Legislator Case Law & Legislation
1418/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds of time-bar and substantive grounds regarding negotiable instrument liability.

Case Number 1418/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first-instance and appellate court decisions. The appellant argued that the appellant was liable for issuing an uncovered bill of exchange, while the appellee claimed rights as the holder through assignment. The court ruled that the appeal was inadmissible due to the expiration of the 15-day notification period for nullity and the 30-day period for appeal, and that the substantive claim for damages against the assignee was legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1), 531(1), 272(1) & 2 of the Code of Civil Procedure; Article 79 of Law 5960/1933; Article 914 of the Civil Code: The appeal against a first-instance judgment rejected for nullity is only admissible against the appellate court's decision; the holder of a bill of exchange through assignment is entitled to damages for its non-payment caused by the drawer's fraudulent conduct.

Keywords

AI generated
nullity time-bar bill of exchange uncovered draft assignee liability civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 553(1), 531(1), 272(1) & 2 of the Code of Civil Procedure
Article 79 of Law 5960/1933
Article 914 of the Civil Code
Article 40 of Law 5960/1933
Article 15(3) of Law 3472/2006

Cited Case Law

AI generated
OLAP 16/1990
OLAP 29/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1418 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1418/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος: Χ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Μίτζα.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1 , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Παπασωτηρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-4-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3305/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5449/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των παραπάνω αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 18 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από το συνδυασμό των άρθρων 553 παρ. 1, 531 παρ. 1 και 272 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απόρριψη της εφέσεως λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους. Διότι, μολονότι οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους.

Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνο η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώθηκε η πρωτόδικη. Τα δε τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους που προβάλλονται παραδεκτώς (Ολ.ΑΠ 16/1990).

Στην κρινόμενη υπόθεση, η αίτηση αναιρέσεως στρέφεται: α) κατά της 3305/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή αγωγή του αναιρεσίβλητου περί αποζημιώσεως λόγω εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, και β) κατά της 5449/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε, ως ανυποστήρικτη, έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της άνω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου λόγω ερημοδικίας του.

Με βάση τα προεκτεθέντα η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 3305/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η κατά της οποίας έφεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την 5449/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Η ίδια αίτηση, αντιθέτως, ως προς την ερήμην 5449/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού η επίδοση της αποφάσεως αυτής, που κινεί την προθεσμία αναιρέσεως έγινε στις 30.11.2004 (βλ.

τη σχετική επισημείωση του επιδόντος δικ. επιμελητή στο αντίγραφο της αποφάσεως), η δε κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 28.12.2004, δηλαδή μετά την παρέλευση της 15ήμερης προθεσμίας της ανακοπής ερημοδικίας και πριν παρέλθει η 30νθήμερη προθεσμία του άρθρου 564 παρ.1 ΚΠολΔ.

ΙΙ.- Επειδή το πλημμέλημα του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" αποτελεί και αδικοπραξία, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, από την οποία απορρέει υποχρέωση του υπαιτίου προς αποζημίωση του παθόντος. Τέτοιος είναι όχι μόνον ο κομιστής που εμφάνισε την ακάλυπτη και μη πληρωθείσα επιταγή, αλλά και αυτός που κατόπιν αναγωγής απέκτησε τον τίτλο, κατά το άρθρο 40 του ανωτέρω νόμου, από τον κομιστή, τον οποίο εξόφλησε, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή.

Αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή δικαιούχος της αποζημιώσεως από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής αυτής, δεν συνάγεται από τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, που προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2408/96, κατά την οποία η ποινική δίωξη [για την πράξη της παρ. 1] ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε, διότι δεν προκύπτει ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής χρησιμοποιείται μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή στην εν λόγω διάταξη, η οποία, σημειωτέον, αντικαταστάθηκε ήδη από το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 3472/2006 που ρητώς πλέον ορίζει ότι δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως έχουν τόσο ο κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όσο και ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής της.

Προστέθηκε δε στην ίδια διάταξη, με το παραπάνω άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 3472/2006, για την άρση κάθε αμφισβήτησης, ότι ο εξ αναγωγής υπόχρεος ο οποίος εξόφλησε την επιταγή δικαιούται να λάβει αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Κ. για τις αδικοπραξίες [άρθρο 914 επ.]. Τέλος, η άποψη ότι ο εξ αναγωγής δικαιούχος δεν έχει δικαίωμα αποζημιώσεως κατά τα άρθ. 914 επ.

του ΑΚ, οδηγεί σε ανεπιεική αποτελέσματα, που δεν συνάγονται από το σκοπό του νόμου, αφού έτσι ωφελείται τελικά ο εκδότης, παρότι η δόλια συμπεριφορά του αποτελεί εκτροπή του θεσμού της επιταγής από την κατά νόμο λειτουργία του και συντελεί στη μείωση της αξιοπιστίας της επιταγής ως ex lege οργάνου πληρωμών [ΟλΑΠ 29/2007].

Επομένως, το Εφετείο που, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη ερήμην απόφασή του, στην οποία ενσωματώθηκε η πρωτόδικη, δέχθηκε ότι η αδικοπραξία του αναιρεσείοντος εκ της εκδόσεως της περιγραφόμενης ακάλυπτης επιταγής, τελέσθηκε κατά του αναιρεσιβλήτου, που κατέστη δικαιούχος του τίτλου εξ αναγωγής, μετά την παρ' αυτού εξόφληση της κομίστριας Γενικής Τράπεζας της Ελλάδας ΑΕ, η οποία εμφάνισε αυτόν και δεν πληρώθηκε, ορθά εφάρμοσε τις εν λόγω διατάξεις.

Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.12.2004 αίτηση του Χ1 για αναίρεση των αποφάσεων 5449/2004 του Εφετείου Αθηνών και 3305/2003 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα εξ εξακοσίων πενήντα [650] ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ