Supreme Court dismisses appeal on divorce grounds, upholding lower court's finding of irretrievable breakdown.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision to dissolve the marriage. The appellant argued that the lower court failed to consider specific facts regarding the husband's refusal to pay debts and the subsequent separation, claiming the relationship breakdown was not legally sufficient. The court rejected these arguments, ruling that the evidence clearly demonstrated a severe breakdown of the marital relationship affecting both parties, thereby validating the lower court's decision to grant the divorce.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281, 1439 §1, 559, 559 §19, 561 of the Civil Code; The court must examine whether the consequences of divorce exceed normal expectations to justify maintaining the marriage, and an appeal is inadmissible if the lower court's reasoning is clear, consistent, and based on sufficient evidence of irretrievable breakdown.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1418 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1418/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Κ. του Β., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Μήτση, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ζ. του Θ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αργυρή - Ήρα Κάζογλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Οκτωβρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4311/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2985/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Απριλίου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 22 Φεβρουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 2985/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 2985/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 4311/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απαγγέλθηκε η λύση του γάμου των διαδίκων, λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης, από λόγους που αφορούσαν το πρόσωπο αμφοτέρων των συζύγων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
2. Για τη θεμελίωσή της από το άρθρο 281 ΑΚ ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως του παρεχομένου από το άρθρο 1439§1 ιδίου Κώδικα δικαιώματος προς διάζευξη, δεν αρκούν οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις του διαζυγίου σε βάρος του εναγομένου συζύγου ή των τέκνων τους, αλλά απαιτείται οι επιπτώσεις να εκφεύγουν εκείνων που είναι συνήθεις και αυτονόητες και να οδηγούν λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα της σοβαρότητάς τους, στη δημιουργία καταστάσεως υπέρμετρης σκληρής για τον εναγόμενο ή τα τέκνα, ώστε εντεύθεν να επιβάλλεται η διατήρηση του γάμου για την αποτροπή αυτών των συνεπειών.
Εξάλλου, κατά τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως η αντενστάσεως.
Πράγμα επομένως, είναι, υπό την έννοια αυτή, και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, καθώς και όταν ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π 14/2004). Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως αφορά ελλείψεις, που ανάγονται αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή των γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκρατούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους να μην μπορεί να διαγνωστεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς.
Προϋποθέτει δηλαδή ο λόγος αυτός αναιρέσεως ότι το δικαστήριο της ουσίας, ύστερα από ανέλεγκτα αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 περ. 1 ΚΠολΔ), δέχτηκε ως κατ` ουσίαν βάσιμους τους αγωγικούς ή άλλους ουσιώδεις ισχυρισμούς ή απέρριψε ως κατ` ουσίαν αβάσιμους τέτοιους ισχυρισμούς. Τυχόν σφάλμα της αποφάσεως συνδεόμενο με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανένα ουσιαστικού δικαίου, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να κρίνει αν η αγωγή ή η ένσταση κλπ.
είναι ή όχι σύννομη, αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί ή αρκέστηκε σε λιγότερα δεν ελέγχεται ως παράβαση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Τέλος, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 § 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο τους λόγους αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται σε ποιόν από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να προκύπτουν απ` αυτούς οι νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση.
Συνεπώς, οι λόγοι αναιρέσεως που αντιφάσκουν μεταξύ τους απορρίπτονται ως απαράδεκτοι (ΑΠ 41/2009, 79/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα προς απόκρουση της κατ` αυτής ασκηθείσας από τον αναιρεσίβλητο αγωγής διαζυγίου με βάση το άρθρο 1439§1 ΑΚ, πρόβαλε την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του προς διάζευξη δικαιώματος του ενάγοντος, επικαλούμενη ειδικότερα ότι: " με την επιδείνωση του προϋπάρχοντος της τελέσεως του γάμου καρδιολογικού της προβλήματος, για το οποίο υπεβλήθη στις 16-9-03 σε χειρουργική επέμβαση αντικατάστασης αορτής και αορτικής βαλβίδας και της αδυναμίας ανευρέσεως εργασίας, ενόψει της ηλικίας της και της έλλειψης οποιασδήποτε επαγγελματικής εξειδίκευσης σε συνδυασμό και με την έλλειψη άλλων εισοδημάτων ή περιουσιακών στοιχείων, έχει περιέλθει σε πλήρη αδυναμία επιβίωσης".
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση αυτή, απορρίπτοντας συνακόλουθα και το σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας. Με τους πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, και τον τρίτο κατά το πρώτο σκέλος του, λόγους, αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τον οποίο επανέφερε τον προταθέντα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρισμό της περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης του αντιδίκου της.
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους, κατά το δεύτερο σκέλος τους, αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες απέρριψε τον ισχυρισμό της αυτό. Οι λόγοι αυτοί, είναι προεχόντως, αντιφατικοί, διότι δεν είναι δυνατόν να ψέγεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό και παράλληλα ότι απέρριψε τον ίδιο ισχυρισμό με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και ως τέτοιοι είναι απαράδεκτοι.
Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να σημειωθεί ότι οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν :1) ως αβάσιμοι, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε ως μη νόμιμο και 2) ως απαράδεκτοι, για τις από τον αριθ. 19 αιτιάσεις, διότι το δικαστήριο, απλώς έκρινε ως νόμω αβάσιμο τον ως άνω ισχυρισμό με βάση τα περιστατικά που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, χωρίς να προχωρήσει στην κατ' ουσία έρευνα αυτού και να διατυπώσει οποιοδήποτε αποδεικτικό πόρισμα. 3.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφτηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο μέσο απόδειξης. Δεν γεννάται όμως ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων.
Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις, που έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, που προβλέπονται από τα άρθρα 270 παρ.2 εδ.β' του ΚΠολΔ, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αλλά αρκεί να βεβαιώνεται στην τελευταία γενικώς, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ώστε να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα των εν λόγω ενόρκων βεβαιώσεων.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους 2ο, κατά το πρώτο σκέλος του και 3ο κατά το αντίστοιχο σκέλος, λόγους της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.γ' του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει το πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε, προς απόδειξη των ισχυρισμών της για την αντίκρουση της αγωγής του αντιδίκου της.
Ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη τις ληφθείσες σε προηγούμενη, συναφή, ανοιγείσα για τον καθορισμό της συνεισφοράς της στην διατροφή της, ως συζύγου του, μεταξύ τους δίκη, τις υπ' αριθμ..../ 22-12-2004 ένορκες Βεβαιώσεις των εξετασθέντων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, Σ. Κ. Τ., Α. Χ. Κ., καθώς και του Α. Ε. Μ. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Τούτο διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα, από την περιεχομένη σ' αυτήν βεβαίωση, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις, των μαρτύρων αμφοτέρων των διαδίκων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς και όλα τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τις ως άνω αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, ως δικαστικά τεκμήρια, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή αξιολόγηση αυτών. 4.
Κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο.
Ο ενάγων, λοιπόν, για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του θα πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσης γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός ώστε βασίμως η εξακολούθηση της συμβιώσεως έχει καταστεί αφόρητη γι` αυτόν.
Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιον από τους δύο συζύγους βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το εάν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 Α.Κ.
Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας. Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου, που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μετ' επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του. τα ακόλουθα: "...Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο, σύμφωνα με τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, στο ... στις 301-2003, από τον οποίον δεν απέκτησαν τέκνα.
Ο γάμος αυτός ήτο τρίτος δι' αμφοτέρους τους διαδίκους. Ο ενάγων ήτο ηλικίας 77 ετών και είχε τέσσερα τέκνα από τους προηγούμενους δύο γάμους του, τα οποία ήσαν ενήλικα και η εναγομένη ήτο ηλικίας 57 ετών και είχε από τους προηγούμενους γάμους της δύο τέκνα, τα οποία ήσαν & αυτά ενήλικα. Οι διάδικοι γνωρίστηκαν μέσω γραφείου συνοικεσίων και λίγους μήνες πριν τον γάμο τους, αλλά και κατά την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης διέμεναν σε διαμέρισμα, στο οποίο ήδη κατοικούσε ο ενάγων στο ...
μαζί με τα τρία άγαμα τέκνα του ενάγοντος. Η εναγομένη είναι συνταξιούχος του ΙΚΑ με μηνιαία σύνταξη 290ευρώ, ο δε ενάγων είναι συνταξιούχος του Δημοσίου με μηνιαία σύνταξη 1500 ευρώ. Από την αρχή η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων υπήρξε προβληματική. Ειδικότερα η συμπεριφορά του ενάγοντος απέναντι στην εναγομένη δεν ήτο η πρέπουσα.
Ήταν αυταρχικός, απεφάσιζε μόνος του για όλα τα θέματα του κοινού βίου τους και την επιφόρτιζε με όλες τις οικιακές εργασίες, καθώς και με τις κηπουρικές εργασίες της εξοχικής του κατοικίας στο ... ενώ γνώριζε ότι αυτή αντιμετώπιζε σοβαρό καρδιολογικό πρόβλημα. Αυτός καθόριζε τον χρόνο επικοινωνίας με τα τέκνα της και ειδικότερα της επέτρεπε να επισκέπτεται τον γιό της μία φορά την εβδομάδα, με την δε κόρη της Μ.
στην ... επικοινωνούσε μία φορά τον μήνα. Αλλά και η συμπεριφορά της εναγομένης προς τον ενάγοντα ήταν αντισυζυγική και αδιάφορη, συχνά τον αποκαλούσε ανίκανο και τεμπέλη ενώ αδιαφορούσε παντελώς γι' αυτόν. Σαράντα πέντε μόλις ημέρες μετά τον γάμο τους ήτοι στις 15-3-2003 του ανακοίνωσε ότι δήθεν θα της κατάσχουν το σπίτι, διότι όφειλε δόσεις οι οποίες ανέρχονταν στο ποσό των 4.000.000 δρχ.
και ζήτησε τα χρήματα αυτά για να πληρώσει το χρέος της. Επειδή όμως ο ενάγων αρνήθηκε να της δώσει αυτό το ποσό η εναγομένη την άλλη μέρα, ήταν η μέρα που θα επισκεπτόταν το γιό της, πήρε την τσάντα της και έφυγε από το σπίτι. Το απόγευμα της ίδιας μέρας τον πήρε στο τηλέφωνο και αφού του είπε ότι τα "Σάβανα δεν έχουν τσέπες" του έκλεισε το τηλέφωνο.
Στη συνέχεια αφού πέρασαν δύο μέρες και οι διάδικοι δεν είχαν καμία επικοινωνία μεταξύ τους την Τρίτη ημέρα ο ενάγων απέστειλε στην εναγομένη τα πράγματά της με τον γιό του Θ. Επομένως αποδείχθηκε, ότι οι σχέσεις των διαδίκων έχουν κλονιστεί τόσο ισχυρά, από λόγους που αφορούν και το πρόσωπο της εναγομένης, ώστε βάσιμα η εξακολούθησε της έγγαμης σχέσης των διαδίκων να αποβαίνει αφόρητη για τον ενάγοντα...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας, κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου και είχε λυθεί ο γάμος των διαδίκων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ.
Ειδικότερα, με βάση τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά οι μεταξύ των διαδίκων σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγους που αφορούν και την αναιρεσείουσα, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσης να αποβαίνει αφόρητη και για τον αναιρεσίβλητο. Επομένως, ο τρίτος, κατά το τρίτο σκέλος, λόγος της κρινόμενης αίτησης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους που αναφέρονται σε αυτόν, κατά το άλλο μέρος του, καθώς και οι επί μέρους αιτιάσεις που περιέχονται στους λοιπούς λόγους της κρινόμενης αίτησης, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντα, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείοντα σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Ενόψει αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση. Η δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, πρέπει να επιβληθεί στην ηττηθείσα αναιρεσείουσα, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-4-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ, 2985/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013. Και Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ