Supreme Court dismisses appeal where lower court properly considered evidence not formally cited by appellant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a financial dispute. The appellant argued the appellate court improperly considered specific documents and witness testimonies that had not been formally cited during the trial. The court ruled that the appellant failed to allege this procedural defect in the appeal petition and that the lower court's reasoning was sufficient.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(11) & 562(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the lower court having considered evidence not cited is inadmissible unless the appellant specifically alleged this omission in the appeal petition.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1419 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1419/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Σταυριανό.
Των αναιρεσιβλήτων : 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EFG EUROBANK" ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ (πρώην "ΤΕΛΕΣΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, απορροφηθείσης της πρώην εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΛΕΣΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε" από την Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "EFG EUROBANK ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ.", 2) ..... και 3) ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κορίτσα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2033/1997, που διέταξε αποδείξεις, 10416/2000 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6203/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Απριλίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 15 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που προσκομίσθηκαν ή δεν έγινε επίκλησή τους. Η βεβαίωση όμως του δικαστηρίου περί προσκομιδής ή μη των αποδείξεων ως αναγόμενη σε πράγματα δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το δικαστήριο απαραδέκτως έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, διότι δεν έγινε επίκληση αυτού, πρέπει να ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι το εν λόγω απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις των περιπτώσεων α έως γ της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά έγγραφα και ειδικότερα "εκτυπωμένες καταστάσεις", στις οποίες φαίνονταν αναλυτικά οι τίτλοι και τα χρήματα που υπήρχαν στους λογαριασμούς τίτλων και χρημάτων, καθώς και "παραστατικά έγγραφα", των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή.
Όπως όμως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτίμηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε τα έγγραφα αυτά υπόψη ανελέγκτως δεχόμενο ότι περιλαμβάνονται στα "νομίμως προσκομιζόμενα ...... από τους διαδίκους έγγραφα". Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι αναιρέσεως, καθόσον αναφέρονται σε μη προσκομιδή των ως άνω εγγράφων, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, ενώ εξάλλου οι ίδιοι λόγοι, καθόσον αναφέρονται σε μη επίκληση των εγγράφων αυτών, είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η παράλειψη της επικλήσεώς τους προβλήθηκε στο Εφετείο από τον αναιρεσείοντα.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι εν προκειμένω δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι αφενός μεν, με δεδομένη την προσκομιδή των εγγράφων, η προβολή της μη επικλήσεώς τους ήταν δυνατή, αφετέρου δε δεν επρόκειτο για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή του αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα. Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και α) την από 25/11/1993 κατάσταση αποθετηρίου τίτλων, β) το υπ΄ αριθμ. 173/15-12-1992 πινάκιο παραλαβής και παραδόσεως τίτλων, γ) την από 5/9/1995 εξώδικη απάντηση - διαμαρτυρία δήλωση της ανώνυμης εταιρείας "ΤΕΛΕΣΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" και δ) την από 15/5/1995 απεικόνιση ιστορικών αρχείων της εναγομένης του διαστήματος από 1/1/1991 έως 31/12/1993, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων. Επομένως οι δεύτερος, τρίτος, πέμπτος και έκτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα προαναφερόμενα έγγραφα και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της αποφάσεως και η οποία, όταν λείπει, θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, νοείται η παραδοχή ή η άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό της οικείας διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου και όχι οι κρίσεις και τα επιχειρήματα με τα οποία το δικαστήριο δικαιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται περί της συνδρομής των ως άνω κρισίμων περιστατικών. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλοντας την αιτίαση ότι η απόφαση αυτή περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Οι ειδικότερες όμως αιτιάσεις που διατυπώνονται σε αυτόν ανάγονται σε ελλείψεις (όχι σε αντιφάσεις) ως προς την επάρκεια των κρίσεων και των επιχειρημάτων με τα οποία το δικαστήριο δικαιολογεί το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται με σαφήνεια και ιδίως στην έλλειψη αναφοράς σε γεγονότα που θα έπρεπε, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, να αναφέρονται ως περιστάσεις, δυνάμενες να αποτελέσουν βάση τεκμηρίων. Κατ' ακολουθίαν, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.4.2005 αίτηση του ....... για αναίρεση της 6203/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ