων, και για πλαστογραφία, μετά την υποβολή σχετικής μήνυσης από τις εταιρείες "Γενική Ένωση Α.Ε.Ε.Γ.Α" (ενάγουσα) και "Γενική Πίστη Α.Ε.Ε.Γ.Α".
Κατ'ακολουθία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός των εναγόμενων-εκκαλούντων, κατά τον οποίο η άσκηση του ένδικου δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτει το άρθρο 281 Α.Κ., επειδή η ενάγουσα δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση καταβολής του υπόλοιπου τιμήματος.
Τέλος, η ένσταση των εκκαλούντων για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης της εφεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, επειδή βρίσκεται σε εκκαθάριση, δεν είναι νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί, αφού αυτή εξακολουθεί να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, εκπροσωπούμενη από τους εκκαθαριστές, όπως συνάγεται από τα άρθρα 47α, 49 ν.2190/1920, 61 και 72 Α.Κ.
Κατά συνέπεια, οι εναγόμενοι, αρνούμενοι να παραδώσουν στην ενάγουσα τις παραπάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες, απέβαλαν αυτή παράνομα από τη νομή της, αμφισβητώντας το σχετικό δικαίωμα της." Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση (λόγω της ερημοδικίας τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο), ακολούθως έκρινε ότι η ένδικη αγωγή της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, ως προς τα κύρια αιτήματα αυτής (τα οποία μεταβιβάστηκαν στο Εφετείο), είναι κατ’ ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε την τελευταία ως νομέα των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών, υποχρεώνοντας τους αναιρεσείοντες να της αποδώσουν τη νομή αυτών.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την ερμηνεία των δικαιοπραξιών, αφού από τα παραπάνω καθίσταται πρόδηλο ότι δεν διαπίστωσε κενό ή αμφίβολο σημείο, αναφορικά με τις δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων κατά την κατάρτιση της προαναφερθείσας σύμβασης χρησιδανείου, ώστε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των πιο πάνω διατάξεων.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι απέρριψε τον ισχυρισμό τους περί εικονικότητας της σύμβασης χρησιδανείου, παραβιάζοντας την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, υπό το πρίσμα των οποίων έπρεπε να αναζητήσει την αληθινή θέληση των μερών χωρίς προσήλωση στις λέξεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 340, 387, 390 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και οι γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη που διόρισε το δικαστήριο ή που συντάχθηκαν με αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, και επομένως, η κρίση αυτού ως προς την εκτίμηση των πιο πάνω εκθέσεων και γνωμοδοτήσεων δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικώς.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτό, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογία, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο υπάρχει η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεση του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών, διότι το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως αβάσιμη την προβληθείσα με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων έφεσης ένσταση των αναιρεσειόντων για καταχρηστική άσκηση της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης εναντίον τους, "χωρίς να αιτιολογεί τους λόγους που δεν δικαιολογούν τη δημιουργία σε αυτούς της εδραίας πεποίθησης τους ότι η αντίδικος δεν θα προβεί σε κατάχρηση του δικαιώματος της και θα τηρήσει τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν εκτίθενται τα περιστατικά που προτάθηκαν από τους αναιρεσείοντες για τη θεμελίωση της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, ώστε να κριθεί η ύπαρξη ή μη ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης. Σε κάθε όμως περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της πιο πάνω απόφασης, εκτίθενται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τα αποδεικτικά μέσα, που πληρούν το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων πώλησε και παρέδωσε κατά κυριότητα και νομή στην αναιρεσίβλητη τις περιγραφόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες με το .../2003 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα, ότι με σύμβαση χρησιδανείου μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε να παραμείνουν στην κατοχή της δεύτερης αναιρεσείουσας ορισμένες από τις πωληθείσες πιο πάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες (επίδικες) μέχρι τις 15/2/2005, ότι μετά τη λήξη της σύμβασης χρησιδανείου οι αναιρεσείοντες αρνήθηκαν την απόδοση της νομής των επίδικων ακινήτων προς την αναιρεσίβλητη, την οποία ο πρώτος αναιρεσείων είχε ήδη αναγνωρίσει ως κυρία, νομέα και κάτοχο αυτών μετά την εξόφληση του τιμήματος της ένδικης αγοραπωλησίας, ότι το από 2/4/2003 ιδιωτικό συμφωνητικό που προσκόμισαν σε φωτοαντίγραφο οι αναιρεσείοντες στην κατ' έφεση δίκη περί δήθεν ανεξόφλητου υπολοίπου του συμφωνηθέντος τιμήματος και παραμονής του πρώτου αναιρεσείοντα στη νομή των πιο πάνω ακινήτων μέχρι την εξόφληση του ήταν πλαστό και ότι κατόπιν αυτών η άσκηση της ένδικης αγωγής περί απόδοσης της νομής της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων δεν ασκήθηκε καταχρηστικά.
Επομένως, ο ίδιος (τρίτος) λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η ίδια πιο πάνω πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ότι: α) με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία δέχθηκε ότι το από 2/4/2003 ιδιωτικό συμφωνητικό είναι πλαστό, αποδεχόμενο την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Χ. Τ., που διορίστηκε με παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου, ενώ έπρεπε να κρίνει ότι αυτό (το συμφωνητικό) είναι γνήσιο, με βάση τις γνωμοδοτήσεις των γραφολόγων Μ. Κ. και Θ. Β. και β) τα επιχειρήματα που διέλαβε η προσβαλλόμενη απόφαση υπέρ της πλαστότητας του επίμαχου ιδιωτικού συμφωνητικού είναι αβάσιμα και δεν μπορούν να αιτιολογήσουν την κρίση για τη μη γνησιότητα αυτού. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφενός διότι το δικαστήρια εκτιμά ελεύθερα τις εκθέσεις και τις γνωμοδοτήσεις των πραγματογνωμόνων και δεν είναι αναγκαίο να δικαιολογεί την κρίση του ως προς την εκτίμηση αυτών και αφετέρου, διότι δεν ελέγχεται αναιρετικά η έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και τη στάθμιση των αποδείξεων.
Κατά το άρθρο 559 αρ.11γ' περ.γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που ο επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον έκτο λόγο του αναιρετηρίου, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.11γ' ΚΠολΔ ότι δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που αυτοί προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, για την απόδειξη του προβληθέντος με τις πιο πάνω προτάσεις τους ισχυρισμού περί γνησιότητας του από 2/4/2003 ιδιωτικού συμφωνητικού.
Ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη: α) την από 29/12/2009 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του γραφολόγου Κ. Κ., ο οποίος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι υπογραφές που υπάρχουν στο επίμαχο συμφωνητικό είναι γνήσιες και προέρχονται από το νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης Ν. Π., β) τις από 26/2/2010 γραφολογικές παρατηρήσεις της ειδικής αναλυτικής δικαστικής γραφολόγου Α.
Σ. και της δικηγόρου-ειδικής δικαστικής γραφολόγου Μ. Κ. επί της γραφολογικής εκθέσεως του Κ. Κ., με τις διαπιστώσεις του οποίου συμφωνούν. Από την επισκόπηση, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης, και, ειδικότερα, από την περιεχόμενη σ' αυτή ειδική μνεία για τη λήψη υπόψη, μεταξύ άλλων των γραφολογικών γνωμοδοτήσεων των Μ.
Κ. και Α. Σ., αλλά και τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενό της, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του πιο πάνω αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω έγγραφα.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος αβάσιμος.
Με τον έβδομο λόγο του αναιρετηρίου, προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι "έχει ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος, μεταξύ άλλων, για πλαστογραφία, μετά την υποβολή σχετικής μήνυσης από τις εταιρείες..", ενώ, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, "η σχετική μήνυση για πλαστογραφία δεν είχε ακόμη προσδιοριστεί προς εκδίκαση" και "για τις λοιπές πράξεις στις οποίες, μεταξύ άλλων, αναφέρεται η προσβαλλόμενη απόφαση (όπου περιλαμβάνεται και η πλαστογραφία) έχει πανηγυρικά αθωωθεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα πιο πάνω περιστατικά δεν συνιστούν, κατά την έννοια της διάταξης που προαναφέρθηκε, "πράγματα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης", αλλά απλά επιχειρήματα της προσβαλλόμενης απόφασης για την ενίσχυση της αποδεικτικής της κρίσης ως προς την ένσταση πλαστότητας που πρόβαλε η αναιρεσίβλητη, όπως άλλωστε υποστηρίζουν και οι αναιρεσείοντες.
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 237 παρ.1, 3, 4, 238, 262 παρ.1, 269, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3994/2011, 338 παρ.1, 461, 527 περ.1 ΚΠολΔ στην κατ' έφεση δίκη είναι κατ' εξαίρεση παραδεκτή η προβολή νέων ισχυρισμών, όταν προτείνονται από τον εφεσίβλητο (ενάγοντα ή εναγόμενο), όταν προτείνονται ως υπεράσπιση κατά της έφεσης του αντιδίκου του (εκκαλούντος) και δεν μεταβάλλεται η βάση της αγωγής.
Ως νέοι ισχυρισμοί θεωρούνται και οι ενστάσεις, όπως είναι η ένσταση πλαστότητας εγγράφου, η οποία, όταν αποδίδεται σε πρόσωπο που κατονομάζεται, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά, όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική.
Η ένσταση αυτή μπορεί να προβληθεί παραδεκτά, κατ' εξαίρεση, και μετά την εμπρόθεσμη κατάθεση των προτάσεων και την εκπνοή της προθεσμίας κατάθεσης τους, δηλαδή και με την προσθήκη των προτάσεων του ενιστάμενου διάδικου, για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις του αντιδίκου του (ΑΠ 133/08).
Εξάλλου, ως πράγματα, για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί, όπως είναι εκείνοι που προτείνονται στο Εφετείο για πρώτη φορά, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσίβλητη εταιρεία άσκησε κατά των αναιρεσειόντων στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας την από 10/10/2005 αγωγή περί αποβολής από τη νομή των επίδικων οριζοντίων ιδιοκτησιών, επί της οποίας εκδόθηκε η 83/2007 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου, που δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, ερήμην των αναιρεσιβλήτων.
Κατά της απόφασης αυτής, οι τελευταίοι άσκησαν την από 7/6/2007 έφεση τους και τους από 11/6/2007 πρόσθετους λόγους έφεσης, επί των οποίων εκδόθηκε αρχικά η 196/2008 μη οριστική και, στη συνέχεια, η 53/2013 οριστική (προσβαλλόμενη) απόφαση του Εφετείου Ευβοίας, με τις οποίες, αφού εξαφανίσθηκε (λόγω της ερημοδικίας των αναιρεσειόντων στον πρώτο βαθμό) η πρωτόδικη απόφαση, έγινε και πάλι δεκτή η ένδικη αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, οι αναιρεσείοντες πρόβαλαν με την έφεση τους τον ισχυρισμό ότι στις 2/4/2003 είχε συνταχθεί μεταξύ του τότε πληρεξούσιου δικηγόρου τους Κωνσταντίνου Σακελαράκη και του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης Ν. Π. ιδιωτικό συμφωνητικό, ως αντέγραφα στα αγοραπωλητήρια συμβόλαια των επίδικων οριζοντίων ιδιοκτησιών, με τα οποία ο πρώτος αναιρεσείων είχε μεταβιβάσει αυτές κατά κυριότητα στην αναιρεσίβλητη.
Με βάση το περιεχόμενο του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο αναγραφόταν στην έφεση, φερόταν, μεταξύ άλλων, ότι: α) υπήρχε ανεξόφλητο υπόλοιπο τιμήματος από την πώληση των πιο πάνω ακινήτων, ύψους 2.348.064,07 €, που οφειλόταν στον πρώτο αναιρεσείοντα από την αναιρεσίβλητη και από τρίτη (μη διάδικο) εταιρεία, ως αγοραστριών αυτών και β) συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ότι μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του πιο πάνω τιμήματος από τις αγοράστριες εταιρείες θα παρέμενε η νομή των επίδικων ακινήτων στον πρώτο αναιρεσείοντα (πωλητή), κατά του οποίου και παραιτούνταν από την άσκηση κάθε δικαιώματος προσβολής της νομής του.
Η αναιρεσίβλητη, όταν έλαβε γνώση του περιεχομένου στην έφεση των αναιρεσειόντων πιο πάνω ισχυρισμού τους, δήλωσε με τις προτάσεις που κατέθεσε στο Εφετείο ότι, αν οι αντίδικοι της θελήσουν να προσκομίσουν το επίμαχο ιδιωτικό συμφωνητικό, θα το προβάλει ως πλαστό, στη συνέχεια δε, όταν αυτή έλαβε γνώση των προτάσεων των αναιρεσειόντων, με τις οποίες επικαλέσθηκαν και ακολούθως προσκόμισαν το εν λόγω συμφωνητικό, πρόβαλε με την προσθήκη-αντίκρουση των από 12/2/2008 προτάσεών της την ένσταση πλαστότητας αυτού (συμφωνητικού), κατονομάζοντας ως πλαστογράφο τον πρώτο αναιρεσείοντα.
Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του έλαβε υπόψη την παραπάνω ένσταση της αναιρεσίβλητης, κρίνοντας ότι αυτή προβλήθηκε παραδεκτά, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα και, συνεπώς, ο όγδοος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 8β' ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, κατ' άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012 και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10/5/2013 αίτηση των Κ. Π. κλπ. για αναίρεση της 53/2013 απόφασης του Εφετείου Ευβοίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ