Supreme Court dismisses appeal on will interpretation and procedural grounds regarding inheritance distribution.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding inheritance distribution under a will. The appellant argued the lower court misinterpreted a clause about marriage and children, while the court found this constituted an unreviewable assessment of evidence rather than a legal error. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1923 § 1, 559 no. 9, 561 para. 1 of the Civil Code; The Supreme Court holds that interpreting ambiguous testamentary clauses regarding inheritance conditions falls within the appellate court's reviewable scope, whereas assessing the weight of evidence regarding the testator's intent is not subject to review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1419 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) ΑΡΙΘΜΟΣ 1419/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Εμμανουηλίδη.
Του αναιρεσίβλητου: Φιλανθρωπικού σωματείου, με την επωνυμία "ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΩΡΙΑ S.O.S ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Αναστασάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3099/2006 του ίδιου Δικαστηρίου που στη συνέχεια διορθώθηκε με την 4482/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 749/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-7-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 19-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1923 § 1 ΑΚ, ο διαθέτης μπορεί να υποχρεώσει τον κληρονόμο να παραδώσει έπειτα από ορισμένο γεγονός ή χρονικό σημείο την κληρονομία που απέκτησε ή ποσοστό της σε άλλον (καταπιστευματοδόχο).. Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, ο διαθέτης, εκτός από τον άμεσο κληρονόμο του, που αποκτά αμέσως μετά το θάνατό του την κληρονομία, μπορεί να εγκαταστήσει έμμεσο καθολικό του διάδοχο, τον καταπιστευματοδόχο, ο οποίος είναι κληρονόμος υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία, που πληρώνεται μετά το θάνατο του διαθέτη και στην οποία αντιστοιχεί διαλυτική αίρεση ή προθεσμία της εγκατάστασης του αρχικού αμέσου κληρονόμου.
Για τη σύσταση του καταπιστεύματος, όπως προκύπτει από την παραπάνω αναφερόμενη διάταξη, δεν είναι ανάγκη να γίνει χρήση πανηγυρικών φράσεων, ούτε καν της λέξεως "καταπίστευμα". Αυτό μπορεί να γίνει και με έμμεση δήλωση του διαθέτη, αρκεί πάντως να προκύπτει από τη διαθήκη η θέληση του διαθέτη να γίνει κάποιος κληρονόμος του μόνο για ορισμένο χρονικό διάστημα και μετέπειτα κληρονόμος αυτού να γίνει άλλος.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1924 έως 1928 του ΑΚ, τίθενται ερμηνευτικοί κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους, σε περίπτωση αμφιβολίας, θεωρούνται ως καταπιστευματοδόχοι τα προσδιοριζόμενα σ` αυτές πρόσωπα. Οι αναφερόμενες όμως στις διατάξεις αυτές περιπτώσεις είναι ενδεικτικές. Γι' αυτό είναι ζήτημα ερμηνείας της διαθήκης κάθε φορά, πότε, από τον τρόπο που έχει διατυπωθεί η τελευταία βούληση, ενυπάρχει σ` αυτή σύσταση καθολικού καταπιστεύματος και ποιό είναι το πρόσωπο του καταπιστευματοδόχου (ΑΠ 524/1986, 1265/1997, 1171/2003).
Ακόμη, όπως προκύπτει από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άνω άρθρου 1923 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι "τέτοια υποχρέωση δεν μπορεί να επιβληθεί στον καταπιστευματοδόχο", το καθολικό καταπίστευμα συνιστάται μόνο σε ένα βαθμό και δεν επαναλαμβάνεται πέραν του πρώτου καταπιστευματοδόχου, δηλαδή καταπίστευμα σε βάρος του καταπιστευματοδόχου δεν αναγνωρίζεται από τον Αστικό Κώδικα (ΑΠ 294/1968, 271/1969).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1809, 1810, 1923, 1933, 1935 παρ. 1 και 1937 του ΑΚ κοινή υποκατάσταση υπάρχει όταν εγκατασταθεί κάποιος στη θέση του εγκαταστάτου, για την περίπτωση κατά την οποία ο τελευταίος εκπέσει είτε πριν από την επαγωγή είτε μετά την επαγωγή της κληρονομίας. Ο υποκατάστατος κληρονόμος, σε περίπτωση αμφιβολίας, θεωρείται ότι έχει ταχθεί τόσο για την περίπτωση που εκείνος που καλείται πρώτος δεν μπορεί (π.χ.
λόγω προαποβιώσεως), όσο και για την περίπτωση που δεν θέλει (π.χ. λόγω αποποιήσεως) να είναι κληρονόμος. Έτσι, ως "έκπτωση" στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 1809 ΑΚ νοείται η ματαίωση ή η ανατροπή της επαγωγής της κληρονομίας σε εκείνον που καλείται πρώτος στην κληρονομία (ΑΠ 264/2005). Πάντως, σε περίπτωση που συνιστάται με τη διαθήκη καταπίστευμα, ο διαθέτης μπορεί ελεύθερα να διορίσει υποκατάστατο, όχι μόνο του βεβαρημένου με το καταπίστευμα κληρονόμου, αλλά και του καταπιστευματοδόχου, για την περίπτωση που ο τελευταίος εκπέσει πριν από την αποδοχή του καταπιστεύματος.
Ο διορισμός δε από το διαθέτη υποκατάστατου του καταπιστευματοδόχου, για την περίπτωση που ο τελευταίος εκπέσει πριν από την αποδοχή του καταπιστεύματος, διαφέρει από τη σύσταση δευτέρου καταπιστεύματος σε βάρος του πρώτου καταπιστευματοδόχου, η οποία, σύμφωνα με την προαναφερόμενη δημοσίας τάξης διάταξη του άρθρου 1923 παρ.2 του ΑΚ, απαγορεύεται, αφού η μεν υποκατάσταση του καταπιστευματοδόχου, κατ' άρθρο 1809 του ΑΚ, έχει ως προϋπόθεση ότι ο εγκατασταθείς ως καταπιστευματοδόχος εξέπεσε της κληρονομίας πριν από την αποδοχή του καταπιστεύματος, ενώ η σύσταση καταπιστεύματος σε βάρος του καταπιστευματοδόχου προϋποθέτει ότι ο πρώτος καταπιστευματοδόχος απέκτησε, με αποδοχή, την κληρονομία.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής ουσιώδη περιστατικά: "Ο ΩΩ, κάτοικος εν ζωή ..., αποβίωσε στις 9-6-2000 στην ... και άφησε την από 10-9-1999 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε με τα 4366/6-10-2000 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με το ακόλουθο, κατά γράμμα, περιεχόμενο : " Εν ...
σήμερον τη Δεκάτην (10) Σεπτεμβρίου 1999 ημέρα Παρασκευή, εις την οικία μου κειμένη επί της οδού ... ..., ο κάτωθι υπογραφόμενος ΩΩ, έχων σώας τας φρένας και επίγνωση των όσων γράφω, τακτοποιώ τα περιουσιακά μου στοιχεία δια της παρούσης μου διαθήκης, έχοντα ως κάτωθι 1ον) Την επί της οδού ... εν ... κειμένης οικίας μου μετά του ισογείου αυτής, μετά των επίπλων σκευών και λοιπών εξαρτημάτων όπως αυτά ευρίσκονται καθώς και του επ'αυτής οικοπέδου αφήνω εις τον ανεψιόν μου Χ χωρίς να έχει το δικαίωμα να πουλά την κατοικία και το οικόπεδον αυτής, το δε εισόδημα αυτής όπου θα εισπράττει από τις εκάστοτε ενοικιάσεις τόσον του επάνω ορόφου όσον και του ισογείου και της εκμεταλλεύσεως αυτών καθ' οιονδήποτε τρόπον, θα καλύπτει τις επισκευές και συντηρήσεις του κτηρίου, και των ατομικών αναγκών του, εάν ο εν λόγω Χ έλθει εις γάμου κοινωνίαν (νυμφευθεί) και αποκτήσει παιδί όχι εξ υιοθεσίας, η οικία αυτή θα περιέρχεται εις τα νόμιμα (πραγματικά) τέκνα του, άλλως η οικία αυτή μετά τον θάνατόν του θα περιέρχεται εις το παιδικό χωριό (SOS) χωρίς και τούτο να έχει το δικαίωμα να την πουλά.
Εάν ο Χ δεν θέλει την ανωτέρω οικία αύτη θα περιέρχεται εις τον αδελφό του ΑΑ χωρίς και αυτός να έχει το δικαίωμα να την πουλά ή να την μεταβιβάζει εις οιονδήποτε πρόσωπο μετά δε τον θάνατο των ανωτέρω αύτη τελικά θα περιέρχεται εις το παιδικό χωριό (SOS) χωρίς και τούτο να έχει το δικαίωμα να την πουλά 2ον) Το επί της οδού ...
πλατεία εις ... μερίδιον μου οικίας μετά του οικοπέδου, αφήνω επίσης εις τον Χ, 3ον) Το εις θέσι ... (περιοχής ...) έναντι Πρεβαντορίου Πατρών ... κληρονομικόν μου μερίδιον κτήματος μετά της οικίας, προερχόμενον από κληρονομίας του αποβιώσαντος αδελφού μου ΒΒ, το αφήνω επίσης εις τον ανηψιόν μου Χ. 4ον) Αι εκάστοτε χρηματικαί μου καταθέσεις εις τράπεζας θα διατίθενται κατ'αναλογίαν με το ύψος των αναγκών εκάστου 1ον) Εις ανεγειρώμενους ή αποπεράτωσιν ναούς 2ον) Δια την αποκατάστασιν κοριτσιών έχουσαι ανάγκας 3ον) Εις Μοναστήρια 4ον) Εις οίκους ευγηρίας και λοιπά πρόσωπα έχοντα ανάγκη τη εισηγήσει και υποδείξει του Χ και ΓΓ.
Κατόπιν συμφώνου γνώμης του εκάστοτε αρχιεπισκόπου Αθηνών. Εκτελεστήν της παρούσης διαθήκης αφήνω τον ανεψιον μου Χ. Ο Διαθέτης ΩΩ". Από το παραπάνω περιεχόμενο της διαθήκης του ΩΩ, την οποία παραδεκτά ερμηνεύει το δικαστήριο (Εφετείο), αφού η δήλωση της βούλησης του διαθέτη, όπως διατυπώθηκε, εμφανίζει σημεία ασαφή ως προς τη σειρά της κληρονομικής διαδοχής, αναζητώντας χωρίς προσήλωση στις λέξεις την αληθινή βούληση αυτού, προκύπτει η θέληση του διαθέτη για εγκατάσταση του ενάγοντος ως κληρονόμου του και για σύσταση καταπιστεύματος μετά το θάνατο αυτού υπέρ των νομίμων τέκνων του, σε περίπτωση που ο ενάγων έλθει εις γάμου κοινωνία και αποκτήσει τέκνο, όχι υιοθετημένο, καθώς και περί εγκαταστάσεως του δευτέρου εναγομένου (ΠAIΔIKA XΩΡΙΑ S.O.S. ΕΛΛΑΔΟΣ) ως υποκατάστατου του καταπιστευματοδόχου σε περίπτωση που ο ενάγων δεν έλθει εις γάμου κοινωνία και δεν αποκτήσει τέκνο.
Με τον όρο δε της διαθήκης "χωρίς να έχει το δικαίωμα ο τιμώμενος ανεψιός του Χ να πουλά την κατοικία και το οικόπεδο αυτής", ο διαθέτης δεν διατυπώνει απλή ευχή ή συμβουλή προς τον ενάγοντα για χάρη του και προς το συμφέρον του, αλλά διατυπώνει τη βούλησή του για τη σύσταση του ως άνω καταπιστεύματος. Περαιτέρω από το κείμενο της διαθήκης δεν προκύπτει αίρεση αδύνατη ή προσδίδουσα στη διαθήκη ανήθικο περιεχόμενο, κατά την ιδέα περί ηθικής του, κατά γενική αντίληψη, χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, αλλά ούτε ότι τα αίτια που κίνησαν το διαθέτη ή ο σκοπός που επιδίωξε και γενικά το σύνολο των περιστάσεων και συνθηκών έχουν ανήθικο περιεχόμενο, υπό την έννοια του άρθρου 178 ΑΚ, δεδομένου ότι ο ενάγων από της επαγωγής της κληρονομίας σ' αυτόν είχε το δικαίωμα να την αποποιηθεί και να απαλλαγεί από τους όρους της διαθήκης που θεωρεί δυσμενείς γι' αυτόν.
Άλλωστε, ο διαθέτης δεν έθεσε στον ενάγοντα τον όρο να νυμφευθεί ή να αποκτήσει τέκνα από το γάμο του ή να μην υιοθετήσει τέκνα. Ο διαθέτης όρισε τα πρόσωπα των καταπιστευματοδόχων, στα πλαίσια της άσκησης της εξουσίας διαθέσεως, και δη αναφορικά με την επιβάρυνση της κληρονομίας με καταπίστευμα, η οποία ανήκε αποκλειστικά στον ίδιο, και όχι αναφορικά με αντικείμενο της εξουσίας διαθέσεως του ενάγοντος, ώστε να ανακύπτει ζήτημα ακυρότητας της διάταξης της διαθήκης περί συστάσεως του καταπιστεύματος.
Η διάταξη δε αυτή υπέρ γνησίων κατιόντων και όχι θετών τέκνων τέθηκε κατ' ενάσκηση του δικαιώματος του διαθέτη να επιλέγει και να προσδιορίζει τα πρόσωπα στα οποία θα περιέλθει το καταπίστευμα, κατά την ελεύθερη βούλησή του, η οποία δεν είναι ηθικώς επιλήψιμη και συνεπώς δεν καθιστά άκυρη, κατ' άρθρο 178 ΑΚ, την προαναφερθείσα διάταξη της διαθήκης.
Τέλος, από το κείμενο της εν λόγω διαθήκης δεν προκύπτει η σύσταση τριών διαδοχικών καταπιστευμάτων. Αντίθετα προκύπτει, ότι ο διαθέτης όρισε ως καταπιστευματοδόχους, για το συγκεκριμένο ακίνητο, τα παιδιά που τυχόν θα αποκτούσε ο τετιμημένος ενάγων. Η εγκατάσταση αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση της γέννησης και ύπαρξης τέκνων του ενάγοντος και το δεύτερο εναγόμενο ορίζεται ως υποκατάστατος των τέκνων αυτών (καταπιστευματοδόχων), ήτοι για την περίπτωση που ματαιωθεί η αίρεση της απόκτησης τέκνων από τον ενάγοντα, οπότε το εν λόγω ακίνητο θα περιέλθει στο δεύτερο εναγόμενο.
Αλλά και τον πρώτο εναγόμενο ΑΑ, (που δεν είναι διάδικος), τον όρισε ο διαθέτης ως υποκατάστατο του τετιμημένου ενάγοντα, και μάλιστα για την περίπτωση που ο ενάγων δεν θέλει την ανωτέρω οικία, ορίζοντας, περαιτέρω, ότι μετά το θάνατο αυτού (πρώτου εναγομένου) η οικία θα περιέρχεται στο δεύτερο εναγόμενο-καταπιστευματοδόχο.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι ο διαθέτης με την πιο πάνω διαθήκη του, σε σχέση με την οικία επί της οδού ... αρ. ..., εξαρτά τα αποτελέσματα της διάταξης τελευταίας βούλησης από την ανήθικη αίρεση, ότι ο τετιμημένος ενάγων δεν θα έχει το δικαίωμα να εκποιήσει το εν λόγω ακίνητο αν δεν νυμφευθεί και αποκτήσει φυσικά τέκνα από το γάμο του, και ότι συνέστησε με τη διαθήκη του διαδοχικά καταπιστεύματα, ακολούθως δε αναγνώρισε την ακυρότητα της εν λόγω διάταξης της διαθήκης, έσφαλε ως προς την ερμηνεία των προαναφερομένων διατάξεων και την εκτίμηση των αποδείξεων".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι είναι ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι ο ανωτέρω διαθέτης εγκατέστησε αυτόν ως μοναδικό κληρονόμο του, χωρίς να συστήσει καταπίστευμα σε βάρος του και υπέρ των εναγομένων σε σχέση με την καταλειφθείσα σ'αυτόν οικία, επικουρικά δε να κηρυχθεί άκυρη η διαθήκη ως προς τη διάταξη αυτής περί συστάσεως σε βάρος του καταπιστεύματος, λόγω του ότι περιέχει αίρεση αδύνατη ή ανήθικη, και επικουρικότερα να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της διαθήκης, ως περιέχουσα σύσταση τριών διαδοχικών καταπιστευμάτων.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1923 και 1928 του ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ, ως προς τα ουσιώδη εν προκειμένω ζητήματα, της εγκατάστασης με την επίμαχη διαθήκη του αναιρεσείοντος ως αρχικού κληρονόμου, της σύστασης σε βάρος αυτού και υπέρ των τέκνων που τυχόν θα αποκτούσε καταπιστεύματος με αντικείμενο την προδιαληφθείσα οικία, και του ορισμού με τη διαθήκη, του μεν πρώτου εναγομένου ΑΑ, που δεν είναι διάδικος, ως υποκαταστάτου του αναιρεσείοντος, βεβαρημένου με το καταπίστευμα κληρονόμου, του δε δευτέρου εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, ως υποκαταστάτου των κατά πρώτο λόγο ορισθέντων ως καταπιστευματοδόχων τέκνων του αναιρεσείοντος.
Ειδικότερα, το Εφετείο, αφού έκρινε ότι η επίμαχη διαθήκη εμφανίζει ασαφή σημεία ως προς τη σειρά της κληρονομικής διαδοχής και έχει ανάγκη ερμηνείας, δέχθηκε, με σαφείς παραδοχές, ότι από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της διαθήκης προκύπτει ότι ο διαθέτης α) εγκατέστησε κληρονόμο του τον αναιρεσείοντα ανηψιό του και συνέστησε σε βάρος αυτού και υπέρ των νομίμων τέκνων του, για το μετά το θάνατο αυτού χρόνο, καταπίστευμα, με αντικείμενο την προαναφερθείσα οικία β) όρισε τον πρώτο εναγόμενο ΑΑ (που δεν είναι διάδικος) ως υποκατάστατο του αναιρεσείοντος κληρονόμου, που ήταν ο βεβαρημένος με το καταπίστευμα, για την περίπτωση που αυτός (αναιρεσείων) δεν ήθελε να είναι κληρονόμος ως προς την ανωτέρω οικία και γ) διόρισε το αναιρεσίβλητο φιλανθρωπικό σωματείο ως υποκατάστατο των κατά πρώτο λόγο ορισθέντων ως καταπιστευματοδόχων τέκνων του αναιρεσείοντος, τόσο για την περίπτωση που ματαιωνόταν η αίρεση της τέλεσης από αυτόν γάμου και απόκτησης τέκνων, υπό την οποία τελούσε η εγκατάσταση των τέκνων του ως καταπιστευματοδόχων, όσο και για την περίπτωση που ο αναιρεσείων δεν ήθελε να είναι κληρονόμος και τη θέση του λάμβανε ο ορισθείς από το διαθέτη, ως υποκατάστατος αυτού, πρώτος εναγόμενος ΑΑ, και συνεπώς δεν συνέτρεχαν οι επικαλούμενοι για τη θεμελίωση της αγωγής ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, ότι ο ανωτέρω διαθέτης εγκατέστησε αυτόν ως μοναδικό κληρονόμο του, χωρίς να συστήσει καταπίστευμα σε βάρος του και υπέρ των εναγομένων σε σχέση με την καταλειφθείσα σ' αυτόν οικία του, ή ότι η διαθήκη είναι άκυρη, γιατί περιείχε τη σύσταση τριών διαδοχικών καταπιστευμάτων.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης τις αιτιάσεις για παραβίαση των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 1923 και 1928 του ΑΚ και για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών αναφορικά με τα ανωτέρω ουσιώδη ζητήματα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι η περιεχόμενη στη διαθήκη αίρεση, με την οποία αυτός, ως τετιμημένος με τη διαθήκη, υποχρεώνεται να νυμφευθεί, να αποκτήσει τέκνα από το γάμο του και να μην υιοθετήσει τέκνα, διότι διαφορετικά το ακίνητο που συνιστά το αντικείμενο του καταπιστεύματος θα περιέλθει στον αναιρεσίβλητο, ως καταπιστευματοδόχο, δεν έχει ανήθικο περιεχόμενο, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1795 του ΑΚ, η οποία ορίζει ότι "η αίρεση αγαμίας που προστίθεται σε διάταξη τελευταίας βούλησης, θεωρείται σαν να μη έχει γραφεί". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης πραγματικής προϋπόθεσης, διότι, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ο διαθέτης με τη διαθήκη του δεν έθεσε στον αναιρεσείοντα τον όρο να νυμφευθεί ή να αποκτήσει τέκνα από το γάμο του ή να μην υιοθετήσει τέκνα, αλλά προσδιόρισε, στα πλαίσια της εξουσίας διαθέσεως της περιουσίας του, τα πρόσωπα των καταπιστευματοδόχων, στα οποία θα περιέλθει το καταπίστευμα που συνέστησε σε βάρος του αναιρεσείοντος.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε, ως απαράδεκτη, την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, αφενός λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος αυτού για άσκησή της και αφετέρου διότι δεν την απηύθυνε και κατά του ΑΑ, ο οποίος στην πρωτοβάθμια δίκη ήταν συνεναγόμενός του, αλλ' ούτε και προσεπικάλεσε αυτόν στη δευτεροβάθμια δίκη, παρότι υπήρχε μεταξύ τους δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, πρωτίστως, διότι οι παραπάνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, στους οποίους αυτοί στηρίζονται, δηλαδή περί απαραδέκτου της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, για τις πιο πάνω αιτίες, δεν προτάθηκαν από αυτόν στο Εφετείο, όπως προκύπτει από τις ενώπιον αυτού υποβληθείσες από τον αναιρεσείοντα από 6-12-2007 προτάσεις του, αλλά και διότι στη δίκη που ανοίγεται με αγωγή επιδιώκουσα την ακυρότητα διατάξεως διαθήκης, όπως και η προκειμένη, δεν δημιουργείται μεταξύ των τετιμημένων με τη διαθήκη εναγομένων αναγκαστική ομοδικία, κατά το άρθρο 76 παρ.1 του ΚΠολΔ, αλλά απλή ομοδικία, καθόσον, ναι μεν το αντικείμενο της δίκης εμφανίζεται ταυτόσημο για τους εναγομένους ομοδίκους, στην ουσία όμως επιδιώκεται η αναγνώριση την ανυπαρξίας των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από την κληρονομία, καθένας δε από αυτούς μπορεί να προβάλλει, σύμφωνα με την καθιερούμενη από το άρθρο 106 ΚΠολΔ δικονομική αρχή της ελεύθερης διάθεσης και της συζήτησης, διαφορετική υπεράσπιση και συνεπώς δεν αποκλείεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων (βλ ΟλΑΠ 902/1982).
Για τις ίδιες αιτίες είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ.8 εδ. β' και 16 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, επειδή δεν δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την εκκληθείσα με την έφεση υπ' αριθμ.3099/2006 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος, χωρίς να ασκήσει κατ' αυτής έφεση και ο προαναφερόμενος πρώτος εναγόμενος, και δεν έλαβε υπόψη του την ένσταση του αναιρεσείοντος περί δεδικασμένου, που απορρέει από την ίδια πρωτοβάθμια απόφαση.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.9 περ. α' και β' του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την από το άνω άρθρο 559 αριθ.9 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο επιδίκασε στο αναιρεσίβλητο κάτι που δεν ζητήθηκε, διότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε την έφεση του τελευταίου, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση στο σύνολό της, δηλαδή και ως προς τον πρώτο εναγόμενο ΑΑ, ο οποίος, όμως δεν μετείχε ως διάδικος στη δευτεροβάθμια δίκη.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, με αυτήν εξαφανίσθηκε η εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μόνον ως προς τον ήδη αναιρεσίβλητο δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος και είχε ασκήσει κατ' αυτής την έφεση, όχι δε και ως προς τον πρώτο εναγόμενο ΑΑ, που δεν άσκησε κατά της ίδιας απόφασης έφεση.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι περιέχει και όχι όταν, από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο, το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλει την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της επίμαχης διαθήκης, διότι, "ενώ με αυτήν ο διαθέτης διατύπωσε απλώς την ευχή προς αυτόν να νυμφευθεί και να αποκτήσει τέκνα, χωρίς να ορίσει ότι θα εκπέσει από το κληρονομικό του δικαίωμα επί του καταλειφθέντος σ' αυτόν ακινήτου, αν με οποιοδήποτε τρόπο αντιταχθεί στην τελευταία βούλησή του", το Εφετείο δέχθηκε ότι ο διαθέτης έθεσε ρήτρα εκπτώσεώς του από το κληρονομιαίο ακίνητο αν δεν νυμφευθεί και δεν αποκτήσει γνήσια τέκνα.
Με τέτοιο περιεχόμενο, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα διαγνωστικό κατά την ανάγνωση της διαθήκης, την οποία ορθώς ανέγνωσε το Εφετείο, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου της διαθήκης, και βάσει αυτής ερμηνεία των ασαφών διατάξεών της, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο από τον Άρειο Πάγο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-7-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 749/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ