Legislator Case Law & Legislation
1418/2024 AI generated

Appeal dismissed for vagueness; court requires specific proof of impact on verdict under Art. 559(11)(c) CPoD.

Case Number 1418/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision in a labor dispute. The appellant argued that the appellate court failed to consider a sworn statement from a sales director, claiming it was crucial evidence. The court rejected this claim because the appellant failed to specify which factual assertion the statement proved or why it was decisive for the final judgment. Consequently, the appeal was deemed inadmissible for vagueness, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(11)(c) CPoD; An appeal alleging failure to consider evidence is inadmissible if the appellant fails to specify the factual assertion proven and its decisive impact on the verdict.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence specification labor dispute CPoD Article 559 inadmissible appeal decisive impact legal costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 591 CPoD
Art. 621 CPoD
Art. 622 CPoD
Art. 581(1) CPoD
Art. 581(2) CPoD
Art. 559(11)(c) CPoD
Art. 176 CPoD
Art. 183 CPoD
Art. 191(2) CPoD

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1418 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1418/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 10 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΗΚΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Βόλο και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντώνη Ρουπακιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Κατερίνας Γκιθκοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 9997/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 443/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 15-4-2019 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1334/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου που έκανε δεκτή την αναίρεση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση.

Εκδόθηκε η 1063/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-7-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 15-07-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 2295/243/03-08-2022 και του παρόντος Δικαστηρίου 1663/2022 αίτηση αναίρεσης της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ΕΥΡΗΚΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε. ", προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 621 και 622 του ΚΠολΔ) με αριθμό 1063/23-05-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που επιλήφθηκε της διαφοράς, ως Δικαστήριο της παραπομπής, κατ' άρθρο 581 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, μετά την έκδοση της με αριθμό 1334/2021 απόφασης του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία, κατόπιν παραδοχής της από 15-04-2019 αίτησης αναίρεσης της ως άνω εναγομένης ανώνυμης εταιρείας και ειδικότερα, κατ' ευδοκίμηση του πρώτου αναιρετικού λόγου, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρέθηκε στο σύνολό της η με αριθμό 443/2019 προηγούμενη απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου (Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης) και παραπέμφθηκε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου ήταν εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.

Με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1063/2022 απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 12-12-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 118484/5167/2017 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκληθείσα με αριθμό 9997/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από 10-11-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 14460/22-11-2016 αγωγή του ενάγοντος - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσίβλητου Κ.

Χ. Κ., κράτησε την υπόθεση και, δικάζοντας επί της ένδικης αγωγής, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 31-08-2016 καταγγελίας της αορίστου χρόνου σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του και υποχρέωσε την εναγομένη, να του καταβάλει το συνολικό χρηματικό ποσό των πέντε χιλιάδων τριακοσίων ενενήντα επτά ευρώ και δέκα λεπτών (5.397,10 ), ως αποδοχές υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από 01-09-2016 έως και τον Ιανουάριο του έτους 2017, πλέον του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του έτους 2016 και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασης.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου στις 03-08-2022 και δεν προκύπτει, η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 23-05-2022, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016, άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Στο άρθρο 1 του ν. 2643/1998 "Μέριμνα για την απασχόληση προσώπων ειδικών κατηγοριών και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 220/28-9-1998), ορίζονται οι κατηγορίες προσώπων, που υπάγονται στις προστατευτικές διατάξεις του νόμου αυτού. Στις κατηγορίες αυτές περιλαμβάνονται, κατά τη διάταξη της παρ. 1 περ. β' του ως άνω άρθρου, και "... β. Τα άτομα, με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, που έχουν περιορισμένες δυνατότητες για επαγγελματική απασχόληση, εξαιτίας οποιασδήποτε χρόνιας σωματικής ή πνευματικής ή ψυχικής πάθησης ή βλάβης (άτομα με ειδικές ανάγκες), εφόσον είναι γραμμένα στα μητρώα ανέργων αναπήρων του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) ". Η κοινωνική προστασία, που παρέχεται από το νόμο αυτό, συνίσταται κυρίως στην επαγγελματική αποκατάσταση των ανωτέρω προσώπων και μάλιστα με τη μορφή της αναγκαστικής τοποθέτησης αυτών, σε επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα και σε φορείς του δημοσίου τομέα του άρθρου 2 παρ. 8 του νόμου αυτού (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 73 παρ. 1 του ν. 4611/2019). Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του εν λόγω ν. 2643/1998, η τοποθέτηση των ανωτέρω προστατευόμενων προσώπων, η οποία είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, γίνεται από την Επιτροπή του άρθρου 9 του νόμου αυτού.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 2 και 11 παρ. 1 του ίδιου νόμου, οι τοποθετούμενοι εξομοιώνονται πλήρως, ανάλογα με τα προσόντα τους, με το υπόλοιπο προσωπικό, ως προς τους όρους εργασίας, την αμοιβή, τις προαγωγές και γενικά τις συνθήκες εργασίας, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του άρθρου 11 παρ. 1, το οποίο θέτει περιορισμούς, αναφορικά με τη λύση της σύμβασης εργασίας των προσώπων που ανήκουν στις κατηγορίες αυτές.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού (ν. 2643/1998 άρθρο 11 παρ. 1), η σχέση εργασίας των προσώπων που τοποθετούνται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή των προσώπων που έχουν τοποθετηθεί, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για τους πολεμιστές μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού ή των ατόμων με ειδικές ανάγκες του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, ανεξαρτήτως αν έχουν προσληφθεί υποχρεωτικά ή όχι, λύεται:

α) ..., β) ..., γ) Με καταγγελία, ύστερα από απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 9, για τους εξής λόγους : αα) Για παραβάσεις που προβλέπονται από τον αναγνωρισμένο οργανισμό ή κανονισμό της υπηρεσίας ή επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, για τις οποίες ορίζεται ως ποινή η απόλυση. ββ) Για αποδεδειγμένη ανεπάρκεια ή για ακαταλληλότητα στην εκτέλεση της εργασίας, που δεν οφείλεται πάντως στα τραύματα ή στην αναπηρία ή για ανάρμοστη συμπεριφορά ή για αντικοινωνική γενικώς διαγωγή.

δ) Με καταγγελία της σχέσης εργασίας, αν έχει εκδοθεί, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 2, απόφαση του αρμόδιου περιφερειακού διευθυντή του Ο.Α.Ε.Δ. Κατά την παρ. 4 του άρθρου 2 του νόμου αυτού, ο αρμόδιος περιφερειακός διευθυντής του Ο.Α.Ε.Δ., με απόφασή του, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της οικείας Επιτροπής του άρθρου 9, μπορεί να απαλλάσσει από την υποχρέωση πρόσληψης ή να περιορίζει το ποσοστό υποχρεωτικής πρόσληψης σε επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις ή φορείς, που έχουν ουσιαστικά αναστείλει τις εργασίες τους ή δεν μπορούν να συνεχίσουν επωφελώς τη λειτουργία τους.

Με την ίδια διαδικασία, μπορεί να επιτρέπεται στις παραπάνω επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις ή φορείς, να απολύουν όλους ή ορισμένους από τους προστατευομένους, που έχουν τοποθετηθεί σε αυτές αναγκαστικά, με οποιονδήποτε νόμο, καταγγέλλοντας τη σύμβαση εργασίας τους. Για την έκδοση της παραπάνω απόφασης η ενδιαφερόμενη επιχείρηση υποβάλλει στον αρμόδιο περιφερειακό διευθυντή του Ο.Α.Ε.Δ.

σχετική αίτηση, που συνοδεύεται από όλα τα απαραίτητα για την υποστήριξή της στοιχεία. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 11 παρ. 1 και 2 παρ. 4 του Ν. 2643/1998 και των άρθρων 349, 648, 656 του Α.Κ. προκύπτει ότι, για την εγκυρότητα της καταγγελίας, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 περ. δ', απαιτείται να προηγηθεί απόφαση του περιφερειακού διευθυντή του Ο.Α.Ε.Δ., ύστερα από σύμφωνη γνώμη της οικείας Επιτροπής του άρθρου 9, άλλως η καταγγελία, που έγινε χωρίς την πιο πάνω θετική απόφαση του περιφερειακού διευθυντή του Ο.Α.Ε.Δ., είναι άκυρη και θεωρείται μηδέποτε γενομένη, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να καθίσταται υπερήμερος, ως προς την αποδοχή της εργασίας του ακύρως απολυθέντος και να οφείλει, σύμφωνα με το άρθρο 656 του Α.Κ., αποδοχές υπερημερίας από την επομένη της άκυρης απόλυσης (Α.Π. 510/2020, Α.Π. 706/2006).

Όμως, μολονότι ο νόμος δεν αναφέρει σχετικώς, η σύμβαση εργασίας του προστατευόμενου μπορεί να λυθεί, σύμφωνα με τις κοινές διατάξεις και χωρίς να έχει εκδοθεί σχετική διοικητική άδεια, με οικειοθελή αποχώρησή του, δηλαδή με ρητή ή σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης από αυτόν. Σιωπηρή καταγγελία, συνιστούν, μεταξύ άλλων, η αδικαιολόγητη και επίμονη άρνηση του μισθωτού να προσφέρει τις υπηρεσίες του και η μακροχρόνια απουσία του από την εργασία (Α.Π. 729/2020).

Με το νόμο 3304/2005 " Εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνικής καταγωγής θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού " ενσωματώθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη οι οδηγίες της ΕΕ 2000/43ΕΚ και 2000/78/ΕΚ. Στο άρθρο 10 του νόμου αυτού, υπό τον παράτιτλο " Εύλογες προσαρμογές για τα άτομα με αναπηρία ", που ίσχυε, κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, πριν την κατάργησή του με το ν. 4443/2016, ορίζεται ότι για την τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, έναντι ατόμων με αναπηρία, ο εργοδότης υποχρεώνεται στη λήψη όλων των ενδεδειγμένων, κατά περίπτωση, μέτρων, προκειμένου τα άτομα αυτά να έχουν δυνατότητα πρόσβασης σε θέση εργασίας, να ασκούν αυτήν και να εξελίσσονται, καθώς και δυνατότητα συμμετοχής στην επαγγελματική κατάρτιση, εφόσον τα μέτρα αυτά δεν συνεπάγονται δυσανάλογη επιβάρυνση για τον εργοδότη.

Δεν θεωρείται δυσανάλογη η επιβάρυνση, όταν αντισταθμίζεται από μέτρα προστασίας, που λαμβάνονται στο πλαίσιο άσκησης της πολιτικής υπέρ των ατόμων με αναπηρία.

Εξάλλου, στο πλαίσιο λειτουργίας της συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας, αναγνωρίζεται, γενικώς, στον εργοδότη η εξουσία να λαμβάνει κάθε μέτρο, το οποίο έχει σχέση με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του εργαζομένου και θεωρείται πρόσφορο, για την αποδοτική οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησης, εντός της οποίας παρέχεται η εργασία.

Η εξουσία αυτή είναι γνωστή ως "διευθυντικό δικαίωμα" του εργοδότη και έχει ως περιεχόμενο τον εκ μέρους αυτού μονομερή καθορισμό των όρων της συμβάσεως εργασίας, από την πρόσληψη του εργαζόμενου μέχρι την απόλυσή του, στο μέτρο που οι όροι αυτοί δεν έχουν προκαθορισθεί δεσμευτικά από τους ίδιους τους συμβαλλόμενους ή κάποιον υποχρεωτικό κανόνα δικαίου.

Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 652 Α.Κ., συνάγεται ότι ο εργοδότης, όταν πρόκειται ειδικώς για συμβάσεις εργασίας ατόμων με αναπηρία, ασκώντας το διευθυντικό δικαίωμα, οφείλει να λάβει τα ενδεδειγμένα κατά περίπτωση μέτρα, για να εξασφαλιστεί η πρόσβαση των ατόμων αυτών σε θέση εργασίας, ειδικότερα δε οφείλει να προβλέψει και να λάβει μέτρα αποτελεσματικά και πρακτικά, για τη διαμόρφωση της θέσης εργασίας, ανάλογα με τις ειδικές ανάγκες, όπως, μεταξύ άλλων, να προσδιορίσει την παροχή της εργασίας και την κατανομή καθηκόντων, με κατάλληλο τρόπο, εφόσον τα μέτρα αυτά δεν συνεπάγονται δυσανάλογη επιβάρυνση για τον εργοδότη και να αναθέσει σε αυτόν εργασία, την οποία είναι ικανός να παράσχει (Α.Π. 876/1989).

Υπό τα διαλαμβανόμενα, ως προσήκουσα προσφορά της εργασίας, από πλευράς εργαζομένου, σε άρνηση αποδοχής της οποίας, εκ μέρους του εργοδότη, περιέρχεται ο τελευταίος σε υπερημερία, κατά τις διατάξεις του άρθρου 656 Α.Κ., νοείται σε περίπτωση εργαζομένου ατόμου με αναπηρία, εκείνη που ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό δικαίωμα, όπως απαιτεί η καλή πίστη και η υποχρέωσή του για εύλογες προσαρμογές, οφείλει να προσδιορίσει και να του αναθέσει και την οποία είναι ικανός ο εργαζόμενος να παράσχει (πρβλ.

Α.Π. 750/2016).

Περαιτέρω, οι με τις διατάξεις του ν. 2643/1998 ρυθμίσεις, κατά τρόπο ενιαίο, της κοινωνικής προστασίας, η οποία παρέχεται στα μειονεκτικά εν γένει άτομα, συνάδουν προς τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 2 του Συντάγματος, οι οποίες ορίζουν ότι οι ανάπηροι ... καθώς και όσοι πάσχουν από ανίατη σωματική ή πνευματική νόσο, έχουν δικαίωμα ειδικής φροντίδας από το κράτος.

Επομένως η προς αυτούς ειδική φροντίδα του Κράτους μπορεί, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, να συνίσταται στην παροχή ποικίλων άλλων διευκολύνσεων, που θεμιτώς κατατείνουν στον ανωτέρω σκοπό, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι αυτές είναι συναφείς και πρόσφορες προς τούτο. Οι σχετικές ρυθμίσεις, όταν αποσκοπούν ειδικότερα στην διευκόλυνση της επαγγελματικής αποκαταστάσεως, με την αναγκαστική πρόσληψη σε ιδιωτική επιχείρηση και εξασφάλιση θέσης εργασίας, με θέσπιση περιορισμών στο δικαίωμα του εργοδότη καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, συνιστούν, από την φύση τους, περιορισμό της, συνταγματικώς, επίσης, κατοχυρωμένης, οικονομικής ελευθερίας (ως ελευθερίας του επιχειρηματία να προσλαμβάνει και να απολύει προσωπικό, κατ' εκτίμηση των αναγκών της επιχειρήσεώς του και να επιλέγει τα πρόσωπα που επιθυμεί να προσλάβει).

Ο περιορισμός αυτός, ενόψει των ειδικών διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 21 του Συντάγματος, είναι καταρχήν ανεκτός (εν είδει υποχρεωτικής " κοινωνικής ευθύνης " των επιχειρήσεων (βλ. ΣτΕ 1980/2000, 4776/1998, Α.Π. 990/1995 ), εφόσον δεν υπερβαίνει τα όρια που τίθενται από την αρχή της αναλογικότητας (Α.Π. 1334/2021).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 27/1998 ), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013). Στον αυτό αναιρετικό λόγο υπάγεται, κατά το εδάφ.

β' αυτού, και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα, δε, της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο, είτε για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, που χρησιμοποιήθηκαν, κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (Ολ.

Α.Π. 8/2005). Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδαφ. β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνος δικαίου, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι προκειμένου να προβεί σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (Ολ.

Α.Π. 2/2008). Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.

Α.Π. 8/2005, Α.Π. 60/2022, Α.Π. 1373/2022, Α.Π. 79/2018, Α.Π. 1333/2018, Α.Π. 1512/2014, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 208/2011).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας ), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία ), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (Ολ.

Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης, στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.

Α.Π. 15/2006). Το, κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020, Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 1266/2017) Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 1388/2019).

Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1266/2017, Α.Π. 1420/2013).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 573/2018, Α.Π. 967/2015). Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση περίπτωση, η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος, ενώ λόγος αναίρεσης, που πλήττει την αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία δεν επιστηρίζει, κατά το νόμο, το διατακτικό αυτής και έχει τεθεί πλεοναστικά και, ως εκ τούτου, εκ του περισσού, είναι αλυσιτελής και συνακόλουθα απορριπτέος, ως απαράδεκτος (Α.Π. 1096/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής : Με την από 10-11-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 14460/22-11-2016 αγωγή του, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι, ως άτομο προστατευόμενο από τις διατάξεις του Ν. 2643/1998, προσλήφθηκε και εργάστηκε στο Υποκατάστημα της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας στην Θεσσαλονίκη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την ειδικότητα του εργάτη.

Ότι προσέφερε τελικά υπηρεσίες υπαλλήλου έως την 31-08-2016, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του, η δε καταγγελία αυτή είναι άκυρη, για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους. Ότι η εναγομένη κατέστη υπερήμερη, επειδή αρνήθηκε να αποδεχθεί την προσφερόμενη από αυτόν εργασία, με συνέπεια η μη απασχόλησή του να τον μειώνει ηθικά και να προσβάλλει την προσωπικότητά του, από την παράνομη δε απόλυσή του υπέστη ηθική βλάβη, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει : α) αποδοχές υπερημερίας, ύψους τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα πέντε ευρώ και επτά λεπτών (4.795,7), πλέον Δώρου Χριστουγέννων, ύψους εννιακοσίων ενενήντα εννέα (999,00) ευρώ, με την προσαύξηση επιδόματος αδείας και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό μέχρι την εξόφληση και β) το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000,00) ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, από την παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Επί της υπόθεσης αυτής εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 621 και 622 του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, μετά την τροποποίησή τους από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87/23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015), η με αριθμό 9997/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνώρισε ότι η απόλυση του ενάγοντος ήταν άκυρη και υποχρέωσε την εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό χρηματικό ποσό των πέντε χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα τεσσάρων ευρώ και εξήντα λεπτών (5.794,60), με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, κατά τις ειδικότερες διακρίσεις που αναφέρονταν στο σκεπτικό, ενώ απέρριψε, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης.

Ακολούθως, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 12-12-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 118484/5167/2017 έφεσης της εναγομένης, με την οποία παραπονέθηκε για λόγους, που ανάγονταν σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου, καθώς και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή, ώστε να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, με σκοπό να απορριφθεί η ένδικη αγωγή, εξέδωσε τη με αριθμό 443/2019 απόφασή του, με την οποία, αφού έκρινε ότι το συνολικά οφειλόμενο στον ενάγοντα - εφεσίβλητο ποσό ανέρχεται σε πέντε χιλιάδες τριακόσια ενενήντα επτά ευρώ και δέκα λεπτά (5.397,10), αντί του πρωτοδίκως επιδικασθέντος ποσού των πέντε χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα τεσσάρων ευρώ και εξήντα λεπτών (5.794,60 ), εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση κατά ένα μέρος, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της επίδικης εργασιακής σύμβασης και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το προαναφερόμενο ποσό, νομιμοτόκως από τότε που έκαστο επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, κατά τις διακρίσεις που αναφέρονταν στο σκεπτικό της οικείας απόφασης.

Την αναίρεση της ως άνω εφετειακής απόφασης, για τους διαλαμβανόμενους λόγους, ζήτησε η εκκαλούσα - εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, με την από 15-4-2019 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1334/2021 απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή, κατά παραδοχή του πρώτου από το άρθρο 559 αριθμό 19 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, αναιρέθηκε στο σύνολό της η προσβληθείσα με αριθμό 443/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και παραπέμφθηκε, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.

Συγκεκριμένα, με την απόφαση αυτή, έγινε δεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή (ή μη) εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 11 παρ. 1 περ.

γ', υποπ. ββ' και δ' και 2 παρ. 4 του ν. 2643/1998, που εφάρμοσε, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, δεχόμενο ότι η εναγομένη με την από 31-08-2016 έγγραφη δήλωσή της, προς τον ενάγοντα κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας του χωρίς, ωστόσο, να εξειδικεύσει τις εύλογες προσαρμογές, ήτοι τα κατάλληλα μέτρα, που όφειλε να λάβει η εργοδότρια εταιρεία και δεν έλαβε, μέσω των οποίων ήταν δυνατή η εξασφάλιση της θέσης εργασίας του, εφόσον τα μέτρα αυτά δεν συνεπάγονταν δυσανάλογη επιβάρυνση για την ίδια.

Ακολούθως, επαναφερθείσας της υπόθεσης προς συζήτηση, με την από 16-02-2022 και με αριθμό έκθεσης 585/500/2022 κατάθεσης κλήση του ενάγοντος - εκκαλούντος, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που επιλήφθηκε της διαφοράς, ως δικαστήριο της παραπομπής, κατ' άρθρο 581 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, μετά την έκδοση της προαναφερόμενης με αριθμό 1334/2021 απόφασης του Δικαστηρίου Αρείου Πάγου, το οποίο, κατά τα ανωτέρω, αναίρεσε στο σύνολό της τη με αριθμό 443/2019 απόφασή του και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου ήταν εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή, δικάζοντας εκ νέου την ένδικη έφεση κατά της με αριθμό 9997/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εξέδωσε την ήδη προσβαλλόμενη με αριθμό 1063/2022 οριστική του απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε στο σύνολό της την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας εκ νέου την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 31-08-2016 καταγγελίας της αορίστου χρόνου σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος - εφεσιβλήτου και υποχρέωσε την εναγομένη - εκκαλούσα, να του καταβάλει το συνολικό χρηματικό ποσό των πέντε χιλιάδων τριακοσίων ενενήντα επτά ευρώ και δέκα λεπτών (5.397,10), ως αποδοχές υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από 01-09-2016 έως και τον Ιανουάριο του έτους 2017, πλέον του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του έτους 2016, νομιμοτόκως από τότε που έκαστο επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασης.

Κατά της ανωτέρω με αριθμό 1063/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, άσκησε η εναγομένη - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα, την υπό κρίση (νέα) αίτηση αναίρεσης. Ειδικότερα, το Εφετείο, στο οποίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, η υπόθεση εισήχθη και συζητήθηκε, δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, ως προς το κρίσιμο, για την έκβαση της δίκης, ζήτημα της ακυρότητας ή μη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος : "Η εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα] είναι ανώνυμη εταιρεία (όμιλος εταιρειών), η οποία ασχολείται με την παραγωγή και εμπορία χημικών προϊόντων και εδρεύει στην Α' ΒΙ.ΠΕ.

Βόλου. Στα πλαίσια της εμπορικής της δραστηριότητας, διατηρεί μεταξύ άλλων, και στην Σίνδο Θεσσαλονίκης, υποκατάστημα, το οποίο αποτελείται από τμήμα πωλήσεων, τμήμα λογιστηρίου και τμήμα διανομής. Ο ενάγων [ ήδη αναιρεσίβλητος] από την πλευρά του, ο οποίος είναι εκ γενετής κωφάλαλος, με ποσοστό αναπηρίας 80% και προστατευόμενος ως ΑΜεΑ, δυνάμει του υπ' αριθμ. 50/25-6-1997 πρακτικού της επιτροπής του άρθρου 8 του Ν. 1648/86, τοποθετήθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης, για να εργαστεί, ως εργάτης.

Με βάση την αναγκαστική του τοποθέτηση, καταρτίστηκε την 15-7-1997, μεταξύ του ενάγοντα και της εναγομένης, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας ο ενάγων προσλήφθηκε για να εργαστεί στο υποκατάστημα της εναγομένης στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης (τμήμα διανομής), με τα καθήκοντα του εργατοτεχνίτη, επί πενθήμερο (Δευτέρα - Παρασκευή) και επί 40 ώρες εβδομαδιαία, έναντι αποδοχών, που ορίζονταν από την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας.

Ρητά, στην έγγραφη σύμβαση, αναφέρεται, ως τόπος εργασίας, το Καλοχώρι Θεσσαλονίκης, καθώς και ότι : " ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να μεταθέτει τον μισθωτό από βάρδια σε βάρδια, να τον απασχολεί λιγότερο από το νόμιμο ή συμβατικό ωράριο εργασίας ή να τον απασχολεί σε διαφορετικό ωράριο, από το υπόλοιπο προσωπικό και να τροποποιεί το πενθήμερο της εργασίας του, από Δευτέρα - Παρασκευή, σε Τρίτη - Σάββατο ".

Ο ενάγων εργάστηκε κανονικά, ως εργάτης αποθήκης, στο υποκατάστημα της ενάγουσας στην Θεσσαλονίκη, αρχικά στο Καλοχώρι και, στη συνέχεια, από το έτος 2013 στην ΒΙ.ΠΕ. Σίνδου, μέχρι το τέλος του 2015, χωρίς προβλήματα. Την 1-12-2015, η εναγομένη με σκοπό την εξοικονόμηση πόρων, δηλαδή την αύξηση των κερδών της, έλαβε την επιχειρηματική απόφαση να διακόψει την λειτουργία του τμήματος διανομής στην Β.

Ελλάδα και συγκεκριμένα εκείνου που εργαζόταν ο ενάγων, ανέθεσε δε το έργο αποθήκευσης και διανομής στην εταιρία με τον διακριτικό τίτλο " Diakinisis ", με την οποία και κατήρτισε σχετική σύμβαση. Ως επακόλουθο της απόφασής της αυτής, ήταν να καταγγείλει τις συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας των λοιπών, πλην του ενάγοντος, πέντε εργαζομένων, στις αποθήκες της στην Θεσσαλονίκη.

Το ίδιο δεν έπραξε με τον ενάγοντα, επειδή πρόκειται για εργαζόμενο, που εντάχθηκε και εργαζόταν στην επιχείρησή της με αναγκαστική σύμβαση εργασίας, προστατεύεται δε από τη διάταξη του άρθρου 11 του ν. 2643/1998. Για το λόγο αυτό υπέβαλε, όπως από την προαναφερόμενη διάταξη είχε υποχρέωση και όχι λόγω καλόπιστης άσκησης του διευθυντικού της δικαιώματος, όπως με την έφεσή της ισχυρίζεται, την από 23-12-2015 αίτηση προς τον Περιφερειακό Διευθυντή του Ο.Α.Ε.Δ.

Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, την οποία κοινοποίησε στην Πρωτοβάθμια Επιτροπή του άρθρου 9 του ως άνω νόμου, του Ο.Α.Ε.Δ. Κεντρικής Μακεδονίας, με την οποία ζήτησε να της δοθεί άδεια για την καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που είχε συνάψει μαζί του, βάσει των προβλέψεων του άρθρου 11 παρ. 1 εδ.

γ' στοιχ. ββ' και δ', σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 2643/1998, δηλαδή αφενός λόγω αποδεδειγμένης ανεπάρκειας ή ακαταλληλότητας του ενάγοντα στην εκτέλεση της εργασίας του, που δεν οφείλεται στην πάθησή του, αλλά στην κατάργηση του τμήματος που εργαζόταν, εξαιτίας της οποίας δεν υπήρχε πλέον γι' αυτόν αντικείμενο εργασίας, αφετέρου λόγω αναστολής λειτουργίας, άλλως αδυναμίας επωφελούς συνέχισης λειτουργίας του τμήματος αποθήκης, στην περιοχή της Θεσσαλονίκης.

Ολοκληρώνοντας την αίτησή της προς την πρωτοβάθμια επιτροπή, η εναγόμενη ανέφερε ότι είχε σκοπό να προτείνει στον ενάγοντα να αναλάβει καθήκοντα αποθηκάριου, στις αποθήκες του Βόλου, προκειμένου να μην απωλέσει τη θέση εργασίας του, μολονότι η απόφασή της αυτή συνεπάγεται την επιβάρυνση του αντίστοιχου τμήματος, με προσωπικό μη αναγκαίο.

Εξέφρασε, όμως, τις αμφιβολίες της ότι ο ενάγων θα αποδεχόταν την λύση της μετακίνησής του στον Βόλο, επειδή στη Θεσσαλονίκη έχει διαμορφώσει την προσωπική και οικογενειακή του ζωή. Κατόπιν τούτων, ζήτησε την άδεια να καταγγείλει την σύμβαση, στην περίπτωση που ο ενάγων δεν αποδέχονταν την πρότασή της, για μετάθεσή του στον Βόλο.

Η πρωτοβάθμια επιτροπή, με το υπ' αριθ. 1/9-2-2016 πρακτικό συνεδρίασής της, απέρριψε την αίτηση της εναγομένης, με την αιτιολογία ότι δεν διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση δεν δύναται να συνεχίσει επωφελώς τη λειτουργία της για οικονομοτεχνικούς λόγους, ο δε Περιφερειακός Διευθυντής του Ο.Α.Ε.Δ., κατόπιν της ως άνω γνωμοδότησης, δεν εξέδωσε απόφαση.

Κατά του πρακτικού της πρωτοβάθμιας επιτροπής και της παράλειψης του Περιφερειακού Διευθυντή του Ο.Α.Ε.Δ. να εκδώσει απόφαση, η εναγόμενη άσκησε την από 11-3-2016 προσφυγή, ενώπιον της δευτεροβάθμιας επιτροπής του άρθρου 10 του Ν. 2643/1998. Στην ίδια επιτροπή, η εναγόμενη υπέβαλε την από 6-6-1996 συμπληρωματική της αίτηση.

Η δευτεροβάθμια επιτροπή, η οποία συστήθηκε νόμιμα, αποτελούμενη από τον Γενικό Διευθυντή Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας, δύο υπαλλήλους του ίδιου Υπουργείου, μία εκπρόσωπο του Υπουργείου Υγείας, την εκπρόσωπο του Σ.Ε.Β. και τον εκπρόσωπο της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία, με το υπ' αριθ. 3/5-7-2016 πρακτικό της, απέρριψε την προσφυγή της εναγομένης, με τις εξής αιτιολογίες :

α) Διότι η προσφεύγουσα επιχείρηση δεν επικαλέστηκε αδυναμία επωφελούς συνέχισης της λειτουργίας της, ούτε ανέστειλε την λειτουργία της, η δε κατά το άρθρο 11 του ν. 2643/1998 αναστολή εργασιών ή αδυναμία συνέχισης επωφελώς της λειτουργίας μίας επιχείρησης, ως προϋπόθεση, για να γίνει δεκτή αίτηση καταγγελίας σύμβασης εργασίας ΑΜεΑ, αναφέρεται στο σύνολο της επιχείρησης και όχι σε ένα τμήμα ή υποκατάστημά της, β) επειδή δεν κρίθηκαν, ως επαρκώς θεμελιωμένοι, οι λόγοι, που διατύπωσε η εταιρία, προκειμένου να εφαρμοστεί η διάταξη της υποπερ.

ββ' και περ. γ' του άρθρου 11 του Ν. 2643/1998, διότι, από τα εξετασθέντα στοιχεία, δεν προέκυψαν βάσιμοι λόγοι, που αποδεικνύουν ανεπάρκεια ή ακαταλληλότητα στην εκτέλεση της εργασίας, που δεν οφείλεται πάντως στα τραύματα ή στην αναπηρία ή έστω λόγοι, που τεκμηριώνουν ανάρμοστη συμπεριφορά ή αντικοινωνική γενικά διαγωγή του ενάγοντα και, σε κάθε περίπτωση, η δευτεροβάθμια επιτροπή έκρινε ότι η προσφεύγουσα εναγόμενη δεν ενήργησε έως την συνεδρίαση, με βάση τις επιταγές των εύλογων προσαρμογών, έτσι ώστε να προσφερθεί η δυνατότητα στον ενάγοντα, για απρόσκοπτη συνέχιση της απασχόλησής του στην παραπάνω εταιρία, αφού στο πλαίσιο της τήρησης της αρχής των εύλογων προσαρμογών, είναι υποχρέωση του εργοδότη και δεν έγκειται στη διακριτική του ευχέρεια, η λήψη όλων των ενδεδειγμένων, κατά περίπτωση, μέτρων, προκειμένου τα άτομα με αναπηρία να έχουν δυνατότητα πρόσβασης σε θέση εργασίας, αρκεί βέβαια τα μέτρα αυτά να μην συνεπάγονται δυσανάλογη επιβάρυνση για τον εργοδότη (άρθρο 10 Ν. 3304/2005).

Ότι, στις εύλογες προσαρμογές, εντάσσονται τόσο μέτρα πρακτικής φύσης, όσο και μέτρα οργανωτικής φύσης, τα οποία είναι αποτελεσματικά, για τη διαμόρφωση της θέσης εργασίας, ανάλογα με τις ειδικές ανάγκες, ο κατάλογος των μέτρων είναι εκούσια μη περιοριστικός, ώστε να υπάρχει ευελιξία, ανάλογα με την εξατομίκευση, μεταξύ δε αυτών των μέτρων αναφέρεται ενδεικτικά και η κατανομή καθηκόντων.

Η δε εργοδότρια διαπιστώθηκε ότι αρνήθηκε να παρέχει εύλογες προσαρμογές και η συμπεριφορά της αυτή αποτελεί διάκριση, βάσει της αναπηρίας (άρθρο 2 της Σύμβασης του Ο.Η.Ε., για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, η οποία κυρώθηκε με το ν. 4074/2012). Τούτο, όπως εκτίθεται στην απόφαση της δευτεροβάθμιας επιτροπής, συνάγεται από το γεγονός ότι η εναγόμενη στην αίτησή της, προς την πρωτοβάθμια επιτροπή, ανέφερε ότι είναι αδύνατη η συνέχιση της απασχόλησης του ενάγοντος στην εταιρεία " πολύ δε περισσότερο που αυτός λόγω της πάθησής του - και ανεξαρτήτως του αν απαιτείται ή όχι η ύπαρξη συγκεκριμένων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων - θα αδυνατούσε εκ των πραγμάτων να απασχοληθεί στα διατηρηθέντα τμήματα της εταιρείας στην Β.

Ελλάδα - τμήμα sales office (πωλήσεων) - όπου κατεξοχήν υπερέχει το επικοινωνιακό στοιχείο ". Σημειωτέον ότι, στην διατηρηθείσα οργανωτική μονάδα, ορίζεται, στο τμήμα Merchandising, η εργασία της τακτοποίησης των προϊόντων στα ράφια των super market, ανάλογα με την προωθητική πολιτική της εταιρείας. Επίσης, στην οργανωτική δομή και λειτουργία της περιλαμβάνει τις εργασίες αρχειοθέτησης και ηλεκτρονικής καταχώρισης δαπανών του τμήματος, την διευθέτηση ταμειακών εκκαθαρίσεων, καταγραφή εκπτώσεων διακανονισμού - υπερβάσεων πιστωτικής πολιτικής, εξοδολόγια, στοιχεία μετακίνησης προσωπικού εκτός έδρας, καταχώρηση σε αποθήκη, διενέργεια ελέγχου σε αποδείξεις, καταμέτρηση ταμείου, αλληλογραφία, αποστολή φυλλαδίων προσφοράς, διενέργεια μικροαγορών σε λειτουργικά είδη, διανομή εσωτερικής αλληλογραφίας, διενέργεια παραγγελιών.

Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η εναγόμενη από την 7-3-2015, στο μεσοδιάστημα από την απορριπτική απόφαση της πρωτοβάθμιας επιτροπής και μέχρι την έκδοση της απορριπτικής απόφασης και της δευτεροβάθμιας επιτροπής, απηύθυνε σειρά προσκλήσεων στον ενάγοντα, με τις οποίες τον καλούσε να της γνωρίσει εάν αποδέχεται να απασχοληθεί στις αποθήκες, που διατηρεί στον Βόλο ή στην Αθήνα, προτιθέμενη να του καλύπτει μέρος της δαπάνης μετάβασης και επιστροφής, από τον τόπο εργασίας και συγκεκριμένα το ήμισυ αυτής, επισημαίνοντάς του ότι τυχόν άρνησή του θα εκλαμβανόταν ως υπαίτια άρνηση εκτέλεσης εργασίας.

Ο ενάγων, όπως άλλωστε και η ίδια η εναγόμενη εργοδότρια ανέμενε, μια και το είχε ήδη δηλώσει στην αρμόδια επιτροπή, απέκρουσε την πρότασή της, για μετάθεσή του στον Βόλο και της δήλωσε ότι συνεχίζει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο τμήμα πωλήσεων και λογιστηρίου της επιχείρησης, το οποίο εξακολουθεί να λειτουργεί στη Θεσσαλονίκη, εκτελώντας τις εντολές των υπαλλήλων της εναγομένης, για οποιασδήποτε φύσης βοηθητικές εργασίες.

Για τον λόγο αυτό, ο ενάγων συνέχισε να μεταβαίνει στα γραφεία της ενάγουσας στην Θεσσαλονίκη, χωρίς ωστόσο να εργάζεται. Σημειώνεται ότι, η πρόταση της εναγομένης στον ενάγοντα να μετατεθεί στον Βόλο και να του καλύπτει το ήμισυ των οδοιπορικών για την καθημερινή του μετάβαση με ΚΤΕΛ στον Βόλο, δεν κρίθηκε από την δευτεροβάθμια επιτροπή, ως ανταποκρινόμενη στην υποχρέωσή της, από το άρθρο 10 του Ν. 3304/2004, για παροχή εύλογων προσαρμογών.

Μετά την έκδοση και της προαναφερόμενης απορριπτικής απόφασης, επί της προσφυγής της εναγομένης, οπότε πλέον κρίθηκε τελεσίδικα ότι δεν ήταν επιτρεπτή η λύση της συγκεκριμένης σχέσης εργασίας, την 31-8-2016 η εναγομένη δήλωσε εγγράφως στον ενάγοντα ότι θεωρεί την άρνησή του να συνεχίσει την εργασία του στον Βόλο, ως καταγγελία εκ μέρους του, δεδομένου ότι στο τμήμα πωλήσεων της Θεσσαλονίκης, δεν υπήρχε αντικείμενο εργασίας γι' αυτόν και του γνωστοποίησε ότι του προσφέρει την αποζημίωση απόλυσης, ποσού 4.420 ευρώ, την οποία και κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, επειδή ο ενάγων δεν δέχθηκε να παραλάβει την σχετική τραπεζική επιταγή.

Ωστόσο, η εναγόμενη εργοδότρια εταιρία όφειλε να προωθήσει εύλογες προσαρμογές στο εργασιακό της περιβάλλον, στην κατεύθυνση της συνέχισης της απασχόλησης του ενάγοντα. Η εναγόμενη ήταν υποχρεωμένη να τροποποιήσει το οργανόγραμμά της και να δημιουργήσει - διαμορφώσει μία νέα θέση εργασίας, στο υφιστάμενο τμήμα πωλήσεων της Θεσσαλονίκης, με καθήκοντα που θα μπορούσε ευχερώς να εκτελέσει ο ενάγων, χωρίς από αυτό να προκαλείται δυσανάλογη επιβάρυνση στην επιχείρηση, η οποία κατέχει δεσπόζουσα παραγωγική θέση στην εσωτερική αγορά και σημαντική εξαγωγική δραστηριότητα, όπως αποδεικνύεται από τις ίδιες τις οικονομικές καταστάσεις της.

Ως κατάλληλα μέτρα (εύλογες προσαρμογές ), θα μπορούσε να λάβει τόσο μέτρα πρακτικής φύσης, όσο και μέτρα οργανωτικής φύσης, τα οποία είναι αποτελεσματικά για τη διαμόρφωση της θέσης εργασίας, ανάλογα με τις ειδικές ανάγκες του ενάγοντα, όπως π.χ. να του παρέχει πρόσβαση σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, με την εισαγωγή κατάλληλου συστήματος (εφαρμογής) ηλεκτρονικής αντιληπτικής επικοινωνίας, για άτομα με κωφαλαλία, να του αναθέσει την αρχειοθέτηση ή και την ηλεκτρονική καταχώρηση δαπανών και τιμολογίων, διενέργεια ελέγχου σε αποδείξεις, καταμέτρηση ταμείου, αλληλογραφία, αποστολή φυλλαδίων προσφοράς, διενέργεια μικροαγορών, σε λειτουργικά είδη, διανομή εσωτερικής αλληλογραφίας, διενέργεια παραγγελιών και γενικά να του αναθέσει οποιαδήποτε εργασία.

Συνεπώς, η άρνηση της εναγομένης να δεχθεί την προσφερόμενη από τον ενάγοντα εργασία του, στο τμήμα πωλήσεων της Θεσσαλονίκης, προσφέροντάς του την αποζημίωση απόλυσης, ιδίως επικαλούμενη ότι αδυνατούσε, λόγω της αναπηρίας του, να εργαστεί στο τμήμα πωλήσεων, ανεξαρτήτως των τυπικών και ουσιαστικών του προσόντων, αν και είχε την υποχρέωση να διασφαλίσει την μονιμότητά του στην απασχόληση, δίνοντάς του προστασία, καθόλη τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης, μέσω της παροχής εύλογων προσαρμογών, δηλαδή μέσω της λήψης πρακτικών και οργανωτικών μέτρων, για την διαμόρφωση θέσης εργασίας, ανάλογης με τις ειδικές ανάγκες, αποτελεί καταγγελία της σύμβασης εργασίας του.

Η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, διότι έγινε χωρίς να προηγηθεί απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή του Ο.Α.Ε.Δ. και παρά τις αρνητικές γνωμοδοτήσεις, τόσο της πρωτοβάθμιας, όσο και της δευτεροβάθμιας επιτροπής του Ν. 2643/1998, οι οποίες, ως ατομικές διοικητικές πράξεις, που εκδόθηκαν αιτιολογημένα, από αρμόδια όργανα, στα πλαίσια της δικαιοδοσίας τους, έχουν το τεκμήριο της νομιμότητας και είναι υποχρεωτικές για το παρόν Δικαστήριο.

Επιπλέον, στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, η εναγόμενη, παραλείποντας τη διερεύνηση εύλογων μέτρων προσαρμογής, άσκησε καταχρηστικά το διευθυντικό της δικαίωμα, κατά τρόπο που αντιτίθεται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, παραβιάζοντας τη διάταξη του άρθρου 658 Α.Κ. Επομένως, η εναγόμενη, αρνούμενη να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του ενάγοντα, περιήλθε σε υπερημερία και του οφείλει αποδοχές υπερημερίας από 1-9-2016 έως και τον Ιανουάριο 2017.

Οι αποδοχές αυτές ανέρχονται ανά μήνα στο μισθό του ενάγοντα, που ήταν 959,14 ευρώ, όπως δεν αμφισβητείται, πλέον του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2016, ανερχομένου σε 999 ευρώ, εκ των οποίων πρέπει να αφαιρεθούν 397,50 ευρώ, τα οποία καταβλήθηκαν με κατάθεση στον τραπεζικό λογαριασμό, που τηρεί ο ενάγων στην Τράπεζα Eurobank και συνολικά στο ποσό των 5.397,10 ευρώ".

Συνεχίζοντας το Εφετείο, ως προς τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα : "Το γεγονός ότι ο ενάγων δεν αποδέχθηκε την πρόταση της εναγομένης να συνεχίσει να απασχολείται στον Βόλο, δεν καθιστά την άσκηση της αγωγής καταχρηστική, δεδομένου ότι :

α) τόπος εργασίας του είχε συμφωνηθεί η Θεσσαλονίκη και ο ίδιος δεν είχε καμία υποχρέωση να δεχτεί την μετάθεση αυτή, ούτε συμμορφούμενος στον κανονισμό της εργοδότριάς του και συγκεκριμένα στο άρθρο 35, σύμφωνα με το οποίο : " η εταιρία έχει το δικαίωμα να ρυθμίζει οποιοδήποτε θέμα ανάγεται στην οργάνωση και λειτουργία της, δηλαδή μπορεί να τροποποιεί την οργανωτική της διάρθρωση, να συνιστά νέα τμήματα ή να καταργεί υφιστάμενα και να μεταθέτει το προσωπικό, από το τμήμα που υπηρετεί, σε νέα τμήματα ή από τα καταργούμενα τμήματα στα διατηρούμενα, αν αυτό απαιτεί η εύρυθμη λειτουργία και προαγωγή της εταιρίας και να καταβάλει στο προσωπικό, εφόσον συντρέχει κάποιος λόγος, την προβλεπόμενη από το νόμο προσαύξηση.

Η, μέσα στα όρια αυτά, άσκηση του παραπάνω δικαιώματος, δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως. Η εταιρία, σε περίπτωση που δεν έχει να προσφέρει εργασία σε κάποιο ειδικευόμενο εργαζόμενο και που δεν επιθυμεί να του καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, μπορεί να τον απασχολήσει σε οποιαδήποτε άλλη εργασία, χωρίς να του μειώσει τις αποδοχές ".

Δεν ήταν δε υποχρεωμένος να δεχθεί την προτεινόμενη μετάθεση, αφού, όπως προαναφέρθηκε, με την αναγκαστική πρόσληψη ατόμου με αναπηρία, η συμβατική ελευθερία του εργοδότη περιορίζεται και είναι υποχρεωμένος να προβαίνει σε εύλογες προσαρμογές, λαμβάνοντας μέτρα οργανωτικής φύσης, τέτοια ώστε να διασφαλίζει την προστασία της θέσης εργασίας του συγκεκριμένου ατόμου, β) Η πρόταση της εναγομένης προς τον ενάγοντα, να μετατεθεί στον Βόλο, αντί της διαμόρφωσης θέσης εργασίας, ανάλογης με τις συγκεκριμένες ανάγκες, όπως είχε υποχρέωση, χωρίς δυσανάλογη επιβάρυνσή της, ήταν προσχηματική, δεδομένου ότι εξαρχής γνώριζε πως ήταν αδύνατη η πραγματοποίησή της από τον ενάγοντα, όση προσπάθεια και αν κατέβαλε.

Τούτο διότι, για την καθημερινή του μετάβαση και επιστροφή από τον Βόλο, απαιτείται χρόνος μεγαλύτερος των πέντε ωρών, τα έξοδα μετακίνησής του θα ανέρχονταν σε 375 ευρώ μηνιαίως, με αποτέλεσμα να μειωθούν αντίστοιχα οι αποδοχές του, ενώ, παράλληλα, θα έπρεπε να αφιερώνει δεκατρείς ώρες ημερησίως για την εργασία του.

Όλες δε αυτές τις συνθήκες γνώριζε η εναγόμενη και γι' αυτό στην αίτησή της στην πρωτοβάθμια επιτροπή εξέφρασε τις αμφιβολίες της ότι ο ενάγων θα αποδεχόταν την λύση της μετακίνησής του στον Βόλο, επειδή στη Θεσσαλονίκη έχει διαμορφώσει την προσωπική και οικογενειακή του ζωή... ". Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, το Δικαστήριο της παραπομπής, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η από 31-08-2016, εκ μέρους της εργοδότριας εταιρείας, καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος ήταν άκυρη και, περαιτέρω, ότι η άσκηση της ένδικης αγωγής, δεν ήταν καταχρηστική, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς της εναγομένης, που είχε υποβάλλει πρωτοδίκως και επανέφερε με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της, ότι, δηλαδή, ο ενάγων μετά την ένταξή του στην επιχείρησή της, εξομοιώθηκε πλήρως με τους λοιπούς συναδέλφους του, οι οποίοι, μετά την κατάργηση του τμήματος διανομής, απολύθηκαν και ότι η επίδικη σύμβαση εργασίας λύθηκε μονομερώς από τον ίδιο, με την μη συμμόρφωσή του να μεταβεί στον τόπο εργασίας του (τον Βόλο), καθώς και ότι εκείνη ζήτησε αρμοδίως την άδεια να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας του, από λόγους καλόπιστης άσκησης του διευθυντικού της δικαιώματος, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι ο ενάγων, βάσει των προστατευτικών διατάξεων του Ν. 2643/1998, θεμιτά απολαμβάνει διακριτικής μεταχείρισης, μέσω των θετικών δράσεων, προκειμένου να διασφαλιστεί ο στόχος των ίσων ευκαιριών.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού έκρινε : α) ότι η ένδικη καταγγελία είναι άκυρη, καθόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 παρ. 1, περ.γ', υποπ. ββ' και δ' και άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 2643/1998, όπως όμοια είχε κρίνει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, β) ότι η, εκ μέρους του ενάγοντος, άσκηση του σχετικού δικαιώματός του, που απορρέει από την ακυρότητα αυτή, δεν είναι καταχρηστική και γ) ότι το συνολικά οφειλόμενο στον τελευταίο ποσό ανέρχεται σε πέντε χιλιάδες τριακόσια ενενήντα επτά ευρώ και δέκα λεπτά (5.397,10), δέχθηκε την ένδικη έφεση, δίκασε κατά τούτο, εκ νέου, την αγωγή και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση για το ενιαίο της εκτέλεσης στο σύνολό της, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ως άνω χρηματικό ποσό, με το νόμιμο τόκο, για μεν το επίδομα Χριστουγέννων από την 31-12-2016 και για κάθε επιμέρους μηνιαίο μισθό από το τέλος του μήνα, στον οποίο αυτός αντιστοιχεί μέχρι την εξόφληση.

Με τις κρίσεις του αυτές, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 652, 656 και 349-351 του Α.Κ., 7 παρ. 1 του ν. 2132/1920 και 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, σε συνδ. με τις διατάξεις του Ν. 2643/1998 και των διατάξεων των Ν. 3304/2005 Ν. 4443/2016 και της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ, οι οποίες κατά περιεχόμενο αναλύονται στις νομικές σκέψεις, που αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις οποίες αντιθέτως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, παραλλήλως, δε, διέλαβε στον υπαγωγικό του συλλογισμό πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, σχετικά με το κρίσιμο ως άνω, για την έκβαση της δίκης, ζήτημα της ακυρότητας της καταγγελίας της επίδικης εργασιακής σύμβασης και, συνακόλουθα, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του της αναγκαίας νόμιμης βάσης, αφού καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, στους εφαρμοσθέντες κανόνες δικαίου, χωρίς να είναι αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να περιλάβει στην απόφασή του και άλλες αιτιολογίες, προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.

Ειδικότερα, με βάση τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε ότι η καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας, συνιστούσε καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, εκ μέρους της εναγομένης. Και τούτο διότι, η καταγγελία αυτή αποτελούσε διακριτική μεταχείριση του ενάγοντος, ως ατόμου με αναπηρία, καθώς, αν και όφειλε, ασκώντας το διευθυντικό της δικαίωμα, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να προωθήσει εύλογες προσαρμογές, στο εργασιακό περιβάλλον, στην κατεύθυνση της συνέχισης της απασχόλησης του ενάγοντος, λαμβάνοντας τα κατάλληλα πρακτικά και οργανωτικά μέτρα, για την απασχόλησή του, ως ατόμου με ειδικές ανάγκες, με βάση το ειδικό για τους αναπήρους προστατευτικό καθεστώς, όπως το δικαστήριο της ουσίας εξειδίκευσε τα μέτρα αυτά στην προσβαλλόμενη απόφασή του, τροποποιώντας το οργανόγραμμά της και δημιουργώντας μία νέα θέση εργασίας, στο υφιστάμενο τμήμα πωλήσεων της Θεσσαλονίκης, με καθήκοντα που αυτός ευχερώς θα μπορούσε να εκτελέσει, κατήγγειλε ακύρως την σύμβαση εργασίας του, θεωρώντας, με την από 31-08-2016 έγγραφη δήλωσή της, την άρνηση του ενάγοντος να συνεχίσει την εργασία του στο Βόλο, ως καταγγελία, εκ μέρους του ιδίου, της σύμβασης εργασίας του και αρνήθηκε να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες του, στο τμήμα πωλήσεων της επιχείρησης, το οποίο, ωστόσο, εξακολουθούσε να λειτουργεί στη Θεσσαλονίκη.

Οι ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι το Εφετείο δέχθηκε πως ήταν υποχρεωμένη να συστήσει νέα θέση εργασίας και να αναθέσει στον αναιρεσίβλητο υπαλληλικά καθήκοντα, παρότι αυτός προσλήφθηκε ως εργατοτεχνίτης, με καθήκοντα στο τμήμα διανομής στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης, είναι ουσιαστικά αβάσιμες, ως ερειδόμενες επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι η εναγομένη θα μπορούσε να αναθέσει στον ενάγοντα οποιασδήποτε φύσης βοηθητικές εργασίες, στο ήδη υφιστάμενο τμήμα πωλήσεων στη Θεσσαλονίκη, το οποίο εξακολουθούσε να λειτουργεί, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η ανάθεση διαφορετικών καθηκόντων ή η αλλαγή αντικειμένου εργασίας, προκειμένου να μπορέσει ο εργαζόμενος να διατηρήσει την εργασία του και να συμμετέχει ουσιαστικά στον επαγγελματικό βίο, σε ισότιμη βάση με τους υπόλοιπους εργαζομένους, εντάσσεται στην έννοια των εύλογων προσαρμογών.

Ομοίως, απορριπτέος κρίνεται ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν αιτιολόγησε αν συνέτρεχε λόγος που να εξυπηρετεί τις ανάγκες της, προκειμένου να συσταθούν τέτοιες θέσεις εργασίας από αυτές που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, αφού, όπως προαναφέρθηκε, δεν γίνεται λόγος για σύσταση νέας, μη προυπάρχουσας θέση εργασίας, αλλά για σύσταση νέας θέσης εργασίας, στο υφιστάμενο τμήμα πωλήσεων της Θεσσαλονίκης, με καθήκοντα όχι αυτά που κατά την εργασιακή σύμβαση είχε αρχικά συμφωνηθεί να προσφέρει ο ενάγων, δηλαδή του εργατοτεχνίτη στο τμήμα διανομής, αλλά για οποιαδήποτε άλλη εργασία, που θα μπορούσε ευχερώς να εκτελέσει, χωρίς τούτο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, να προκαλέσει δυσανάλογη επιβάρυνση στην επιχείρηση.

Εξάλλου, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, κατ' εκτίμηση εκ του αριθμού 1 εδαφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' αυτεπάγγελτη υπαγωγή αυτού από τον Άρειο Πάγο, καθόσον στο αναιρετήριο δεν γίνεται επίκληση της σχετικής διάταξης, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε το εάν ο ενάγων, όντας κωφάλαλος, θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, δεδομένου ότι αν δεχόταν ότι είχε την ικανότητα αυτή, θα παραβίαζε τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Ο ισχυρισμός της αυτός κρίνεται απορριπτέος, καθόσον, εκτός του ότι διατυπώνεται ενδοιαστικώς, δεν έχει τον χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας, με την έννοια που προεκτέθηκε, ήτοι δεν αφορά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς (άρθρο 336 του ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 35 του Κανονισμού Εργασίας, που επιτρέπει την μετάθεση του μισθωτού σε " διατηρούμενα τμήματα " της επιχείρησης και ότι, ως εκ τούτου, οι επανειλημμένες προτάσεις της για μετακίνηση του ενάγοντος στο Βόλο, δεν αποτελούσαν βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης.

Ωστόσο, το Δικαστήριο της ουσίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δεχόμενο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι, αφενός μεν ο ενάγων δεν είχε υποχρέωση να αποδεχθεί την μετάθεσή του στο Βόλο, καθώς το άρθρο 35 του Κανονισμού προβλέπει τη δυνατότητα της εργοδότριας εταιρείας να μετακινεί τον εργαζόμενο, σε άλλο τμήμα και δεν αναφέρεται στην μετάθεσή του σε άλλη πόλη, διάφορη του τόπου που είχε προσληφθεί, όπως στην προκειμένη περίπτωση, γεγονός το οποίο θα τον επιβάρυνε, εκτός των άλλων, και οικονομικά, αφετέρου δε ότι η μεταβολή του τόπου εργασίας του ήταν προσχηματική.

Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, υπό τις προαναφερόμενες σαφείς, πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες καλύπτουν πλήρως το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω διατάξεων, δικαιολογείται απολύτως το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας και, κατά συνέπεια, οι περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς 1 εδαφ.

α' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ενιαία εξεταζόμενοι, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, κατά τα οικεία αυτών σκέλη, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η καταγγελία της επίδικης εργασιακής σύμβασης ήταν άκυρη, παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, επί του πιο πάνω ζητήματος, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους.

Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, είτε έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ ), ως " πράγματα " θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.

Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 308/2020, Α.Π. 1446/2019, Α.Π. 1614/2017, Α.Π. 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ. Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1072/2005). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (Α.Π. 1795/2008). " Πράγματα ", κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, αποτελούν και οι επιμέρους λόγοι έφεσης ή αντέφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή αντεκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (Ολ.

Α.Π. 22/2005, Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 845/2011, Α.Π. 1434/2010), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης, που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής (Α.Π. 1462/2019, Α.Π. 248/2019, Α.Π. 650/2017). Επομένως, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί, που συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε τα οριζόμενα στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 237/2019, Α.Π. 598/2019, Α.Π. 261/2016, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 1955/2009, Α.Π. 2019/2007), έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (Α.Π. 1566/2017, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 701/2008, Α.Π. 625/2008, Α.Π. 558/2008), αλλά ούτε και οι εκπρόθεσμοι, αόριστοι ή γενικώς απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο, ισχυρισμοί, ή απλώς αρνητικοί ή διευκρινιστικοί ισχυρισμοί, δηλαδή ισχυρισμοί που δεν καταλήγουν στην επίκληση έννομης συνέπειας, αφού αυτοί δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.

Α.Π. 8/2013, Ολ. Α.Π. 2/1989, Α.Π. 867/1988, Ολ. Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1058/1998, Ολ. Α.Π. 14/2004, Α.Π. 179/2019, Α.Π. 76/2016, Α.Π. 139/2014).

Εξάλλου, ο εκ του άνω άρθρου, λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται και απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε, για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997, Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 12/1991, Α.Π. 37/2008, Α.Π. 2102/2007, Α.Π. 2068/2007), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία, εκ του πράγματος, προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Α.Π. 85/2020, Α.Π. 667/2018, Α.Π. 76/2016), έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1108/2020, Α.Π. 1266/2020, Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1437/2017, Α.Π. 771/2017, Α.Π. 1434/2010, Α.Π. 148/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και σε συνάφεια και συνάρτηση με τους προηγούμενους αναιρετικούς λόγους, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την, από τους αριθμούς 8 εδαφ. β' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη και δεν εξέτασε πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι, κατά την απόρριψη της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αντιδίκου της, που παραδεκτώς προέβαλε πρωτοδίκως και νομίμως επανέφερε με τον τέταρτο λόγο έφεσης, παρέλειψε να λάβει υπόψη περιστατικά, που αποτελούσαν μέρος της επικαλούμενης κατάχρησης του δικαιώματος και συγκεκριμένα ότι :

α) ο ενάγων, με την επίκληση της βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του, αρνήθηκε την πρότασή της για συνέχιση της προσφοράς της εργασίας του, στο διατηρούμενο στο Βόλο τμήμα διανομής της εταιρείας και σε αντίστοιχη ειδικότητα, με αυτήν που είχε πριν από το κλείσιμο του αντιστοίχου τμήματος στη Θεσσαλονίκη, β) παρότι ζήτησε να κριθεί άκυρη η απόλυσή του, εν τούτοις δεν ζήτησε επαναπρόσληψη, προδήλως προκειμένου να αποκομίζει μισθούς υπερημερίας, χωρίς να εργάζεται, γ) παράλληλα με την απασχόλησή του στην εταιρεία, ασκούσε ελεύθερο επάγγελμα, απασχολούμενος τα απογεύματα ως εκπαιδευτής νοηματικής γλώσσας και εξεταστής σε επιτροπή κωφαλάλων, απασχόληση από την οποία αποκέρδαινε ένα σεβαστό εισόδημα.

Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως ρητά διαβεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και προκύπτει και από το όλο περιεχόμενό της, το Εφετείο, αξιολογώντας τις υπό στοιχείο α) αιτιάσεις της εναγομένης, έλαβε υπόψη του και απέρριψε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, αφού πρόκειται για την ουσία της υπόθεσης, με πλήρεις, σαφείς και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, τους σχετικούς ισχυρισμούς της, ως αβάσιμους κατ' ουσίαν.

Εξάλλου, οι επικαλούμενες υπό στοιχεία β) και γ) πλημμέλειες, στις οποίες, κατά τα διαλαμβανόμενα στον ως άνω αναιρετικό λόγο, υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας, δεν συνιστούν " πράγματα ", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ, αλλά αρνητικούς της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής ισχυρισμούς και επιχειρήματα της εναγομένης και, ως εκ τούτου, δεν ιδρύουν τον, εκ του αριθμού 8 εδαφ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης. Σε κάθε δε περίπτωση, οι ως άνω ισχυρισμοί δεν ήταν ουσιώδεις για την έκβαση της προκειμένης δίκης, δηλαδή, πρόσφοροι να επηρεάσουν ευνοϊκά για την αναιρεσείουσα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, και, συνεπώς ήταν νομικά αδιάφοροι. Επομένως, είναι αβάσιμα τα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον, από τον από τους αριθμούς 8 εδαφ. β' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, κατά τις διακρίσεις, που αμέσως παραπάνω αναφέρθηκαν.

Ο, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, επί ουσιώδους, για την έκβαση της δίκης, ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε νομίμως, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια, που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη. Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, που λήφθηκαν στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δίκης, αποτελούν διαφορετικό αποδεικτικό μέσο, από τους μάρτυρες ή από τα έγγραφα, ενώ, ήδη, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 339 ΚΠολΔ με το άρθρο 36 του ν. 3994/2011, οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν πλέον ιδιαίτερο, αυτοτελές αποδεικτικό μέσο.

Γι' αυτό, όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει ειδικά να αναφέρεται στην απόφασή του ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη. Επομένως, μόνη η σχετική μνεία στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν αποδεικνύει και ότι λήφθηκαν υπόψη και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες οι ίδιοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει, αφού αυτές δεν περιλαμβάνονται στα έγγραφα, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ΚΠολΔ (Α.Π. 18/2021, Α.Π. 26/2020, Α.Π. 232/2018, Α.Π. 204/2017, Α.Π. 17/2015, Α.Π. 1105/2015, Α.Π. 767/2011, Α.Π. 1551/2008).

Επίσης, η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης, πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις, κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, συνακόλουθα, αν προσκομίζεται, πρώτη φορά, στο Εφετείο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης και να είναι ειδική, έτσι ώστε να προκύπτει από αυτήν, ο αριθμός της ένορκης βεβαίωσης, ο μάρτυρας που εξετάστηκε και εκείνος που τον εξέτασε και, επιπλέον, να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η ακυρότητα από τη μη κλήτευσή του θεραπεύεται (Α.Π. 18/2021 Α.Π. 204/2017, Α.Π. 1461/2013, Α.Π. 481/2013)

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης ότι το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη ένορκη βεβαίωση, που ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέστηκε πρέπει να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του και η νόμιμη λήψη αυτού (αριθμός, όνομα εξετασθέντος μάρτυρα, νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου και ότι προσκομίστηκε στο δικαστήριο της ουσίας η έκθεση επίδοσης ή ότι παρέστη ο αντίδικος κατά την εξέταση του μάρτυρα ), να προσδιορίζεται το περιεχόμενο της και το παραδεκτό της προσαγωγής της στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο ισχυρισμός, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό αυτό μέσο προσκομίστηκε, καθώς και οι λόγοι, για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1679/2022, Α.Π. 176/2020, Α.Π. 1324/2011, Α.Π. 1077/2010, Α.Π. 1690/2010, Α.Π. 1551/2008).

Στην προκειμένη, με τον, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, τη με αριθμό ...-2022 ένορκη βεβαίωση του Γ.

Σ., Διευθυντή Πωλήσεων του τμήματος πωλήσεων, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Διάφα, που εξετάστηκε με επιμέλειά της και η οποία ελήφθη μετά από νομότυπη κλήτευση του αντιδίκου της, σύμφωνα με τη με αριθμό ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Π.

Θ. Ι., που προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις προτάσεις της, ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, εφόσον η αναιρεσείουσα παραθέτει μεν ολόκληρο το περιεχόμενο της ως άνω ένορκης βεβαίωσης, δηλαδή τα κατατεθέντα από τον ως άνω μάρτυρα, ενώπιον της Συμβολαιογράφου, περί των οποίων καταρτίστηκε η ένορκη αυτή βεβαίωση, δεν καθορίζει, ωστόσο, στο αναιρετήριο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ποίου ουσιώδους ισχυρισμού λήφθηκε αυτή, ώστε να κριθεί αν το αποδεικτικό αυτό μέσο είναι κρίσιμο, καθώς και τους λόγους, για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να αρκεί, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις της, η απλή επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 559 αριθμός 11 εδαφ.

γ' του ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στη δίκη και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-07-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 2295/243/03-08-2022 και του παρόντος Δικαστηρίου 1663/2022 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 1063/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ