Legislator Case Law & Legislation
1419/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of reasoning and distortion of evidence in civil dispute.

Case Number 1419/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation against the Court of Thessaloniki's judgment. The appellant argued the lower court lacked reasoning and distorted a private agreement regarding debt recognition, but the court found the appeal inadmissible. The court ruled that the lower court relied on a combination of evidence rather than solely on the disputed document, and that the reasoning provided was sufficient to support the verdict.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal for cassation based on lack of reasoning or distortion of evidence is inadmissible if the lower court based its decision on a comprehensive evaluation of all evidence rather than exclusively on the alleged distorted document.

Keywords

AI generated
cassation appeal lack of reasoning distortion of evidence Code of Civil Procedure burden of proof private agreement judicial evaluation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 1/1999
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1419 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1419/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Ο., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δεβελάσκα.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Φ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Μαγδαληνή Ευκαρπίδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Οκτωβρίου 2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31624/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 649/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7 Ιουνίου 2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 5 Απριλίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες δε νοούνται τα από την απόφαση δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμά της, στο οποίο στήριξε το συμπέρασμα, Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Με το υπ' αριθμ. .../13-12-1985 συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δημητρίου Χρυσοστόμου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης ο ανακόπτων και η σύζυγος του Σ. Α. Φ., το γένος Ο. Κ., κατέστησαν κύριοι εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία ενός οικοπέδου εμβαδού 857,85 τμ, κείμενου επί της οδού ...

στο .... Το οικόπεδο αυτό ήταν όμορο ενός οικοπέδου, ιδιοκτησίας του καθ' ου η ανακοπή, ο οποίος είναι αδελφός της συζύγου του ανακόπτοντα. Ο τελευταίος με την σύζυγο του και τον καθ' ου η ανακοπή αποφάσισαν, ταυτόχρονα, το έτος 1986 να προβούν στην αξιοποίηση των οικοπέδων τους, με ανέγερση απ' αυτών δύο μονοκατοικιών.

Επειδή ο καθ' ου είναι πολιτικός μηχανικός, αλλά λόγω και της στενής συγγενικής του σχέσης με τους δύο πρώτους, ανέλαβε αυτός την έκδοση αδειών και για τις δύο μονοκατοικίες, καθώς και την επίβλεψη της ανέγερσης τους. Μετά δε από αίτηση των ίδιων (ανακόπτοντα και συζύγου του) εκδόθηκε η υπ'αριθμ. .../9-6-1986 άδεια ανέγερσης οικοδομής, βάσει αρχιτεκτονικής μελέτης, που συνέταξε ο καθ' ου και το ίδιο έτος ξεκίνησε και η ανέγερση της κατοικίας τους, η κατασκευή της οποίας ολοκληρώθηκε το έτος 1993.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από το έτος 1989 ο ανακόπτων και η σύζυγος του μετείχαν με ποσοστά 10% και 5% αντίστοιχα στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ο. Κ. και Υιός ΑΒΕΕ", η οποία, με το υπ' αριθμ. .../25-1-1990 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευάγγελου Σαρρή, συγχωνεύτηκε με την ομόρρυθμη εταιρία, με την επωνυμία "Π.

Κ. και ΣΙΑ ΟΕ" και συστάθηκε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ο. Κ. και Υιός ΑΒΕΕ". Ο ανακόπτων και η σύζυγος του πολλές φορές δάνεισαν χρήματα στην εταιρία αυτή, η οποία ιδρύθηκε, από τον πεθερό του ανακόπτοντα και πατέρα της συζύγου του Ο. Κ. και συμμετείχε σ' αυτήν και ο καθ' ου, διατελώντας χρέη Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου.

Ειδικότερα η σύζυγος του ανακόπτοντα δάνεισε στην παραπάνω εταιρία το έτος 2003 το ποσό των 25.000 ευρώ και σταδιακά έως το έτος 2004 δάνεισε στην εταιρία και το ποσό των 103.257,52 ευρώ (βλ το από 22-12-2004 έγγραφο αναγνώρισης της οφειλής της ανώνυμης εταιρείας). Τον Μάρτιο του έτους 2005 ο υιός του ανακόπτοντα Ο. Φ. δάνεισε στην ως άνω εταιρία το ποσό των 12.205,00 ευρώ, λαμβάνοντας ο ίδιος ισόποσο τραπεζικό δάνειο, από τράπεζα, ενώ το Μάιο του ίδιου έτους ο ανακόπτων δάνεισε στην ίδια εταιρία το ποσό των 22.000 ευρώ.

Στις αρχές του έτους 2006 η σύζυγος του ανακόπτοντα δάνεισε και πάλι στην ανωτέρω εταιρία το ποσό των 120.000 ευρώ, το οποίο έλαβε, προηγουμένως, η ίδια, από τραπεζικό δάνειο, συναινώντας στην εγγραφή προσημείωσης σε ακίνητο της. Για το δάνειο αυτό ο καθ' ου, ως εκπρόσωπος της ίδιας εταιρίας, με το από 15-4-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, υποσχέθηκε ότι θα φροντίσει να αποδεσμεύσει το προσημειωμένο ακίνητο της αδερφής του, συναινώντας σε προσημείωση επί άλλου ακινήτου, είτε της εταιρίας, είτε δικό του και.

ότι η αποδέσμευση θα γίνει, αφού εξοφληθεί το χρέος της εταιρίας προς τη ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, ύψους 315.000 ευρώ και αρθούν οι διοικητικές κυρώσεις, που επιβλήθηκαν επί των ακινήτων της εταιρίας και του ιδίου. Ομοίως, με το από 12-7-2006 έγγραφο, ο καθ' ου υποσχέθηκε προς την αδερφή του να αντικαταστήσει την προσημείωση επί του ακινήτου της, εφόσον αρθούν οι προαναφερθείσες κυρώσεις.

Το Σεπτέμβριο του έτους 2006 οι διάδικοι, καθώς και η σύζυγος του ανακόπτοντα, είχαν αλλεπάλληλες συναντήσεις και προσπαθούσαν να βρούν μια λύση, για τις προαναφερθείσες, μεταξύ τους δοσοληψίες, συντάσσοντας προς τούτο και σχέδια συμφωνητικών. Την 3-10-2006 ο καθ' ου επισκέφθηκε ο ίδιος την οικία του ανακόπτοντα, όπου βρισκόταν και ο πατέρας του και πεθερός του ανακόπτοντα Ο.

Κ. και ζήτησε από τον ανακόπτοντα να υπογράψουν τα συνταχθέντα, για τη διευθέτηση των διαφορών τους, ιδιωτικά συμφωνητικά, ενώπιον αστυνομικού οργάνου στο Αστυνομικό Τμήμα Ωραιοκάστρου, προκειμένου να θεωρηθεί το γνήσιο των υπογραφών τους, όπως τούτο ομολογεί ο καθ' ου στις προτάσεις ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου.

Ο ανακόπτων και η σύζυγος του ανέγνωσαν προσεκτικά τα συμφωνητικά, διαπίστωσαν ότι αναγραφόταν σε αυτά ό,τι και στα προσχέδια, που είχαν συνταχθεί σχετικά και δέχθηκαν την πρόταση του καθ' ου να υπογράψουν στο Αστυνομικό Τμήμα, αφού έτσι και οι ίδιοι θα ήταν πιο εξασφαλισμένοι. Ειδικότερα δε στο με ίδια ημερομηνία συμφωνητικό, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, αναφερόταν επί λέξει; "Στη Θεσσαλονίκη σήμερα την 3η Οκτωβρίου 2006.

Ο Π. Κ. του Ο. με την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου στην Εταιρία Ο. Κ. & υιός ΑΒΒΕ, που εδρεύει στο ... αναγνωρίζει ότι ο Α. Φ. του Β. παραχώρησε χρηματικό δάνειο ποσού 22.000 € (είκοσι δύο χιλιάδες ευρώ) η δε εταιρία αναγνωρίζει το ανωτέρω χρέος και αναλαμβάνει την εξόφληση, είτε εφάπαξ, είτε σε δόσεις άτοκα εντός διαστήματος 5 (πέντε) ετών από της υπογραφής του παρόντος την 4-10-2011.

Επίσης ο Φ. Α. του Β. αναγνωρίζει ότι μετά την εξόφληση ποσού 22.000 € καμία απαίτηση δεν έχει κατά της εταιρίας Ο. Κ. & υιός ΑΒΕΕ και ότι παραιτείται από κάθε τυχόν αξίωση του". Ο καθ' ου πήρε τα συμφωνητικά και τα τοποθέτησε ξανά στο φάκελο, που τα είχε πριν, στη συνέχεια επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο του πατρός του Ο.

Κ. και μετέβησαν ο τελευταίος, ο ανακόπτων, η σύζυγος του και ο καθ' ου στο Αστυνομικό Τμήμα Ωραιοκάστρου, το οποίο απέχει λίγα λεπτά από τις οικίες τους, προκειμένου να υπογράψουν τα τρία συμφωνητικά αναγνώρισης χρέους της ως άνω εταιρίας, από τα προαναφερθέντα δάνεια, στα οποία ο καθ' ου θα υπέγραφε ως εκπρόσωπος της τελευταίας.

Όταν έφθασαν στο Αστυνομικό Τμήμα και αποβιβάστηκαν από το αυτοκίνητο ο ανακόπτων, η σύζυγος του και ο πατέρας της, ο καθ' ου, ο οποίος το οδηγούσε, αφού το στάθμευσε, τους συνάντησε, μετά από λίγο, εντός του τμήματος. Εκεί απευθύνθηκαν στον αξιωματικό υπηρεσίας, στον οποίο ανέφεραν το λόγο της μετάβασης τους και ο καθ' ου έβγαλε από το φάκελο τα τρία συμφωνητικά και τα άφησε πάνω στο γραφείο του, όπου τα υπέγραψαν, χωρίς να τα αναγνώσουν ξανά, αφού τα είχαν αναγνώσει μόλις πριν από λίγη ώρα, προσεκτικά στην οικία τους και ο αξιωματικός θεώρησε το γνήσιο των υπογραφών.

Μάλιστα το επίδικο, μεταξύ των διαδίκων, συμφωνητικό, το υπέγραψε και ο ανακόπτων, παρόλο που αφορούσε μόνον αναγνώριση χρέους του καθ' ου προς αυτόν, επειδή συμφωνήθηκε η αποπληρωμή του σε πέντε έτη και ο καθ' ου ζήτησε να αποδεχθεί τον όρο αυτό ο ανακόπτων, υπογράφοντας και αυτός το συμφωνητικό. Μετά την υπογραφή των συμφωνητικών αυτών ο καθ' ου είχε ζητήσει να τα φυλάξει ο πατέρας του και, πεθερός του ανακόπτοντος Ο.

Κ., μέχρι η εταιρία να λάβει τραπεζικό δάνειο, από το προϊόν του οποίου, θα εξοφλούσε τα οφειλόμενα, ώστε μέχρι τότε να μην μπορεί ο ανακόπτων και η σύζυγος του να στραφούν κατά της εταιρίας. Άλλωστε για το λόγο αυτό τους συνόδευσε ο προαναφερθείς Ο. Κ. στο ως άνω αστυνομικό τμήμα, αφού ο τελευταίος δεν ήταν συμβαλλόμενος στα συμφωνητικά αυτά και δεν είχε λόγο να παρευρίσκεται κατά την υπογραφή τους.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο καθ' ου κατά τη μετάβαση τους στο Αστυνομικό Τμήμα αντικατέστησε το προαναφερθέν συμφωνητικό, που αφορούσε τον ανακόπτοντα, με άλλο, το οποίο είχε συντάξει ο ίδιος και στο οποίο αναφερόταν και πάλι ότι ο καθ' ου με την ιδιότητα Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου στην ως άνω εταιρία αναγνωρίζει ότι ο ανακόπτων παραχώρησε χρηματικό δάνειο ποσού 22.000 ευρώ και ότι η εταιρία αναγνωρίζει το χρέος και αναλαμβάνει την εξόφληση, είτε εφάπαξ, είτε σε δόσεις άτοκα εντός διαστήματος πέντε ετών από της υπογραφής του συμφωνητικού την 4-10-2011, αλλά είχε αντικαταστήσει τη προαναφερθείσα φράση, που υπήρχε στο προσκομιζόμενο σχέδιο του συμφωνητικού: "Επίσης ο Φ.

Α. του Β. αναγνωρίζει ότι μετά την εξόφληση ποσού 22.000 ευρώ καμία απαίτηση δεν έχει κατά της εταιρίας Ο. Κ. & υιός ΑΒΕΕ και ότι παραιτείται από κάθε τυχόν αξίωση του" με τη φράση: "Επίσης ο Φ. Α. του Β. αναγνωρίζει ότι προσωπικά ο Π. Κ. του παρεχώρησε χρηματικό δάνειο 660.000 ευρώ για την ανέγερση της οικίας του και δέχτηκε την εξόφληση αυτού εφάπαξ".

Επειδή δε η νέα φράση καταλάμβανε ακριβώς τον ίδιο χώρο στο έγγραφο, με την ως άνω φράση του σχεδίου, ο ανακόπτων δεν μπορούσε να αντιληφθεί την αλλαγή του συμφωνητικού από τον καθ' ου, αλλά αντιθέτως εύλογα πίστευε, λόγω και της σχέσης εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους, ότι υπέγραφε το συμφωνητικό, που είχαν συμφωνήσει, όπως διατυπώθηκε στο σχέδιο και το είχε αναγνώσει, πριν από λίγη ώρα, στην οικία του, και το υπέγραψε, χωρίς να το αναγνώσει ξανά.

Ο ισχυρισμός του καθ' ου ότι στο Αστυνομικό Τμήμα ο Αξιωματικός Υπηρεσίας ανέγνωσε το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, προκειμένου οι συμβαλλόμενοι να το ακούσουν και μετά να υπογράψουν, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε, αφού ο μεν πατέρας του (καθ' ου), ο οποίος ήταν παρών κατά την υπογραφή του, στην ένορκη βεβαίωση του δεν επιβεβαιώνει την ανάγνωση αυτού, ο δε εξετασθείς στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυράς του δεν γνωρίζει ο,τιδήποτε σχετικά με την υπογραφή των συμφωνητικών.

Επίσης δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του καθ' ου ότι μετά την υπογραφή του συμφωνητικού ο καθένας τους έλαβε από ένα αντίγραφο, αφού σύμφωνα με την σαφέστατη περί τούτου κατάθεση της μάρτυρος του ανακόπτοντος, η οποία δεν αναιρείται από κανένα αποδεικτικό μέσο, μετά την υπογραφή τους τα συμφωνητικά, αυτά παραδόθηκαν στον πατέρα του καθ' ου και πεθερό του ανακόπτοντος, προκειμένου, να τα φυλάξει, έως ότου ανεύρει η εταιρία τα οφειλόμενα χρήματα, από προϊόν δανείου, για να τα επιστρέψει και έτσι ο ανακόπτων δεν κράτησε κανένα αντίτυπο του επίδικου συμφωνητικού.

Συνέπεια τούτου ήταν ο ανακόπτων να αντιληφθεί το πρώτον την σε βάρος του κατά τον παραπάνω τρόπο πραγματοποιηθείσα απάτη, όταν ο καθ' ου του επέδωσε την από 25-7-2007 εξώδικη δήλωση -πρόσκληση, με την οποία του δήλωνε ότι, δυνάμει του από 3-10-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού, αναγνώρισε ότι του οφείλει το ποσό των 600.000 ευρώ, λόγω συναφθέντος μεταξύ τους δανείου, ότι με την εξώδικη δήλωσή του κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση και τον καλούσε να του καταβάλει το εν λόγω ποσό εντός δέκα ημερών και νομιμοτόκως από την επίδοση της δηλώσεως.

Ο ανακόπτων του απάντησε, με την από 1-8-2007 εξώδικη δήλωση του, η οποία επιδόθηκε στον καθ' ου την 2-8-2007 και με την οποία αρνούνταν ότι υφίστατο οποιαδήποτε οφειλή του από δάνειο, ή άλλη αιτία, αμφισβητούσε την ύπαρξη οποιουδήποτε εγγράφου, που να βεβαιώνει την ύπαρξη τέτοιας απαίτησης του καθ' ου σε βάρος του και τον καλούσε να παραδώσει επικυρωμένα αντίγραφα των υποτιθεμένων εγγράφων αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, ή σύμβασης δανείου στην πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Φωτιάδου.

Ακολούθως και επειδή ο καθ' ου δεν του παρέδωσε κανένα αντίγραφο, ούτε του απάντησε σχετικά, ο ανακόπτων κατέθεσε αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο καθ' ου, να του παραδώσει έγχρωμο επικυρωμένο αντίγραφο του ως άνω εγγράφου.

Πριν, όμως, από την εκδίκαση της εν λόγω αίτησης, μετά από αίτηση του καθ' ου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 33500/6-9-2007 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο ανακόπτων υποχρεωνόταν να καταβάλει στον καθ' ου το ποσό των 660.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, στην οποία αναφερόταν ως αιτία οφειλής του η σύναψη δανείου μεταξύ των και η αναγνώριση της (οφειλής) από τον ανακόπτοντα, με το από 3-10-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό και επιδόθηκε στον τελευταίο την 25-9-2007 (βλ. 10664/25-9-2007 έκθεση επίδοσης της του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ...).

Τότε ο ανακόπτων έλαβε γνώση του περιεχομένου του ως άνω εγγράφου, που είχαν συνυπογράψει την 3-10-2006 ενώπιον του αστυνομικού οργάνου στο Αστυνομικό Τμήμα Ωραιοκάστρου, με το διαφορετικό περιεχόμενο από αυτό, που είχαν συμφωνήσει στην οικία του. Στη συνέχεια ο ανακόπτων ζήτησε, με την από 22-11-2007 εξώδικη δήλωση του, από τον πεθερό του Ο.

Κ., που του επιδόθηκε την 27-11-2007, να του παραδώσει τα τρία ιδιωτικά συμφωνητικά, που είχαν υπογράψει την 3-10-2006, διαμαρτυρόμενος ταυτόχρονα για το γεγονός ότι αφενός μεν την 18-10-2006, ενώ είχε εγκριθεί το δάνειο προς την προαναφερθείσα εταιρία, ο πεθερός του είχε αρνηθεί να του παραδώσει τα συμφωνητικά, που παρέλαβε προς φύλαξη, αμέσως μετά την υπογραφή τους, με την δικαιολογία ότι δεν είχε εκταμιευτεί ακόμη το δάνειο, αφετέρου δε, όταν τέλη Μαρτίου 2007 ο ανακόπτων πληροφορήθηκε ότι το δάνειο είχε εκταμιευτεί, ήδη, από τα τέλη Οκτωβρίου 2006, ο πεθερός του αρνήθηκε και πάλι να του παραδώσει τα συμφωνητικά, αποφεύγοντας κάθε επικοινωνία μαζί του και εγκαταλείποντας προσωρινά την οικία αυτού και της συζύγου του, όπου διέμενε τα τελευταία επτά χρόνια.

Τα ως άνω δε γεγονότα για τα οποία διαμαρτυρόταν, με την εξώδικη δήλωσή του ο ανακόπτων, επιβεβαιώνονται και από την κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου. Τα κατατιθέμενα δε από την ίδια μάρτυρα ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου ότι ο Ο. Κ. κράτησε τα εν λόγω συμφωνητικά, μετά την υπογραφή τους και ότι ο ανακόπτων δεν πήρε αντίγραφο του επίδικου, επιβεβαιώνονται και από την ένορκη βεβαίωση του Ο.

Φ., ο οποίος ήταν παρών κατά τη συνάντηση της συζύγου του ανακόπτοντος και μητέρας του και του Ο. Κ., παππού του, που έλαβε χώρα στην οικία του ανακόπτοντος το Σεπτέμβριο του έτους 2007, κατά την οποία η πρώτη τα ζήτησε από το δεύτερο, και όπου ο τελευταίος δήλωσε στην κόρη του ότι τα έσκισε, όταν δε η κόρη του επεσήμανε ότι αν πλαστογράφησαν την υπογραφή, του συζύγου της θα τους στείλει φυλακή, εκείνος της απάντησε ότι και αυτή έχει συμπεριφερθεί άσχημα, αφού είχε πάρει πολλά χρήματα από την εταιρία, η οποία κινδυνεύει να κλείσει και ο καθ' ου αδερφός της να πάει φυλακή.

Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από την ένορκη βεβαίωση της Ά. συζ. Κ. Γ. (σύζυγος του αδερφού της ήδη αποβιωσάσης πεθεράς του ανακόπτοντος), η οποία κατέθεσε ότι το καλοκαίρι του έτους 2007 συναντήθηκε με τον Ο. Κ. στην εξοχική της κατοικία στους Ν. Επιβάτες, που βρίσκεται δίπλα στην εξοχική κατοικία του τελευταίου και σε ερώτηση της τι έκανε τα τρία εν λόγω ιδιωτικά συμφωνητικά και γιατί δεν τα παραδίδει στην κόρη του Σ. (σύζυγο του ανακόπτοντα), της απάντησε ότι τα χαρτιά τα έχει σκίσει, ότι έχει μόνο ένα γερό χαρτί, που θα κάψει την κόρη του, χωρίς να δώσει περισσότερες εξηγήσεις, ούτε στην ίδια, ούτε στην κόρη του και τον γαμπρό του, όταν τον ρώτησαν σχετικά με τα λεγόμενα του.

Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι, πριν την υπογραφή του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, είχε προηγηθεί οποιαδήποτε συζήτηση, σχετικά με την επίδικη οφειλή του ανακόπτοντα προς τον καθ' ου, ότι συζητήθηκαν οι όροι αποπληρωμής, ότι ο ανακόπτων συμφώνησε ότι οφείλει το ποσό αυτό στον καθ' ου και ότι θα το καταβάλει άπαξ και σε πρώτη ζήτηση.

Αντιθέτως από τα προσκομιζόμενα, από τον ανακόπτοντα, σχέδια ιδιωτικών συμφωνητικών, που συντάχθηκαν κατά τη διάρκεια των συζητήσεων, που έλαβαν χώρα πριν την 3-10-2006, προκειμένου να καταλήξουν οι συμβαλλόμενοι στην τελική μορφή των συμφωνητικών, τίποτα σχετικά με την οφειλή του ανακόπτοντα, όπως προαναφέρθηκε δεν αναφέρεται, συμπεριφορά, η οποία, όσον αφορά τον καθ' ου, αντιβαίνει στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δεδομένου ότι σύμφωνα, με τα διατεινόμενα από αυτόν, ο ανακόπτων του όφειλε ένα πολύ μεγάλο ποσό και η συγκεκριμένη χρονική στιγμή, που γινόταν συνολική διευθέτηση των μεταξύ τους οικονομικών διαφορών, ήταν η πλέον κατάλληλη, για την εκδήλωση αυτής της απαίτησης του.

Ενισχυτικό της κρίσης αυτής αποτελεί και το γεγονός ότι ο καθ' ου καμία αναφορά δεν έκανε, για την επίδικη οφειλή, και στις ανακοπές, που άσκησε κατά των υπ' αριθμ. 17.288/8-5-2007, 17.290/2007, και 17.292/8-5-2007 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που εκδόθηκαν, μετά από αιτήσεις της συζύγου του ανακόπτοντα και αδερφής του, για τα προαναφερθέντα ποσά των 25.000 ευρώ, των 103.257, 52 ευρώ και των 120.000 ευρώ, αντίστοιχα, με τα οποία η τελευταία είχε δανείσει την ως άνω ανώνυμη εταιρία.

Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι συνήφθη πράγματι δάνειο μεταξύ των διαδίκων, ανερχόμενο μάλιστα στο ύψος του κόστους κατασκευής της οικίας του ανακόπτοντος και της συζύγου του, ούτε ότι το κόστος κάλυψε εξ ολοκλήρου ο καθ' ου η ανακοπή, οφειλή μάλιστα, που αναγνώρισε ο ανακόπτων, με το επίδικο ιδιωτικό συμφωνητικό, όπως ο πρώτος ισχυρίζεται.

Ειδικότερα, επειδή από τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν, αποδείχτηκε ότι ο ανακόπτων κατέβαλε τις σχετικές δαπάνες, ενώ οι δαπάνες που κατέβαλε ο καθ' ου, πέραν της δικής του οικίας και για την οικία του ανακόπτοντα, τις του κατέβαλε άμεσα ο ανακόπτων. Η κρίση αυτή συνάγεται κυρίως από το ότι ενώ ο ανακόπτων επικαλείται και προσκομίζει αποδείξεις καταβολής διαφόρων ποσών προς τους τεχνίτες, που απασχολήθηκαν στην κατασκευή της οικίας του, τους προμηθευτές επίπλων και ηλεκτρικών ειδών και προς το Ι.Κ.Α, ο καθ' ου δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει τέτοιες, με τις οποίες όφειλε να εφοδιασθεί, κυρίως προς απόδειξη του είδους και της αξίας των δαπανών, απέναντι στον ανακόπτοντα, δεδομένου ότι επρόκειτο για ένα πολύ μεγάλο ποσό και όχι για μια μικρή δαπάνη, την οποία, λόγω και της στενής συγγενικής σχέσης, υπήρχε περίπτωση ο ίδιος να μην αναζητήσει.

Οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες, από τον καθ' ου, υπεύθυνες δηλώσεις διαφόρων ατόμων, τους οποίους φέρεται να χρησιμοποίησε ο ίδιος, κατά την εκτέλεση εργασιών, για την ανοικοδόμηση της κατοικίας του ανακόπτοντα, όπως προαναφέρθηκε δεν λαμβάνονται, υπόψη, προς απόδειξη του σχετικού ισχυρισμού του, όπως ορθώς δεν λήφθηκαν υπόψη και πρωτοδίκως, γιατί δόθηκαν για να χρησιμεύσουν στην εκκρεμή δίκη και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, επειδή σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία θέση, δεν είναι νόμιμα αποδεικτικά μέσα.

Επίσης ενισχυτικό της παραπάνω κρίσης περί του ότι δεν συνήφθη δάνειο μεταξύ των διαδίκων, με τη παραπάνω μορφή, αποτελεί και το γεγονός ότι ο μάρτυρας του καθ' ου ο οποίος καταθέτει ότι γνωρίζει ότι ο καθ' ου είχε αναλάβει την επίβλεψη των εργασιών κατασκευής του ανακόπτοντα και είχε συχνή επικοινωνία μαζί του, ρητά καταθέτει ότι ποτέ δεν παρευρέθηκε σε συζήτηση, κατά την οποία να γίνει λόγος για δάνειο του καθ' ου προς τον ανακόπτοντα, ενώ σαφώς κατέθεσε ότι δεν γνωρίζει τίποτε για συμφωνία σχετικά με τα χρήματα, που ισχυρίζεται ο καθ' ου ότι δάνεισε στον ανακόπτοντα, καθώς και ότι δεν γνωρίζει το ακριβές ποσό, που δαπάνησε ο καθ' ου για το σπίτι.

Ακόμη ενώ το κόστος κατασκευής της οικίας του ανακόπτοντα, σύμφωνα με την από 3-12-2007 έκθεση του Διπλωματούχου Αρχιτέκτονος Μηχανικού Ι. Μ., που προσκομίζει ο καθ' ου, ανήλθε, κατά το χρόνο κατασκευής αυτής, στο ποσό των 101.592.636 δρχ, ήτοι 298.144,19 ευρώ, καμία εξήγηση δε δόθηκε, ούτε από τον καθ' ου, με τις προτάσεις του, ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, ούτε από τον ίδιο μάρτυρα, πως το ποσό αυτό, που υποτίθεται ότι δάνεισε ο καθ' ου, με τον παραπάνω τρόπο, στον ανακόπτοντα, έφτασε στο ποσό των 660.000 ευρώ, που αναφέρεται στο από 3-10-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, πως υπολογίστηκε και τι διαπραγματεύσεις έγιναν, για να διαμορφωθεί το οφειλόμενο ποσό στο ύψος αυτό.

Εξάλλου το κόστος κατασκευής, σύμφωνα με την από 12-11-2007 έκθεση της Διπλωματούχου Πολιτικού Μηχανικού, Έ. Κ., που διορίστηκε, κατόπιν τής από 28-9-2007 αιτήσεως του ανακόπτοντα, από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, ανήλθε στο χρόνο κατασκευής, στο ποσό των 54.000.000 δραχμών, ήτοι 158.474 ευρώ, (χωρίς σε αυτό να περιλαμβάνονται τα ποσά, που καταβλήθηκαν για ασφαλιστικές εισφορές ΙΚΑ), ποσό οπωσδήποτε πολύ χαμηλότερο από αυτό, που υπολόγισε η τεχνική σύμβουλος του καθ' ου η ανακοπή.

Η τελευταία δε, απαντώντας στην από 18-4-2008 αίτηση του ανακόπτοντα να αιτιολογήσει την απόκλιση της κοστολόγησης μεταξύ των δύο εκθέσεων, αναφέρει ότι η διαφορά οφείλεται στο ότι στην έκθεση, που προσκομίζει ο καθ' ου, υπολογίστηκαν πολύ υψηλότερες τιμές των υλικών και εργατικών, ειδικά σε εργασίες, που συμμετέχουν, με μεγάλο ποσοστό στο κόστος της κατοικίας και για τις οποίες δεν υπάρχουν παραστατικά, ενώ η ίδια βοηθήθηκε από εξειδικευμένα συνεργεία και λάμβανε πάντα υπόψη τις μεγαλύτερες τιμές.

Επιπλέον η προαναφερθείσα, από 3-12-2007, έκθεση του Διπλωματούχου Αρχιτέκτονος Μηχανικού Ι. Μ., δεν επιβεβαιώνεται και από την ένορκη βεβαίωση του Ο. Κ., τον οποίο ο καθ' ου εξέτασε και προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού και ο οποίος καταθέτει, όλως αορίστως, ότι ο υιός του (καθ ου) κατέβαλε όλες τις δαπάνες και τον εξοπλισμό της οικίας του ανακόπτοντα, ο οποίος σε καμία καταβολή δεν προέβη προς εξόφληση τους, ότι αυτές ανερχόταν στο ποσό των 600.000 ευρώ, με σημερινές, όμως, τιμές, ότι ο ανακόπτων πάντα αναγνώριζε την οφειλή αυτή και υποσχόταν ότι θα εξοφλήσει το δάνειο, που του είχε χορηγήσει ο καθ' ου, δεν δίνει καμιά συγκεκριμένη πληροφορία, όμως, για το πότε και ποιο ποσό αναγνώριζε ο ανακόπτων ότι όφειλε στον καθ' ου και δεν εξηγεί, πως κατέληξαν οι διάδικοι στο σημερινό ποσό.

Οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον καθ' ου φορολογικές δηλώσεις του ανακόπτοντος των ετών 1991, 1994 έως 2001, 2003 έως 2004, και 2006, όπου τα ετήσια εισοδήματα του ανακόπτοντος δεν είναι πράγματι ιδιαίτερα υψηλά, προς απόδειξη των ισχυριζόμενων του (καθ' ου) ότι ο ανακόπτων δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να προβεί στην κατασκευή τέτοιας κατοικίας, δεν κρίνονται πρόσφορες, γιατί οι δηλώσεις αυτές δεν έχουν ελεγχθεί για την ακρίβεια τους, από τα αρμόδια όργανα, και κατά συνέπεια δεν αποδεικνύουν την πραγματική οικονομική κατάσταση του (ανακόπτοντος).

Επιπλέον, όπως προαναφέρθηκε, η κατασκευή της κατοικίας του ανακόπτοντος είχε ολοκληρωθεί το έτος 1993. Επίσης η επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον καθ' ου φωτοτυπία βιβλιαρίου ταμιευτηρίου της Εμπορικής Τράπεζας ενός κοινού λογαριασμού του ίδιου και της Λ. Κ., από το οποίο φαίνεται ότι κάποια στιγμή, εντός του έτους 1995, είχε στο λογαριασμό αυτό ύψους 100.000.000 δραχμών, καθώς και μία φωτοτυπία βιβλιαρίου της Εθνικής Τράπεζας ενός κοινού λογαριασμού του ίδιου και του Ο.

Κ., από τον οποίο φαίνεται ότι κάποια στιγμή εντός του έτους 1993 είχε στο λογαριασμό αυτό καταθέσεις ύψους 9.000.000 δραχμών, προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι ίδιος βρισκόταν σε καλύτερη οικονομική κατάσταση από τον ανακόπτοντα, δεν τον επιβεβαιώνει, γιατί, όπως και ο ίδιος ομολογεί, με τις προτάσεις του, ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, το συνολικό αυτό ποσό το είχε, μετά την πλήρη αποπεράτωση των κατοικιών, ενώ για το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο διήρκησε η ανέγερση τους, δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο για τις δικές του οικονομικές δυνατότητες.

Αντιθέτως, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη, από τον ανακόπτοντα, φωτοτυπία βιβλιαρίου ταμιευτηρίου της Εθνικής Τράπεζας ενός κοινού λογαριασμού του ιδίου και της συζύγου του Σ., φαίνεται ότι αυτός (ανακόπτων) είχε στο λογαριασμό αυτό καταθέσεις ύψους 1.641.480 δραχμών την 2-1-1986 και μέχρι την 14-4-1992 κατατέθηκαν συνολικά περίπου 10.000.000 δραχμές και από την επικαλούμενη, από τον ίδιο, και προσκομιζόμενη φωτοτυπία βιβλιαρίου ταμιευτηρίου της Εθνικής Τράπεζας ενός ατομικού λογαριασμού του ίδιου φαίνεται ότι την 24-12-1987 το υπόλοιπο του λογαριασμού του ήταν μηδενικό και μέχρι την 15-12-1992 είχε καταθέσει περίπου 17.000.000 δραχμές, γεγονός που αποδεικνύει ότι ο ανακόπτων κατά το διάστημα ανέγερσης της ως άνω οικίας του είχε την οικονομική δυνατότητα να καλύψει τις σχετικές δαπάνες.

Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι η δήλωση βούλησης του ανακόπτοντα, που περιέχεται στο από 3-10-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, με την οποία αναγνωρίζει ότι οφείλει στον καθ' ου το ποσό των 660.000 ευρώ, προκλήθηκε με απάτη εκ μέρους του καθ' ου, ο οποίος, αφού τον έπεισε ότι πρόκειται να συνυπογράψουν το ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο θα ρυθμίζουν την οφειλή της ανώνυμης εταιρίας, προς τον ανακόπτοντα και την εξόφληση της άτοκα, εντός πέντε ετών, το οποίο είχαν προηγουμένως αναγνώσει και συμφωνήσει με το περιεχόμενο του, του έδωσε να υπογράψει άλλο συμφωνητικό, ως προς το περιεχόμενο του οποίου ο ανακόπτων τελούσε, λόγω της προαναφερθείσας απάτης, σε πλάνη και συνεπώς η ως άνω δήλωση είναι άκυρη για το λόγο αυτό.

Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος - καθ' ου ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε επειδή δεν έλαβε υπόψη του το από 3-10-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, από το οποίο, ως ιδιωτικό έγγραφο, συνταχθέν κατά τους νομίμους τύπους και επικυρωθέν, ομοίως, αποδεικνυόταν ότι ο ανακόπτων αναγνωρίζει ότι οφείλει στον καθ' ου το ποσό των 600.000 ευρώ, λόγω δανείου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, η δικαιοπραξία, που καταρτίζεται με την σύνταξη και υπογραφή ενός ιδιωτικού εγγράφου, μπορεί να προσβληθεί ως άκυρη, ή ακυρώσιμη, για ελάττωμα της βούλησης, όπως εν προκειμένω, αυτό της πλάνης, λόγω απάτης, και να ακυρωθεί (η δικαιοπραξία) αν αποδειχθεί η ακυρότητα της, όπως εν προκειμένω, χωρίς να προσβληθεί το έγγραφο ως πλαστό.

Συνεπώς η παραπάνω δικαιοπραξία αναγνώρισης χρέους του ανακόπτοντος προς τον καθ' ου πρέπει να ακυρωθεί και κατ' ακολουθία των ανωτέρω να γίνει δεκτός ως βάσιμος και από ουσιαστική άποψη και ο πρώτος λόγος της ανακοπής και να ακυρωθεί η δικαιοπραξία αναγνώρισης χρέους του ανακόπτοντα, ύψους 660.000 ευρώ, λόγω δανείου, προς τον καθ' ου η ανακοπή, που περιέχεται στο από 3-10-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό.

Κατ' ακολουθία πρέπει να ακυρωθεί και η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, που εκδόθηκε βάσει του συμφωνητικού αυτού. Η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε τα ίδια και ακύρωσε την δικαιοπραξία αναγνώρισης χρέους και ακολούθως και την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, η οποία εκδόθηκε με βάση αυτή, ορθά εκτίμησε τις προσαχθείσες αποδείξεις και εφάρμοσε τον Νόμο και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους λόγους της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα".

Με βάση τις παραδοχές αυτές και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ το Εφετείο απέρριψε την έφεση του καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου και είχε ακυρωθεί η με αυτή προσβληθείσα υπ. αριθ. 33550/2007 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της ανακοπής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ' αυτή σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου. Ειδικότερα με βάση τα δεκτά γενόμενα με σαφήνεια και πληρότητα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν υπήρξε έγκυρη ανάληψη υποχρέωσης εκ μέρους του ανακόπτοντος από το ως άνω από 3-10-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό για καταβολή στον καθού η ανακοπή του προαναφερθέντος χρηματικού ποσού το οποίο και υποχρεώθηκε ο πρώτος να καταβάλει στο τελευταίο με την προσβληθείσα διαταγή πληρωμής καθόσον η διαλαμβανόμενη στο έγγραφο αυτό σχετική δήλωση υπήρξε προϊόν πλάνης συνεπεία της απάτης που μετήλθε ο καθού η ανακοπή σε βάρος του ανακόπτοντος.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα' αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος διότι οι δι αυτού προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδείξεων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης, παραδεκτώς προταθέντος και νομίμου, ισχυρισμού, θεμελιωτικού αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ, παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν.

Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 11 β' του άρθρου 559 ο οποίος και προσήκει και όχι από τον αριθ. 11α που αναφέρεται στο αναιρετήριο, υπό την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ως αποδεικνυόμενο από ανύπαρκτη ομολογία του καθού η ανακοπή αναιρεσείοντος που διαλαμβάνεται στις προτάσεις αυτού ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι αυτός στις 3-10-2006 ζήτησε από τον ανακόπτοντα να υπογράψουν τα συνταχθέντα, για τη διευθέτηση των διαφορών τους ιδιωτικά συμφωνητικά ενώπιον αστυνομικού οργάνου στο Αστυνομικό Τμήμα Ωραιοκάστρου ενώ αυτός κατά την σχετική ομολογία του ζήτησε να υπογραφεί ένα ιδιωτικό συμφωνητικό και αυτό ήταν το επίδικο, είναι απαράδεκτος προεχόντως διότι το ως άνω πραγματικό περιστατικό κατά το μέρος που φέρεται να μη καλύπτεται αποδεικτικά με την ομολογία του καθού η ανακοπή δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της προκειμένης δίκης για την οποία κρίσιμο ζήτημα αποτελεί όχι πόσα ιδιωτικά συμφωνητικά ζήτησε ο καθού η ανακοπή να υπογράψουν στο Αστυνομικό Τμήμα αλλά το αν η δήλωση του ανακόπτοντος που περιέχεται στο από 3-10-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό με βάση το οποίο και εκδόθηκε η προσβληθείσα με την ένδικη ανακοπή διαταγή πληρωμής σύμφωνα με την οποία "Επίσης ο Φ.

Α. του Β. αναγνωρίζει ότι προσωπικά ο Π. Κ. του παραχώρησε χρηματικό δάνειο 660.000 ευρώ για την ανέγερση της οικίας του και δέχθηκε την εξόφληση αυτού εφάπαξ" υπήρξε αποτέλεσμα εξαπάτησης του ανακόπτοντος Φ. Α. εκ μέρους του καθού η ανακοπή Π. Κ..

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ.γ' ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος του από τον αριθ. 11 γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα έγγραφα σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και την κατατεθείσα ενώπιον του Πολυμελούς στις 4-10-2011 αγωγή του αναιρεσιβλήτου με τη διαλαμβανόμενη σ' αυτή εξώδικη ομολογία τούτου σύμφωνα με την οποία η αξία της ως άνω κατοικίας ανερχόταν κατά το χρόνο τούτο (4-10-2011) στο ποσό των 750.000 ευρώ καθώς και τα φωτοαντίγραφα των φορολογικών δηλώσεων του αναιρεσιβλήτου των ετών 1991, 1994 έως 2001, 2003 έως 2004 και 2006 (των τελευταίων γίνεται και ειδικός σχολιασμός στην απόφαση).

Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. υπό την αιτίαση ότι το Εφετείο κατά την εκτίμηση των προαναφερθεισών φορολογικών δηλώσεων παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης με το να μη δεχθεί την πλήρη αποδεικτική δύναμη των δηλώσεων αυτών είναι αβάσιμος διότι δεν πρόκειται για έγγραφα με πλήρη αποδεικτική δύναμη ως προς το κρίσιμο στη προκειμένη δίκη ζήτημα της απάτης αλλά για έγγραφα που συνεκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας στηρίχτηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ως παραμορφωθέν και όχι όταν το έγγραφο συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Η παραμόρφωση λαμβάνει χώρα είτε θετικώς με τη λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου, είτε αρνητικώς με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων τμημάτων του κειμένου αυτού και συνεπεία των παραδρομών αυτών προσδίδεται σ' αυτό περιεχόμενο τελείως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει. Κατ' ακολουθίαν ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ υπό την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 3-10-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο καθού η ανακοπή (αναιρεσείων) παραλείποντας ν' αναγνώσει τη διαλαμβανόμενη σ' αυτό φράση "σε πίστωση των ανωτέρω συνετάχθη το παρόν σε δύο αντίγραφα, ένα για το κάθε μέρος, το οποίο αφού διάβασαν υπέγραψαν ως ακολούθως" και έτσι κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο καθού η ανακοπή κατά τη μετάβασή του στο Αστυνομικό Τμήμα είχε αντικαταστήσει το συμφωνητικό που είχε προηγουμένως αναγνώσει ο ανακόπτων (αναιρεσίβλητος) με άλλο στο οποίο επίσης είχε αντικαταστήσει άλλη υπάρχουσα φράση με την κρίσιμη φράση της αναγνώρισης από τον ανακόπτοντα οφειλής από δάνειο που του παραχώρησε ο καθού η ανακοπή ποσού 660.000 ευρώ και το οποίο ο ανακόπτων υπέγραψε χωρίς να το αναγνώσει, είναι απαράδεκτος διότι όπως από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στη συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο ανωτέρω έγγραφο του οποίου το περιεχόμενο φέρεται ότι παραμορφώθηκε.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183, 176 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7 Ιουνίου 2012 αίτηση του Π. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 649/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ