Supreme Court reverses lower court ruling on property ownership via adverse possession due to factual errors regarding possession acts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Athens Court of Appeal's decision regarding a property ownership dispute. The appellant argued that the lower court incorrectly found no physical possession (corpus) by the defendant's predecessor, despite evidence of active resistance from the opposing party. The Court held that the lower court's contradictory reasoning violated substantive civil law provisions on adverse possession and ownership acquisition.
Legislator headnote
AI generatedArticles 974, 1041, 1042, 1045, 1051 of the Civil Code; A property owner acquires title through adverse possession only if physical control (corpus) and intent (animus) are clearly demonstrated, and a lower court's finding of no physical possession contradicted by evidence of active resistance constitutes a violation of substantive law requiring remand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1418 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1418/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Θεοτοκά ο οποίος ανακάλεσε την από 19-1-2010 δήλωσή του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Σαραντόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-5-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10376/2000 μη οριστική, 6817/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7252/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-5-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 5-1-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, όπως είναι και η πώλησή του (άρθρο 513 ΑΚ), εφόσον η σχετική συμφωνία γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβληθεί σε μεταγραφή.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, με την οποία ορίζεται, ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, συνάγεται, ότι η νομή συγκρατείται από δύο στοιχεία, το σωματικό και το πνευματικό περί της συνδρομής των οποίων κρίνει το δικαστήριο με βάση τις εμφανείς υλικές πράξεις επί του πράγματος, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και με τις οποίες εκδηλώνεται η θέληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του αμέσως πιο πάνω άρθρου (974 ΑΚ) προς εκείνες των άρθρων 1041, 1042, 1045 και 1051 ΑΚ, με τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής χρησικτησίας αποκτά την κυριότητα ακινήτου εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο ακίνητο για μία δεκαετία, ενώ με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας αποκτά την κυριότητα ακινήτου εκείνος που έχει στη νομή του το ακίνητο για μια εικοσαετία (ανεξάρτητα από καλή πίστη και νόμιμο τίτλο), με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, όπου απαιτείται προς συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας.
Άσκηση δε νομής, η οποία απαιτείται για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία αποτελούν οι πράξεις φυσικής εξουσίασης του ακινήτου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, η ανάθεση σύνταξης τοπογραφικών διαγραμμάτων, οι ενέργειες για ένταξή του στο σχέδιο πόλεως και, εφόσον πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο, η αποδοχή κληρονομίας και η μεταγραφή της, η καταβολή του φόρου κληρονομίας κ.ά.
χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ χωρίς τη σωματική στο ακίνητο επενέργεια μπορεί να υπάρχει όχι πράξη άσκησης νομής, αλλά μόνο προπαρασκευή της τελευταίας. Από τη διάταξη, επίσης του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Τέλος κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων δεν αποδεικνύεται τα αμφισβητούμενα από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο περιστατικά της αγωγής και όσον αφορά την κύρια και όσον αφορά την επικουρική βάση της...
Ειδικότερα δεν αποδεικνύει κτήση κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου (οικόπεδο στη θέση ... και εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου αυτού εντός του 144 ΟΤ με πρόσοψη επί ανώνυμης εγκεκριμένης οδού παρόδου της οδού ..., που έχει έκταση, κατόπιν ρυμοτομικής τακτοποίησης 445 τμ, και συνορεύει βορείως με ιδιοκτησία αγνώστου, ανατολικώς με ιδιοκτησία ..., νοτίως με την ως άνω ανώνυμη οδό και δυτικώς με την ίδια οδό και με ιδιοκτησία ...
ούτε με παράγωγο ούτε με πρωτότυπο τρόπο. Συγκεκριμένα δεν αποδεικνύεται ότι το ως άνω ακίνητο το οποίο πώλησε στον ενάγοντα η Γ θετή κόρη του Φ με το ... νομίμως μεταγραμμένο συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Ευαγγελίας Περράκη ανήκε κατά κυριότητα στην πωλήτρια. Ως τίτλος της προσκομίζεται η ... συμπληρωματική αποδοχή κληρονομίας ενώπιον του συμβ/φου Αθηνών Νικ.
Αλμπάνη που μεταγράφηκε νομίμως και με αιτία κτήσης κληρονομική διαδοχή του θετού πατέρα της Φ που απεβίωσε στις 21-3-1981, δυνάμει της νομίμως δημοσιευθείσης δημόσιας διαθήκης του ίδιου πιο πάνω συμβ/φου με αριθμό .... Και ναι μεν στη δήλωση αποδοχής περιγράφεται το επίδικο ως κληρονομηθέν, πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται ότι το ακίνητο αυτό περιλαμβάνεται στην κληρονομιά του Φ, εφόσον στην ανωτέρω διαθήκη του όχι μόνο δεν περιγράφονται τα καταλειπόμενα σ'αυτή ως κληρονόμο ακίνητα, αλλά γίνεται και μνεία ότι την ίδια μέρα ο διαθέτης με το ...συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου προέβη σε δωρεά αιτία θανάτου ακινήτων του, τα οποία επίσης δεν περιγράφονται στη διαθήκη.
Το δωρητήριο αυτό συμβόλαιο δεν προσκομίζεται ούτε άλλωστε αποδεικνύεται ότι ο αγρός που με το νομίμως μεταγραμμένο ... διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Πέτρου Καββαδία περιέρχεται στον Φ ταυτίζεται με το επίδικο, γεγονός που ρητώς αρνήθηκε ο εναγόμενος. Μόνο σημείο ταύτισης είναι η θέση ...
του Δήμου .... Κατά το διανεμητήριο ο εν λόγω αγρός αναφέρεται ως έχων έκταση 1/2 στρέμματος, χωρίς τη συνηθισμένη επιφύλαξη "πλέον ή έλαττον", ενώ κατά την αγωγή το επίδικο είχε αρχικώς προ της ρυμοτομίας εμβαδόν 650 τμ. Τα όρια στο διανεμητήριο με ιδιοκτησίες ...., οι οποίοι ουδόλως συσχετίζονται με οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο (συμπεριλαμβανομένων και συμβολαίων που αφορούν όμορα προς το επίδικο ακίνητα) προς τους φερομένους, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ως κυρίους των ομόρων ακινήτων.
Σημειωτέον, εξάλλου, ότι λόγω και του πλήθους των ακινήτων επί των οποίων φέρονται ως κύριοι ο Φ και οι λοιποί κληρονόμοι του Κ που απεβίωσε το έτος 1915, των συνεχών διανομών μεταξύ τους (τις οποίες ο ίδιος ο ενάγων επικαλείται) των πολλαπλών εκποιήσεων στις οποίες προέβησαν είναι αδύνατος ο σχηματισμός πλήρους δικανικής πεποιθήσεως ως προς παραγώγως κτηθείσα κυριότητα της άμεσης δικαιοπαρόχου του ενάγοντος Γ, επί του επιδίκου ακινήτου.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύονται πράξεις νομής διανοία κυρίου από την τελευταία και τον δικαιοπάροχό της Φ επί του επιδίκου. Επί του κρισίμου αυτού ζητήματος ο μεν μάρτυρας ..., μηχανικός που επιλήφθηκε της εκδόσεως οικοδομικής αδείας κατ' εντολή του ενάγοντος καταθέτει ότι για πρώτη φορά επισκέφτηκε το επίδικο το έτος 1998.
Ως εκ τούτου είναι αδύνατο να είχε γνώση του ποιός είχε τη φυσική εξουσία κατά τον προ της μεταβιβάσεως του ακινήτου στον ενάγοντα χρόνο. Ο μάρτυρας ..., στην ημιτελή κατάθεση του, όσον αφορά τον Φ, αναφέρεται σε καλλιέργεια προ του έτους 1970 με πηγή γνώσης τον ίδιο και όχι από προσωπική αντίληψη, όσον δε αφορά την Γ, θεία του, σε αραιές επισκέψεις που κυρίως αποσκοπούσαν στις ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών αρχών παραστάσεις για την ένταξη στο σχέδιο πόλεως του επιδίκου και άλλων ακινήτων της κληρονομιάς ....
Από τα έγγραφα εξάλλου τα οποία προσκομίζει με επίκληση ο ενάγων αποδεικνύονται ενέργειες της Γ σε αναφορά προς το ακίνητο, που δεν αποτελούν υλικές πράξεις επί του ακινήτου αλλά είναι απλώς δηλωτικές animus νομής (ενέργειες για ένταξη στο σχέδιο πόλης, καταμέτρηση, ανάθεση συντάξεως τοπογραφικών, δήλωση του επιδίκου ως κληρονομιαίου, καταβολές του φόρου κληρονομιάς κλπ).
Τα ως άνω κατατεθέντα από το μάρτυρα ... και από την ίδια την Γ σε ένορκη βεβαίωση που συντάχθηκε στα πλαίσια της δίκης ασφαλιστικών νομής μεταξύ των και ήδη διαδίκων (στην οποία νίκησε ο εκκαλών εφόσον με την 62/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αχαρνών αναγνωρίστηκε προσωρινώς νομέας του επιδίκου) επαρκώς αντικρούονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν με επιμέλεια του εναγομένου που βεβαιώνουν, από προσωπική αντίληψη, ότι οι γονείς του εναγομένου αρχικώς και ο τελευταίος μετά το θάνατο της μητέρας του το έτος 1985 ασκούσαν υλικές πράξεις νομής επί του επιδίκου (χρησιμοποίηση ως αύλειο χώρο του ομόρου ακινήτου τους, κατασκευή κτισμάτων σταυλισμού κυρίως μέχρι το έτος 1975, χρησιμοποίηση για αποθήκευση μετά το έτος αυτό, παραχώρηση σε τρίτους) και ότι δεν αντιλήφθηκαν άσκηση πράξεων νομής από την Γ.
Εξάλλου, από τα έγγραφα που ο ίδιος ο ενάγων προσκομίζει προκύπτει, ότι τα δικαιώματα της δικαιοπαρόχου του δεν ήταν αδιαμφισβήτητα. Αντιθέτως μάλιστα, εφόσον από αυτά αποδεικνύεται, ο πατέρας του εναγομένου και ενώπιον των διοικητικών αρχών είχε παρασταθεί ως ενιστάμενος κατά των ενεργειών της Γ και ενώπιον των δικαστικών ως παρεμβάς στις δίκες καθορισμού τιμής μονάδος αποζημιώσεως στα πλαίσια εφαρμογής του ρυμοτομικού σχεδίου, επικαλούμενος ίδια κυριότητα, ο ίδιος ο εναγόμενος διέλαβε το επίδικο ως ανήκον στην κυριότητά του στις ενώπιον των φορολογικών αρχών δηλώσεις του και σε κάθε περίπτωση προκύπτει ενεργή εναντίωση κάθε φορά που η Γ προέβαινε σε ενέργειες σε σχέση με το επίδικο επί του οποίου αυτός και οι δικαιοπάροχοι του ασκούσαν διανοία κυρίων υλικές πράξεις νομής.
Συνεπώς και εφόσον δεν αποδεικνύεται η άσκηση διανοία κυρίων πράξεων νομής επί του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος
άμεσους και απώτερη, δεν αποδεικνύεται κτήση κυριότητας απ' αυτόν ούτε με τον παράγωγο τρόπο που επικαλείται ούτε με χρησικτησία τακτική ή έκτακτη που επικουρικώς επικαλείται". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή ως και κατ'ουσίαν αβάσιμη, εξαφανίζοντας την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει διαφορετική κρίση.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1033, 1041, 1042, 1043, 1045, 1046 και 1051, αντίστοιχα, του ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους και στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων.
Ειδικότερα, το Εφετείο, μολονότι δέχθηκε, ότι, όπως αποδείχθηκε, η άμεση δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντα Γ προέβη σε ενέργειες επί του επίδικου ακινήτου, όπως λ.χ. σε ενέργειες" για ένταξή του στο σχέδιο πόλης, καταμέτρησή του, ανάθεση συντάξεως τοπογραφικών, δήλωση του επιδίκου ως κληρονομιαίου, καταβολές του φόρου κληρονομίας κ.λ.π.", που είναι υλικές και εμφανείς επάνω στο επίδικο ακίνητο πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και, παράλληλα, είναι δηλωτικές εξουσίασής του με διάνοια κυρίας, δηλαδή, εμπεριέχουν και το υλικό στοιχείο (corpus) και το πνευματικό (animus), εντούτοις δέχθηκε περαιτέρω, ότι οι εν λόγω πράξεις δεν αποτελούν υλικές πράξεις επί του επιδίκου αλλά είναι απλώς "δηλωτικές (animus) νομής".
Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε, ότι από προσκομιζόμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο πατέρας του αντιδίκου του "και ενώπιον των διοικητικών αρχών είχε παρασταθεί ως ενιστάμενος κατά των ενεργειών της Γ....", περαιτέρω δε, ότι "σε κάθε περίπτωση προκύπτει ενεργή εναντίωση κάθε φορά που η Γ προέβαινε σε ενέργειες σε σχέση με το επίδικο" από μέρους του αναιρεσιβλήτου και του πατέρα του.
Μολονότι, δηλαδή, κατά την κρίση του Εφετείου, οι ενέργειες της άμεσης δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντα ήταν δηλωτικές μόνο θέλησης εξουσίασης του επίδικου ακινήτου (animus νομής) και, συνακόλουθα, δεν εξωτερικεύονταν ως πράξεις φυσικής εξουσίαση του εν λόγω ακινήτου, εντούτοις γίνονταν "κάθε φορά" αντιληπτές από τον αναιρεσίβλητο και τον πατέρα του και προκαλούσαν την "ενεργή εναντίωση" των τελευταίων.
Με τις αντιφατικές αυτές αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι η άμεση δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντα δεν ασκούσε νομή στο επίδικο ακίνητο από τότε που το απέκτησε παραγώγως (από κληρονομία του θετού πατέρα της) και, έτσι, δεν ήταν κυρία του εν λόγω ακινήτου κατά το χρόνο της μεταβίβασης της κυριότητάς του στον αναιρεσείοντα με το 499/1997 πωλητήριο συμβόλαιο, ο οποίος, ακολούθως, δεν απέκτησε την κυριότητά του με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία).
Οι συναφείς, επομένως, πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του και δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι της αναίρεσης με τους οποίους προβάλλονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι οι ενέργειες που άσκησαν στο επίδικο ακίνητο τόσο ο αναιρεσείων, όσο και οι δικαιοπάροχοί του δεν ήταν εμφανείς πράξεις νομής, ότι, ειδικότερα, οι ενέργειες της άμεσης δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντα που αποδείχθηκε ότι γίνονταν, δεν είχαν το στοιχείο του corpus, αλλά ήταν δηλωτικές μόνο του animus νομής, ότι η άμεση δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντα δεν είχε καταστεί κυρία του εν λόγω ακινήτου με παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο και, έτσι, ούτε ο αναιρεσείων απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου αυτού με παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο, παραβίασε ευθέως τις προμνημονευόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ενώ, εξάλλου, με το να δεχθεί, ότι η άμεση δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντα δεν ασκούσε εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο και περαιτέρω, αντιφατικά, ότι σε όλες τις ενέργειές της στο πιο πάνω ακίνητο αντιδρούσε ο αναιρεσίβλητος και ο δήθεν δικαιοπάροχος πατέρας του, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι βάσιμοι και γι'αυτό πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7252/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ