Supreme Court partially allows appeal on interest calculation but dismisses other procedural errors in civil case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's final decision. The appellants argued for the dismissal of the case due to procedural flaws regarding tax documents and interest calculations. The court accepted the argument that the interest portion was erroneous but rejected the claim that the entire decision was void.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 569, 178, 183, 291 of the Code of Civil Procedure: An appeal is partially admissible when specific grounds are proven, requiring the case to be remitted for retrial on the contested portion while dismissing unsupported claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1418 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1418/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Β. Γ. του Δ., κατοίκου ... ..., 2) Ι. Π. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αυγή Νομικού με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου - καθ'ής η κλήση: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζαχαρία Παπαδόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/5/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4503/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 176/2007, 5101/2007 μη οριστικές και 3501/2011 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 10/2/2013 αίτησή τους και τον από 9/10/2013 πρόσθετο λόγο αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 169/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 21/3/2016 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 12/11/2013 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αριστείδη Πελεκάνου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και του πρόσθετου λόγου αναίρεσης κατά της απόφασης 3501/2011 του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και του πρόσθετου λόγου αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και τους παραδεκτά, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, με ιδιαίτερο δικόγραφο ασκηθέντες από 9.10.2013 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, που επιδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη στις 9.10.2013, ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα αρχικά για τη συζήτηση της αναίρεσης δικάσιμο της 18.11.2013, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 3501/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες κατά της 4503/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσία ως προς την αναιρεσίβλητη η από 5.5.2003 αγωγή τους και ακολούθως, μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, δέχθηκε εν μέρει την ως άνω αγωγή ως προς αυτήν και αναγνωρίστηκε ότι η αναιρεσίβλητη υποχρεούται να καταβάλει σε καθένα των αναιρεσειόντων τα στο διατακτικό της χρηματικά ποσά. Η αίτηση αναίρεσης, η οποία νόμιμα φέρεται για συζήτηση με την από 8.11.2016 κλήση της αναιρεσείουσας, μετά την έκδοση της 169/2016 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης αυτής, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με την αίτηση αναίρεσης πρέπει να συνεκδικαστούν και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής λόγω της μεταξύ τους συνάφειας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ, 215 παρ. 1 εδ. α' και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως δεν είναι μόνον διαδικαστική πράξη αλλά έχει και χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως που εμπεριέχει πρόσκληση του δανειστή απευθυντέα προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής ανεξαρτήτως του διαδικαστικού χαρακτήρα της ως στοιχείου ασκήσεως της αγωγής και μέσου ενάρξεως της δίκης, ώστε ως εναρκτήρια αυτής διαδικαστική πράξη να συνεπάγεται την τοκογονία του ληξιπροθέσμου χρέους χωρίς την υπερημερία του εναγόμενου οφειλέτη (ΑΚ 346) και ως όχληση να καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο υπό την επιφύλαξη της ενστάσεως του άρθρου 342 ΑΚ και υπόχρεο να πληρώσει το νόμιμο τόκο υπερημερίας όχι ως άμεσο αποτέλεσμα της αγωγής, η οποία δεν έχει τέτοια συνέπεια, αλλά της οχλήσεως που όταν ασκείται με την αγωγή της οποίας δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο, ούτε τη νομική φύση της, ούτε την αυτοτέλεια της έναντι της αγωγής αποβάλλει.
Σημειώνεται ότι η κατά τα άρθρα 294, 295 παρ. 1, 297 ΚΠολΔ παραίτηση του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής, που έχει ως αποτέλεσμα το ότι η αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα, συνεπάγεται την ανατροπή εξ υπαρχής μόνο των αποτελεσμάτων που επήλθαν με και από την άσκηση αυτής, δεν αφορά όμως και την επίδοση της αγωγής κατά το μέρος που η επίδοση της έχει χαρακτήρα οχλήσεως, δημιουργική υπερημερίας του οφειλέτη και οφειλής για αντιστοίχους τόκους σύμφωνα με το άρθρο 345 ΑΚ (Ολ ΑΠ 13/1994, Α.Π. 1126/2010 ).
Επομένως ο ενάγων, ο οποίος με προγενέστερη αγωγή του, επιδοθείσα νομίμως, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε, είχε ζητήσει την επιδίκαση της ίδιας απαίτησης, που ενασκεί με τη νέα αγωγή, δικαιούται να λάβει τόκους από την επίδοση της πρώτης αγωγής, η οποία δεν εξέλιπε ως όχληση δημιουργική υπερημερίας ( ΑΠ 106/2014).
Εξάλλου, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα όσον αφορά τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν αρκεί η προσκομιδή εγγράφου, αλλά πρέπει να γίνεται κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο, επίκληση του εγγράφου αυτού με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του (ΑΠ 946/2015). Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας, ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Για την πληρότητα του άνω λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 225/2017, ΑΠ 516/2016).
Κατά την έννοια αυτή η επίκληση των εγγράφων μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Το άρθρο αυτό ρυθμίζει βέβαια τον τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών των διαδίκων, ορίζοντας ότι αρκεί για την επαναφορά στο ίδιο ή αναλόγως σε ανώτερο δικαστήριο ισχυρισμών, που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση, η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις αντίστοιχες σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, οι οποίες προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο, όμως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, που είναι η διευκόλυνση του δικαστηρίου, αλλά και του αντιδίκου (βλ.
την αιτιολογική έκθεση επί του ν.δ/τος 958/1971), έχει εφαρμογή και για την επίκληση των αποδεικτικών μέσων. (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 14/2005). Από την προαναφερόμενη, όμως, διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει την επαναφορά των προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων, συνάγεται ότι η ρύθμιση που επιβάλλεται με τη διάταξη αυτή αφορά τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται στο δικαστήριο με τις προτάσεις και όχι εκείνους που περιέχονται στην αγωγή και συγκροτούν την νομική και ιστορική αιτία του προστατευτέου δικαιώματος, οι οποίοι δεν απαιτείται να επαναφέρονται κατά τα οριζόμενα στην εν λόγω διάταξη (ΑΠ 1417/2002, ΑΠ 433/1998), αλλά τους εξετάζει το Εφετείο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής.
Από την ανάλογη δε εφαρμογή της, συνάγεται ότι είναι νόμιμη η επίκληση των αποδεικτικών μέσων με την αγωγή και δεν απαιτείται η εκ νέου επίκλησή τους με τις προτάσεις, προκειμένου να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας. Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν έγινε νόμιμη επίκληση των προσκομιζόμενων από το διάδικο εγγράφων, όμως η οποιαδήποτε σχετική παράλειψή του και η λήψη τελικώς υπόψη εγγράφων που είτε δεν προσκομίσθηκαν είτε προσκομίσθηκαν χωρίς νόμιμη επίκληση ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11περ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 106/2015). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1614/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο, εκτός των άλλων: α) την πλημμέλεια από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε το αίτημά τους για επιδίκαση τόκων υπερημερίας από της επιδόσεως της προγενέστερης ως άνω αγωγής που είχαν ασκήσει, με την αιτιολογία ότι δεν προκύπτει επίδοση αυτής, και παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη της τη σχετική έκθεση επίδοσης, μολονότι στην αγωγή τους αλλά και στις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου υπάρχει ρητή αναφορά στην επίδοση της αγωγής αυτής, καθώς και στην έκθεση επίδοσής της στην αναιρεσίβλητη, τις προτάσεις δε αυτές προσκόμισαν και ενώπιον του Εφετείου, όπως επίσης προσκομίστηκε ενώπιον αυτού και η σχετική έκθεση επίδοσης, β) την εκ του αρ. 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε το αίτημα επιδίκασης τόκων από την επίδοση της προγενέστερης ως άνω αγωγής τους, με την παραδοχή ότι η αγωγή αυτή δεν ταυτίζεται απολύτως κατά περιεχόμενο και αίτημα με την ένδικη αγωγή, χωρίς να αιτιολογήσει τη διαφορετικότητα των δύο αγωγών.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης από 5.5.2003 αγωγής των αναιρεσειόντων, προκύπτει ότι ζήτησαν την επιδίκαση τόκων από την επίδοση της προγενέστερης από 21.9.1998 αγωγής τους, όμοιας κατά την ιστορική και νομική βάση, η οποία είχε επιδοθεί στην αναιρεσίβλητη εναγόμενη σύμφωνα με την επικαλούμενη στο δικόγραφο 12552/2.11.1998 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Π.
Κ.. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η επίκληση της έκθεσης επίδοσης της προγενέστερης αγωγής στην αναιρεσίβλητη στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής τους, πληροί την απαιτούμενη επίκληση του προαναφερόμενου αποδεικτικού μέσου. Έτσι, η εν λόγω έκθεση επίδοσης της προγενέστερης από 21.9.1998 αγωγής της οποίας έγινε επίκληση με τον ανωτέρω τρόπο, και προσκομίστηκε στο Εφετείο έπρεπε να ληφθεί υπόψη για να κριθεί το ζήτημα του χρόνου έναρξης τόκων επί της επιδικαζόμενης στους αναιρεσείοντες απαίτησης, κατά το σχετικό αίτημα αυτών.
Στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως παραδεκτά επισκοπείται, αναφέρονται γενικά τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος σχετικά με τις κρινόμενες αξιώσεις και συγκεκριμένα οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν με όρκο στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι προσδιοριζόμενες ειδικά ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που είχαν προσκομιστεί πρωτοδίκως αλλά και για πρώτη φορά ενώπιόν του, η αναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, οι διευκρινίσεις των διαδίκων που δόθηκαν στο ακροατήριο του Εφετείου σε συζήτηση επί της υπόθεσης, καθώς και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι.
Παρά τη ρητή αναφορά της απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι λήφθηκε υπόψη και η ως άνω έκθεση επίδοσης της προγενέστερης πιο πάνω αγωγής. Τούτο διότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε το αίτημα καταβολής τόκων από την επικαλούμενη επίδοση της προγενέστερης από 21.9.1998 αγωγής, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε η επίδοση της αγωγής αυτής, ενώ αν είχε ληφθεί υπόψη η ως άνω έκθεση επίδοσης, η οποία αποτελεί δημόσιο έγγραφο, αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο με πλήρη αποδεικτική δύναμη για το γεγονός της επίδοσης της αγωγής, το δικαστήριο θα αξιολογούσε αν με αυτή πληρούνται οι όροι της επίδοσης της προγενέστερης αυτής αγωγής και ρητά θα αναφέρονταν στην επιχειρούμενη με αυτή απόδειξη της επίδοσης.
Εξάλλου, η αιτιολογία επίσης ότι η έναρξη της τοκοδοσίας δεν αρχίζει από την επίδοση της αγωγής αυτής από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν οι αναιρεσείοντες επειδή "δεν ταυτίζεται απολύτως κατά περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή αυτή με την κρινόμενη" είναι ανεπαρκής και ασαφής, δεδομένου ότι ουδόλως διευκρινίζεται αν πράγματι είναι όμοιες ή όχι οι δύο αγωγές κατά την ιστορική και νομική βάση τους, τι εννοεί το Εφετείο με τη φράση "δεν ταυτίζονται απολύτως", αφού δεν εκτίθεται σε ποια στοιχεία δεν υπάρχει ταύτιση αυτών και σε τι συνίσταται η διαφορετικότητα των αιτημάτων, ώστε να μπορεί να εξεταστεί η συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 340 και 346 ΑΚ, που εφαρμόστηκαν και να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το ζήτημα τούτο που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Κατ' ακολουθία, το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αρ. 11 περ. γ' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το αντίστοιχο μέρος του, είναι βάσιμος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017).
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 1788/2013).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016).
Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και:
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1999, ΑΠ 148/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο της αίτησης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αρ. 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις, καθόσον ενώ δέχεται ότι "οι αποδείξεις και τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών που είχαν εκδώσει οι αναιρεσείοντες προς την τότε "...
ΕΠΕ" εκδόθηκαν για λόγους φορολογικής διευκόλυνσης αυτής στο όνομα της οποίας είχαν αναληφθεί τα έργα, εμφανίζοντας με τον τρόπο αυτό αυξημένα τα έξοδά της κατά τα αντίστοιχα ποσά, αδικαιολόγητα υπολογίζει στα άμεσα έξοδα των εκτελεσθέντων έργων τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά που αφορούν το δεύτερο τούτων.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες δεν διευκρινίζουν τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε με την αποδιδόμενη πλημμέλεια, ούτε αναφέρονται σαφώς σε υπολογισμό ποσών από αποδείξεις και τιμολόγια παροχής υπηρεσιών ώστε να στηρίζεται αντίφαση με την παραδοχή του Εφετείου, αφού μόνο ως προς τις αποδείξεις παροχής υπηρεσιών και τιμολόγια παροχής υπηρεσιών έκρινε ότι έχουν εκδοθεί για φορολογικούς λόγους και δεν αντιπροσωπεύουν πραγματικά έξοδα της εκτέλεσης των έργων, ενώ ουδόλως αναφέρονται σε αιτίαση που να θεμελιώνει κάποια συγκεκριμένη πλημμέλεια του εκ του αρ. 11 λόγου αναίρεσης (ήτοι ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει ή που δεν προσκομίστηκε ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν νόμιμα και προσκόμισαν οι διάδικοι).
Με τον πρόσθετο λόγο της αίτησης, οι αναιρεσείοντες διατείνονται α) ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα αναγνωρίστηκαν ως γενόμενα έξοδα εκτέλεσης των έργων τα γενικά έξοδα διοίκησης, χρηματοοικονομικά και αποσβέσεις που έχουν επιμεριστεί με βάση τον κύκλο εργασιών, τα τιμολόγια αμέσου κόστους που αφορούν συγκεκριμένα έργα και τα ποσά που πιστώθηκε η αναιρεσίβλητη κατά το φορολογικό έλεγχο που υπέστη για τα επίμαχα έργα κατά τον οποίο συμβιβάστηκα, β) ότι ο ορισθείς πραγματογνώμονας εσφαλμένα εκτίμησε την από 14.7.2009 επιστολή - υπόμνημα του Προέδρου της αναιρεσίβλητης Ι Κ.
και κατέληξε στο σχετικό συμπέρασμά του και επίσης δεν έλαβε υπόψη του στους υπολογισμούς του τα γενικά έξοδα που καταγράφονται στην αγωγή, αλλά έκανε τους υπολογισμούς του με βάση τα οικονομικά ποσά που περιλαμβάνονται στους ισολογισμούς της αναιρεσίβλητης τα οποία ήταν λανθασμένα, με αποτέλεσμα τις διπλοχρεώσεις γενικών εξόδων, γ) ότι κακώς ελήφθησαν υπόψη τα ποσά που πιστώθηκε η αναιρεσίβλητη κατά το φορολογικό έλεγχο, διότι είναι προϊόντα σχετικού φύλλου φορολογικού ελέγχου, που δεν αποτελεί έγκυρο δημόσιο έγγραφο, αφού δεν φέρει τις απαιτούμενες υπογραφές των αρμόδιων ελεγκτών του Υπουργείου Οικονομικών, δ) αδικαιολόγητα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση την επιβάρυνση των συνολικών εξόδων με το ποσό των τιμολογίων δαπανών, δεν προσκομίστηκαν από την αναιρεσίβλητη ούτε στον πραγματογνώμονα ούτε στους αναιρεσείοντες οι σχετικές λογιστικές εγγραφές στα βιβλία της εταιρίας και τα σχετικά ισοζύγια προμηθευτών και αναλυτικές κινήσεις αυτών (καρτέλες).
Με τα στοιχεία αυτά προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες εκ των αρ. 8, 10, 11, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, εκτιμώμενος στο σύνολό του ως αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αρ. 19, δεδομένου ότι κατά τα λοιπά οι αναιρεσείοντες δεν διαλαμβάνουν τα απαιτούμενα στοιχεία ίδρυσης των σχετικών αναιρετικών πλημμελειών, είναι απαράδεκτος, επειδή δεν αφορά κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την αναίρεση ή συνέχεται αναγκαστικά με αυτά και υπό το πρόσχημα της απόδοσης έλλειψης νόμιμης βάσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλματα ως προς την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, είτε της πραγματογνωμοσύνης, αποδίδοντας εσφαλμένη κρίση, ανακρίβειες και ατέλειες λόγω της μη λήψης από τον πραγματογνώμονα όλων των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν και της λήψης υπόψη ανυπόγραφων εγγράφων φορολογικού ελέγχου, κρίση, όμως, που είναι ανέλεγκτη αναιρετικά.
Επομένως, μετά την παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης κατά το προαναφερόμενο μέρος του, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο τούτο που αφορά την επιδίκαση των τόκων, να απορριφθεί δε κατά τα λοιπά. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, προς εκδίκαση, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Επίσης, μετά την παραδοχή της αναίρεσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση αυτής, και επισυνάφθηκε στη σχετική 107/2013 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος της αναιρεσίβλητης, αντίστοιχο με τη νίκη και ήττα των διαδίκων, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα των αναιρεσειόντων (άρθρα 178, 183, 291 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 3501/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, μόνο ως προς το κεφάλαιο επιδίκασης τόκων για την επιδικασθείσα χρηματική απαίτηση.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση ως προς το αναιρεθέν μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Διατάσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατατέθηκε.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων επτακοσίων (1700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ (και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου) ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ