Legislator Case Law & Legislation
1418/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis, citing insufficient reasoning and factual distortion claims.

Case Number 1418/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Patras Court of Appeal. The appellant argued that the lower court distorted a payment receipt to deny the existence of a shell company, but the court found this to be a mere dispute over factual evaluation. Since the appellate court correctly interpreted the document alongside other evidence, the error did not stem from a lack of reasoning or legal basis required for an appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19), 561, 577(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the decision lacks legal basis due to insufficient or contradictory reasoning, but is not admissible when the error concerns the evaluation of facts or the interpretation of evidence which falls outside appellate review.

Keywords

AI generated
appeal admissibility insufficient reasoning factual evaluation distortion of evidence Code of Civil Procedure legal basis appellate review scope

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Plenary 2/2008
Supreme Court 438/2018
Supreme Court 161/2017
Supreme Court 49/2015
Supreme Court 1047/2014
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1418 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1418/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Γούναρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Τ. χήρας Ν. Α., 2) Π. Α. του Ν., 3) Γ. Α. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Παναγιωτόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/12/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 520/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 225/2012 μη οριστική και 366/2015 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/9/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 19-9-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 336/2015 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 225/2012 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 8-10-2008 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 520/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που είχε απορρίψει την από 5-11-2005 αγωγή του για διανομή κερδών από αφανή εταιρεία κατά των αναιρεσίβλητων ως αόριστη, είχε εξαφανισθεί η τελευταία απόφαση και διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης και η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων στο ακροατήριο, δικάστηκε η άνω αγωγή και απορρίφθηκε ως αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ή και όταν το αποδεικτικό πόρισμα δεν διατυπώνεται με βεβαιότητα αλλά ενδοιαστικά (ανεπαρκής αιτιολογία), καθώς και όταν τα εκτιθέμενα αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 426/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο σε σχέση με την αγωγή του αναιρεσείοντος δέχτηκε τα ακόλουθα: " Ο ενάγων είναι μηχανολόγος - μηχανικός, τεχνολογικής εκπαίδευσης, (Τ.Ε) εργολήπτης δημοσίων έργων (Ε.Δ.Ε), δραστηριοποιούμενος από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 περίπου στην ανάληψη και κατασκευή δημοσίων και ιδιωτικών έργων.

Η πρώτη εναγομένη, είναι πολιτικός μηχανικός Τ.Ε., δραστηριοποιούμενη από το έτος 1984 στην ανάληψη και κατασκευή δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο Νομό ....και τους όμορους νομούς και μέχρι το έτος 2004, ασκούσε τη δραστηριότητα αυτή με τον αποβιώσαντα στις 23.4.2004 σύζυγο της Ν. Α., πολιτικό μηχανικό, εργολήπτη δημοσίων έργων, με τον οποίο διατηρούσε κοινό τεχνικό γραφείο στην ....., επί της οδού ..., τυγχάνουν δε αυτή και τα τέκνα τους, ο δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του.

Η πρώτη εναγομένη και ο σύζυγος της αναλάμβαναν την εκτέλεση πληθώρας δημοσίων τεχνικών έργων, ενεργώντας είτε με σύσταση κοινοπραξιών είτε ατομικά, προσφέροντας την προσωπική τους εργασία, με συνέπεια επί είκοσι έτη να έχουν αποκτήσει πολύ καλή φήμη στον χώρο τους. Στο πλαίσιο λειτουργίας του τεχνικού γραφείου τους συνεργάζονταν, με την μορφή κοινοπραξίας με τους Δ.

Β., Διπλωματούχο Ηλεκτρολόγο Μηχανικό και Κ. Μ., διπλωματούχο Μηχανολόγο Μηχανικό, με τους οποίους συμμετείχαν στους διαγωνισμούς. Η κατάρτιση των κοινοπραξιών ήταν έγγραφη και τύγχανε της έγκρισης των εκάστοτε κυρίων των έργων. Κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2001 και 2002, το τεχνικό γραφείο των ως άνω, ανέλαβε την εκτέλεση των παρακάτω έργων, υπό την μορφή κοινοπραξίας, με τους ανωτέρω συνεργάτες τους και ειδικότερα: 1) Η κοινοπραξία "...", στην οποία συμμετείχαν οι Ν.

Α. και Δ. Β. , με ποσοστό 95% και 5% αντιστοίχως, ως ανάδοχος, ανέλαβε την εκτέλεση του έργου του Δημοτικού Σχολείου ... και κατήρτισε με την Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ..., την από 24.11.2000 σύμβαση, δυνάμει της οποίας εκτέλεσε το έργο αυτό, που περαιώθηκε στις 31.8.2002 και παραλήφθηκε οριστικά στις 22.3.2004, με...

διανεμόμενα κέρδη 48.029,61 ευρώ για τον Ν. Α. και 2.527,87 ευρώ για τον Δ. Β.. Η κοινοπραξία αυτή λύθηκε στις 9.12.2004, 2) Η κοινοπραξία με την επωνυμία "...", στην οποία συμμετείχαν οι Ν. Α. και Δ. Β., με ποσοστό 95% και 5% αντιστοίχως, ως ανάδοχος, ανέλαβε την εκτέλεση του έργου του Δημοτικού Σχολείου ... και κατήρτισε με την Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ..., την από 7.3.2001 σύμβαση, δυνάμει της οποίας εκτέλεσε το έργο αυτό , που περαιώθηκε στις 28.2.2002 και παραλήφθηκε οριστικά στις 26.3.2004, με...διανεμόμενα κέρδη 35.293,45 ευρώ για τον Ν.

Α. και 1.857,55 ευρώ για τον Δ. Β.. Η κοινοπραξία αυτή λύθηκε στις 17.1.2005, 3) Η κοινοπραξία με την επωνυμία "...", στην οποία συμμετείχαν οι Χ. Τ. και ο Κ. Μ., με ποσοστό 95% και 5% αντιστοίχως, ως ανάδοχος, ανέλαβε την εκτέλεση του έργου "33° ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ...." και υπέγραψε με τον φορέα του έργου την από 7.5.2001 σύμβαση , δυνάμει της οποίας εκτέλεσε το έργο αυτό, που περαιώθηκε στις 10.9.2002 και παραλήφθηκε οριστικά στις 9.6.2005, με...διανεμόμενα κέρδη 20.659,43 ευρώ για την Χ.

Τ. και 1.087,34 ευρώ για τον Κ. Μ.. Η κοινοπραξία αυτή λύθηκε στις 2.3.2006, 4) Η κοινοπραξία με την επωνυμία "...", στην οποία συμμετείχαν οι Χ. Τ. και ο Κ. Μ., με ποσοστό 95% και 5% αντιστοίχως, ως ανάδοχος, ανέλαβε την εκτέλεση του έργου "Πρόσθετες εργασίες Ε.Π.Λ .... και υπέγραψε με τον φορέα του έργου την από 7.1.2002 σύμβαση, δυνάμει της οποίας εκτέλεσε το έργο αυτό, που περαιώθηκε στις 26.6.2002 και παραλήφθηκε οριστικά στις 18.6.2004, με...διανεμόμενα κέρδη 35.418,42 ευρώ για την Χ.

Τ. και 1.864,13 ευρώ για τον Κ. Μ.. Η κοινοπραξία αυτή λύθηκε στις 5.7.2006, 5) Η κοινοπραξία με την επωνυμία "...", στην οποία συμμετείχαν οι Χ. Τ. και ο Δ. Β., με ποσοστό 95% και 5% αντιστοίχως, ως ανάδοχος, ανέλαβε την εκτέλεση των έργων "Κατασκευή Πολυκέντρου ..." και πρόσθετες εργασίες για αλλαγή χρήσης, που υπέγραψε με τον φορέα του έργου Α.Δ.Ε.Π, τις από 8.1.1998 και 18.5.2001 συμβάσεις αντιστοίχως, δυνάμει των οποίων εκτέλεσε τα έργα αυτά , που περαιώθηκαν στις 30.11.2001 και παραλήφθηκαν οριστικά στις 24.12.2001, με αρνητικά αποτελέσματα 5.417,21 ευρώ, ποσού 5.146,25 ευρώ για την Χ.

Τ. και 270,86 ευρώ για τον Δ. Β.. Η κοινοπραξία αυτή λύθηκε στις 2.3.2006 και 6) Κατόπιν της από 5.4.2001 δημοπρασίας και δυνάμει της από 16.5.2001 σύμβασης ο Κ. Μ. ανέλαβε ως ανάδοχος το έργο " Εργασίες αύλειων χώρων του 7ου Λυκείου και 24ου Δημοτικού Σχολείου ...", αλλά λόγω της απόστασης της έδρας του στην .... για την εκτέλεση ενήργησε ως πληρεξούσιος του, η πρώτη εναγομένη και το έργο περαιώθηκε στις 24.4.2002.

Ο ενάγων, ισχυρίστηκε ότι κατά το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2000, κατόπιν άτυπης συμφωνίας του με την πρώτη εναγομένη Χ. Τ. και τον Ν. Α., ως νομίμους εκπροσώπους και κοινοπρακτικά μέλη των ως άνω κοινοπραξιών, με την επωνυμία "..." και "Χ...", στις οποίες συμμετείχαν στην πρώτη εξ αυτών, ο Ν. Α., στις δε λοιπές η πρώτη εναγόμενη, με ποσοστό 97% επί των κερδών και τα έτερα μέλη των κοινοπραξιών αυτών Κ.

Μ. και Δ. Β., οι τελευταίοι αμειβόμενοι με ποσοστό 3% επί του συνολικού εργολαβικού ανταλλάγματος, που αναλογούσε στις ηλεκτρομηχανολογικές εργασίες, εισφέροντας παράλληλα το πτυχίο του μηχανολόγου, που κατείχαν και απαιτείτο με βάση τον τότε ισχύοντα νόμο περί εκτέλεσης δημοσίων έργων, ως τυπικό προσόν - προϋπόθεση συμμετοχής σε διαγωνισμούς ανάθεσης δημοσίων έργων, συνέστησαν αφανείς εταιρείες, με αφανή εταίρο τον ίδιο και εμφανείς εταίρους τις προαναφερόμενες κοινοπραξίες, που δεν είχαν τηρήσει τις διατυπώσεις δημοσιότητας και είχαν αναλάβει, κατόπιν δημοπρασιών, ως ανάδοχοι, την εκτέλεση των αναφερόμενων...ως άνω πέντε τεχνικών έργων, ήτοι των "Δημοτικό Σχολείο - Νηπιαγωγείο ...", "Προσθήκη αιθουσών στο Δημοτικό Σχολείο ...", "33° Δημοτικό Σχολείο ...", "Πρόσθετες εργασίες Ε.Π.Λ. ...", "Κατασκευή Πολυκέντρου ΑΔΕΠ", με κυρίους αυτών τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ... , ...και την ΑΔΕΠ αντίστοιχα, με σκοπό, των αφανών εταιρειών, την από κοινού ανάληψη της εκτέλεσης των έργων αυτών, ομοίως δε ότι συστήθηκε, αφανής εταιρεία, με αφανή εταίρο τον ίδιο και εμφανή εταίρο την πρώτη εναγόμενη, με σκοπό την εκτέλεση από την εταιρεία αυτή του τεχνικού έργου "Εργασίες αύλειου χώρου 7ου Λυκείου και 24ου Δημοτικού Σχολείου" της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ....

με ανάδοχο τον Κ. Μ., που φαινομενικά ανέλαβε το έργο, το οποίο εκτέλεσε η εταιρεία, με ποσοστό συμμετοχής του, ως αφανούς εταίρου επί των καθαρών κερδών των αφανών αυτών εταιρειών 26% για τη συσταθείσα με την κοινοπραξία "... ." και 18% για κάθε μία των λοιπών, των δε εμφανών εταίρων κοινοπραξιών και Χ. Τ. στη μία εξ αυτών, 74% και 82% αντίστοιχα.

Προς τούτο, μετά το θάνατο του Ν. Α., απηύθυνε προς την πρώτη εναγόμενη την από 16.2.2005 εξώδικη δήλωση του, που κοινοποιήθηκε σ' αυτήν την 21.2.2005 και με την οποία της δήλωνε ότι αξίωνε την πληρωμή των οφειλομένων από τους μεταξύ τους εκκρεμείς λογαριασμούς, διότι, ενώ το συνολικό εργολαβικό αντάλλαγμα για τα έργα αυτά έχει ήδη καταβληθεί από τους κυρίους των έργων, δεν του είχε ακόμη αποδοθεί το αναλογούν στην εταιρική του μερίδα ποσοστό συμμετοχής του στα καθαρά κέρδη.

Στη συνέχεια άσκησε κατά των εναγομένων την ένδικη, από 5.12.2005 αγωγή του, προς απόδοση σ' αυτόν της αναλογίας του επί των κερδών, που προήλθαν από τη λειτουργία των αφανών εταιρειών, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 110.404,78 ευρώ, από την εκτέλεση των αναφερομένων των ως άνω έργων, που εκτέλεσαν οι αφανείς εταιρείες, στις οποίες συμμετείχαν οι κοινοπραξίες, με κοινοπρακτικό μέλος την πρώτη εναγόμενη, καθώς και η ίδια, ευθυνόμενη σε ποσοστό 2/8 και ο καθένας από τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων σε ποσοστά 3/8, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος κοινοπρακτικού μέλους Ν.

Α. για την απόδοση σ' αυτόν ποσού τα 129.548,35 ευρώ , αντίστοιχο στο ποσοστό της αναλογίας του επί των κερδών από την εκτέλεση των αναφερόμενων ...έργων, που εκτέλεσαν οι αφανείς εταιρείες, στις οποίες συμμετείχε ως κοινοπρακτικό μέλος ο ως άνω Ν. Α.... Περαιτέρω, δέχτηκε το εφετείο, ότι ο ενάγων, ο οποίος αναλάμβανε μικρότερα έργα, έχοντας διακόψει προς το τέλος του έτους 2000 τη συνεργασία του με τον εργολήπτη δημοσίων έργων, Α.

Φ., ενόψει της καλής πορείας του τεχνικού γραφείου της πρώτης εναγομένης και του συζύγου της, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους (2000), ζήτησε από την πρώτη εναγομένη να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ... για το έργο " Δημοτικό Σχολείο-Νηπιαγωγείο ...

και προς τούτο συνέστησαν την κοινοπραξία " ...", πλην όμως ανάδοχος στο έργο αυτό αναδείχθηκε η κοινοπραξία " ...", που ανέλαβε την εκτέλεση του έργου...Στη συνέχεια ο ενάγων ζήτησε από το Ν. Α. να εγκατασταθεί στο γραφείο του, γεγονός που συνέβη περί το Μάρτιο του 2001 και παρέμεινε στεγαζόμενος εκεί μέχρι την αποχώρησή του το Νοέμβριο του έτους 2002.

Η εγκατάστασή του έγινε στο πλαίσιο εξυπηρέτησης των επαγγελματικών συμφερόντων του τεχνικού γραφείου της πρώτης εναγομένης και του συζύγου της, συνισταμένη στην προσφορά ορισμένων υπηρεσιών εκ μέρους του ενάγοντος στα εκτελούμενα από τις κοινοπραξίες, στις οποίες συμμετείχε ο Ν. Α. και η πρώτη εναγομένη, δημόσια έργα, αρχικά επ' αφορμή εκείνων που εκτελούνταν εκτός Νομού ..., στο ....

και .... ... και στη συνέχεια αυτών εντός της πόλης των ......Ειδικότερα, στα έργα του Νομού ..., ο ενάγων μερικές φορές είχε μεταβεί ως επιβλέπων των ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών και στεγαζόμενος στο τεχνικό γραφείο των μελών των κοινοπραξιών Ν. Α. και Χ. Τ., επιμελείτο της αποστολής και λήψης FAX από και προς εταιρείες για προσφορές ηλεκτρομηχανολογικών ειδών, αλλά και άλλων οικοδομικών υλικών (ειδών υγιεινής, σωλήνων κλπ) για την προμήθεια των ειδών αυτών και σε μερικές περιπτώσεις είχε παραλάβει πράγματα, ενώ στα αντίστοιχα έργα των ...

υπέβαλε στις 25-4-2002 την αίτηση του 33ου Δημοτικού Σχολείου με την υπογραφή του προς την ΔΕΥΑ ...., για τη σύνδεση υπονόμου του 33ου Δημοτικού Σχολείου και στις 28-8-2002 προς τον ΟΤΕ για την τοποθέτηση καλωδίου εισαγωγής...Με την 1.480/10.8.2001 γνωστοποίηση προς το Υπουργείο Εργασίας η πρώτη των εναγομένων, ως ανάδοχος του έργου του "33ου Δημοτικού Σχολείου ...", ενόψει υποβολής φακέλλου ΦΑΥ και ΣΑΥ, τον ανέγραψε ως συντονιστή για θέματα ασφάλειας και υγείας κατά την εκτέλεση του έργου, χωρίς, ωστόσο να εγκριθεί από τον φορέα του έργου, ενώ δεν προέκυψε, κατά την αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας, ο επίσημος διορισμός του ως εκπροσώπου ή μηχανικού επί τόπου του έργου για τις εργολαβίες των έργων του "33ου Δημοτικού Σχολείου" (οικοδομικές και Η/Μ εγκαταστάσεις) και "Πρόσθετες εργασίες στο ενιαίο Πολυκλαδικό Λύκειο ...", ούτε με συμβολαιογραφική πράξη ούτε με δήλωση της αναδόχου κοινοπραξίας, όπως αναφέρεται στο Η871/15.1.2007 έγγραφο τις εν λόγω υπηρεσίας, που δόθηκε σε απάντηση σχετικής αίτησης του ενάγοντος...Επίσης, σύμφωνα με το 4017/1399/21. 2.2007 έγγραφο του Δήμου ...., ο ενάγων συνεργάστηκε με τις υπηρεσίες του για λογαριασμό της κοινοπραξίας "..." στο "Πολυκέντρο ΑΔΕΠ" στο οποίο είχε ασχοληθεί με την εγκατάσταση του συστήματος πυρανίχνευσης και για αυτό κλήθηκε το έτος 2007 για να αναλάβει το σχετικό έλεγχο και την επισκευή του.

Την 1.6.2001 ο ενάγων ανέλαβε από τον τραπεζικό του λογαριασμό το ποσόν των 2.600.000 δρχ., που παρέδωσε στο Ν. Α., ο οποίος συνέταξε την από 13.12.2001 απόδειξη πληρωμής, υπογεγραμμένη από αυτόν και τον ενάγοντα στις οικείες θέσεις "πλήρωσε" και "έλαβε", με εκδότη την κοινοπραξία "...." , σύμφωνα με την οποία αποδόθηκε στον ενάγοντα το ποσόν των 2.600.000 δρχ.

με την αιτιολογία ως "επιστροφή αρχικού κεφαλαίου που είχε δώσει". Επίσης στις 14.11.2001 ο Ν. Α., ο οποίος δυνάμει του από 23.1.1995 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, που είχε συνάψει με την εκμισθώτρια Α. Κ., ήταν μισθωτής του επαγγελματικού χώρου επί της οδού ..., τον οποίο έκτοτε χρησιμοποιούσε με την πρώτη εναγόμενη ως επαγγελματική στέγη, όπως και οι κοινοπραξίες που συστήνονταν για τα αντίστοιχα δημόσια έργα, υπέβαλε στην Β' Δ.Ο.Υ ...

την από 14.11.2001 υπεύθυνη δήλωσή του, με την οποία δήλωσε ότι ως μισθωτής χρήσης του ως άνω επαγγελματικού χώρου, (διαμερίσματος εμβαδού 104 τ.μ , 3ου ορόφου) επέτρεπε στον ενάγοντα, με τον οποίο μελλοντικά θα συστήσει κοινοπραξία ή εταιρεία, να το χρησιμοποιεί ως έδρα της επαγγελματικής του δραστηριότητας.

Άλλες, εργασίες, εκτός από τις παραπάνω, δεν αποδείχθηκε ότι εκτέλεσε ο ενάγων. Κατά το χρόνο πάντως της στέγασής του στο τεχνικό γραφείο συνέχιζε τις εργασίες σε δικά του έργα και προέβαινε σε συναλλαγές με τους προμηθευτές του γραφείου εξυπηρετώντας και τα έργα αυτά. Τα προαναφερόμενα δημόσια τεχνικά έργα αναλήφθησαν και εκτελέστηκαν από τις ανάδοχες κοινοπραξίες διαδοχικά από 24.11.2000 έως 31.8.2002 (δημοπρασία 20.11.2000), 7.3.2001 έως 28.2.2002, 7.5.2001 έως 10.9.2002 (δημοπρασία 21.3.2001), 7.1.2002 έως 26.6.2002 (δημοπρασία 24.10. 2001), 18.5.2001 και προηγουμένως από 8.1.1998 για την Α.Δ.Ε.Π έως 30.11.2001 και από τη Χ.

Τ. ως εκπρόσωπο του Κ. Μ. από 16.5.2001 έως 24.4.2002. Δεν αποδείχθηκε, όμως, ότι στο πλαίσιο ανάληψης και εκτέλεσης των παραπάνω έργων καταρτίσθηκαν οι επίδικες αφανείς εταιρείες για κάθε ένα από τα έργα αυτά, μεταξύ του ενάγοντος, ως αφανούς εταίρου και κάθε κοινοπραξίας, που αναλάμβανε την εκτέλεση κάθε έργου ως εμφανούς και επιπλέον μεταξύ του ενάγοντος ως αφανούς και της Χ.

Τ., ως εμφανούς, για το έργο που εκτέλεσε αυτή ως αντιπρόσωπος του Κ. Μ.. Τέτοια περιστατικά κατάρτισης αφανών εταιρειών δεν προσεπιβεβαιώνονται από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα ως προς τον τόπο και χρόνο σύναψης της κάθε εταιρικής συμφωνίας, το κεφάλαιο αυτής, το ποσοστό συμμετοχής ενός εκάστου στην αφανή εταιρεία, την παροχή υπηρεσιών κάθε μέλους της, την τυχόν υποχρέωση παροχής εργασίας κάθε μέρους αυτής και των μελών των κοινοπραξιών, τον τρόπο καταμερισμού των δαπανών και διανομής των κερδών.

Από πλευράς του ενάγοντος ούτε ο μάρτυρας απόδειξης, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ούτε οι ενόρκως βεβαιούντες είναι σε θέση να καταθέσουν, μετά λόγου γνώσεως για την κατάρτιση των επίδικων αφανών εταιρειών και ειδικότερα ο πρώτος από αυτούς, τεχνίτης αλουμινίου, που διατηρεί φιλική σχέση με αυτόν και εργάστηκε σε έργα , όπως εκείνο του 33ου Δημοτικού Σχολείου, στο οποίο ο ίδιος συμφώνησε με τον Ν.

Α. για την υπεργολαβία που ανέλαβε και όχι με τον ενάγοντα και αγνοεί ο,τιδήποτε αφορά στην οικονομική σχέση του ενάγοντος με τις κοινοπραξίες, εντελώς αόριστα, συμπερασματικά και αναιτιολόγητα καταθέτει για την σύσταση εταιρείας και για τα ποσοστά συμμετοχής του ενάγοντος σ' αυτήν. Από τους ενόρκως βεβαιούντες, η σύζυγος του ενάγοντος Τ.

Τ., διηγηματικά αναφέρει για την σύσταση αφανούς εταιρείας, αλλά και για την προοπτική σύστασης εταιρείας στο κανονιστικό πλαίσιο του πρόσφατου τότε νόμου για τα δημόσια έργα, η οποία δεν ευοδώθηκε, και για την κατάθεση και επιστροφή του ποσού των 2.600.000 δρχ., ο Χ. Π., δημόσιος υπάλληλος, επιβλέπων στο έργο των σχολείων του Νομού ..., καταθέτει μεν ότι ο Ν.

Α. του συνέστησε τον ενάγοντα ως υπεύθυνο από πλευράς αναδόχου, αλλά αποστασιοποιείται αναφορικά με την επικαλούμενη σχέση του με τις αναδόχους κοινοπραξίες, την οποία αναζητά σε τυχόν υπαλληλική σχέση ή σχέση εκχώρησης και ο Γ. Ν., οικοδόμος ως εργαζόμενος στα έργα, καταθέτει γενικά για συνεταιριστική σχέση του ενάγοντος με το τεχνικό γραφείο που στεγαζόταν.

Απεναντίας από πλευράς των εναγομένων, ο μάρτυρας ανταπόδειξης, κοινοπρακτικό μέλος της μίας κοινοπραξίας, κατηγορηματικά αποκλείει το γεγονός της σύστασης αφανούς εταιρείας και λογικά καταθέτει ότι οπωσδήποτε αυτός θα γνώριζε το γεγονός, τουλάχιστον όσον αφορά τις κοινοπραξίες που ο ίδιος συμμετείχε, αφού η τυχόν συμμετοχή άλλης εταιρείας στα έργα θα επηρέαζε την ευθύνη του, ως κοινοπρακτικού μέλους σε περίπτωση δυσμενούς εξέλιξης, ενώ από τους ενόρκως βεβαιούντες ο Π.

Σ., λογιστής του γραφείου, μετά λόγου γνώσεως βεβαιώνει, ότι ο ενάγων δεν μετείχε σε συζητήσεις που αφορούσαν την οικονομική πορεία των έργων, ο Α. Σ., εργολήπτης, αξιολογεί ως ανέφικτη τη σύσταση αφανούς εταιρείας, με τα οικονομικά απόδοσης κερδών των επίδικων εταιρειών, ως προς τον υπερβολικό υπολογισμό του εργολαβικού κέρδους, ενώ ο Γ.

Κ., Πολιτικός Μηχανικός και συνεργάτης του τεχνικού γραφείου από τον Ιούνιο του 2003, ο οποίος μετά την αιφνίδια ασθένεια του Ν. Α., κατά τον ίδιο μήνα, που τον οδήγησε στον θάνατο δέκα μήνες μετά, είχε ουσιαστική συμμετοχή στις υποθέσεις του γραφείου, επισημαίνει την έλλειψη οποιουδήποτε εγγράφου δηλωτικού της προγενέστερης σύστασης αφανών εταιρειών.

Ο ενάγων, παρέχοντας διασαφήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου τοποθετεί τη σύσταση των αφανών εταιρειών όχι κατά τον Δεκέμβριο του 2000, που εκθέτει στην αγωγή του, αλλά σε χρόνο προ της συμμετοχής στις εκάστοτε δημοπρασίες, από τις οποίες, όμως, η πρώτη έλαβε χώρα τον Νοέμβριο του έτους 2000 και οι λοιπές διαδοχικά στη συνέχεια, ενώ δεν προκύπτει από οποιοδήποτε των αποδεικτικών μέσων, τέτοιος χρόνος σύστασης καθώς και συμφωνία με όλα τα κοινοπρακτικά μέλη, που επίσης αναφέρει ενάγων.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός αποκρούεται από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης ως ανακριβής. Όσον αφορά δε τις διευκρινήσεις του ενάγοντος για το γεγονός της επιστροφής σ' αυτόν στις 13.12.2001 του ποσού των 2.600.000 δρχ. από τον Ν. Α., ως μερική διανομή κερδών ήδη αντιφάσκει με την αγωγή του, στην οποία την χαρακτηρίζει ως επιστροφή εισφοράς, πράγμα που δεν θα μπορούσε να συμβεί διαρκούσης της εταιρείας, εφόσον η τυχόν συσταθείσα αφανής εταιρεία για το πρώτο έργο του Δημοτικού Σχολείου ..., όπως και καμία άλλη, σε συνάρτηση με το χρόνο λύσης των κοινοπραξιών, δεν θα είχε τότε λυθεί, αφού αναμενόταν η ολοκλήρωση των έργων και η εξόφληση των λογαριασμών τους αλλά και αναιρούνται από την προαναφερόμενη απόδειξη, από την οποία διαφαίνεται ότι αφορά μελλοντική κατάρτιση εταιρείας, όπως και η έγγραφη παραχώρηση της χρήσης, για φορολογική τακτοποίηση.

Ωστόσο, η σύσταση εταιρείας δεν ευοδώθηκε και προς τούτο έγινε η επιστροφή του χρηματικού ποσού. Ακόμη ο ενάγων αναφέρει ότι εκδιώχθηκε από το τεχνικό γραφείο, περί τον Οκτώβριο με Νοέμβριο του έτους 2002, όταν συστήθηκε η εταιρεία "... ΑΤΕ", πράγμα που έρχεται σε αντίθεση με την βεβαίωση της συζύγου του ότι λανθασμένα δεν πρόβαλλε τις απαιτήσεις του στις αρχές του 2003 ούτε έπραξε αυτό έστω μέχρι τον Ιούνιο του 2003 τουλάχιστον, οπότε ασθένησε ο Ν.

Α., διότι ενόψει τέτοιας απομάκρυνσής του προφανώς θα αναζητούσε τυχόν οφειλόμενα, λόγω της διακοπής τη συνεργασίας τους χωρίς εύλογη αίτια. Ακόμη ο ισχυρισμός για σύσταση των επίμαχων αφανών εταιρειών δεν ενισχύεται από το γεγονός ότι μεταξύ των κατασκευαστών - εργοληπτών του Νομού ... , είχαν αναζητηθεί από το έτος 1998 εναλλακτικές λύσεις για την σύσταση ομάδας συνεργασίας μεταξύ τους, προς αντιμετώπιση του επιβαλλόμενου μαθηματικού τύπου για τα δημόσια έργα ούτε και από την τυχόν κατάρτιση άτυπης συμφωνίας μεταξύ της πρώτης εναγόμενης και άλλων συναδέλφων της, για διαφορετικό έργο του έτους 1998 "Προσθήκη - Επισκευή Δημοτικού Σχολείου ....." που είχε κατακυρωθεί σε κοινοπραξία, την οποία είχε συστήσει ο ενάγων με τον Θ.

Β. και ατύπως εκχωρήθηκε σε κοινοπραξία που συνέστησε η ίδια με τους Δ. Κ. και Θ. Β.. Περαιτέρω, προέκυψε ότι ο ενάγων πράγματι κατά το διάστημα που στεγάσθηκε στο τεχνικό γραφείο της πρώτης εναγόμενης και του Ν. Α. παρείχε κάποιες υπηρεσίες στην εκτέλεση των έργων που είχαν αναλάβει οι κοινοπραξίες και η Χ.

Τ., πλην όμως , ούτε η ποσότητά τους ούτε η διάρκεια και εξέλιξη τους προέκυψε και αποτιμήθηκε , ώστε να διακριβωθεί ότι αποτελούσαν την συμμετοχή, με την προσωπική εργασία του, σε τυχόν αφανείς εταιρείες, οι οποίες είχαν σοβαρό οικονομικό αντικείμενο και μόνο η παροχή εργασίας σημαντικού βαθμού θα προήγαγε το έργο τους.

Άλλωστε η οποιαδήποτε παροχή υπηρεσιών θα μπορούσε να παρέχεται και με άλλη έννομη σχέση. Όσον αφορά δε την μη κατάρτιση εγγράφου, ως προς τις εσωτερικές σχέσεις των αφανών εταίρων, προκειμένου να διασφαλιστεί ο ενάγων μελλοντικά, δεν μπορεί η έλλειψη αυτή να αποδοθεί σε λανθασμένη εκτίμησή του, ενόψει της εμπειρίας, του ύψους της προβαλλόμενης απαίτησης και της εκτίμησής του περί της αδυναμίας κτήσης αποδεικτικών μέσων...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο, δεχόμενο ότι στο πλαίσιο ανάληψης και εκτέλεσης των άνω έργων δεν αποδείχθηκε, ότι καταρτίστηκαν αφανείς εταιρείες για κάθε ένα από τα έργα αυτά, μεταξύ του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) ως αφανούς εταίρου και κάθε κοινοπραξίας, που αναλάμβανε την εκτέλεση κάθε έργου, ως εμφανούς και επιπλέον μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγομένης (ήδη πρώτης αναιρεσείουσας) για το έργο, που εκτέλεσε αυτή ως αντιπρόσωπος του Κ.

Μ., απέρριψε την αγωγή αυτού κατά των εναγομένων (ήδη αναιρεσίβλητων), με την οποία ζητούσε τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά ως διανομή κερδών από τις επικαλούμενες ως άνω αφανείς εταιρείες. Έτσι που έκρινε το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που δικαιολογούν το άνω απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, καθόσον ευθέως και χωρίς ενδοιασμούς δέχτηκε ότι δεν καταρτίστηκαν οι επικαλούμενες εκ μέρους του αναιρεσείοντος αφανείς εταιρείες και κατά συνέπεια με βάση τις αιτιολογίες αυτές καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς τη μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων περί αφανούς εταιρείας, τις οποίες άλλωστε και δεν επικαλείται.

Η αναφορά στην απόφαση "...προέκυψε ότι ο ενάγων πράγματι κατά το διάστημα, που στεγάσθηκε στο τεχνικό γραφείο της πρώτης εναγομένης και του Ν. Α., παρείχε κάποιες υπηρεσίες στην εκτέλεση των έργων, που είχαν αναλάβει οι Κοινοπραξίες και η Χ. Τ., πλην όμως ούτε η ποσότητά τους ούτε η διάρκεια και εξέλιξή τους προέκυψε και αποτιμήθηκε, ώστε να εξακριβωθεί ότι αποτελούσαν τη συμμετοχή, με την προσωπική εργασία του, σε τυχόν αφανείς εταιρείες, οι οποίες είχαν σοβαρό οικονομικό αντικείμενο και μόνο η παροχή εργασίας σημαντικού βαθμού θα προήγαγε το έργο τους.

Άλλωστε η οποιαδήποτε παροχή υπηρεσιών θα μπορούσε να παρέχεται και με άλλη έννομη σχέση" δεν καθιστά ενδοιαστικό το άνω αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον το εφετείο με την παραπάνω παραδοχή του δέχεται μεν ότι ο αναιρεσείων, κατά το χρονικό διάστημα, που στεγάστηκε στο τεχνικό γραφείο της πρώτης αναιρεσείουσας και του θανόντος συζύγου της, παρείχε κάποιες υπηρεσίες στα έργα που είχαν αναληφθεί από τις κοινοπραξίες, τις οποίες, σημειωτέον, περιγράφει σε άλλη παραδοχή του, πλην όμως με πλήρη και σαφή αιτιολογία έκρινε ότι οι υπηρεσίες αυτές και μόνο δεν αρκούσαν να οδηγήσουν αυτό στην κρίση, ότι καταρτίστηκαν οι επικαλούμενες εκ μέρους του αναιρεσείοντος αφανείς εταιρείες και περαιτέρω, χωρίς να αφίσταται από το απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, κατέληξε με επάλληλη αιτιολογία, ότι η παροχή των παραπάνω υπηρεσιών θα μπορούσε να παρέχεται και με άλλη έννομη σχέση.

Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να προσδιορίσει την έννομη αυτή σχέση, δεδομένου ότι η σαφήνεια του πορίσματός του προκύπτει από το ότι δέχτηκε ευθέως και χωρίς ενδοιασμούς ότι δεν αποδείχθηκαν οι επικαλούμενες με την αγωγή αφανείς εταιρείες. Περαιτέρω και η αναφορά της φράσης "...διαφαίνεται ότι αφορά μελλοντική κατάρτιση εταιρείας", δεν καθιστά ενδοιαστικό το άνω αποδεικτικό πόρισμα, καθόσον αυτή αναφέρεται στην από 13-12-2002 απόδειξη, την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων για να ενισχύσει τους αγωγικούς ισχυρισμούς του και έγινε από το εφετείο κατά την αξιολόγηση και εκτίμησή της ως αποδεικτικού μέσου, μετά την οποία οδηγήθηκε στο άνω σαφές και ευθύ αποδεικτικό πόρισμά του.

Κατ' ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσης, διότι περιέχει ενδοιαστικές αιτιολογίες ως προς τα παραπάνω ζητήματα, είναι αβάσιμος.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπει την αναίρεση, όταν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο αυτό, το οποίο πρέπει να είναι αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο, δηλαδή, στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή, ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ Ολομ. 2/ 2008, ΑΠ 438/2018, ΑΠ 161/2017, ΑΠ 49/2015, ΑΠ 1047/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 13-12-2001 απόδειξης πληρωμής ποσού 2.600.000 δραχμών, που προσκόμισε και επικαλέστηκε αυτός, διότι, ενώ από την αναφερόμενη σ' αυτή αιτία καταβολής, δηλαδή " επιστροφή αρχικού κεφαλαίου που είχε δώσει", αποδεικνυόταν η σύσταση αφανούς εταιρείας, που συνέδεε αυτόν με την κοινοπραξία, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο Ν.

Α., καθόσον επρόκειτο περί επιστροφής της αρχικής εισφοράς του, που είχε δοθεί για την κατάρτιση της εταιρείας, δέχτηκε κατά την ανάγνωση και τον καθορισμό του νοήματός της, ότι αυτή έχει περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από το παραπάνω και συγκεκριμένα δέχτηκε ότι "... διαφαίνεται ότι αφορά μελλοντική κατάρτιση εταιρίας..." και εντεύθεν κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα περί μη σύστασης της επικαλούμενης εκ μέρους του αφανούς εταιρείας.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, το Εφετείο δεν υπέπεσε, ως προς το έγγραφο αυτό, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου, επειδή, δήθεν, περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, αλλά απλώς από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, οδηγήθηκε, προβαίνοντας στην εκτίμησή του με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων, εκτιμώντας και ερμηνεύοντας το περιεχόμενό του, θεωρεί ορθό.

Πρόκειται, δηλαδή, για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-9-2016 αίτηση του Α. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 366/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ