Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for late submission of supplementary appeal arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to retry the appeal against the Court of First Instance of Nafplion. The appellants argued that the lower court failed to consider their claims regarding the employer's negligence and the vehicle's unfitness for the road. The court ruled that the supplementary arguments were submitted too late, violating the strict thirty-day filing deadline required by law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 569(2), 568(3), 571 of the Code of Civil Procedure: Supplementary grounds of appeal must be filed in writing at least thirty days before the hearing; failure to meet this deadline renders the appeal inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1419 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1419/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1.Χ1, 2.Χ2 συζ. Χ1, 3..... θυγ. Χ1,, 4.α)Χ1 και β) Χ2, ως από κοινού ασκούντων την γονική μέριμνα της ανηλίκου θυγατρός τους....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Μπρέγιαννο, ο οποίος δήλωσε ότι η ....... ενηλικιώθηκε και συνεχίζει τη δίκη.
Της καθού - η κλήση αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΥΔΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΕ», που εδρεύει στο Χαλάνδρι και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βγόντζα, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/9/1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 190/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 455/2001 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31/3/2003 αίτησή τους και τους από 25/7/2005 πρόσθετους λόγους, επί της οποίας εκδόθηκε η 845/04 απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 22/2/2005 κλήση των αναιρεσειόντων.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε τις από 4/5/2004 και 24/2/2006 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως και την απόρριψη των προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς διαδίκους πριν από την ίδια προθεσμία. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και προς τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 3 και 571 Κ.Πολ.Δ., οι οποίες προβλέπουν τον προσδιορισμό δικασίμου σε χρόνο που παρέχει αρκετή προθεσμία για επίδοση και προπαρασκευή της υποθέσεως καθώς και τη σύνταξη εκθέσεως από τον οριζόμενο εισηγητή, προκύπτει ότι ως ημέρα συζητήσεως, για τον υπολογισμό της προθεσμίας καταθέσεως και επιδόσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, νοείται η ορισθείσα από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος κατά το άρθρο 568 παρ. 2 αρχική δικάσιμος και όχι η ορισθείσα μετ΄ αναβολή, ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζητήσεως κατά την αρχικώς ορισθείσα ως ανωτέρω δικάσιμο (Ολ.Α.Π. 143/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 13/6/2003 Πράξη του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος ορίσθηκε δικάσιμος για συζήτηση της από 31.3.2003 αιτήσεως του Χ1 κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 455/2001 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου η 11 Μαΐου 2004 και για τη συζήτησή της ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης κατέθεσε την από 4.5.2004 έκθεσή του.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 854/2004 απόφαση ρου Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως. Μετά την έκδοση της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων στις 27.7.2005 κατέθεσε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου το από 25.7.2005 δικόγραφο προσθέτων λόγων. Το δικόγραφο αυτό, που δεν κατατέθηκε 30 ημέρες πριν από την ορισθείσα αρχική δικάσιμο της υποθέσεως (11.5.2004) είναι απαράδεκτο και εκ τούτου απορριπτέοι οι περιεχόμενοι σ΄ αυτό πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
Επειδή από τα άρθρα 914, 932 του Α.Κ. και 1, 16 του Ν.551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν.551/1915 κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξ αιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γιαυτό μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ.Α.Π.1117/1986).
Επομένως για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 Α.Κ., δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν.551/1915.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα εξής: «Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η εναγομένη και τώρα αναιρεσίβλητη προσέλαβε τον Χ3 γιό των δύο πρώτων εναγόντων (και τώρα αναιρεσειόντων) και αδελφό των λοιπών, την 13.7.1995, για να εργαστεί ως βοηθός τοπογράφου και υπάλληλος γενικών καθηκόντων σε έργο που εκτελούσε στην ......
Στις 29.11.1995 η εναγομένη δια των αρμοδίων οργάνων της έδωσε εντολή στον άνω εργαζόμενο να μεταβεί στο ΙΚΑ ..... για τη διεκπεραίωση υποθέσεώς της. Για τη μετάβασή του στο ΙΚΑ, ο ανωτέρω εργαζόμενος χρησιμοποίησε το ..... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της εδρεύουσας στην Αθήνα ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «.....
Ε.Ε.», το οποίο η εναγομένη χρησιμοποιούσε για τις ανάγκες του εργοταξίου της στην ..... και το οποίο ο εν λόγω εργαζόμενος, όπως και άλλοι εργαζόμενοι, είχε χρησιμοποιήσει και άλλες φορές. Κατά την οδήγηση του εν λόγω οχήματος ο Χ3 όταν έφθασε στη ..... με κατεύθυνση προς την οδό ...., από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει ξέφυγε από την πορεία του προς τ΄ αριστερά, ανήλθε στη διαχωριστική νησίδα, μπήκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με το αντιθέτως κανονικά κινούμενο ......
ΙΧΦ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ...... Από τη σύγκρουση δε αυτή, που οφειλόταν σε υπαιτιότητά του (αμέλεια) ο Χ3 τραυματίστηκε σοβαρά και από την αιτία αυτή επήλθε ο θάνατός του. Από τα ανωτέρω γίνεται φανερό ότι το ατύχημα δεν οφειλόταν σε δόλο των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης εταιρείας ή προστηθέντος από αυτήν προσώπου, ούτε σε παραβίαση διατάξεως νόμου, διατάγματος ή κανονισμού για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων.
Εξ άλλου ο θανών δεν ήταν άπειρος περί την οδήγηση του συγκεκριμένου αυτοκινήτου γιατί το είχε οδηγήσει και άλλες φορές, είχε την απαιτούμενη για την οδήγησή του άδεια ικανότητας Β΄ κατηγορίας, ενώ στην εργασία του μετέβαινε οδηγώντας το κατά πολύ μεγαλύτερο σε όγκο αυτοκίνητο του πατέρα του. Περαιτέρω το εν λόγω αυτοκίνητο, τριών ετών κυκλοφορίας, βρισκόταν σε καλή κατάσταση και δεν αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα στη λειτουργία του.
Ας σημειωθεί εδώ ότι το γεγονός ότι την ημέρα του ατυχήματος δεν ίσχυε η άδεια κυκλοφορίας του για μεταφορά υλικών και εργαλείων εκτός του εργοταξίου δεν ασκεί εν προκειμένω έννομη επιρροή, αφού το αυτοκίνητο αυτό κυκλοφορούσε κανονικά, ήταν ασφαλισμένο και την ημέρα εκείνη δεν μετέφερε εργαλεία ή υλικά.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο θανών είχε αρνηθεί να μεταβεί στο ΙΚΑ .... για τη συγκεκριμένη εργασία και ότι με την απειλή της απολύσεώς του αναγκάστηκε να την εκτελέσει». Στη συνέχεια το Εφετείο αφού δέχθηκε ότι το ένδικο ατύχημα δεν οφειλόταν σε δόλο των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας ή των προστηθέντων από αυτή προσώπων, ούτε σε παραβίαση διατάξεως νόμου, διατάγματος ή κανονισμού για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, απέρριψε τις αγωγικές αξιώσεις των αναιρεσειόντων – εναγόντων για χρηματική ικανοποίησή τους, λόγω ψυχικής οδύνης, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ανεξάρτητα από την αιτιολογία του σε ορθό κατέληξε αποτέλεσμα (άρθρ. 578 Κ.Πολ.Δ.), αφού τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά είναι επαρκή προκειμένου ν΄ αποκλείσουν την ιδρύουσα ευθύνη της αναιρεσίβλητης κοινή αμέλεια των εκπροσώπων ή των προστηθέντων προσώπων της και επομένως, ανεξαρτήτως νομικού σφάλματος, πρέπει ν΄απορριφθεί ως αβάσιμος ο αντίθετος, περί της παραβιάσεως των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ως «πράγματα» των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (Ολ.Α.Π. 11/1996).
Ο λόγος αναιρέσεως του αριθμ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Επομένως δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.
Α.Π. 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση από το ως άνω άρθρο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ουσιώδεις ισχυρισμούς που προέβαλαν στο Εφετείο οι αναιρεσείοντες με αντίστοιχους λόγους εφέσεως και συγκεκριμένα ότι ο θάνατος του γιού και αδελφού τους προκλήθηκε κατά την ώρα της εργασίας του και εξ αφορμής αυτής από εγκληματική αμέλεια του υπαλλήλου της αναιρεσίβλητη εργοδότιδός εταιρίας και υπ΄ αυτής προστηθέντος στην υπηρεσία της ως υπευθύνου του εργοταξίου της ...., ο οποίος την πρωΐα της 29.11.1995 έδωσε εντολή στον υιό και αδελφό των αναιρεσειόντων Χ3 να οδηγήσει το εν λόγω αυτοκίνητό της και να μεταβεί στο υποκατάστημά του ΙΚΑ .....
για να διεκπεραιώσει υπόθεσή της μολονότι εγνώριζε: α) ότι ο Χ3 είχε προσληφθεί ως βοηθός τοπογράφου και δεν ήταν μέσα στα καθήκοντά του η διεκπεραίωση υποθέσεων της αναιρεσίβλητης με το ΙΚΑ ούτε η διεκπεραίωση άλλων εξωτερικών υποθέσεών της, β) ότι αυτός είχε πάρει το δίπλωμα ικανότητος οδηγήσεως αυτοκινήτου μόλις πριν από πενήντα (50) ημέρες, γ) το αυτοκίνητο, που του έδωσαν να οδηγήσει, δεν μπορούσε να κυκλοφορεί εκτός του εργοταξίου για οποιονδήποτε άλλο λόγο παρά μόνο για την μεταφορά εργαλείων και υλικών, δ) ότι η ισχύς της άδειας κυκλοφορίας του είχε λήξει από 26.4.1993 και ε) ότι το όχημα ήταν μικρού όγκου και βάρους ασταθές στην οδήγηση, μη συντηρούμενο επαρκώς και, συνεπώς ακατάλληλο για κυκλοφορία εκτός εργοταξίου».
Τους ανωτέρω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων που περιέχονται στους αντίστοιχους λόγους εφέσεως το Εφετείο όχι μόνο τους έλαβε υπόψη του αλλά και τους αντέκρουσε με τις παραδοχές «ο θανών εργαζόμενος χρησιμοποιούσε το ...... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της εδρεύουσας στην Αθήνα Ε.Ε. με την επωνυμία ...... ΕΕ, το οποίο η εναγομένη χρησιμοποιούσε για τις ανάγκες του εργοταξίου της στην ......
και το οποίο ο εν λόγω, όπως και άλλοι εργαζόμενοι, είχε χρησιμοποιήσει και άλλες φορές», ότι «ο θανών δεν ήταν άπειρος περί την οδήγηση του συγκεκριμένου αυτοκινήτου γιατί το είχε οδηγήσει και άλλες φορές, είχε την απαιτούμενη για την οδήγησή του άδεια ικανότητας Β΄ κατηγορίας, ενώ στην εργασία του μετέβαινε οδηγώντας τα κατά πολύ μεγαλύτερο σε όγκο αυτοκίνητο του πατέρα του.
Περαιτέρω το εν λόγω αυτοκίνητο τριών ετών κυκλοφορίας, βρισκόταν σε καλή κατάσταση και δεν αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα στη λειτουργία του. Το γεγονός ότι την ημέρα του ατυχήματος δεν ίσχυε η άδεια κυκλοφορίας του για μεταφορά υλικών και εργαλείων εκτός του εργοταξίου δεν ασκεί εν προκειμένου έννομη επιρροή, αφού το αυτοκίνητο αυτό κυκλοφορούσε κανονικά, ήταν ασφαλισμένο και την ημέρα εκείνη δεν μετέφερε εργαλεία ή υλικά».
Επομένως, ο ως άνω αντίθετος, δεύτερος, λόγος της αναιρέσεως πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31.3.2003 αίτηση του Χ1 κ.λ.π. και το από 25.7.2005 δικόγραφο των προσθέτων λόγων για αναίρεση της 455/2001 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ