Legislator Case Law & Legislation
1418/2006 AI generated

Supreme Court reverses lower court for allowing new wage claim despite prior judgment on same employment relationship.

Case Number 1418/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the Athens Court of Appeal's decision which had accepted a prior res judicata finding regarding the employee's base wage. The Court held that while the previous judgments established the wage rate, they did not preclude a new claim for wage differences calculated under the current minimum wage regulations for a later period. Consequently, the appeal was partially allowed, and the case was remanded for retrial to determine the specific wage differences owed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; The doctrine of res judicata applies to ongoing employment relationships only if the legal regime remains unchanged, allowing new claims for wage differences based on subsequent statutory changes even if the base wage was previously adjudicated.

Keywords

AI generated
res judicata employment wage difference claims minimum wage regulations legal regime change remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Articles 321, 322, 324 and 331 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 18 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1418 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1418/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 §2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου: Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, (Ν.Π.Δ.Δ.), το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/6/1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3566/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 1207/1999 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 832/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 8791/2002 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/10/2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κολυβάς, ανέγνωσε την από 11/1/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρ. 321, 322, 324 και 331 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό μεν από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.

Συνεπώς η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεώτερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.

Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρ. 9 και 16 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση αλλά και το είδος των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.

Επομένως, από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα από νεώτερες Σ.Σ.Ε.

ή Δ.Α. Περαιτέρω, το νομικό καθεστώς της 42/1981 απόφασης Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς «περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού νοσηλευτικών κ.λπ ιδρυμάτων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α.», η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις Υ.Α. 16170/1981 και 18749/1981 αντίστοιχα, μεταβλήθηκε με την από 22.12.1988 Ε.Σ.Σ.Ε.

η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική (Υ.Α. 17853/89) για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1.7.1988, σύμφωνα με το άρθρο 10 αυτής. Με τη Ε.Σ.Σ.Ε. αυτή επεκτάθηκαν στους εργαζόμενους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του Ν.Δ. 2593/1953, που είναι μέλη των σωματείων των ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ, στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν. 1505/1984 όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 1810/1988.

Με το άρθρο 9 της παραπάνω Ε.Σ.Σ.Ε. ορίσθηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατήρησης των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανωτέρων αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (Ολ.

ΑΠ 10/2002, 3/2003). Εξάλλου από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων του Κ.Πολ.Δικ. και εκείνων των άρθρων 106, 216 παρ. 1 και 559 αριθ. 9 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι αν με αγωγή που προηγήθηκε είχε καταχθεί σε δίκη μέρος μόνο μιας απαιτήσεως, το οποίο και επιδικάστηκε δεδικασμένο (υπό τη θετική και αρνητική λειτουργία του) γεννιέται μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον δεν είχε προβληθεί και συνεπώς το δικαστήριο δεν επιλήφθηκε αυτού.

Στη περίπτωση αυτή ο δικαιούχος μπορεί με μεταγενέστερη αγωγή να ζητήσει το υπόλοιπο της ιδίας απαίτησης χωρίς να αποκρούεται από το δεδικασμένο. Αν όμως με την προγενέστερη αγωγή η απαίτηση είχε ασκηθεί ως αποτελούσα το όλον και η απόφαση που εκδόθηκε έκρινε για το όλον της απαιτήσεως, τότε αποκλείεται με νέα αγωγή να ζητηθεί και άλλο μέρος της ίδιας απαίτησης, αφού κρίθηκε ότι η απαίτηση ήταν αυτή που επιδικάσθηκε (Ολ.

ΑΠ 1/2003).

Εν προκειμένω από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, απασχολούμενη ως καθαρίστρια στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την ένδικη αγωγή της ζήτησε διαφορές αποδοχών για το από 1.7.1995 έως 2.2.1996 χρονικό διάστημα λόγω μη υπολογισμό του ημερομισθίου της και συνακόλουθα και της αμοιβής της για εργασία και Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες με βάση τα κατώτατα ημερομίσθια εργατοτεχνίτη που προβλέπουν οι από 21.3.94 και 2.4.96 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.

και με εφαρμογή κατά τα λοιπά του νομικού καθεστώτος της 42/1981 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς. Προηγουμένως η αναιρεσείουσα είχε ασκήσει κατά του αναιρεσιβλήτου τις από 25.10.89 και 8.6.92 αγωγές επί των οποίων εκδόθηκαν αντίστοιχα οι αποφάσεις 940/1993 του Εφετείου Πειραιώς και 10129/1995 του Εφ. Αθηνών. Με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκε ότι η αναιρεσείουσα εδικαιούτο διαφορές αποδοχών για τα τότε επίδικα χρονικά διαστήματα από 1.1.1988 έως 30.9.1989 και από 1.10.1989 έως 31.5.1992 με βάση υπολογισμού βασικού ημερομισθίου εκ 645 δραχμών πλέον επιδομάτων με βάση το μισθολογικό καθεστώς της Δ.Α. 42/1981.

Επί της ένδικης αγωγής εκδόθηκε η αριθ. 1207/1999 απόφαση του Εφ. Αθηνών που δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου και απέρριψε την αγωγή. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την 832/2001 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού κατά παραδοχή του λόγου ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν δέχθηκε δεδικασμένο από τις παραπάνω τελεσίδικες αποφάσεις, με τις οποίες είχαν γίνει δεκτές οι προγενέστερες αγωγές που αφορούσαν σε διαστήματα μετά την από 1.7.1988 έναρξη ισχύος της από 22.12.1988 Ε.Σ.Σ.Ε.

και είχε κριθεί ότι η αναιρεσείουσα δικαιούται αποδοχών με βάση το προηγούμενο μισθολογικό καθεστώς της Δ.Α. 42/1981. Το Εφετείο που μετά ταύτα επιλήφθηκε ως δικαστήριο της παραπομπής δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το προκύπτον από εκ παραπάνω αποφάσεις δεδικασμένο και κατά τούτο συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.

Επομένως ο περί του αντιθέτου από τον αριθ. 18 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση. Όμως το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι συνεπεία του προκύπτοντος από τις παραπάνω αποφάσεις δεδικασμένου περί του ύψους του δικαιουμένου ημερομισθίου σε 645 δραχ., που είχε ζητηθεί ως όλον και επιδικασθεί, η αναιρεσείουσα εμποδιζόταν να ζητήσει με την ένδικη αγωγή της διαφορές αποδοχών για το μεταγενέστερο ένδικο διάστημα βάσει του προϊσχύοντος μισθολογικού καθεστώτος με υπολογισμό του ημερομισθίου με βάση τα κατώτατα ημερομίσθία εργατοτεχνίτου των ισχυουσών Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., καθόσον η ένδικη αγωγή αφορά μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, για το οποίο η αναιρεσείουσα δεν έχει ζητήσει ούτε έχουν επιδικασθεί μισθολογικές διαφορές.

Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 16 και 14 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 8791/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ