Supreme Court partially allows appeal on termination of employment contract citing lack of clear waiver of invalidity claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding the termination of an indefinite-term employment contract. The lower court failed to provide sufficient reasoning for the employee's implied waiver of the right to challenge the termination's validity, despite her vague declaration of renunciation. Consequently, the Supreme Court found the lower court's judgment legally flawed and remanded the case for retrial with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 174, 656 of the Civil Code; Articles 1 and 3 of Law 2112/1920; Article 5 of Law 3198/1955: The invalidity of an employment contract termination is a right exclusively belonging to the dismissed employee, exercised optionally; a court judgment is remanded if it fails to clearly establish the employee's voluntary waiver of this right.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1418 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1418/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη) και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίδημο Βεργούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "SYN PLAST Κατασκευή Πλαστικών Εξαρτημάτων Επιπλοποιίας Α.Ε.", που εδρεύει στη Σίνδο Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ζέρβα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12015/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2343/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-3-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 10-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 174, 656 Α.Κ, 1,3 του Ν. 2112/1920 , όπως τροποποιήθηκε με το Ν.4558/1930, του Β.Δ της 16/18-7-1920 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι άκυρη αν δεν γίνει εγγράφως και δεν καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Η ακυρότητα είναι σχετική υπέρ του εργαζομένου, ο οποίος έχει την ευχέρεια είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει την καταβολή μισθών υπερημερίας, είτε να παραιτηθεί ρητώς ή σιωπηρώς από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της, να τη θεωρήσει έγκυρη και να αξιώσει την καταβολή της οφειλόμενης αποζημιώσεως. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου είναι σχετική και η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, που έγινε κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ, γιατί αποσκοπεί στη προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος των μισθωτών και η εν λόγω προστασία δεν μπορεί να επιβάλλεται χωρίς τη θέλησή τους, ήτοι η επίκληση της ακυρότητας της καταχρηστικής απολύσεως αναγνωρίζεται ως δικαίωμα, το οποίο ανήκει μόνο στον απολυόμενο και ασκείται προαιρετικά και όχι υποχρεωτικά.
Συνεπώς και στην περίπτωση αυτή, όπως και σε κάθε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά παράβαση του νόμου, ο μισθωτός έχει την ευχέρεια είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει την καταβολή μισθών υπερημερίας, είτε να παραιτηθεί από το δικαίωμα της προσβολής του κύρους της , να τη θεωρήσει έγκυρη και να αξιώσει την καταβολή της οφειλόμενης αποζημιώσεως.
Περαιτέρω, σε σχέση με την ακυρότητα της καταγγελίας, ο μισθωτός μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίωμα της προσβολής της, σύμφωνα με το άρθρο 156 ΑΚ, με ρητή ή σιωπηρή παραίτηση. Η τελευταία μπορεί να συνταχθεί και από εκδηλώσεις ή πράξεις του δικαιούχου, που κυρίως έγιναν για άλλο σκοπό, πλην όμως ενέχουν συμπερασματικώς και άλλη δικαιοπρακτική βούληση, ήτοι εκείνη της παραιτήσεως από το ως άνω δικαίωμα.
Η σιωπηρή δε παραίτηση πρέπει να προκύπτει σαφώς και ανενδοιάστως από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Έτσι, η δήλωση του μισθωτού προς τον εργοδότη, ότι εισέπραξε την αποζημίωση απολύσεως και δεν διατηρεί αξιώσεις κατ' αυτού, αν συνοδεύεται με δήλωση επιφυλάξεως, δεν σημαίνει ότι ο μισθωτός παραιτήθηκε από το δικαίωμα επικλήσεως της ακυρότητας της απολύσεως, διότι η επιφύλαξη υποδηλώνει ότι αυτός δεν αποκλείει την άσκηση του δικαιώματος αυτού εντός της τρίμηνης προθεσμίας.
Το αυτό ισχύει ως προς τη δήλωση του μισθωτού ότι εισέπραξε την αποζημίωση απολύσεως, αν δεν συνοδεύεται με δήλωση επιφυλάξεως και εφόσον ο μισθωτός προσέβαλε εμπροθέσμως με αγωγή την ακυρότητα της απολύσεως ή εισέπραξε την αποζημίωση για να αντιμετωπίσει επείγουσες ανάγκες του ίδιου ή της οικογένειάς του.
Αλλά και αν δεν συντρέχουν οι τελευταίες προϋποθέσεις, το γεγονός ότι ο μισθωτός εισέπραξε την αποζημίωση απολύσεως χωρίς να διατυπώσει αμέσως επιφύλαξη δεν υποδηλώνει παραίτησή του από την επίκληση της ακυρότητας της απολύσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής :
Η αναιρεσίβλητη, η οποία διατηρεί στη Σίνδο Θεσσαλονίκης εργοστάσιο κατασκευής και πωλήσεως πλαστικών εξαρτημάτων επιπλοποιϊας, προσέλαβε στις 28-9-1998 την αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως εργάτρια παραγωγής. Ακολούθως, η αναιρεσίβλητη στις 14-7-2003 κατήγγειλε εγγράφως την εν λόγω σύμβαση εργασίας της αντιδίκου της και συγχρόνως κατέβαλε σ' αυτή το ποσό των 555,80 ευρώ , ως αποζημίωση απολύσεως που είναι και νόμιμη.
Η τελευταία κατά την είσπραξη του ποσού αυτού και την υπογραφή από την ίδια της σχετικής εξοφλητικής αποδείξεως δεν διατύπωσε καμία απολύτως επιφύλαξη, εναντίωση ή διαμαρτυρία, ούτε προφορική, ούτε με σχετική επισημείωση επί των ως άνω εγγράφων της καταγγελίας της συμβάσεως και της εξοφλήσεώς της αποζημιώσεως, τα οποία υπέγραψε.
αντίθετα, η αναιρεσείουσα με υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, που υπέγραψε την ίδια στιγμή και παρέδωσε στην αναιρεσίβλητη, δήλωσε ρητά ότι δεν έχει καμία άλλη απαίτηση κατ' αυτής . Κατόπιν των ανωτέρω εκτιθεμένων, το Εφετείο, αφού προηγουμένως δέχθηκε την ένσταση της αναιρεσίβλητης περί παραιτήσεως της αναιρεσείουσας από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, ως βάσιμης κατ' ουσίαν, απέρριψε στη συνέχεια την ένδικη από 10-10-2003 αγωγή της τελευταίας, με την οποία ζήτησε κυρίως μεν α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της εν λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, β) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλλει το αναφερόμενο ποσό για μισθούς υπερημερίας και γ) να υποχρεωθεί η ίδια να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, επικουρικά δε, εφόσον η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας κριθεί έγκυρη, να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το αναφερόμενο ποσό ως υπόλοιπο της οφειλόμενης αποζημιώσεως απολύσεως, ως ουσιαστικά αβάσιμη , ενώ δέχθηκε αυτή και το αίτημά της περί καταβολής του δώρου Χριστουγέννων 2003 και του επιδόματος αδείας 2003.
Έτσι όμως κρίνοντας το εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού αυτή δεν περιέχει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για το ζήτημα της παραιτήσεως της αναιρεσείουσας από το δικαίωμα επικλήσεως της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, το οποίο ζήτημα ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, δεν εκτίθεται σ' αυτή από ποιες πράξεις ή παραλείψεις της αναιρεσείουσας συνάγεται συμπερασματκώς, αλλά κατά τρόπο που να μην αφήνει καμία αμφιβολία, ότι υπήρχε και εκδηλώθηκε βούληση παραιτήσεως, η δε υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 της αναιρεσείουσας περί παραιτήσεώς της από κάθε απαίτηση της κατά της αναιρεσίβλητης δεν είναι αυτή καθ εαυτή ισχυρή, διότι δεν προσδιορίζεται από ποιές συγκεκριμένες αξιώσεις της παραιτήθηκε η αναιρεσείουσα, για ποια αιτία και για ποιο χρονικό διάστημα.
Υπό το αόριστο αυτό περιεχόμενο η εν λόγω δήλωση της της αναιρεσείουσας δεν μπορεί να ασκήσει επίδραση στην παρούσα υπόθεση για τη συναγωγή πορίσματος περί σιωπηρής παραιτήσεως, ενόψει μάλιστα και του ότι η ίδια άσκησε εμπρόθεσμα μετά τη λήξη των δικαστικών διακοπών την κρινόμενη από 10-10-2003 αγωγή περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας.
Κατόπιν των ανωτέρω εκτιθεμένων καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος του Αρείου Πάγου ως προς την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 156 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 5 του Ν. 3198/1955. Συνακόλουθα, οι πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του και τρίτος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αναφερόμενο ως άνω μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την 2343/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως στο σκεπτικό.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008. Και Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2008 .
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ