Legislator Case Law & Legislation
1418/2017 AI generated

1418/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1418/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12987/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1948/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Legislator headnote

AI generated

1418/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να την πλήττει κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 560/2013).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1418 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1418/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Σταύρο Καραμάσογλου και Παρασκευή Κατσαρού με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με το διακριτικό τίτλο "... A.E.", τελούσα υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Κατσαρού με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Τ. του Κ., συζύγου Δ. Σ., 2)Δ. Σ. του Η., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ασημίνα Μαγγόλα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12987/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1948/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27/12/2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 8/3/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 1948/2015 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί των από 11-6-2012 και 2-7-2012 εφέσεων του πρώτου των αναιρεσειόντων και της δεύτερης εξ αυτών αντίστοιχα, καθώς και επί της από 19-11-2013 αντέφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ’ αριθμ. 12987/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 20-6-2009 αγωγή των τελευταίων.

Kατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).

Περαιτέρω, ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να την πλήττει κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 560/2013).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, εκτός άλλων και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο δεύτερος εναγόμενος, Α. Γ., είναι ιατρός μαιευτήρας - γυναικολόγος καί διατηρεί από το έτος 1981 ιδιωτικό ιατρείο στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Κατά τον επίμαχο χρόνο συνεργαζόταν με την πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, η οποία είχε ιδρύσει και εκμεταλλευόταν μέχρι το έτος 2006 ιδιωτική κλινική στη Θεσσαλονίκη.

Αυτός παρακολουθούσε από την αρχή την πορεία της εγκυμοσύνης της Β. Β., ετών 22 (γεννηθείσα στο έτος 1982), που ήταν η δεύτερη γι’ αυτήν και η οποία του ανέθεσε και τη διενέργεια του τοκετού της, όπως είχε πράξει και στο παρελθόν για τη γέννηση του πρώτου τέκνου της το έτος 2001. Στις 15-07-2004 και περί ώρα 18.30, η ως άνω Β.

Β., θυγατέρα της πρώτης ενάγουσας, την οποία απέκτησε από τον πρώτο της γάμο, ενώ ο δεύτερος ενάγων είναι ο σύζυγος από το δεύτερο γάμο της πρώτης ενάγουσας και πατριός της Β. Β., που διένυε την 36η εβδομάδα της κυήσεώς της, με πιθανή ημερομηνία τοκετού την 10η Αυγούστου του έτους 2004, μετέβη, κατόπιν προηγούμενης επικοινωνίας της με τον δεύτερο εναγόμενο και σύστασής του, στην άνω ιδιωτική μαιευτική-γυναικολογική κλινική της πρώτης εναγομένης, με αυτόματη ρήξη θυλακίου και αρχόμενη διαστολή πολύτοκου.

Με την εισαγωγή της στην κλινική η επίτοκος οδηγήθηκε στην αίθουσα τοκετού και τέθηκε σε καρδιοτοκογραφικό έλεγχο των εμβρυϊκών καρδιακών παλμών. Περί ώρα 24.00’ της χορηγήθηκε ορός οξυτοκίνης, προκειμένου να προκληθούν τεχνητοί πόνοι. Περί ώρα 2.30’ της επομένης (16-07-2004), ο δεύτερος εναγόμενος εξέτασε κολπικά την επίτοκο και της προκάλεσε ρήξη θυλακίου, που είχε ξαναδημιουργηθεί (ψευδές θυλάκιο), ώστε να φύγουν τα υγρά και να διευκολυνθεί η διαδικασία του τοκετού, δεδομένου ότι οι πόνοι ήταν, πλέον, έντονοι.

Κατόπιν αυτού, περί ώρα 2.50’ , η επίτοκος υποβλήθηκε, από τον εφημερεύοντα στην κλινική ιατρό αναισθησιολόγο Α. Τ., σε επισκληρίδιο αναισθησία, ενώ στις 3.40’ γέννησε φυσιολογικά ένα υγιές άρρεν τέκνο. Όμως μετά τον τοκετό, περί ώρα 4.40’ , και ενώ η υστερότοκος Β. Β. βρισκόταν ακόμη στην αίθουσα τοκετού για παρακολούθηση, άρχισε να αιμορραγεί από τη μήτρα.

Αμέσως ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος παρέμενε σε αίθουσα αναμονής, παραπλεύρως αυτής του τοκετού, ενημερώθηκε για την εξέλιξη αυτή από

την μαία Ε. Μ., που παρευρισκόταν κατά τη διάρκεια του τοκετού και των όσων ακολούθησαν, και, αφού χορήγησε μητροσυσπαστικά φάρμακα (οξυτοκίνη κ.λπ.) και προσταγλανδίνες, προχώρησε σε έλεγχο του κόλπου, του τραχήλου, της μήτρας, σε δακτυλική και μαιευτική απόξεση, καθώς και στην τοποθέτηση αιμοστατικού - μητροκολπικού ταμπόν προκειμένου να διακόψει την αιμορραγία, η οποία δεν ήταν βέβαια κατακλυσμιαία, αλλά πάντως σταθερή, συνεχής και μέτριας έντασης, που επέμενε (βλ.

την από 2-12-2005 ένορκη εξέταση ως μάρτυρα, ενώπιον του πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, της ως άνω μαίας Ε. Μ.), ενώ παράλληλα χορηγήθηκαν σ’ αυτήν (λεχωίδα) ηλεκτρολύτες (Ringers) και υποκατάστατο πλάσματος αίματος (Gelofucine I), για τη διατήρηση της ισορροπίας των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής της πίεσης. Η αιμορραγία, όμως, παρά τις ανωτέρω ενέργειες του δευτέρου εναγομένου συνεχιζόταν, μέτριας μεν έντασης αλλά σταθερή και εμμένουσα, λόγω του ότι η υστερότοκος υπέστη ατονία της μήτρας, η οποία αποτελεί τη συνηθέστερη αιτία της εμφάνισης αιμορραγίας μετά τον τοκετό (άλλες αιτίες εμφάνισης αιμορραγίας μετά τον τοκετό είναι η κατακράτηση του πλακούντα, οι τραυματισμοί του περινέου, του κόλπου ή του τραχήλου, η ρήξη της μήτρας και οι διαταραχές του πηκτικού μηχανισμού).

Η αιμορραγία μετά τον τοκετό (όπως ορίζεται από την επιστήμη της Μαιευτικής και Γυναικολογίας η απώλεια αίματος, αμέσως μετά τον τοκετό σε ποσότητα >500 ml) είναι η σοβαρότερη μαιευτική επιπλοκή και γι’ αυτό επιβάλλεται η άμεση εκτίμηση της κατάστασης και υπολογισμός της απώλειας αίματος. Τα συμπτώματα της ατονίας της μήτρας είναι εμφανή σε ένα μέσο συνετό ιατρό της άνω ειδικότητας (η μήτρα παύει να συσπάται και με την ψηλάφηση ανευρίσκεται χαλαρή), μπορεί δε να αξιολογηθεί η άνω επιπλοκή εντός μικρού χρονικού διαστήματος (ακόμη και εντός δέκα λεπτών), με μία απλή πίεση της μήτρας με το χέρι του γιατρού.

Στην περίπτωση αυτή της ατονίας, η μήτρα πρέπει αμέσως να στηριχθεί αιμοδυναμικά. Ο δεύτερος εναγόμενος, όμως, δεν προέβη, όπως όφειλε και μπορούσε, κατά τα ανωτέρω, σε έγκαιρη διάγνωση της πιο πάνω ατονίας της μήτρας, αλλά καθυστερημένα, και δη περί ώρα 6.00’ αξιολόγησε το περιστατικό και ενώ καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ήτοι από τις 4.40’ μέχρι τις 6.00’ η αιμορραγία, όχι βέβαια κατακλυσμιαία, της υστεροτόκου, συνεχιζόταν με σταθερό και αμείωτο ρυθμό, η δε απώλεια αίματος ήταν σοβαρή, κρίνοντας από το γεγονός ότι η λεχώνα στις 04.50’ είχε αιματοκρίτη 31 και στις 05.40’ , δηλαδή σε λιγότερο από μία ώρα, ο αιματοκρίτης της "έπεσε" στο 29 (βλ.

φύλλο νοσηλείας της επιτόκου Β. Β. του Μαιευτικού Τμήματος της κλινικής της πρώτης εναγόμενης). Πρέπει να σημειωθεί ότι δυνατότητα να στηριχθεί η λεχωίδα αιμοδυναμικά με μετάγγιση αίματος δεν υπήρχε, καθόσον η πρώτη εναγόμενη κλινική εκ του νόμου δεν διέθετε τράπεζα αίματος και δεν μπορούσε να γίνει εκεί άμεσα μετάγγιση αίματος, γεγονός που γνώριζε ο δεύτερος εναγόμενος.

Ας σημειωθεί επίσης ότι τα μητροσυσπαστικά φάρμακα που χορηγούνται προκειμένου να προκληθούν σπασμοί στη μήτρα και να σταματήσει, με τον τρόπο αυτό, η αιμορραγία, δρουν ταχύτατα, μέσα σε λίγα λεπτά (βλ. κατάθεση μάρτυρα Μ. Τ., καθηγητή-ιατροδικαστή, που εξετάσθηκε πρωτοδίκως με επιμέλεια των εναγόντων).

Περί ώρα 6.23’ και ενώ καμία προσπάθεια απ’ αυτές που κατά τα ανωτέρω έγιναν απ’ τον δεύτερο εναγόμενο δεν κατέστη δυνατό να σταματήσει την αιμορραγία, κλήθηκε, κατ’ εντολή του, από τη μαία Ε. Μ., το Ε.Κ.Α.Β., προκειμένου να μεταφέρει τη λεχωίδα στο εφημερεύον για επείγοντα-μαιευτικά- γυναικολογικά περιστατικά, Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, για την περαιτέρω αντιμετώπιση της αιμορραγίας.

Αμέσως, μετά την άνω κλήση προς το Ε.Κ.Α.Β. ο δεύτερος εναγόμενος, εκτιμώντας τη σοβαρότητα της καταστάσεως της υγείας της λεχωίδας, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τους ιατρούς του άνω εφημερεύοντος Νοσοκομείου, τους ενημέρωσε για τη διακομιδή της λεχωίδας και ζήτησε να μην οδηγηθεί αυτή στα εξωτερικά ιατρεία, αλλά να μεταφερθεί απευθείας στην αίθουσα του χειρουργείου.

Στις 6.45’ , το ασθενοφόρο του Ε.Κ.Α.Β. έφθασε στην κλινική της πρώτης εναγόμενης, στις 06.55’ το πλήρωμά του παρέλαβε και μετέφερε τη λεχωίδα με φορείο στο όχημα του ασθενοφόρου, η οποία ήταν κάτωχρη, εμφανώς καταπονημένη, αλλά διατηρούσε ακόμη τις αισθήσεις της, και στις 06.58’ αφίχθη στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, όπου η τελευταία, εξαιτίας της σοβαρότητας της κατάστασής της, μεταφέρθηκε αμέσως, κατά παράκαμψη όλων των γραφειοκρατικών διαδικασιών, στη Δ’ Μαιευτική Γυναικολογική Κλινική του Νοσοκομείου και εισήχθη απευθείας, περί ώρα 7.00’ στην αίθουσα του χειρουργείου.

Αμέσως η λεχωίδα, η οποία, όπως διαπιστώθηκε από την ομάδα των αναισθησιολόγων του άνω Νοσοκομείου, με επικεφαλής τον ιατρό αναισθησιολόγο, αναπληρωτή διευθυντή του Νοσοκομείου, Χ. Χ., βρισκόταν σε κρίσιμη κατάσταση, με συμπτώματα μεθαιμορραγικού shock, καθώς ήταν κάτωχρη, με ψυχρό δέρμα, συγχυτική, με χαμηλή πίεση 65/40 και σφίξεις 135/min, αρτηριακή συστολική πίεση απροσδιόριστη, αψηλάφητες περιφερικές σφύξεις, αντιδρώντας μόνο στα επώδυνα ερεθίσματα και παρουσίαζε ταχύπνοια και ταχυκαρδία, τοποθετήθηκε στο χειρουργικό τραπέζι, σε γυναικολογική θέση, με μάσκα οξυγόνου, και, αφού εξετάσθηκε πρώτα από τον ιατρό μαιευτήρα-γυναικολόγο-χειρουργό, Μ.

Γ., αναπληρωτή καθηγητή της Δ’ Μαιευτικής -Γυναικολογικής κλινικής του Α.Π.Θ., ακολούθως έγιναν προσπάθειες από την άνω ομάδα των ιατρών αναισθησιολόγων να αντιμετωπιστεί η ασταθής αιμοδυναμική κατάσταση της λεχωίδας, με την τοποθέτηση δύο περιφερικών φλεβών 16 G και τη χορήγηση κρυσταλλοειδών και κολλοειδών διαλυμάτων.

Παράλληλα έγινε αιμοληψία από τη μηριαία φλέβα για τη διενέργεια των απαραίτητων εργαστηριακών εξετάσεων και τη διασταύρωση αίματος και σε λίγα λεπτά της ώρας (περί τις 7.15’ ) ξεκίνησε με ταχύ ρυθμό η χορήγηση πλάσματος αίματος και κρυοιζημάτων στη λεχωίδα, διασωληνώθηκε αυτή υπό γενική αναισθησία για την καλύτερη οξυγόνωσή της και προς αντιμετώπιση του αιμορραγικού shock και συνεχίστηκε περί ώρα 8.00’ η μετάγγισή της με αίμα.

Στις 7.27’ η ώρα η λεχωίδα είχε 24,1% αιματοκρίτη, 8,2 gr, αιμοσφαιρίνη και 7,41 PH, ενώ στις 8.34’ , και παρά τη συνεχιζόμενη μετάγγιση αίματος, ο αιματοκρίτης έπεσε στο 20,3% και η αιμοσφαιρίνη στα 6,71 gr, καθώς η αιμορραγία συνεχιζόταν με αμείωτο ρυθμό (βλ. υπ’ αριθμ. πρωτ. ...11-8-2004 έγγραφο του Διοικητή του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου Γ.

Μ.), οπότε ευθύς αμέσως (στις 8.34’ ) οι ιατροί της Μαιευτικής Κλινικής του Νοσοκομείου (Ιπποκράτειου) προχώρησαν σε κοιλιακή ολική υστερεκτομία (αφαίρεση της μήτρας) άνευ των εξαρτημάτων, προκειμένου να αποκλείσουν το εκλυτικό αίτιο της αιμορραγίας, υπό συνεχή χορήγηση

(μετάγγιση) αίματος, πλάσματος, κρυοιζήματος και άλλων υγρών διαλυμάτων προς αποκατάσταση της αιμοδυναμικής κατάστασης της υστεροτόκου. Κατά τη διάρκεια του χειρουργείου, η τελευταία

εμφάνισε παρενέργειες (υπόταση, ταχυκαρδία και κυάνωση), τα οποία αντιμετωπίστηκαν με ενδοφλέβια χορήγηση ατροπίνης και αδρεναλίνης Bolus και παράλληλα κλήθηκαν, λόγω υποψίας διεγχειρητικού εμφράγματος, απότοκου της σοβαρής κλινικής κατάστασης της λεχωίδος (μεθαιμορραγικού shock), οι εφημερεύοντες ιατροί Β.

Π. και Μ. Α., αιμοτολόγος και καρδιολόγος, αντίστοιχα, οι οποίοι, αφού συμφώνησαν με την εφαρμοζόμενη θεραπευτική αγωγή, αποχώρησαν (βλ. σημείωμα διεγχειρητικής αναισθητικής αντιμετώπισης της Δ/τριας του Α’ Τμήματος Αναισθησίας του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου Β. Σ.). Μετά το τέλος της χειρουργικής επέμβασης και περί ώρα 12.00’ , η υστερότοκος μεταφέρθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (Μ.Ε.Θ.) του Νοσοκομείου με καρδιακή κάμψη.

Εκεί η κατάσταση της ασθενούς ανετάχθη, αλλά μετά από δώδεκα (12) ώρες επαναλήφθηκε η κατάρρευση αυτής και ανετάχθη με ινότροπα. Η αξονική τομογραφία, στην οποία υποβλήθηκε, έδειξε διάχυτο εγκεφαλικό οίδημα με καθολική ισχαιμία του εγκεφάλου. Τελικά, στις 31-07-2004, η άνω ασθενής απεβίωσε στη Μ.Ε.Θ. του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου.

Μετά τη διενέργεια δε νεκροτομής, ο ιατροδικαστής Δ. Ψ. καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο θάνατος της Β. συζ. Η. Β. επήλθε από "εγκεφαλική ισχαιμία και, ως εκ τούτου, πολυοργανική ανεπάρκεια-υπενδοκαρδιακό έμφρακτο, συνεπεία αιμορραγίας (βλ. υπ’ αριθμ. πρωτ. .../31-07-2004 ιατροδικαστική έκθεση του ανωτέρω), ενώ ο τεχνικός σύμβουλος των εναγόντων Σ.

Ν., επίσης ιατροδικαστής, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο θάνατος αυτής οφείλεται σε πολυοργανική ανεπάρκεια-υπενδοκαρδιακό έμφρακτο ρευστοποίηση εγκεφάλου μετά από μεγάλο αιμορραγικό shock (βλ. την υπ’ αριθμ. ...-2004 ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη αυτού). Από όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν προέκυψε αμέλεια του πρώτου εναγόμενου, ο οποίος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, παρέλειψε να ενεργήσει σύμφωνα με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο από την ιατρική επιστήμη καθήκον μέριμνας και επιμέλειας και να αντιμετωπίσει το περιστατικό, όπως κάθε μέσος συνετός ιατρός, κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, αλλά και με βάση την εμπειρία του, την ικανότητά του και τις γνώσεις του.

Συγκεκριμένα, όπως προαναφέρθηκε, δεν προέβη με την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα στον αποκλεισμό των άλλων αιτιών της εμφάνισης της αιμορραγίας, όπως είναι η κατακράτηση του πλακούντα, οι τραυματισμοί του περινέου, του κόλπου ή του τραχήλου, η ρήξη της μήτρας και οι διαταραχές του πηκτικού μηχανισμού, ώστε να καταλήξει έγκαιρα στη διάγνωση της ατονίας της μήτρας (που είναι η συνηθέστερη και συχνότερη αιτία της αιμορραγίας μετά τον τοκετό και κατά τον πραγματογνώμονα Κ.

Χ. χαρακτηρίζεται μάλιστα ως "ο μεγαλύτερος φόβος των Μαιευτήρων"), ώστε, στη συνέχεια, ο ίδιος να επιμεληθεί για την άμεση διακομιδή της λεχωίδας στο εφημερεύον Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, ενόψει του γεγονότος ότι α) η ατονία της μήτρας αντιμετωπίζεται, συνεχιζόμενης της αιμορραγίας, με την κοιλιακή ολική υστερεκτομία και β) οι ιδιωτικές κλινικές, όπως η πρώτη εναγομένη, δεν διέθεταν τότε, εκ του νόμου, τράπεζα αίματος και, ως εκ τούτου, δεν ήταν δυνατή η μετάγγιση αίματος στην υστερότοκο Β.

Β., με αποτέλεσμα η ποσότητα αίματος που απώλεσε αυτή, λόγω της αιμορραγίας, από τις 4.40’ , που διαπιστώθηκε η αιμορραγία, μέχρι τις 6.23’ , που κλήθηκε το Ε.Κ.Α.Β. για τη μεταφορά της στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, να μην αναπληρωθεί, γεγονός που είχε ως συνέπεια να υποστεί, πριν την εισαγωγή της στο άνω νοσοκομείο, μεθαιμορραγικό shock και ανεπανόρθωτες βλάβες των ζωτικών της οργάνων (εγκεφάλου, καρδιάς, νεφρών κ.α.), που τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με τον επελθόντα θάνατό της, αφού αυτός οφείλεται, κατά τα προαναφερθέντα σε πολυοργανική ανεπάρκεια αυτής λόγω αιμορραγίας.

Σημειώνεται βέβαια ότι ο δεύτερος εναγόμενος με την υπ’ αριθμ. 1133-1134/2012, ήδη αμετάκλητη, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατόπιν ασκήσεως εφέσεώς του κατά της υπ’ αριθμ. 467/2010 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκε αθώος για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια της Β.

Β., κατά πλειοψηφία (μειοψηφούντων δύο μελών του Δικαστηρίου και δη του Προέδρου και ενός μέλους της σύνθεσης, οι οποίοι είχαν τη γνώμη ότι έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος), πλην όμως η παραπάνω αθωωτική απόφαση δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, αφού οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν αποτελούν δεδικασμένο για τα πολιτικά δικαστήρια κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ, αλλά είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν μόνο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων....Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η σχέση του δευτέρου εναγομένου με την πρώτη εναγομένη κλινική ήταν σχέση ελεύθερης συνεργασίας, σύμφωνα με την οποία ο ιατρός είχε το δικαίωμα να διενεργεί στους χώρους της κλινικής τοκετούς σε επίτοκες που παρακολουθούσε στο ιατρείο του, εντασσόμενος, όμως στο πρόγραμμα της κλινικής, η οποία καθόριζε και τους γενικούς όρους που αφορούσαν το τοκετό και την μετά απ’ αυτόν παρακολούθηση και περίθαλψη της υστερότοκου.

Ο ιατρός, δεύτερος εναγόμενος, εισέπραττε χωριστή αμοιβή από τις επίτοκες -πελάτισσές του, χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες της κλινικής πρώτης εναγομένης, η οποία λειτουργούσε ως μαιευτικό και χειρουργικό κέντρο, διαθέτουσα προς τούτο την απαραίτητη υποδομή (εγκαταστάσεις, φάρμακα, μηχανήματα, εργαλεία κ.λ.π.) και το κατώτερο μη ιατρικό και παραϊατρικό προσωπικό και η οποία επιπλέον, εκτός της είσπραξης χωριστής αμοιβής από τις επίτοκες-πελάτισσες του ιατρού για τις υπηρεσίες που προσέφερε σ’ αυτές, ωφελούνταν από την εν λόγω δραστηριότητα, αφού κατάφερνε να επεκτείνει τον επαγγελματικό κύκλο δράσης της και συνακόλουθα τα κέρδη της.

Με βάση τα παραπάνω και δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση αφενός μεν ο τοκετός έλαβε χώρα στην κλινική της πρώτης εναγόμενης, όπως εξάλλου συνομολογείται από τους διαδίκους, αφετέρου δε η εκ μέρους του ιατρού διενέργεια του τοκετού έγινε στα πλαίσια της ανωτέρω αναφερόμενης σχέσης συνεργασίας, συνάγεται ότι μεταξύ ιατρού και κλινικής υπήρχε σχέση πρόστησης.

Η κλινική ήταν η προστήσασα τον ιατρό, σύμφωνα με την ΑΚ 922, καθόσον η τελευταία παρείχε γενικού περιεχομένου οδηγίες στον ιατρό ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους όρους εργασίας του τελευταίου. Δεν είναι δε δυνατή στην προκειμένη περίπτωση η παροχή ειδικών οδηγιών στον ιατρό, για τον τρόπο διενέργειας των ιατρικών πράξεων, καθόσον ο ιατρός είναι υποχρεωμένος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του να ενεργήσει όχι σύμφωνα με τις τυχόν ειδικές αυτές οδηγίες, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και τέχνης (άρθρο 24 α.ν. 1565/1939).

Εφόσον, λοιπόν, από αμελή συμπεριφορά του προστηθέντος ιατρού - δευτέρου εναγομένου, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, προκλήθηκε ο θάνατος της Β. Β. μετά τον τοκετό της που διενεργήθηκε στην κλινική της πρώτης εναγομένης, ευθύνεται και η τελευταία για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν τα μέλη της οικογένειάς της, ευθύνη που, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη, είναι αντικειμενική και δικαιολογητικό λόγο έχει το γεγονός ότι ο προστήσας ωφελείται από τις υπηρεσίες του προστηθέντος, διευρύνοντας το πεδίο επιχειρηματικής του δραστηριότητας και ως εκ τούτου φέρει και την ευθύνη για τους κινδύνους που προκύπτουν από τη δραστηριότητα του προστηθέντος...".

Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την αντέφεση των αναιρεσιβλήτων και αφού δέχθηκε τις εφέσεις των αναιρεσειόντων και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ’ αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.

Ειδικότερα, την κρίση αυτή της πληττόμενης απόφασης στηρίζουν σαφώς και επαρκώς οι παραδοχές του Εφετείου ότι: α) η αιμορραγία μετά τον τοκετό είναι η σοβαρότερη μαιευτική επιπλοκή και γι’ αυτό επιβάλλεται η άμεση εκτίμηση της κατάστασης και υπολογισμός της απώλειας αίματος, τα συμπτώματα δε της ατονίας της μήτρας είναι εμφανή σε ένα μέσο συνετό ιατρό, μαιευτήρα - γυναικολόγο (η μήτρα παύει να συσπάται και με την ψηλάφηση ανευρίσκεται χαλαρή), μπορεί δε να αξιολογηθεί η άνω επιπλοκή εντός μικρού χρονικού διαστήματος (ακόμη και εντός δέκα λεπτών), με μία απλή πίεση της μήτρας με το χέρι του γιατρού, που πρέπει αμέσως να στηριχθεί αιμοδυναμικά, β) ο πρώτος αναιρεσείων, όμως, δεν προέβη, όπως όφειλε και μπορούσε, κατά τα ανωτέρω, σε έγκαιρη διάγνωση της πιο πάνω ατονίας της μήτρας, αλλά καθυστερημένα, και δη περί ώρα 06:00 αξιολόγησε το περιστατικό και ενώ καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ήτοι από τις 04:40 μέχρι τις 06:00 η αιμορραγία της υστεροτόκου, συνεχιζόταν με σταθερό και αμείωτο ρυθμό, η δε απώλεια αίματος ήταν σοβαρή, ενόψει του ότι η λεχώνα στις 04:50 είχε αιματοκρίτη 31 και στις 05:40, δηλαδή σε λιγότερο από μία ώρα, ο αιματοκρίτης της "έπεσε" στο 29, γ) ο προαναφερόμενος γνώριζε ότι δεν υπήρχε δυνατότητα να στηριχθεί η λεχώνα αιμοδυναμικά με μετάγγιση αίματος, καθόσον η δεύτερη αναιρεσείουσα κλινική δεν διέθετε τράπεζα αίματος και δεν μπορούσε ως εκ τούτου, να γίνει εκεί άμεσα μετάγγιση αίματος, δ) περί ώρα 06:23 και ενώ καμία προσπάθεια απ’ αυτές που έγιναν απ’ τον πρώτο αναιρεσείοντα δεν κατέστη δυνατό να σταματήσει την αιμορραγία, κλήθηκε, κατ’ εντολή του, το Ε.Κ.Α.Β., προκειμένου να μεταφέρει τη λεχώνα στο εφημερεύον για επείγοντα-μαιευτικά-γυναικολογικά περιστατικά, Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, για την περαιτέρω αντιμετώπιση της κατάστασης, ε) στις 06:55 το πλήρωμα του ασθενοφόρου παρέλαβε και μετέφερε τη λεχώνα, η οποία ήταν κάτωχρη και εμφανώς καταπονημένη, αλλά διατηρούσε ακόμη τις αισθήσεις της και στις 06:58, όταν έφτασε στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, εξαιτίας της σοβαρότητας της κατάστασής της, μεταφέρθηκε αμέσως, κατά παράκαμψη όλων των γραφειοκρατικών διαδικασιών, στη Δ’ Μαιευτική Γυναικολογική Κλινική του Νοσοκομείου και εισήχθη απευθείας, περί ώρα 7.00’ στην αίθουσα του χειρουργείου, στ) όπως διαπιστώθηκε από τους ιατρούς του άνω Νοσοκομείου, η προαναφερομένη βρισκόταν σε κρίσιμη κατάσταση, με συμπτώματα μεθαιμορραγικού shock, καθώς ήταν κάτωχρη, με ψυχρό δέρμα, συγχυτική, με χαμηλή πίεση 65/40 και σφίξεις 135/min, αρτηριακή συστολική πίεση απροσδιόριστη, αψηλάφητες περιφερικές σφύξεις, αντιδρώντας μόνο στα επώδυνα ερεθίσματα και παρουσίαζε ταχύπνοια και ταχυκαρδία και έγιναν προσπάθειες προκειμένου να αντιμετωπιστεί η ασταθής αιμοδυναμική της κατάσταση, ζ) αμέσως ξεκίνησε με ταχύ ρυθμό η χορήγηση πλάσματος αίματος και κρυοιζημάτων στην ασθενή, διασωληνώθηκε αυτή υπό γενική αναισθησία για την καλύτερη οξυγόνωσή της και προς αντιμετώπιση του αιμορραγικού shock και συνεχίστηκε η μετάγγισή της με αίμα, χωρίς όμως αποτέλεσμα, αφού ο αιματοκρίτης έπεσε στο 20,3% και η αιμοσφαιρίνη στα 6,71 gr, καθώς η αιμορραγία συνεχιζόταν με αμείωτο ρυθμό και στις 08:34, οι ιατροί της Μαιευτικής Κλινικής του Νοσοκομείου (Ιπποκράτειου) προχώρησαν σε κοιλιακή ολική υστερεκτομία (αφαίρεση της μήτρας) άνευ των εξαρτημάτων, προκειμένου να αποκλείσουν το εκλυτικό αίτιο της αιμορραγίας, η) μετά το τέλος της χειρουργικής επέμβασης και περί ώρα 12:00, η ασθενής μεταφέρθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (Μ.Ε.Θ.) του Νοσοκομείου με καρδιακή κάμψη, όπου η κατάστασή της αρχικά ανετάχθη, μετά από δώδεκα (12) ώρες επιδεινώθηκε και ανετάχθη με ινότροπα, αλλά τελικά, στις 31-07-2004, απεβίωσε στη Μ.Ε.Θ.

του Νοσοκομείου, ο δε θάνατός της οφείλεται εγκεφαλική ισχαιμία και, ως εκ τούτου, πολυοργανική ανεπάρκεια-υπενδοκαρδιακό έμφρακτο, συνεπεία αιμορραγίας, θ) ενόψει των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, προέκυψε αμέλεια του πρώτου αναιρεσείοντος, ο οποίος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, παρέλειψε να ενεργήσει σύμφωνα με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο από την ιατρική επιστήμη καθήκον μέριμνας και επιμέλειας και να αντιμετωπίσει το περιστατικό, όπως κάθε μέσος συνετός ιατρός, κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, αλλά και με βάση την εμπειρία του, την ικανότητά του και τις γνώσεις του και ειδικότερα, δεν προέβη με την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα στον αποκλεισμό των άλλων αιτιών της εμφάνισης της αιμορραγίας, όπως είναι η κατακράτηση του πλακούντα, οι τραυματισμοί του περινέου, του κόλπου ή του τραχήλου, η ρήξη της μήτρας και οι διαταραχές του πηκτικού μηχανισμού, ώστε να καταλήξει έγκαιρα στη διάγνωση της ατονίας της μήτρας, που είναι η συνηθέστερη και συχνότερη αιτία της αιμορραγίας μετά τον τοκετό και στη συνέχεια, να επιμεληθεί ο ίδιος για την άμεση διακομιδή της ασθενούς στο εφημερεύον Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, με αποτέλεσμα η ποσότητα αίματος που απώλεσε αυτή, λόγω της αιμορραγίας, από τις 04:40, που διαπιστώθηκε η αιμορραγία, μέχρι τις 06:23, που κλήθηκε το Ε.Κ.Α.Β.

για τη μεταφορά της στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, να μην αναπληρωθεί, γεγονός που είχε ως συνέπεια να υποστεί, πριν την εισαγωγή της στο άνω νοσοκομείο, μεθαιμορραγικό shock και ανεπανόρθωτες βλάβες των ζωτικών της οργάνων (εγκεφάλου, καρδιάς, νεφρών κ.α.), που τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με τον επελθόντα θάνατό της, αφού αυτός οφείλεται, κατά τα προαναφερθέντα σε πολυοργανική ανεπάρκεια λόγω αιμορραγίας και ι) με δεδομένο ότι ο τοκετός έλαβε χώρα στην κλινική της δεύτερης αναιρεσείουσας και η εκ μέρους του ιατρού διενέργεια του τοκετού έγινε στα πλαίσια της μεταξύ τους σχέσης συνεργασίας (διενέργεια τοκετών στους χώρους της κλινικής σε επίτοκες που παρακολουθούσε στο ιατρείο του, εντασσόμενος, όμως στο πρόγραμμα της κλινικής, η οποία καθόριζε και τους γενικούς όρους που αφορούσαν το τοκετό και την μετά απ’ αυτόν παρακολούθηση και περίθαλψη της υστερότοκου, χρήση των υπηρεσιών της κλινικής πρώτης εναγομένης, η οποία διέθετε προς τούτο την απαραίτητη υποδομή, καθώς και το κατώτερο μη ιατρικό και παραϊατρικό προσωπικό), συνάγεται ότι μεταξύ ιατρού και κλινικής υπήρχε σχέση πρόστησης.

Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος του και τέταρτος, κατά το τρίτο σκέλος του, λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι, εξάλλου, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το σκέλος εκείνο, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, διότι, υπό την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας και συγκεκριμένα της παραβίασης του άρθρου 914 ΑΚ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης (ΚΠολΔ 561 § 1).

Με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου αναιρετικού λόγου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα "...δεν εκτίμησε με την ορθή αποδεικτική της ισχύ την υπ’ αριθ. 1133-1134/2012 αμετάκλητη απόφαση του (ποινικού) Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης..".

Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από την αοριστία του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης (ΚΠολΔ 561 § 1). Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ’ όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν η δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά των. Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 2166/2009).

Με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι η παθούσα "δεν εισήχθη στο νοσοκομείο με μεθαιμορραγικό σοκ, αλλά σε κατάσταση ελέγξιμη και αναστρέψιμη".

Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν "πράγματα" με την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων από την εκτίμηση των αποδείξεων. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η από 10-10-2015 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-12-2015 αίτηση αναίρεσης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Αυγούστου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ