Legislator Case Law & Legislation
1418/2014 AI generated

1418/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1418/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1418/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσίβλητη από 15-12-2013 έκθεση επίδοσης του αστυφύλακα του Α.Σ. Τήλου Δωδεκανήσου Γ. Κ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της προαναφερόμενης κλήσης της αναιρεσίβλητης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για παράσταση κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον υπεισέλθοντα στη θέση του αρχικού αναιρεσείοντος Π.

Keywords

AI generated
rural land rights previous legal status agricultural use proof of ownership established right right of common pasture
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1418 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1418/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, διότι έχει αποβιώσει, όπως προκύπτει από το με αριθμό 132/2012 Πρακτικό του Δικαστηρίου τούτου.

Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Μ. Π. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Πλιάτσικα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του καθού η κλήση: Π. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ως καθολικού διαδόχου του Ε. Κ., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 26/2/1998 δια των προτάσεων ασκηθείσα ανταγωγή του αρχικού αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 397/1998 μη οριστική, 241/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 158/2008 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 30/10/2008 αίτησή του. Κατά την δικάσιμο της 24/10/2012 δηλώθηκε η βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου του αναιρεσείοντος. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 16/8/2013 κλήση της καλούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 5/10/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 16-8-2013 κλήση της αναιρεσίβλητης Μ. Π. του Π. φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 30-10-2008 αίτηση του Ε. Κ. του Γ., αρχικά αναιρεσείοντος, ήδη αποβιώσαντος, στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως καθολικώς διάδοχος του ο Π. Κ. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 48/2008 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, για τους αναφερόμενους σ' αυτόν και παρακάτω ερευνώμενους από τους αριθμ.11 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους.

Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσίβλητη από 15-12-2013 έκθεση επίδοσης του αστυφύλακα του Α.Σ. Τήλου Δωδεκανήσου Γ. Κ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της προαναφερόμενης κλήσης της αναιρεσίβλητης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για παράσταση κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον υπεισέλθοντα στη θέση του αρχικού αναιρεσείοντος Π.

Κ. του Γ.. Περαιτέρω από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την αναιρεσίβλητη έγγραφα: 1)τα υπ' αρ. 90/2011 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου με αντικείμενο τη δημοσίευση της υπ' αριθμ. 8753/5-10-2011 δημόσιας διαθήκης του Ε. Κ. του Γ. (αρχικού αναιρεσείοντος) που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου Ζωής Μηνατσή - Ζέρβα, 2)το υπ' αρ. 37395/2013 πιστοποιητικό του Γραμματέα Πρωτοδικών Αθηνών περί των διαθηκών του αποβιώσαντος στις 9-10-2011 Ε.

Κ. του Γ. και 3) την υπ' αριθμ. 560/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (Τμήματος Εκουσίας Δικαιοδοσίας) για χορήγηση κληρονομητηρίου στον Π. Κ. του Γ., προκύπτει ότι ο τελευταίος υπεισήλθε στη θέση του αρχικού αναιρεσείοντος αδελφού του, ως μόνος εκ διαθήκης καθολικός διάδοχος του και σύννομα η αναιρεσίβλητη επισπεύδει την επανάληψη της βιαίως διακοπείσας αναιρετικής δίκης λόγω του θανάτου του αρχικού αναιρεσείοντος (βλ.

τα υπ' αριθμ. 132/24-10-2012 πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την οποία γνωστοποιήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 287 παρ.2 ΚΠολΔ ο θάνατος του αρχικού αναιρεσείοντος). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου ο Π. Κ. του Γ. που υπεισήλθε στη θέση του αρχικού αναιρεσείοντος, δεν εμφανίστηκε μετά ή δια πληρεξουσίου δικηγόρου ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, ούτε κατέθεσε δήλωση περί μη εμφάνισης του κατά την εκφώνηση της υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ).

Επομένως το Δικαστήριο αυτό θα προχωρήσει στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία του αναιρεσείοντος που έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά τα προαναφερόμενα (άρθρο 576 παρ.2 εδ.τελευτ. ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 ε δ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 § 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομενών πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων στις προτάσεις της δευτεροβάθμιες δίκης (ΟλΑΠ 23/2008, 9/2000, 14/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη του προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης που περιείχετο στην 69.2003 εισηγητική έκθεση της Ειρηνοδίκου Αθηνών Μαρίας Παπαδάκη, τους τίτλους κτήσης της κυριότητας από την αναιρεσίβλητη και φωτογραφίες, αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε πρωτόδικα η αναιρεσίβλητη προς ανταπόδειξη της ανταγωγής χωρίς η αναιρεσίβλητη τους αρνητικούς ισχυρισμούς της επί της ανταγωγής και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα που αποδείκνυαν αυτούς να έχει επαναφέρει παραδεκτά στο Εφετείο κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της έφεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι των ανωτέρω εγγράφων έγινε σαφής και ορισμένη επίκλησή τους. Η περιεχόμενη στον ίδιο λόγο αναίρεσης αιτίαση από τον αριθ.8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης που αποτελούσε αιτιολογημένη άρνηση της ανταγωγής επειδή δεν επαναφέρθηκε στο Εφετείο παραδεκτά κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι αρνητικοί ισχυρισμοί επί της αγωγής ή ανταγωγής δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθμός 11γ του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, προσάπτει ην αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Π. Κ., που περιλαμβάνεται στην 68/2003 έκθεση του Εισηγητή Δικαστή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, καθώς και φωτογραφίες του επιδίκου ακινήτου, αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της έφεσης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και προσκόμισε στο Εφετείο προς απόδειξη της ανταγωγής του.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο μετά από εκτίμηση και συναξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, στα οποία συμπεριλαμβάνονται οι φωτογραφίες του επιδίκου, μη αμφισβητούμενης γνησιότητας και οι από 24-10-2007 και 7-2-2008 τεχνικές εκθέσεις εφαρμογής και φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών του τοπογράφου μηχανικού Α.

δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Επίδικο αποτελεί το ευρισκόμενο στη νήσο Τήλο, στο χωριό ... και στην ειδικότερη τοποθεσία "..." ή "..." ακίνητο, το οποίο είναι αγρός έκτασης 3.000 περίπου τ.μ. οριοθετούμενο βόρεια, ανατολικά και νοτιοανατολικά από εφαπτόμενους στις πλευρές του αυτές αγροτικούς δρόμους, από νοτιοδυτικά κατ δυτικά με ιδιοκτησία Η.

Χ.. Το ακίνητο αυτό η αντεναγομένη απέκτησε με το με αρ. .../16-11-1984 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Στεργίου Χαραλάμπους που μεταγράφηκε νόμιμα, δυνάμει συμβάσεως αγοραπωλησίας από τον αδελφό της Α.-Α. Π., ο οποίος είχε αποκτήσει τούτο με το με αρ. .../30.8.1976 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ρόδου Σακελάριου Μαϊλη από την Ε.

Χ.. Η τελευταία είχε αποκτήσει αυτό άτυπα λόγω προικός, όπως προκύπτει από το με ημεροχρονολογία 9 Σεπτεμβρίου 1934 προικοσύμφωνο του τότε Δημάρχου Άνω Επισκοπής (Τήλου), στο οποίο φέρει τον αριθμό 9. Την επί του ακινήτου κυριότητα της Ε. Χ. δεν αμφισβητεί ο αντενάγων, αφού και ο ίδιος για την επιστήριξη της με πρωτότυπο τρόπο κτήσεως επ' αυτού, επικαλείται την άτυπη παρ' αυτής παραχώρηση της νομής του σ' αυτόν το έτος 1961.

Περί του ότι πρόκειται για το ίδιο ακίνητο, με εκείνο που αναφέρεται στον τίτλο της αντεναγόμενης, δεν υπάρχει ουδεμία αμφιβολία διότι το τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού Μηχανικού Α. Χ., που εκπονήθηκε με βάσει τους τίτλους της αντεναγόμενης συμπίπτει σε όλα του τα στοιχείο, με ελάχιστη απόκλιση κατά 80 περίπου τ.μ.

της έκτασης του, με το συνημμένο στην ανταγωγή τοπογραφικό διάγραμμα, που εξεπόνησε ο αρχιτέκτονας-μηχανικός Ν. Φ. για το ακίνητο του οποίου την αναγνώριση της κυριότητας επιδιώκει ο αντενάγων. Εξάλλου, ο ίδιος δεν διευκρινίζει αν το αναφερόμενο στον αριθμό 9 του παραπάνω προικοσυμφώνου ακίνητο, αντιστοιχεί σ' αυτό που αναφέρεται στην ανταγωγή και εν τέλει δεν αναφέρει αν το ακίνητο που φέρεται να του πώλησε άτυπα η ως άνω κοινή δικαιοπάροχος των διαδίκων το 1961, είναι κάποιο άλλο από τα αναφερόμενα στο ίδιο το προικοσύμφωνο ακίνητο, ή πρόκειται για άλλο ακίνητο που είχε αποκτήσει με άλλο τρόπο η ίδια δικαιοπάροχος.

Ωστόσο η από μέρους της τελευταίος άτυπη παραχώρηση του ακινήτου στον αντενάγοντα δεν αποδείχθηκε. Αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος κατέλαβε αυθαίρετα το ακίνητο και άρχισε ασκεί επ' αυτού πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και συγκεκριμένα φύτεψε εντός αυτού 25 ελαιόδεντρα, τα οποία εξακολουθεί μέχρι σήμερα να καλλιεργεί και να συλλέγει τον ελαιόκαρπο, περιέφραξε αυτό, κατασκεύασε περιμετρικό πέτρινο τοιχίο, επί του οποίου τοποθέτησε συρμάτινη περίφραξη, φύτεψε ευκαλύπτους και καλλωπιστικά φυτά.

Η κατάληψη του ακινήτου όμως από τον αντενάγοντα και κατ επέκταση η έναρξη της νομής του, δεν έγινε το έτος 1961, αλλά σε μεταγενέστερο κατά πολύ χρόνο και ειδικότερα μεταξύ των ετών 1989-1990. Τούτο σαφώς προκύπτει από την περιεχόμενη στη με αρ. 69/2003 εισηγητική κατάθεση του μαρτυρά της αντεναγόμενης η οποία ενισχύεται από όσα αναφέρονται στις παραπάνω επικαλούμενες από 7-2-2008 και 24-10-2007 τεχνικές εκθέσεις και τις προσκομιζόμενες από του διαδίκους φωτογραφίες.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι α) μέχρι το έτος 1989 δεν υπήρχε περίφραξη, το ακίνητο ήταν χέρσο και δεν είχε δένδρα, β) η παρουσία των πρώτων ελαιοφύτων διαπιστώνεται από τον ίδιο μάρτυρα το έτος 1994, γ) Το μέγεθος των απεικονιζόμενων ελαιοδένδρων από το οποίο καταδεικνύεται ότι δεν είχε παρέλθει διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας από τη φύτευση τους.

Τούτο είναι απόλυτα συμβατό με το μέγεθος των ελαιόδεντρων που απεικονίζονται στις προσκομιζόμενες από την αντεναγομένη, μη αμφισβητούμενης γνησιότητας, φωτογραφίες της καταστάσεως του επιδίκου το έτος 1996 από τις οποίες φαίνεται, δεδομένης και της ιδιοσυστασίας του εδάφους του ακινήτου, λόγω της μικρής απόστασης αυτού από τη θάλασσα, ότι τα ελαιόδεντρα δεν παρουσιάζουν την ανάπτυξη που θα έπρεπε να έχουν ελαιόδεντρα ηλικίας 30 ετών, αλλά είναι εμφανές ότι πρόκειται για ελαιόδεντρα που δεν έχουν φυτευτεί σε προγενέστερο του έτους 1989 χρόνο.

Εξάλλου, δεν βεβαιώνεται η ημερομηνία λήψεως των φωτογραφιών που ο αντενάγων προσκόμισε στην περαιτέρω μετ' απόδειξη συζήτηση της υπόθεσης στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στις 16.1.2006 και ως εκ τούτου, η ανάπτυξη των απεικονιζόμενων σ' αυτές ευκαλύπτων, δεν παρέχει ασφαλείς αποδείξεις σχετικά με το χρόνο της φύτευσης τους, ενώ παρατηρείται ότι από μέρους του αντενάγοντος δεν προσκομίστηκαν κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, (τουλάχιστον δεν γίνεται επίκληση τους) φωτογραφίες που να απεικονίζουν τα υφιστάμενα, στις αρχές Μαρτίου του έτους 1998 επί του επιδίκου ελαιόδεντρα, από τις οποίες το Δικαστήριο θα μπορούσε σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα να συναγάγει την αλήθεια το)ν όσων στην ανταγωγή του αναφέρει.

Ακόμη δεν προσκομίζει κανένα στοιχείο σχετικό με το χρόνο κατασκευής της περίφραξης. Βάσει των παραπάνω το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι ο εναγών άρχισε να ενεργεί επί του ακινήτου πράξεις νομής μετά το έτος 1990 και συνεπώς μέχρι το έτος 1997 που ασκήθηκε η αγωγή, ή, μη αποδεικνυομένης της επιδόσεως της, μέχρι την πρώτη συζήτηση αυτής τον Μάρτιο του έτους 1998, δεν παρήλθε εικοσαετία για την κτήση της επί του επιδίκου κυριότητας".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο κατέληξε ότι η ανταγωγή του εναγομένου είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και ενόψει του ότι το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 241/2006 απόφασή του είχε δεχθεί ως κατ' ουσίαν βάσιμη αυτήν (ανταγωγή), εξαφάνισε την ως άνω εκκαλουμένη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και δικάζοντας την ανταγωγή την απέρριψε.

Συνακόλουθα ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τους κρίσιμους ανταγωγικούς ισχυρισμούς του αναίρεσε ιόντος έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τα ω ς άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία μάλιστα ρητά μνημονεύει χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει χωριστή αξιολόγηση καθενός απ' αυτά καθώς και καθενός από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από την αναιρεσίβλητη αποδεικτικά μέσα.

Ακόμα, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων. γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 7.2.008 τεχνικής έκθεσης του Αγρονόμου Τοπογράφου Α. Σ., την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο η αναιρεσίβλητη προς ανταπόδειξη της ανταγωγής.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, ότι ο αναιρεσείων δεν κατέστη κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία κατέληξε αφού προέβη σε συνεκτίμηση περισσοτέρων αποδεικτικών μέσων δηλ. των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων και των εγγράφων, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-10-2008 αίτηση του Ε. Κ. του Γ., στη θέση του οποίου υπεισήλθε ο Π. Κ. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 158/2008 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ