Legislator Case Law & Legislation
1418/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on breach of contract damages, ruling lower court properly considered all evidence.

Case Number 1418/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding contract damages. The appellant argued the appellate court failed to consider specific property valuation reports and witness testimonies totaling 180,000 euros. The court rejected this claim, finding the appellate court explicitly acknowledged and weighed all submitted evidence, including the disputed documents, in its final ruling.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297-298 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Damages are limited to the loss directly caused by the breach, and an appeal is admissible only if a substantive legal rule was violated, which requires a clear error in applying the law to the facts.

Keywords

AI generated
breach of contract damages causal link requirement appeal admissibility substantive law violation evidence assessment property valuation court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 297-298 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 804/2015
Supreme Court 455/2014
Supreme Court 852/2019
Supreme Court 313/2011
Supreme Court 314/2011
Supreme Court 10/2011
Supreme Court 7/2006
Supreme Court 322/2011
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1418 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1418/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Δ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Μελέτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EUROBANK ERGASIAS Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τσιμπληνίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-4-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4310/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3122/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-6-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 297-298 ΑΚ ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα, η αποζημίωση δε αυτή περιλαμβάνει τόσο την μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), όσο και το διαφυγόν κέρδος. Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει, ότι δεν αποκαθίσταται όλη η ζημία που προβάλλει ο ζημιωθείς, αλλά μόνο αυτή που βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αιτιατού προς την υπαίτια παράβαση της σύμβασης, δηλαδή κατά την επικρατούσα στην ελληνική νομολογία και επιστήμη θεωρία της αιτιώδους συνάφειας, αποκαθίσταται εκείνη η ζημία, η οποία, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, η υπαίτια παράβαση κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν μόνη της ικανή και μπορεί κατ` αντικειμενική εκτίμηση να επιφέρει (βλ.

ΑΠ 804/2015, ΑΠ 455/2014). Από τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ προκύπτει, επίσης, ότι ο νομοθέτης επιλέγει τον κανόνα του συγκεκριμένου υπολογισμού της ζημίας, δηλαδή εκείνης της ζημίας, που επέρχεται στο ζημιωθέντα, ενόψει των συγκεκριμένων συνθηκών (ΑΠ 852/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 10/2011, 7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017).

Τέλος, διδάγματα της κοινής πείρας, είναι γενικές αρχές που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, της συμμετοχής στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει πλέον κοινό κτήμα. Κατά την έννοια αυτή, χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας και των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίστηκαν.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνον, όμως, αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, ενώ αντιθέτως ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) (ΑΠ 752/2017, ΑΠ 1552/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Με επίσπευση της Τράπεζας Πειραιώς ΑΕ, δυνάμει της υπ' αρ. ... έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή...

κατασχέθηκε αναγκαστικά ένα ακίνητο, ιδιοκτησίας του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) και συγκεκριμένα ένα οικόπεδο, εκτάσεως 127 τ.μ., μετά της επ' αυτού παλαιάς οικίας, επιφάνειας 80 τ.μ., που βρίσκεται στις ... επί της .... Η αξία του κατασχεθέντος ακινήτου εκτιμήθηκε κατά την κατάσχεσή του, στο ποσό των 40.000 ευρώ και ως τιμή πρώτης προσφοράς ορίσθηκε το ποσό των 20.000 ευρώ.

Ο πλειστηριασμός του ακινήτου, κατόπιν διαδοχικών αναβολών, ορίσθηκε στις 8.2.2006, πλην όμως δεν πραγματοποιήθηκε κατά την ημερομηνία αυτή, διότι ο ενάγων εξόφλησε την απαίτηση της επισπεύδουσας τράπεζας. Εν συνεχεία, η εναγομένη Τράπεζα, (ήδη αναιρεσίβλητη), έχοντας εις χείρας τρεις εκτελεστούς τίτλους κατά του ενάγοντος ήτοι τις υπ' αρ. 24903, 24892, 26079/2005 διαταγές πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών...

υποκαταστάθηκε στην ως άνω διαδικασία του πλειστηριασμού για το ποσό των 7.212,67 € πλέον τόκων για απαιτήσεις της για τις οποίες είχε τους ανωτέρους εκτελεστούς τίτλους (ως άνω διαταγές πληρωμής), και υπέβαλε σχετική δήλωση ενώπιον της επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, ...... η οποία συνέταξε την υπ' αρ. ...

δήλωση επίσπευσης πλειστηριασμού, με αποτέλεσμα η εναγομένη τράπεζα να συνεχίσει την ανωτέρω διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος του ενάγοντος, ορίζοντας ημερομηνία για τον νέο πλειστηριασμό την 4-7-07 και συντάχθηκε προς τούτο η υπ' αρ. 976/16-5-07 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας από δήλωση επίσπευσης αναγκαστικού πλειστηριασμού που δεν διενεργήθηκε, ......

πλην όμως ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε κατά την ανωτέρω ορισθείσα ημερομηνία (4-7-07) λόγω καταβολής μέρους της οφειλής εκ μέρους του ενάγοντος προς την εναγομένη και ρύθμιση αυτής. Ειδικότερα, επειδή ο ενάγων ήθελε να διατηρήσει την κυριότητα των ακινήτων του, προτιθέμενος να ρυθμίσει. την οφειλή του, όπως εν τέλει.

εξοφλήσει αυτή, κατήρτισε με την εναγόμενη το από 2-7-07 έγγραφο, το οποίο φέρει τίτλο "ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΑΙ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΧΡΕΟΥΣ" και έχει ως περιεχόμενο το εξής: "Ο υπογεγραμμένος Δ. Ν. του Ι., είμαι κάτοχος των κάτωθι προϊόντων:

1) Eurobank visa electon με αριθμό ... με σημερινή συνολική οφειλή 2.900,26 € για την οποία έχει εκδοθεί η με αριθμό ... διαταγή πληρωμής, 2) Mastercard με αριθμό ... με σημερινή συνολική οφειλή 3.604 € για την οποία έχει εκδοθεί η με αριθμό ... διαταγή πληρωμής, 3) Euroline με αριθμό ... με σημερινή συνολική οφειλή 660,01 €, για την οποία έχει εκδοθεί η με αριθμό ...

διαταγή πληρωμής και 4) Δάνειο με αριθμό λογαριασμού ... με σημερινή συνολική οφειλή 3.450 €, για το οποίο έχει εκδοθεί η με αριθμό ... διαταγή πληρωμής, δηλώνω ότι αναγνωρίζω αναντίρρητα και αποδέχομαι ανεπιφύλακτα την οφειλή μου από τα ως άνω προϊόντα προς την Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α.Ε που ανέρχεται συνολικά σήμερα στο ποσό των 13.184,61 €, συμπεριλαμβανομένων και των δικαστικών εξόδων.

Υπόσχομαι να καταβάλω το ποσό των 325 € προς την τράπεζα κάθε 30 εκάστου μήνα έως την ολοσχερή εξόφληση πλέον των συμβατικών τόκων υπερημερίας επί των παραπάνω οφειλών. Ειδικά ως προς την πρώτη δόση, έχει κατατεθεί στις 28-6-2007 το ποσό των 1.300 € στην κάρτα με αριθμό ... και θα κατατεθεί σήμερα 2-7-07 το ποσό των 200 €.

Λόγω της συμφωνηθείσας ρύθμισης η Τράπεζα θα αναστείλει τις δικαστικές ενέργειες και εφόσον τηρούνται οι μηνιαίες καταβολές η Τράπεζα θα προβαίνει σε αναβολές των πλειστηριασμών, των οποίων τα δικαστικά έξοδα θα επιβαρύνομαι έως την ολοσχερή εξόφληση. Σε περίπτωση μη καταβολής δύο δόσεων, τότε αυτοδίκαια και άνευ ετέρου, αποδέχομαι ότι γίνονται απαιτητές και ληξιπρόθεσμες όλες οι ως άνω καταβολές (δόσεις), και ότι θα ασκηθούν οι νομικές ενέργειες εναντίον μου".

Το ανωτέρω καταρτισθέν έγγραφο υπέγραψε τόσο ο ενάγων όσο και η εναγομένη δια των αρμοδίων οργάνων της και με βάση της ως άνω- έναντι της οφειλής του- μερική καταβολή εκ μέρους του ενάγοντος και την ρύθμιση της οφειλής του, ματαιώθηκε ο προαναφερόμενος ορισθείς για την 4-7-07 πλειστηριασμός. Πράγματι ο ενάγων, συμμορφούμενος στην από 2-7-2007 συμφωνία περί αναγνώρισης και υπόσχεσης χρέους, εκτός των 1.300 € που κατέθεσε στις 28-6-07 στην κάρτα με αριθμό ... (ήτοι πριν την υπογραφή της ανωτέρω συμφωνίας) κατέβαλε προς την εναγομένη την 2-7-07 (ημερομηνία υπογραφής της ανωτέρω συμφωνίας) ποσό 200 €, την 30-7-07 ποσό 325 €, την 28-8-07 ποσό 325, την 24-9-07 ποσό 245 €, την 1-10-07 ποσό 80 €, την 2-10-07 ποσό 325 €, την 3-12- 07 ποσό 325 €, την 27-12-07 ποσό 325 €, την 30-1-08 ποσό 325 €, την 29-2-08 ποσό 325 €.

ήτοι συνολικώς κατέβαλε στην εναγομένη από την υπογραφή του ανωτέρω συμφωνητικού και μέχρι 29/2/08 το συνολικό ποσό των 2.800 €, ενώ με βάση την ανωτέρω συμφωνία τους (που όριζε ότι υποχρεούται κάθε 30η εκάστου μήνα να καταβάλει 325 €) έπρεπε να έχει καταβάλει 2.600, ήτοι 8 μήνες (από τον Ιούλιο του 2007 που υπεγράφη η ανωτέρω συμφωνία έως τον Φεβρουάριο του 2008) χ 325 € κάθε μήνα.

Εν τω μεταξύ, και ενώ ο ενάγων κατέβαλε τις ανωτέρω δόσεις, με εντολή της εναγομένης, συντάχθηκε η υπ' αρ... επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας από δήλωση επίσπευσης αναγκαστικού πλειστηριασμού που δεν διενεργήθηκε,......... η οποία κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα στις 14-1-2008 και με την οποία ορίζεται νέα ημερομηνία πλειστηριασμού του ανωτέρω ακινήτου του ενάγοντος, η 5-3-2008.

Όταν κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα η ανωτέρω περίληψη, αυτός επικοινώνησε με τους αρμοδίους υπαλλήλους της εναγομένης (μεταξύ των οποίων και με την κα Ρ.), οι οποίοι τον διαβεβαίωσαν ότι αυτό έγινε σε εκτέλεση του συμφωνητικού και τον συμβούλευαν να συνεχίζει να καταβάλει τις δόσεις του εμπρόθεσμα για να αναβληθεί ο πλειστηριασμός.

Ο ενάγων πράγματι κατέβαλε έκτοτε δύο δόσεις στις 30-1-08 και στις 29-2-08, των 325 € εκάστη, πλην όμως ο πλειστηριασμός, καίτοι αυτός είχε καταβάλει μέχρι τότε στην εναγομένη - ως προελέχθη- το συνολικό ποσό των 2.800 € (αντί του ποσού των 2.600 € που όφειλε να έχει καταβάλει μέχρι τότε με βάση την ανωτέρω συμφωνία τους), δεν ματαιώθηκε όπως βασίμως ανέμενε ο ενάγων, αλλά διενεργήθηκε, ο δε ενάγων ενημερώθηκε προς τούτο από γνωστό του υπάλληλο της κοινότητας ...

στο κατάστημα της οποίας διενεργείτο ο πλειστηριασμός (ορισθείς τόπος πλειστηριασμού) και έσπευσε αμέσως στον τόπο του πλειστηριασμού, όπου είδε να εκπλειστηριάζεται το ακίνητό του στην τιμή της τελευταίας προσφοράς των 20.765 €. Η υπάλληλος του πλειστηριασμού, ως άνω συμ/φος συνέταξε για τον πλειστηριασμό αυτό την υπ' αρ. 54933/08 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου και την υπ' αρ. 55248/31-3-08 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου αξίας 20.765 €, αντικειμενικής αξίας από την Δ.Ο.Υ 37.502,14 €.

Δηλαδή εν προκειμένω, η εναγομένη Τράπεζα δια των αρμοδίων οργάνων της προέβη στη διενέργεια του ανωτέρω πλειστηριασμού κατά τρόπο αντισυμβατικό, αφού ο ενάγων είχε εκπληρώσει την ανειλημμένη δια του ανωτέρω συμφωνητικού υποχρέωσή του και είχε καταβάλει προς αυτήν τις δόσεις που είχε συμφωνηθεί, ήτοι αυτός είχε εκπληρώσει την παροχή του, ενώ η εναγομένη, καίτοι όφειλε - αφού ο ενάγων εκπλήρωσε την παροχή του- να ματαιώσει τον ανωτέρω πλειστηριασμό κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ τους, ήτοι όφειλε να παραλείψει τη διενέργειά του, εντούτοις αυτή κατά παράβαση των συμφωνηθέντων προέβη στη διενέργεια του ανωτέρω πλειστηριασμού από υπαιτιότητά της, με αποτέλεσμα ο ενάγων να υποστεί ζημία, συνισταμένη στην αξία του ακινήτου του που πλειστηριάσθηκε (άρθρα 382 σε συνδ.

με άρθρο 287, 297, 298 ΑΚ)...... Περαιτέρω απεδείχθη ότι ο ενάγων από την προαναφερόμενη αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης υπέστη ζημία, ίση με την αξία του πλειστηριασθέντος ακινήτου του, κατά το χρόνο του πλειστηριασμού (5-3-08), την κυριότητα του οποίου απώλεσε. Η αντικειμενική προσδιορισθείσα από τη ΔΟΥ αξία του ανωτέρω ακινήτου του κατά το χρόνο κατάσχεσής του, αλλά και του πλειστηριασμού του, ανήρχετο στο ποσό των 37.502,14 €.

Η πραγματική αξία του ανωτέρω ακινήτου κατά την κατάσχεσή του με την υπ' αρ. ... έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του δικαστικού επιμελητή........ εκτιμήθηκε απ' αυτόν στο ποσό των 40.000 €. Στο ποσό αυτό των 40.000 € ανήρχετο η πραγματική αξία του ανωτέρω ακινήτου και κατά τον χρόνο του πλειστηριασμού του (5-3-2008), καθ' όσον επρόκειτο για ένα οικόπεδο, ευρισκόμενο στις ..., στην ..., εκτάσεως μόνο 127 τ.μ μετά της επ' αυτού παλαιάς οικίας, ανεγερθείσης το έτος 1905, επιφάνειας 80 τ.μ και η πραγματική του αξία από το χρόνο κατάσχεσής του, μέχρι το χρόνο του πλειστηριασμού του, δεν είχε μεταβληθεί.

Συνεπώς η ζημία που υπέστη ο ενάγων από την προαναφερόμενη αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης και την συνεπεία αυτής απώλεια της κυριότητας του ανωτέρω ακινήτου του, ανέρχεται στο ποσόν της αξίας που είχε αυτό (ακίνητό του) κατά το χρόνο που πλειστηριάσθηκε, ήτοι στο ποσό των 40.000 €... Περαιτέρω απεδείχθη ότι κατόπιν της διενέργειας του ανωτέρω πλειστηριασμού, συνετάγη από την προαναφερομένη συμ/φο ο υπ' αρ. ... πίνακας κατάταξης δανειστών, από τον οποίο προκύπτει ότι, αφού από το εκπλειστηρίασμα αφαιρέθηκαν τα έξοδα πλειστηριασμού, οι αναγγελλόμενες απαιτήσεις (ήτοι της εναγομένης τράπεζας μόνο, ποσού 9.137 €), το εναπομείναν εκπλειστηρίασμα των 8.212 € περιήλθε στον οφειλέτη (ενάγοντα).

Συνεπώς, το ανωτέρω ποσό των 8.212 € από το πλειστηρίασμα που περιήλθε στον ενάγοντα, αποτελεί όφελος αυτού και πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση του κατά το ως άνω ποσό του οφέλους των 8212 € που αυτός αποκόμισε από τον πλειστηριασμό του ακινήτου του και δη το πλειστηρίασμα αυτού, γενομένου δεκτού του σχετικού προς τούτο ισχυρισμού της εναγομένης περί συνυπολογισμού οφέλους και ζημίας του ενάγοντος, ο οποίος αποτελεί ένσταση, την οποία προέβαλε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως και κατ' ουσίαν βάσιμου.

Ενόψει των ανωτέρω, η αποζημίωση που δικαιούται ο ενάγων από την ανωτέρω αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης ανέρχεται στο ποσό των 40.000 € - 8.212 € = 31.788 €, το οποίο πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα, γενομένης εν μέρει δεκτής της ενδίκου αγωγής της ερειδομένης στις διατάξεις των άρθρων 361,382,298 ΑΚ.

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του και τις σκέψεις που περιέχονται σ' αυτήν, δέχθηκε ότι η πραγματική αξία του πλειστηριασθέντος ακινήτου του ενάγοντος συνακόλουθα δε τούτου και η επελθούσα ζημία του ενάγοντα ανέρχεται στο ποσό των 180.000 € και αναγνώρισε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 180.000 €, απορρίπτοντας σιγή την ένσταση της εναγομένης περί συνυπολογισμού οφέλους και ζημίας του ενάγοντος, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και την ορθή εφαρμογή του νόμου και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο σχετικός προς τούτο (υπ' αρ. 6) λόγος της κρινόμενης έφεσης, ενώ ουδόλως έσφαλε (το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) με το να απορρίψει σιγή την ένσταση της εναγομένης περί συντρέχοντας πταίσματος του ενάγοντος, στην επέλευση και έκταση της ζημίας του και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν ο σχετικός προς τούτο (υπ'αρ. 7) λόγος της κρινόμενης έφεσης.".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε και κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την 4310/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δέχτηκε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσείοντος, αναγνωρίζοντας ότι η αναιρεσίβλητη τράπεζα υποχρεούται να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 31.788 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά και χωρίς να παραβιάσει τα διδάγματα της κοινής πείρας υπήγαγε τα γενόμενα απ' αυτό ανελέγκτως ως άνω πραγματικά περιστατικά στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφαση υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού, δεχόμενο, συγκεκριμένα, ότι η αξία του ακινήτου και άρα η επελθούσα ζημία του αναιρεσείοντος ανέρχεται στο ποσό των 40.000 ευρώ.

Περαιτέρω δε, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το κρίσιμο ζήτημα του ύψους της ζημίας του αναιρεσείοντος, προκύπτει, ότι αυτή, στο αποδεικτικό της πόρισμα, έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό της εφαρμοσθείσας ως άνω διάταξης, την οποία η εν λόγω απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, δεδομένου ότι, ειδικότερα, με σαφήνεια δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η πραγματική αξία του ένδικου ακινήτου, κατά το χρόνο του πλειστηριασμού, ανερχόταν στο ποσό των 40.000 ευρώ, στο οποίο, κατ' αρχήν, ανήλθε και το ύψος της ζημίας του αναιρεσείοντος από την παραπάνω αιτία, καταλήγοντας στο πόρισμά του αυτό, αφού συνεκτίμησε τα αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία η αντικειμενική αξία του ακινήτου ήταν 37.502,14 ευρώ, η δε πραγματική αυτού, κατά την έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του συντάξαντος αυτήν δικαστικού επιμελητή, ανερχόταν σε 40.000 ευρώ και λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι "πρόκειται για ένα οικόπεδο ευρισκόμενο στις ..., οδός ..., εκτάσεως μόνο 127 τ.μ., μετά της επ' αυτού παλαιάς οικίας, ανεγερθείσης το έτος 1905, επιφάνειας 80 τ.μ," στο ποσό των 40.000 ευρώ".

Επομένως, οι πρώτος και τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στον ανωτέρω κανόνα δικαίου και ότι προέβη στον αντικειμενικό και όχι πραγματικό υπολογισμό της αξίας του ακινήτου του, χρησιμοποιώντας για την εξαγωγή του συμπεράσματός του μόνο την αντικειμενική αξία που προσδιορίζεται από την αρμόδια ΔΟΥ και την δήθεν εμπορική αξία που αναφέρει ο δικαστικός επιμελητής στην έκθεση κατάσχεσης, είναι αβάσιμοι.

Οι ίδιοι ως άνω λόγοι, ως προς τις επί πλέον αιτιάσεις του αναιρείοντος είναι απαράδεκτοι, διότι με πρόσχημα την επίκληση των ανωτέρω πλημμελειών, στην πραγματικότητα πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης.

Σύμφωνα με τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γένεση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 50/2020, 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019,).

Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τον βασικό ισχυρισμό του ότι η πραγματική ζημία του ανήλθε στην πραγματική εμπορική αξία του απωλεσθέντος ακινήτου του, ήτοι στο ποσό των 180.000 ευρώ, την οποία, μάλιστα, απέδειξε με τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε τόσο πρωτοδίκως όσο και στην κατ' έφεση δίκη.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο κατά τον υπολογισμό του ύψους της ζημίας που υπέστη ο αναιρεσείων από την αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, υπολόγισε την πραγματική εμπορική αξία του εν λόγω ακινήτου και όχι την αντικειμενική που εσφαλμένα διατείνεται ο αναιρεσείων.

Ανεξαρτήτως αυτού, το Εφετείο, κατά την εξαγωγή της κρίσης περί της αξίας του ακινήτου, την οποία προσδιόρισε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, στο ποσό των 40.000 ευρώ, έλαβε υπόψη και τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που υπολογίζει την εμπορική αξία στο ποσό των 180.000 ευρώ και, συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009).

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 271/2021, ΑΠ 128/2014, ΑΠ 322/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα: α) την από 18.5.2008 εκτίμηση ακινήτου του μεσίτη αστικών συμβάσεων Κ.

Π. και β) την από 18.5.2008 εκτίμηση του μεσίτη αστικών συμβάσεων Σ. Ρ., με τις οποίες εκτιμάται η αξία του επίδικου ακινήτου στο ποσό των 180.000 ευρώ, καθώς, επίσης, και τις 313/2011 και 314/2011 ένορκες καταθέσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκη Μαραθώνα των μαρτύρων Χ. Π. και Ι. Δ., αντίστοιχα, στις οποίες οι ανωτέρω μάρτυρες καταθέτουν ότι η αξία του ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 180.000 ευρώ.

Τα έγγραφα δε αυτά ο αναιρεσείων, νόμιμα, είχε προσκομίσει και επικαλεστεί, με τις έγγραφες προτάσεις του τόσο πρωτοδίκως όσο και στη δευτεροβάθμια δίκη, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του περί της αξίας του ακινήτου, που απώλεσε. Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή, διαβεβαίωση: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης αυτού, από τις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα) υπ' αρ. 313 και 314/18.5.2011 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Χ.

Π. και Ι. Δ. αντιστοίχως, ληφθείσες ενώπιον της Ειρηνοδίκου Μαραθώνος Αττικής, κατόπιν νομίμου και εμπροθέσμου κλητεύσεως της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης)...., από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, πλην της από Δεκεμβρίου 2015 έκθεσης εκτίμησης εμπορικής αξίας ακινήτου της εκτιμήτριας Ά.

Π. την οποία προσκομίζει το πρώτον η εναγομένη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η οποία είναι απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη....", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της (προσβαλλομένης), καθίσταται, χωρίς αμφιβολία, βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, όλα τα προαναφερθέντα και δεν τα αγνόησε, λαμβανομένου, επιπλέον, υπόψη ότι γίνεται ειδική μνεία των νομίμως και εμπροθέσμως ληφθεισών ανωτέρω αναφερόμενων ένορκων βεβαιώσεων.

Επομένως, ο κατά το οικείο σκέλος του δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.6.2019 αίτηση του Ν. Δ. για αναίρεση της 3122/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων και επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ