1418/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη)-Εισηγήτρια, Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1418/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο δράστης πρέπει να επιδιώκει το όφελος άμεσα από την περιουσία του βλαπτόμενου κατά τρόπο που αυτό να είναι η αντίστροφη όψη της βλάβης, χωρίς να είναι αναγκαία η ταύτιση ως προς το ποσόν και το ποιόν της. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται εκ τούτου, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1418 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1418/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη)-Εισηγήτρια, Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Μαΐου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Ζάρα, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.342/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας και με πολιτικώς ενάγουσα την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, που εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μανδρέκα.
Το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21-12-2015 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 23/2016.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και συγκεκριμένα για τον έβδομο λόγο αυτής και να απορριφθεί κατά τα λοιπά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η με την αθέμιτη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται αν η ζημία που προξένησε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.
Με την διάταξη αυτή προβλέπεται το έγκλημα της απάτης το οποίο στρέφεται κατά της περιουσίας για την στοιχειοθέτηση του οποίου απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις: α) Σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να απαιτείται και η πραγμάτωσή του. β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία ως παραγωγό αιτία να έχει παραπλανηθεί κάποιος και να έχει προβεί σε επιζήμια γι’ αυτόν ή για άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας που να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις.
Ο δράστης πρέπει να επιδιώκει το όφελος άμεσα από την περιουσία του βλαπτόμενου κατά τρόπο που αυτό να είναι η αντίστροφη όψη της βλάβης, χωρίς να είναι αναγκαία η ταύτιση ως προς το ποσόν και το ποιόν της. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται εκ τούτου, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ’ αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη δε αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Τριμελές Εφετείο Λαμίας που δίκασε σε δεύτερο βαθμό κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της απάτης ιδιαιτέρας μεγάλης αξίας και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών ανασταλείσα επί τριετία.
Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση ότι από όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα απολογία κατηγορουμένου) αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Κ. Μ., με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών.
Ειδικότερα ενώ συνεργάζονταν με την Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", στο υποκατάστημά της στη …, ως ιδιώτης πολιτικός μηχανικός, έχοντας παρακολουθήσει και σχετικά σεμινάρια της Τράπεζας, προέβαινε σε εκτιμήσεις ακινήτων δανειοληπτών της Τράπεζας, σχετικά με την αξία τους και την πρόοδο των εργασιών, σε περίπτωση υπό κατασκευής ακινήτου.
Η τρίτη εναγόμενη είναι κυρία του ισογείου οικοδομής στη Λαμία, αποτελουμένου από ένα διαμέρισμα επιφάνειας 116,08 τ.μ., που δεν ήταν διαμορφωμένο και συνήψε με την Τράπεζα σύμβαση δανείου για την πλήρη διαμόρφωσή του. Ο πρώτος εναγόμενος είχε ορισθεί εκτιμητής, ώστε να εκτιμούσε την πρόοδο των εργασιών και να ελάμβανε η δανειολήπτρια και τις ανάλογες δόσεις του δανείου.
Την 22-1-2008, πιστοποίησε προς την Τράπεζα, θέτοντας και την υπογραφή του, ότι το άνω διαμέρισμα ήταν πλήρως αποπερατωμένο σε ποσοστό 100%, προκειμένου η Τράπεζα να προβεί στην εκταμίευση της δεύτερης δόσης δανείου προς την προαναφερθείσα δανειολήπτρια, ποσού 62.900 ευρώ, ενώ η αλήθεια είναι πως το διαμέρισμα δεν είχε αποπερατωθεί αλλά παρέμενε ημιτελές με κατασκευαστική ετοιμότητα ανερχόμενη σε ποσοστό 33%.
Για την πιστοποίηση, η οποία πρέπει να συνοδεύεται από φωτογραφίες, προσκόμισε και φωτογραφίες εκτυπωμένες από υπολογιστή, στις οποίες έχει γίνει επικόλληση στο ισόγειο του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, όπου κατοικεί η δεύτερη κατηγορούμενη, μητέρα της τρίτης κατηγορούμενης, ώστε να φαίνεται αποπερατωμένο το διαμέρισμά της, το οποίο, όμως, στην πραγματικότητα είναι ημιτελές, σε ποσοστό 33%.
Με την πράξη του αυτή, ο πρώτος κατηγορούμενος, έχοντας σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος η άνω τρίτη κατηγορούμενη, λαμβάνοντας δάνειο 170.000 ευρώ προκάλεσε βλάβη στην περιουσία της εγκαλούσας Τράπεζας, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 95.000 ευρώ, που είναι η διαφορά μεταξύ της αντικειμενική αξίας του μη αποπερατωμένου ακινήτου, που ανέρχεται σε 75.515.73 ευρώ και των 170.000 ευρώ που έλαβε ως δάνειο η τρίτη κατηγορουμένη, η δε ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον πρώτο κατηγορούμενο ΕΝΟΧΟ για την πράξη της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και συγκεκριμένα του ότι: στη … στις 22-1-2008 με σκοπό να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, πιστοποίησε ψευδώς προς την Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Α.Ε." που εδρεύει στην…, με την από 22-01-2008 πιστοποίηση εκτελεσθέντων έργων, ως συνεργαζόμενος με την Τράπεζα ιδιώτης μηχανικός, ότι το διαμέρισμα επιφανείας 116,08 τ.μ.
που βρίσκεται στο ισόγειο διώροφης οικοδομής στη …, ιδιοκτησίας της τρίτης κατηγορουμένης Π. Ν., ήταν πλήρως αποπερατωμένο σε ποσοστό 100%, προκειμένου η Τράπεζα να προβεί στην εκταμίευση της δεύτερης δόσης δανείου προς την προαναφερθείσα δανειολήπτρια, ποσού 62.900 ευρώ, ενώ η αλήθεια είναι πως το διαμέρισμα δεν είχε αποπερατωθεί αλλά παρέμεινε ημιτελές με κατασκευαστική ετοιμότητα που ανέρχεται σε ποσοστό 33%.
Με την πράξη του αυτή, ο πρώτος κατηγορούμενος προκάλεσε βλάβη στην περιουσία της εγκαλούσης Τράπεζας, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 95.000 ευρώ, που είναι η διαφορά μεταξύ της αντικειμενική αξίας του μη αποπερατωμένου ακινήτου, που ανέρχεται σε 75.515.73 ευρώ και των 170.000 ευρώ που έλαβε ως δάνειο η τρίτη κατηγορουμένη, η δε ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, την από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς επιλεκτική εκτίμηση αποδεικτικών στοιχείων και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας για την οποία αυτός καταδικάσθηκε, εκθέτοντας τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1α, 27, 386 του Π.Κ.
τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει• ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκδόθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο ανάγκη, για την πληρότητα της αιτιολογίας, ειδική αξιολόγηση, συσχετισμός και συγκριτική στάθμιση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων.
‘ Οσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, από το άνω αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, που αλληλοσυμπληρώνονται και συνιστούν ένα ενιαίο σύνολο α) επαρκώς αιτιολογείται ο δόλος του αναιρεσείοντος, αφού η προσβαλλόμενη δέχεται ότι αυτός προσκόμισε τις φωτογραφίες οι οποίες απεικόνιζαν αποπερατωμένη στο σύνολό της την ιδιοκτησία της συγκατηγορουμένης του, ενώ αυτή ήταν ημιτελής (33%) και κατά συνέπεια ο αναιρεσείων βεβαίωσε εν γνώσει, του ημιτελούς της οικοδομής, ότι αυτή ήταν αποπερατωμένη, β) εμπεριστατωμένα αιτιολογείται η ζημία της εγκαλούσας Τράπεζας, και ο σύνδεσμος αυτής με την απατηλή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, γ) δεν υφίσταται καμμία ασάφεια ούτε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ύψος της ζημίας της εγκαλούσας Τράπεζας και δ) οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο αναιτιολόγητα δέχτηκε σκοπό και δυνατότητα του αναιρεσείοντος να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτουν οι σχετικές παραδοχές και αγνοώντας την σχετική κατάθεση του μάρτυρος της εγκαλούσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είναι αβάσιμες διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο κατέληξε στις παραδοχές αυτές, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων τα οποία αναφέρει ως προς το είδος τους και τα οποία σταθμίστηκαν με τρόπο διαφορετικό από τις εκτιμήσεις του αναιρεσείοντος.
Επομένως οι σχετικοί λόγοι του αναιρεσείοντος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω με σχετικό λόγο της αναιρέσεως, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένη στο ότι δεν απάντησε σε λόγο της εφέσεώς του, με τον οποίο παραπονείτο ότι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρος της εγκαλούσης ο οποίος κατέθεσε ότι "αυτός-(αναιρεσείων) δεν είχε πρόθεση να βλάψει την περιουσία της".
Ο λόγος αυτός όμως είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και την εκκαλουμένη απόφαση, κατέληξε στην ενοχή του αναιρεσείοντος και προφανώς εκτίμησε και το συγκεκριμένο μέρος της πρωτόδικης απόφασης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α’ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.
Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του, με τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ ως άνω δικαιώματα του ως προς το περιεχόμενο του.
Αν η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια και τούτο ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα {Α.Π 910/2015, Α.Π 231/2015, Α.Π 1003/2014}. Τα έγγραφα με γραφικές παραστάσεις, όπως είναι οι χάρτες, απεικονίσεις, φωτογραφίες και σχεδιαγράμματα, δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, προς τους οποίους επιδεικνύονται για το σκοπό αυτό από τον διευθύνοντα τη συζήτηση.
Συνεπώς, είναι προφανές, ότι όταν στα πρακτικά της δίκης αναγράφεται ότι "αναγνώσθηκε" φωτογραφία ή σχεδιάγραμμα, η αναγραφή αυτή δεν τίθεται κατά κυριολεξία, αλλά με την παραπάνω έννοια της επισκόπησης του εγγράφου αυτού από τους παράγοντες της δίκης, οι οποίοι, έτσι έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους και τους παρασχέθηκε η δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με αυτό {Α.Π 1108/2014, Α.Π 826/2014, Α.Π 615/2013}.
Στη προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι οι φωτογραφίες του ακινήτου επισκοπήθηκαν από το Εφετείο και μάλιστα κατά την αντιπαράσταση εξέταση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου και του μάρτυρα πολιτικής αγωγής προκειμένου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να διαμορφώσει γνώμη για το ποιός προσκόμισε στην εγκαλούσα τις φωτογραφίες που έδειχναν αποπερατωμένο το ως άνω ακίνητο.
‘ Αλλωστε από τις παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει ότι ο ίδιος ο αναιρεσείων προσκόμισε στην εγκαλούσα Τράπεζα τις επίμαχες φωτογραφίες και κατά συνέπεια γνώριζε το περιεχόμενο αυτών. ‘ Ετσι όμως ο αναιρεσείων κατηγορούμενος και ο συνήγορός του έλαβε γνώση των φωτογραφιών και είχαν την δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε πάντως από τον τρόπο προσδιορισμού του στα πρακτικά της δίκης.
Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως που πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για του ότι τα ανωτέρω έγγραφα δεν αναγνώσθηκαν είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά ταύτα εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) καθώς και στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης πολιτικώς ενάγουσας (αρ. 176 και 183 ΚΠολΔ) κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-12-2015 αίτηση του Κ. Μ. του Α. για αναίρεση της με αριθμό 342/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στην δικαστική δαπάνη της παρισταμένης πολιτικώς ενάγουσας την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Σεπτεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ