Legislator Case Law & Legislation
1419/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment due to improper appeal scope and factual evaluation errors.

Case Number 1419/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn both the first-instance and appellate judgments. The appellant argued that the appellate court improperly distorted evidence and failed to consider relevant documents, but the court found the appeal scope legally flawed regarding the first-instance decision. Furthermore, the court determined that the alleged error involved factual evaluation rather than a diagnostic reading mistake of the documents, which is not grounds for annulment under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 559 no. 20, 577 no. 1, 561 no. 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if filed against a first-instance judgment after a final appeal decision has been accepted, and a distortion of evidence argument fails if the court's decision stems from a correct reading of documents combined with a different factual assessment.

Keywords

AI generated
scope of appeal annulment inadmissibility distortion of evidence factual evaluation diagnostic error Civil Procedure Code final appeal decision

Cited Legislation

AI generated
Articles 552 and 553 of the Code of Civil Procedure
Article 577 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure
Article 561 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 1033, 1045, 1051 and 974 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1419 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1419/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Τσουκαλά.

Του αναιρεσίβλητου: Θ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αθανασόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3.585/2001 μη οριστική, 888/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2.811/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο οριστικών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-12-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 22-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν η υπόθεση εξετασθεί και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση. Και τούτο διότι αν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν απορριφθεί η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή. Μόνον εάν η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή για το κεφάλαιό της το σχετικό με την απόρριψη, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση ως προς την ουσία της υποθέσεως. Και τούτο γιατί η πρωτόδικη απόφαση τελεσιδίκησε με την έκδοση της απορριπτικής εφετειακής αποφάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αναίρεση στρέφεται τόσο κατά της υπ' αριθμ. 888/2005 αποφάσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών, όσο και κατά της υπ αριθμ. 2811/2007 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, δια της οποίας έγινε τυπικά δεκτή η έφεση του εναγομένου και νυν αναιρεσείοντος κατά του ενάγοντος και νυν αναιρεσιβλήτου κατά της ως άνω πρωτοδίκου αποφάσεως και το Εφετείο, μετά την τυπική παραδοχή της εν λόγω εφέσεως, υπεισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως. Επομένως, η αναίρεση, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της ανωτέρω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1045, 1051 και 974 ΑΚ συνάγεται, ότι, για την μεταβίβαση της κυριότητος ακινήτου πρέπει ο μεταβιβάζων να είναι κύριος αυτού και η σχετική συμφωνία να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο πρέπει να μεταγραφεί, και ότι με έκτακτη χρησικτησία γίνεται κύριος ακινήτου πράγματος εκείνος που το έχει στη νομή του επί συνεχή εικοσαετία.

Κατά δε τα άρθρα 974, 976 έως 979 ΑΚ, άσκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητος αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου, δηλαδή με την θέληση να το έχει δικό του.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 787, 980,981, 982 και 994 ΑΚ συνάγεται, ότι ο συγκοινωνός που κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα λογίζεται νεμόμενος αυτό στο όνομα και των λοιπών κοινωνών και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή πριν καταστήσει σ αυτούς γνωστή την βούλησή του να νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο από την μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό.

Η αρχή όμως αυτή, προϋποθέτουσα νομίμως υφισταμένη κοινωνία κατά τον χρόνο ενάρξεως της νομής εκ μέρους ενός εκ των συγκοινωνών που προβάλλει την κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, δεν εφαρμόζεται όταν οι κοινωνοί προβαίνουν σε άτυπη διανομή επί επικοίνου ακινήτου, αφού έκτοτε έκαστος εξ αυτών με γνώση των λοιπών νέμεται αποκλειστικώς για τον εαυτό του το περιελθόν σε αυτόν εκ της ατύπου διανομής.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στη συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει.

Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν η αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση απερρίφθησαν ως μη νόμιμες ή κατ' ουσίαν αβάσιμες, όχι όμως και όταν απερρίφθησαν ως απαράδεκτες λόγω ποσοτικής αοριστίας, οπότε η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικώς από το άρθρο 559 αρ.14 του Κ.Πολ.Δ. Εξάλλου, κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟΛ ΑΠ 12-13/95).Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας, δεν ιδρύεται δε όταν το δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητος της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως,αντενστάσεως, αλλά τις απέρριψε ως απαράδεκτες για τυπικούς λόγους, μεταξύ των οποίων και η αοριστία της αγωγής, ενστάσεως κ.λ.π., διότι στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή αυτών.

Ο ίδιος αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση, ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά ιδρύεται όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσης στη συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικής διατάξεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εδέχθη, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο έχει επιφάνεια ενός στρέμματος, βρίσκεται στην Κοινότητα ..., συνορεύει, δε, ανατολικά, με ιδιοκτησία Δ. Ρ., δυτικά με ιδιοκτησία του εναγομένου Δ.

Κ. και πέραν αυτής με τη δημοσία οδό Καλάμου - Αγίων Αποστόλων, βόρεια με ιδιοκτησία Γ. Μ. και νότια με ιδιοκτησία Μ. Φ.. Αυτό αποτελεί τμήμα από το μείζονος εκτάσεως παραλληλόγραμμο ακίνητο επιφανείας δύο στρεμμάτων, που συνορεύει με δρόμο, Χ. Φ., Π. Ρ., Ι. Π. (όπως αυτό έχει περιγραφεί στην .../1947 δημόσια διαθήκη του Συμ/φου Μαραθώνος Βασιλείου Αλιφέρη).

Το μείζονος εκτάσεως ως άνω ακίνητο ανήκε στη γιαγιά των διαδίκων (που μεταξύ τους είναι αδέλφια), Μ. σύζυγο Θ. Κ., το γένος Π. Ρ.. Η ανωτέρω είχε παραχωρήσει άτυπα τη νομή αυτού στη θυγατέρα της και μητέρα των διαδίκων Ε. σύζυγο Ε. Κ., η οποία απεβίωσε το 1931. Η τελευταία νεμόταν αυτό με βοηθό νομής το σύζυγο της, ο οποίος για τις ανάγκες της οικογένειας τους είχε κτίσει οικία μέσα σ' αυτό.

Στις 19.1.1947 η Μ. Θ. Κ. συνέταξε την ... δημόσια διαθήκη της ενώπιον του Συμ/φου Μαραθώνα Βασιλείου Ν. Αλιφέρη. Στο αναφερθέν ακίνητο των δύο στρεμμάτων εγκατέστησε κληρονόμους τους διαδίκους, κοινώς και αδιαιρέτως. Η διαθήκη αυτή ακυρώθηκε με την 1528/76 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έγινε αμετάκλητη με την 1434/79 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Οι διάδικοι, όμως, από το χρόνο θανάτου της γιαγιάς τους (1963) κατείχαν και ενέμοντο το ως άνω ακίνητο, με διάνοια κυρίων, το διένειμαν δε ατύπως προ του 1970 και έλαβαν, ο μεν ενάγων το ήδη επίδικο, ο δε εναγόμενος το δυτικό αυτού τμήμα, που φθάνει μέχρι το δρόμο. Φυσικό όριο ανάμεσα στα δύο ακίνητα, που προέκυψαν από την ως άνω άτυπη διανομή, είναι ένα ρυάκι.

Δεν περιέφραξε καθένας το ακίνητο του, αυτό όμως φαίνεται περιφραγμένο (ολόκληρο) λόγω των περιφράξεων των γειτόνων, ο δε εναγόμενος περιέφραξε μόνο την πλευρά προς τον δρόμο. Ο ως άνω δρόμος εξυπηρετούσε και τα δύο ακίνητα, επιπλέον, όμως, υπήρχε ένα μονοπάτι, από όπου μπορούσε να εξέρχεται ο ενάγων από το δικό του ακίνητο.

Από το χρόνο της διανομής αυτής, καθένας ασκούσε πράξεις νομής σε διακεκριμένο τμήμα του ακινήτου. Συγκεκριμένα, ο μεν ενάγων καλλιεργούσε το δικό του με δημητριακά, τα οποία θέριζε, συνέλεγε τον καρπό από την αμυγδαλιά, που βρισκόταν μέσα σ' αυτό, το επέβλεπε και το προστάτευε από τρίτους. Ο εναγόμενος κατασκεύασε κτίσματα στο δικό του, τοποθετούσε σ' αυτό ξύλα, άφηνε το αυτοκίνητο του, από δε το χρόνο του γάμου του εγκαταστάθηκε σ' αυτό.

Κανένας εξ αυτών δεν ενοχλήθηκε από τον άλλον ούτε από τους λοιπούς κληρονόμους της γιαγιάς του, οι οποίοι, μολονότι ακυρώθηκε η διαθήκη της, νέμονταν με διάνοια κυρίου τα ακίνητα, στα οποία εγκαταστάθηκε καθένας εξ αυτών των οποίων είχαν τη νομή πριν από τη σύνταξη της διαθήκης και γι' αυτό δεν συζητήθηκε τελικά καμιά από τις αγωγές για νομή, που είχαν ασκηθεί από αυτούς.

Με το από 17.8.1972 (αριθμ. 74) πρακτικό συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Μαραθώνα, λύθηκε συμβιβαστικά η διαφορά των διαδίκων - ως αιτούντων - με τους Μ. και Μ. Φ. - καθών στη δίκη εκείνη - που είναι όμοροι, στο εν λόγω ακίνητο, σχετικά με τα όρια των ιδιοκτησιών τους. Στο ως άνω πρακτικό αναγράφεται ότι ο δεύτερος αυτών (Θ.

Κ.) πρέπει να κατεδαφίσει μανδρότοιχο. Ο πατέρας των διαδίκων Ε. Κ. από το 1963 και εφεξής δεν ενεμήθη ποτέ μείζονος εκτάσεως ακίνητο, διέμενε δε σε άλλο σπίτι μαζί με την δεύτερη σύζυγο του. Με το .../1977 δωρητήριο συμβόλαιο του Συμ/φου Μαραθώνα Σταύρου Παπαγεωργή, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο τελευταίος ισχυρισθείς ότι κατέχει ολόκληρο το ακίνητο από το 1924, λόγω άτυπης δωρεάς του πεθερού του Θ.

Κ., μεταβίβασε αυτό στον γυιό του, εναγόμενο. Όμως αυτός ποτέ δεν νεμόταν για τον εαυτό του το ακίνητο, ούτε του το είχε παραχωρήσει άτυπα ο πεθερός του. Επομένως, ποτέ δεν απέκτησε δικαίωμα κυριότητας σ' αυτό δι εκτάκτου χρησικτησίας, κατά συνέπεια ο εναγόμενος δεν απέκτησε κυριότητα από την αναφερθείσα δωρεά, αφού ο δικαιοπάροχός του δεν ήταν κύριος.

Ο ενάγων, όταν έμαθε την ύπαρξη του ως άνω δωρητηρίου συμβολαίου, διαμαρτυρήθηκε προς τον πατέρα του, με την από 18.4.1984 εξώδικη διαμαρτυρία. Το 1991 ο εναγόμενος κατέλαβε το επίδικο και εξακολουθεί να το κατέχει μέχρι την άσκηση της αγωγής. Κατά το χρόνο κατάληψης, ο ενάγων είχε γίνει ήδη κύριος του επιδίκου, από έκτακτη χρησικτησία, αφού ασκούσε σ' αυτό εμφανείς υλικές πράξεις προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.

Από τον χρόνο δε κατάληψης (1991) έως τον χρόνο επιδόσεως της αγωγής (4.8.2000) δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, κατά συνέπειαν το αγωγικό δικαίωμα του ενάγοντα δεν υπέπεσε σε παραγραφή. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντα Θ. Κ. και Δ. Π., που είναι ξαδέλφια των διαδίκων.

Εξ αυτών ο μεν πρώτος κατέθεσε πως έμαθε από τους ίδιους τους διαδίκους ότι μοίρασαν το μείζονος εκτάσεως ακίνητο, ο δε δεύτερος ότι έμαθε από τους θείους του το ίδιο. Αμφότεροι κατέθεσαν πως έβλεπαν τον ενάγοντα μέχρι το 1990 να σπέρνει δημητριακά, να θερίζει και να μαζεύει αμύγδαλα από το επίδικο και ότι ο εναγόμενος βρισκόταν στο δικό του τμήμα (δυτικό) μέσα στο οποίο τον έβλεπαν να κατασκευάζει κτίσματα, να τα διατηρεί, να συγκεντρώνει ξύλα και να κατοικεί, καθώς και ότι η περίφραξη είχε κατασκευαστεί από τους γείτονες, η πλευρά προς τον δρόμο από τον εναγόμενο, ότι το ακίνητο του ενάγοντος εξυπηρετείτο, όσον αφορά την πρόσβαση σε δρόμο, μέσω του ακινήτου του εναγομένου και μέσω ενός μονοπατιού, φυσικό δε όριο μεταξύ τους είχον το ρυάκι.

Οι καταθέσεις τους ενισχύονται από τα 74/17.8.1972 αναφερθέντα πρακτικά του Ειρηνοδικείου, κατά τα οποία και οι δύο διάδικοι άνοιξαν δικαστικό αγώνα με τους όμορους Μ. και Μ. Φ. και όχι ο πατέρας τους. Δεν αναιρούνται δε από την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου Ε. Λ., γείτονα (η λεωφόρος χωρίζει το σπίτι του από εκείνο του εναγομένου), ο οποίος δεν γνωρίζει ποιος κατασκεύασε την περίφραξη στις πλευρές του μείζονος εκτάσεως ακινήτου εν τέλει, δε, κατέθεσε πως δεν αποκλείει τις ώρες, που έλειπε στη δουλειά του, να μετέβαινε ο ενάγων στο επίδικο και να το καλλιεργούσε.

Δεν αναιρούνται επίσης ούτε από τα προσκομιζόμενα συμβόλαια των ομόρων, που αναφέρουν πως συνορεύουν με τον εναγόμενο (και όχι με τους δύο διαδίκους), αφού ο εναγόμενος κατοικεί στο δικό του τμήμα από το χρόνο του γάμου του, είναι γνωστό αυτό στη γειτονιά, οι τρίτοι δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουν εάν το υπόλοιπο ακίνητο ανήκει στον ίδιο ή τον αδελφό του.

Περαιτέρω οι προσκομιζόμενες προανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων στον Πταισματοδίκη Καπανδριτίου, σα πλαίσια ποινικής δίκης, που είναι συνοπτικές, αναφέρουν για κτηματικές διαφορές, που έχουν οι διάδικοι, δεν αναφέρονται με σαφήνεια σχετικά με τις πράξεις νομής στο επίδικο. Κατέθεσαν όσα αντελήφθησαν σε κάποια δεδομένη στιγμή σχετικά με διακατοχικές πράξεις σ' αυτό, χωρίς να γνωρίζουν καλά τα πράγματα, επηρεασμένοι και από το ότι έβλεπαν τον εναγόμενο να κατοικεί στο δικό του τμήμα και δεν ήταν δυνατόν ν' αντιληφθούν εάν του ανήκε ολόκληρο το μείζονος εκτάσεως ακίνητο ή μόνο μέχρι το ρυάκι καθώς και αν ασκούσε διακατοχικές πράξεις στο επίδικο, με διάνοια κυρίου, ο αδελφός του.

Όσον αφορά την υπεύθυνη δήλωση, που προσκομίζει ο εναγόμενος (που έχει συνταχθεί σε έντυπο, χωρίς βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής ούτε φέρει βεβαία χρονολογία) στην οποία αναγράφεται ότι ο ενάγων δηλώνει στον πατέρα του, στις 10.5.1984 ότι ανακαλεί την εξώδικη δήλωση κατά του αδελφού του και αναγνωρίζει τη δωρεά του πατέρα του προς αυτόν, αυτή δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως εξώδικη ομολογία, αφού ο ενάγων αμφισβητεί ότι γράφτηκε και υπογράφηκε από αυτόν.

Ακολούθως, το Εφετείο, κατ' επικύρωση της πρωτοδίκου αποφάσεως, απέρριψε ως κατ ουσίαν αβάσιμη την υπό του αναιρεσείοντος ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, διά της οποίας έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η διεκδικητική αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Με αυτά που εδέχθη το Εφετείο δεν εστέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, αφού εκτίθενται σε αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα κατά νόμο παραγωγικά του δικαιώματος κυριότητος του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου ακινήτου περιστατικά, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των μνησθεισών ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες το Εφετείο ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση τα γενεσιουργά του πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως της κυριότητος από τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα επί του επιδίκου ακινήτου περιστατικά, ήτοι της εκτάκτου χρησικτησίας, δια της σαφούς παραδοχής, ότι αυτός ενέμετο το επίδικο επί συνεχή εικοσαετία και ειδικότερα πριν από το έτος 1970, που εχώρησε η δι' ατύπου συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων διανομή του μείζονος εκτάσεως ακινήτου των 2.000 τ.μ., μέχρι και το έτος 1990.

Ουδεμία δε ασάφεια δεν ενεφιλοχώρησε στην προσβαλλομένη απόφαση εκ της μη ρητής μνείας ότι ο ενάγων αναιρεσίβλητος εγνωστοποίησε στον εναγόμενο αναιρεσείοντα την βούλησή του να νέμεται το επίδικο,ως αυτοτελές τμήμα του όλου ακινήτου των 2.000 τ.μ., για δικό του λογαριασμό, αφού τοιαύτη παραδοχή, ενόψει του ότι έγινε δεκτή από το Εφετείο η σύναψη της του ανωτέρω περιεχομένου συμφωνίας, δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας.

Επίσης, με πληρότητα αιτιολογιών, το Εφετείο έκρινε, ότι δια του υπ' αριθμ. .../1977 δωρητηρίου συμβολαίου ο αναιρεσείων δεν κατέστη κύριος επί του επιδίκου παραγώγως, αφού, με βάση τις ίδιες παραδοχές, ο άμεσος αυτού δικαιοπάροχος πατέρας του Ε. Κ., δεν απέκτησε κυριότητα επ' αυτού πρωτοτύπως, ως μηδέποτε νεμηθείς το εν λόγω ακίνητο.

Επομένως, οι στον έκτο λόγο, κατά το πρώτο μέρος, από τους αριθμούς 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, δια του τρίτου λόγου αναιρέσεως υπό στοιχ. α' και β' προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο εσφαλμένως έκρινε ότι καταρτίσθηκε η μνησθείσα άτυπη περί διανομής συμφωνία και ότι το εμβαδόν της διανεμηθείσης μεταξύ των διαδίκων μείζονος εκτάσεως ήταν 2000τ.μ., ενώ το αληθές είναι ότι αυτή είχε συνολικό εμβαδόν εκ 1083,96 τ.μ.

και ότι επομένως, κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο, ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να κατέχει το ήμισυ αυτής, ήτοι 541,98 τ.μ. και όχι 1000 τ.μ., όπως αναφέρεται στην απόφαση. Διά του ιδίου (τρίτου) λόγου αναιρέσεως, υπό στοιχ. δ', προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και προς στήριξή της γίνεται επίκληση περιστατικών, προκυπτόντων από διάφορα δημόσια έγγραφα (όπως αυτά μνημονεύονται στο αναιρετήριο) μη διαλαμβανομένων στις αιτιολογίες της.

Οι του ανωτέρω περιεχομένου αιτιάσεις (τρίτος λόγος υπό στοιχ. α', β' και δ'), διά των οποίων, αφενός μεν πλήσσεται η περί των πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, αφετέρου δε, προς επιστήριξη του αναιρετικού λόγου περί ελλειπτικής και αντιφατικής αιτιολογίας, γίνεται επίκληση περιστατικών, προκυπτόντων από διάφορα αποδεικτικά μέσα, μη αποτελούντων όμως (των περιστατικών αυτών) μέρος των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, από τις οποίες και μόνον κρίνεται η ύπαρξη ή μη νομίμου βάσεως, είναι απαράδεκτες και απορριπτέες.

Διά του υπό στοιχ. γ του αυτού λόγου (τρίτου) αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στην παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1041 και 1051 του ΑΚ, συνεχομένη, κατά τον λόγο αυτό, με την κατ' ουσίαν απόρριψη της υπό του αναιρεσείοντος προταθείσης ενστάσεως ιδίας κυριότητος επί του επιδίκου ακινήτου, ερειδομένης σε πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητος από τον τελευταίο.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε την ανωτέρω ένσταση ως απαράδεκτη λόγω ποσοτικής αοριστίας και μη ερευνώντας αυτήν κατ ουσίαν, δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή των αμέσως ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων.

IIΙ. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Συνεπώς δεν είναι πράγματα με την πιο πάνω έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κ.λ.π. ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984), ενώ αντιθέτως, αποτελούν "πράγματα" οι λόγοι εφέσεως και αντεφέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ. 11/1996). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό η ουσιαστικό (ΟλΑΠ. 25/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση για παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 8β Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ως λόγο εφέσεως ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητος του αναιρεσείοντος εναγομένου επί του επιδίκου ακινήτου, κτηθείσης δια τακτικής χρησικτησίας . Όπως, όμως, προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό, τον οποίο απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας. Επομένως, ο άνω λόγος αναιρέσεως (άρθρο 559 αρ. 8β Κ.Πολ.Δ.), είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙV. Επειδή, η διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., θέτει γενικό κανόνα με τον οποίο κηρύσσεται απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως αν αυτός στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά εισάγει και εξαίρεση αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που εκεί περιοριστικά αναφέρονται.

Ο λόγος όμως ότι η αγωγή είναι αόριστη δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις αυτές. Έτσι, η ποσοτική και η νομική αοριστία της αγωγής, που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, και ελέγχονται αναιρετικώς η μεν πρώτη από το άρθρο 559 αρ.14 σε συνδυασμό με τον αρ.8 Κ.Πολ.Δ. και η δευτέρα από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου, για να στηρίξουν επαρκώς τους από τις διατάξεις αυτές προβλεπομένους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να έχουν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ.

Νομίμως δε θεωρείται ότι έχει προταθεί ο περί αοριστίας ισχυρισμός, όταν περιέχει όλα τα από τον νόμο απαιτούμενα στοιχεία και επί πλέον, αν η απόφαση είναι του εφετείου, η πρόταση του ισχυρισμού πρέπει να έχει γίνει με το δικόγραφο της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων, (συνεπώς και με τις προτάσεις μόνον αν η υπόθεση δικάσθηκε κατά τις ειδικές διαδικασίες, στις οποίες είναι επιτρεπτή η δια των προτάσεων άσκηση προσθέτων λόγων εφέσεως).

Ειδικότερα, ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός, προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί να διαλαμβάνει απλώς ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για την στήριξη του αγωγικού δικαιώματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, από το παραδεκτώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκοπούμενο δικόγραφο της υπό του αναιρεσείοντος εναγομένου ασκηθείσης εφέσεως κατά της υπ' αριθμ. 888/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσης κατά την τακτική διαδικασία, προκύπτει ότι δεν είχε προταθεί ως λόγος εφέσεως η ποσοτική,ως και η νομική αοριστία της αγωγής του αναιρεσιβλήτου. Επομένως, οι από το άρθρο 559 αρ.1 και 14 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως ( κατά το πρώτο μέρος), διά των οποίων πλήττεται ως ποσοτικώς και νομικώς αόριστη η άνω αγωγή, είναι απαράδεκτοι και ως τοιούτοι απορριπτέοι.

V. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, εκτός άλλων περιπτώσεων, και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 1190/1982).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη και την προσκομισθείσα μετ' επικλήσεως από τον αναιρεσείοντα από 18/4/1984 εξώδικη δήλωση και διαμαρτυρία του αναιρεσιβλήτου. Όπως, όμως, προκύπτει από την στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ενυπάρχουσα σχετική διαβεβαίωση του Εφετείου, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, στις οποίες γίνεται ειδική μνεία του ανωτέρω εγγράφου, χωρίς αμφιβολία προκύπτει, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και το προμνημονευθέν έγγραφο.

VI. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται, ότι ο δι' αυτής προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο, κατά προφανή παρανόηση, ήτοι μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ. Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, εδέχθη ως μνημονευόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς στο εν λόγω έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον ως άνω αναιρετικό λόγο. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, οσάκις το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά, αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως αυτό πράγματι έχει, άγεται εξ αυτού, συνεκτιμώντας και το περιεχόμενο των λοιπών αποδεικτικών μέσων, σε κρίση διαφορετική από εκείνη, την οποία εκλαμβάνει ως ορθή ο προβάλλων ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου. Τούτο δε διότι η τοιαύτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εξαχθείσα από το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ως αναιρετικός λόγος η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο παρεμόρφωσε το περιεχόμενο του από 10/5/1984 ιδιωτικού εγγράφου και ειδικότερα μιας υπευθύνου δηλώσεως του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου (σε έντυπο) προς τον πατέρα του, άμεσο δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος εναγομένου, διά της οποίας αυτός (αναιρεσίβλητος), ανεκάλεσε το περιεχόμενο της προηγηθείσης από 18/4/1984 ως άνω εξωδίκου δηλώσεως διαμαρτυρίας προς τον πατέρα του, περιέχουσα δε, κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο, εξώδικη ομολογία του περί της εγκυρότητος του προαναφερομένου δωρητηρίου συμβολαίου. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4/12/2008 αίτηση του Δ. Κ. για αναίρεση των υπ' αριθμ. 2811/2007 και 888/2005 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντιστοίχως. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ