Supreme Court allows appeal against labor contract modification, remanding case to a different single judge of the Court of Appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's request to appeal the final judgment of the Athens Court of Appeal regarding a labor dispute. The appellant argued that a unilateral and detrimental modification of her employment contract occurred due to the employer's failure to take necessary measures to protect her from harassment. The court accepted the appeal because the appellant did not introduce new facts but rather reasserted her original claims regarding the invalid contract modification, necessitating a remand to a different judge for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 614(3), 621 et seq. of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment in labor disputes is admissible when the appellant reasserts original claims regarding unilateral contract modification without introducing new facts, requiring remand to a different single judge for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1417 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1417/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 10 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Ν. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ζαχαρούλας Ν., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "MERSER Ν.Η.Μ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Βουρλιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 167/2021 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, η 2400/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-8-2022 αίτησή του και τους από 25-11-2022 πρόσθετους λόγους της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 31-08-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 6673/747/06-09-2022 και του παρόντος Δικαστηρίου 1650/2022 αίτηση αναίρεσης και τους από 25-11-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 156/30-11-2022, δια ιδίου δικογράφου, ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών (άρθρα 614 περ. 3 και 621 επ.
του ΚΠολΔ) με αριθμό 2400/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο συνεκδίκασε: α) την από 16-03-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 13881/938/2021 και με αριθμό καταχώρησης στο Εφετείο 1602/1171/2021 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης - καθής οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "MERSER N. H.
Μ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και β) την από 23-03-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 21793/1455/2021 και με αριθμό καταχώρησης στο Εφετείο 2513/1849/2021 αντίθετη έφεση και τους από 04-10-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7708/776/2021 πρόσθετους λόγους έφεσης της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας - ασκούσας πρόσθετους λόγους αναίρεσης Μ.
Κ. Ν., κατά της εκδοθείσας κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω διαδικασία με αριθμό 167/2021, οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από 28-11-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 105057/2777/29-11-2019 αγωγή της ενάγουσας, με αντικείμενο αξιώσεις από την άτακτη καταγγελία της, μεταξύ αυτής και της εναγομένης, συναφθείσας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά αμφότερες τις ως άνω εφέσεις και την μεν από 23-03-2021 έφεση και τους από 04-10-2021 πρόσθετους λόγους αυτής, απέρριψε ως αβάσιμους κατ' ουσίαν, τη δε από 16-03-2021 έφεση δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσία και, στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και απέρριψε κατ' ουσία την ένδικη αγωγή.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 06-09-2022 και δεν προκύπτει η, με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 09-05-2022, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016, άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Επίσης, οι από 25-11-2022, δια ιδίου δικογράφου και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 156/30-11-2022 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ασκήθηκαν παραδεκτώς, με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στις 30-11-2022 και επίδοση αυτού, την 01-12-2022, στην αναιρεσίβλητη - καθής οι πρόσθετοι λόγοι, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...-2022 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ι.
Χ., ήτοι περισσότερες από τριάντα (30) ημέρες, πριν από την αναγραφόμενη στο προεισαγωγικό τμήμα της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 10-01-2023 (άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση της παρ. 2 με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α' 190). Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να συνεκδικαστούν με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246, 573 παρ. 1 και 569 του ΚΠολΔ) και οι διαλαμβανόμενοι στα ως άνω δικόγραφα, λόγοι αναίρεσης, να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα αυτών (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τον συνδυασμό των άρθρων 648, 652, 656 και 349 - 351 του Α.Κ., 7 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι ο εργοδότης, με επιφύλαξη των τυχόν αντίθετων όρων της σύμβασης εργασίας, έχει δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του εργαζόμενου και ειδικότερα να καθορίζει μονομερώς και με τον τρόπο που ο ίδιος θεωρεί ορθό, το είδος, τον τόπο, το χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας του μισθωτού, για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχείρησης, προς επίτευξη των στόχων της.
Έχει, δηλαδή, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης, την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του, με βάση τα κρινόμενα από αυτόν, ως πλέον αποτελεσματικά για αυτή κριτήρια (Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1338/2010). Κατά την ενάσκηση, όμως, του εν λόγω διευθυντικού δικαιώματος, δεν του επιτρέπεται να προκαλεί υλική ή ηθική βλάβη στο μισθωτό, με παράβαση διάταξης νόμου ή όρου της ατομικής συμβάσεως εργασίας ή με καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ., δηλαδή, κατά προφανή υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Στις περιπτώσεις αυτές, επέρχεται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, η οποία παρέχει στο μισθωτό, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, την ευχέρεια, είτε να θεωρήσει τη μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία, με τους όρους που ίσχυαν πριν από τη μεταβολή, καθιστώντας αυτόν, αν δε συμμορφωθεί, υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας αυτής.
Η μεταβολή των όρων παροχής της εργασίας είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, όχι μόνον όταν προκαλεί σ' αυτόν υλική ζημία, αλλά και όταν επιφέρει ηθική βλάβη, πράγμα που συμβαίνει, ενόψει του κατ' εξοχήν προσωπικού χαρακτήρα της σχέσης εργασίας και σε περίπτωση συμπεριφοράς του εργοδότη (ή του προσώπου, που τον αντιπροσωπεύει στη διεύθυνση της επιχείρησης) βάναυσης ή προσβλητικής για την προσωπικότητα του μισθωτού, προς τον οποίο ο εργοδότης οφείλει σεβασμό, μεταξύ άλλων και ως εκδήλωση της υποχρέωσης πρόνοιας, που υπέχει έναντι αυτού.
Η ηθική βλάβη του μισθωτού επέρχεται, έστω και αν η ανοίκεια συμπεριφορά του εργοδότη δεν εκπορεύεται από δόλια προαίρεση του τελευταίου για μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας ή για εξαναγκασμό του εργαζόμενου σε αποχώρηση από την υπηρεσία. Αρκεί το ότι, η συμπεριφορά αυτή δημιουργεί τόσο δυσμενείς συνθήκες, ώστε, κατά αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με την καλή πίστη, να μην είναι πλέον δυνατή η παροχή της εργασίας του μισθωτού, με πνεύμα αμοιβαίας κατανόησης και καλής συνεργασίας ή επιφέρει τέτοια ηθική μείωση στην προσωπικότητα του εργαζόμενου, ώστε η προς εργασία παραμονή του στο χώρο της επιχείρησης του εργοδότη να αποβαίνει αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερής (Ολ.
Α.Π. 13/1987, Α.Π. 1138/2010, Α.Π. 1839/2008, Α.Π. 1426/2004).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 281, 288, 648, 652, 914 και 932 του Α.Κ., 2 παρ. 2 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι αν η ως άνω μονομερής μεταβολή των όρων της σύμβασης, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από την επαγγελματική του μείωση (Α.Π. 1297/2022, Α.Π. 824/2020, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 195/2015, Α.Π. 1252/2014).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (Ολ. Α.Π. 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της, για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης, στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.
Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020, Α.Π. 1388/2019 Α.Π. 1266/2017).
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 1388/2019).
Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1266/2017, Α.Π. 1420/2013).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης, από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1551/2022, Α.Π. 625/2020, Α.Π. 78/2020, Α.Π. 19/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1388/2019).
Τέλος, λόγος αναίρεσης, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση, η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος, ενώ λόγος αναίρεσης, που πλήττει την αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης η οποία δεν επιστηρίζει, κατά τον νόμο, το διατακτικό αυτής και έχει τεθεί πλεοναστικά και, ως εκ τούτου, εκ του περισσού, είναι αλυσιτελής και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος (Α.Π. 1096/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 28-11-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 105057/2777/29-11-2019 αγωγή της, που κατατέθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα - ασκούσα πρόσθετους λόγους αναίρεσης, εξέθετε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη - καθής οι πρόσθετοι λόγοι ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "MERSER N. H.
Μ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" στις 17-05-2004, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος γραφείου, έναντι των αναφερομένων στην αγωγή μηνιαίων αποδοχών. Ότι τον Φεβρουάριο του έτους 2019 ο νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης Ν. Μ., προσέλαβε φιλικό του πρόσωπο, ονόματι Α.
Μ., που απολάμβανε της πλήρους εμπιστοσύνης της διοίκησης της εναγομένης και η οποία, ενεργώντας κατ' εντολή και για λογαριασμό της και ασκώντας το διευθυντικό δικαίωμα εκείνης, αφενός αμφισβητούσε την επαγγελματική της απόδοση και επάρκεια, κάνοντας υποδείξεις και παρατηρήσεις, ως προς τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας της και αφετέρου επεδείκνυε προσβλητική για την προσωπικότητά της συμπεριφορά, έχοντας ως απώτερο σκοπό να την εξαναγκάσει σε παραίτηση.
Ότι η ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης, που εκδηλώθηκε μέσω της Α. Μ., συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής της σχέσης, η οποία δημιούργησε δυσμενείς συνθήκες εργασίας και επέφερε τέτοια ηθική μείωση στην προσωπικότητά της, ώστε να μην είναι πλέον δυνατή η εκπλήρωση των υποχρεώσεών της και να καταστεί δυσχερής η περαιτέρω συνέχιση της εργασίας της.
Ότι, για το λόγο αυτό, στις 25-09-2019, αποχώρησε από την εργασία της, θεωρώντας την, κατά τα άνω, αντισυμβατική και προσβλητική για την προσωπικότητά της συμπεριφορά, ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της και επέδωσε στην εναγομένη την από 27-09-2019 εξώδικη δήλωσή της. Ότι, περαιτέρω, από την ως άνω μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, υπέστη ηθική βλάβη, καθώς οι ειδικές συνθήκες και τα περιστατικά που την εξανάγκασαν να αποχωρήσει από την επιχείρηση, προσέβαλαν κατάφωρα την προσωπικότητά της.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει, ως αποζημίωση απόλυσης, λόγω της άτακτης καταγγελίας της εργασιακής της σύμβασης, το χρηματικό ποσό των δέκα τριών χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα οκτώ ευρώ και τριάντα τριών λεπτών (13.988,33), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την καταγγελία, άλλως από την επίδοση της από 27-09-2019 εξώδικης δήλωσής της, πλέον των νομίμων τόκων επιδικίας από την επομένη της άσκησης της αγωγής μέχρι την εξόφληση, καθώς και το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς της, με το νόμιμο τόκο από την τέλεση της αδικοπραξίας, πλέον των νομίμων τόκων επιδικίας από την επομένη της άσκησης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3 και 621 επ. του ΚΠολΔ όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, μετά την τροποποίησή τους από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015 ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 167/2021 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού έκρινε νόμιμη την ένδικη αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα οκτώ ευρώ και τριάντα τριών λεπτών (15.988,33), εκ του οποίου το μεν ποσό των δέκα τριών χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα οκτώ ευρώ και τριάντα τριών λεπτών (13.988,33), ως αποζημίωση απόλυσης, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 27-09-2019 και με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επομένη ημέρα που έγινε η επίδοση της αγωγής, το δε ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση:
α) της από 16-03-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 13881/938/2021 και με αριθμό καταχώρησης στο Εφετείο 1602/1171/2021 έφεσης της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης - καθής οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "MERSER N. H. Μ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και β) της από 23-03-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 21793/1455/2021 και με αριθμό καταχώρησης στο Εφετείο 2513/1849/2021 αντίθετης έφεσης και των από 04-10-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7708/776/2021 πρόσθετων λόγων έφεσης της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας - ασκούσας πρόσθετους λόγους αναίρεσης Μ.
Κ. Ν., εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 2400/2022 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία, δικάζοντας κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά αμφότερες τις εφέσεις και την μεν από 23-03-2021 έφεση και τους από 04-10-2021 πρόσθετους λόγους αυτής, απέρριψε ως αβάσιμους κατ' ουσίαν, την δε από 16-03-2021 έφεση δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν και, αφού εξαφάνισε στο σύνολό της, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, την αντιθέτως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου κράτησε την υπόθεση και, στη συνέχεια, δικάζοντας την ένδικη αγωγή, εντός των ορίων που καθορίστηκαν από την έφεση, απέρριψε αυτήν, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Η εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία " MERSER Ν.
Η. Μ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ " [ήδη αναιρεσίβλητη - καθής οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης], δραστηριοποιείται στον κλάδο της συντήρησης και επισκευής οχημάτων, με την επωνυμία Mercedes - Benz και Smar, καθώς και στον κλάδο πώλησης ανταλλακτικών. Η εταιρεία αυτή αποτελεί επίσημο εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο της ομώνυμης εταιρείας στην Ελλάδα, ενώ, λόγω αυτού του γεγονότος, εποπτεύεται και ελέγχεται στενά από την εταιρεία "Mercedes - Benz Ελλάς".
Στο πλαίσιο αυτό, η εναγομένη έχει αναλάβει έναντι της εταιρείας "Mercedes - Benz Ελλάς", την τήρηση υψηλών προδιαγραφών εξυπηρέτησης των πελατών της εφαρμόζοντας Σύστημα Διαχείρισης Ποιότητας (ΙSΟ 9001: 2015), οφείλει δε να διαρθρώνει και να οργανώνει την επιχείρησή της σε κλάδους, των οποίων, σύμφωνα με ρητή δέσμευση των μερών, πρέπει να προΐστανται εκπαιδευμένα και πιστοποιημένα μεταξύ άλλων, από την "Mercedes - Benz Ελλάς" στελέχη, οι Προϊστάμενοι δε κάθε τμήματος της επιχείρησης οφείλουν να παρακολουθούν, ανά τακτά χρονικά σημεία, εκπαιδευτικά σεμινάρια και να συμμετέχουν σε αξιολογήσεις, που διοργανώνει η "Mercedes - Benz Ελλάς" ενώ τα ονόματα των Γενικών Διευθυντών της εναγομένης ανακοινώνονται στην "Mercedes - Benz Ελλάς", ούτως ώστε να είναι δυνατή η απρόσκοπτη επικοινωνία μεταξύ της εναγομένης και της εταιρείας "Mercedes - Benz Ελλάς".
Τη θέση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης, ήδη από το έτος 2014 και, στη συνέχεια, μέχρι και το έτος 2019, κατείχε ο Ν. Μ., ο οποίος εκπροσωπούσε και δέσμευε την εναγομένη σε όλες τις σχέσεις και συναλλαγές της [...]. Όπως αποδεικνύεται από τον προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως πίνακα προσωπικού, για τις ανάγκες της επιχείρησής της, η εναγομένη απασχολούσε κατά το έτος 2019 33 εργαζομένους, πλέον τεχνικού ασφαλείας και ιατρού εργασίας, οι οποίοι, ανάλογα με την ειδικότητά τους, διακρίνονταν σε διοικητικό και τεχνικό προσωπικό και, συνακόλουθα, λόγω της ειδικότητάς τους, ήταν ενταγμένοι σε ξεχωριστό τμήμα της επιχείρησής της.
Ειδικότερα, η εναγομένη, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει έναντι της εταιρείας " Mercedes - Benz Ελλάς ", έπρεπε να διαθέτει οργανόγραμμα και διακριτούς κλάδους εντός της επιχείρησής της, προς το σκοπό της καλύτερης, ποιοτικότερης και ταχύτερης εξυπηρέτησης των πελατών της Πιο συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι στην εναγομένη λειτουργούσαν:
α) τμήμα Παραλαβής, του οποίου προΐστατο έως και τις αρχές Ιουνίου του 2020 ο Α. Ν., β) τμήμα Φανοποιείου, του οποίου προΐσταται ο Α. Τ., γ) τμήμα Βαφείου, του οποίου προΐσταται ο Ε. Μ., δ) τμήμα αποθήκης, του οποίου προΐσταται ο Ζ. Χ. και ε) τμήμα λογιστηρίου, του οποίου προΐσταται η Δ. Κ. Ως Τεχνικός Διευθυντής και Διευθυντής After Sales Manager, είχε οριστεί ο Η.
Μ., ενώ ως Γενικός Διευθυντής της εναγομένης είχε οριστεί ο Ν. Μ. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η εναγομένη διέθετε ένα πλήρως διαρθρωμένο και λειτουργικό ιεραρχικό σύστημα, προκειμένου να ελέγχει, διοικεί και εποπτεύει το σύνολο των εργασιών και των εργαζομένων της, ενώ οι προϊστάμενοι των κλάδων της επιχείρησής της έχουν επιλεγεί, βάσει των προσόντων και των αξιολογήσεών τους, από φορείς πιστοποίησης, μεταξύ των οποίων είναι και η εταιρεία " Mercedes - Benz Ελλάς " [...].
Στα πλαίσια των ανωτέρω επιχειρησιακών δραστηριοτήτων της, η εναγομένη, όπως αποδεικνύεται και από τη σχετική αναγγελία πρόσληψης, προσέλαβε την ενάγουσα [ήδη αναιρεσείουσα - ασκούσα πρόσθετους λόγους αναίρεσης] στις 17-05-2004, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης, προκειμένου να εργαστεί ως υπάλληλος γραφείου, στις εγκαταστάσεις της έδρας της εναγομένης, έναντι μηνιαίων μικτών αποδοχών, αρχικώς, ποσού 750,00 ευρώ.
Οι μικτές μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας, στη συνέχεια, αυξήθηκαν στο ποσό των 1.198,21 ευρώ, οι οποίες λόγω της πασίδηλης οικονομικής κρίσης, που έπληξε την Χώρα, από τον Απρίλιο του έτους 2013, κατόπιν συμφωνημένης μείωσης των αποδοχών όλων των εργαζομένων της εναγομένης, δυνάμει της από 30-4-2013 έγγραφης τροποποίησης της σύμβασης εργασίας της μειώθηκαν και ανήλθαν στο ποσό των 1.090 ευρώ, αρχής γενομένης από 1-5-2013.
Από της προσλήψεώς της, τα καθήκοντα που εκτελούσε η ενάγουσα στην επιχείρηση της εναγομένης, ήταν ο χειρισμός του τηλεφωνικού κέντρου, η έκδοση τιμολογίων, καθώς και η τήρηση του ταμείου, εργαζόμενη στον χώρο της υποδοχής της ενάγουσας, μαζί με την Α. Φ. κόρη του Αντιπροέδρου της εναγομένης. Οι σχέσεις συνεργασίας των διαδίκων, από της προσλήψεως της ενάγουσας και επί 15 έτη ήταν αρμονικές, η διοίκηση δε της εναγομένης διατηρούσε πλήρη εμπιστοσύνη στην ενάγουσα, αναφορικά με τη διαχείριση του ταμείου της.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι σχέσεις αυτές διαταράχτηκαν όταν η εναγομένη, δια του Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής, Ν. Μ., συμπεριέλαβε στο προσωπικό της πρόσωπο, με την ονομασία Α. Μ., η οποία επεδείκνυε συμπεριφορά διευθυντικού στελέχους, δίνοντας οδηγίες, κάνοντας υποδείξεις και παρατηρήσεις στο προσωπικό και ότι η Α.
Μ. τοποθετήθηκε, μεταξύ των εργαζομένων της εναγομένης, από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, ως στέλεχος της τελευταίας, ως πρόσωπο άσκησης εποπτείας και ασκούσε διαρκώς διευθυντικό δικαίωμα, έναντι των υπαλλήλων της εναγομένης. Επί των ανωτέρω αγωγικών ισχυρισμών, λεκτέα τα επόμενα: Πράγματι, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, στις αρχές του έτους 2019, η εναγομένη άρχισε να συνεργάζεται με την Α.
Μ. Το είδος της σύμβασης και οι ειδικότεροι όροι απασχόλησής της, ήτοι το ωράριο εργασίας της, οι μηνιαίες αποδοχές της, η εβδομαδιαία εργασία της, δεν αποδείχθηκαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο και ότι, αν και όπως η εναγομένη αναφέρει στις έγγραφες προτάσεις της, η Α. Μ. "... κατατασσόταν στην τελευταία ιεραρχική βαθμίδα της εταιρείας ", πλην, όμως, δεν έγινε συγχρόνως επίκληση, ούτε προσκομίστηκε έντυπο αναγγελίας πρόσληψης ή ατομική σύμβαση εργασίας της Α.
Μ., ούτε, άλλωστε, η τελευταία συμπεριλαμβάνεται στον προσκομιζόμενο πίνακα εργαζομένων της εναγομένης. Παρά τα ανωτέρω, όμως, αποδείχθηκε ότι η Α. Μ., ως οδηγός, παρείχε στην εναγομένη υπηρεσίες, οι οποίες συνίσταντο στην παραλαβή των προς επισκευή οχημάτων, από την έδρα ή την κατοικία των πελατών της εναγομένης και την παράδοση σε αυτούς αυτοκινήτων αντικατάστασης, το πλύσιμο των αυτοκινήτων αντικατάστασης, καθώς και την παράδοση των επισκευασμένων αυτοκινήτων στους ιδιοκτήτες τους, όπως για τις υπηρεσίες αυτές καταθέτουν με άμεσο λόγο γνώσης, λόγων της ιδιότητάς τους οι, με επιμέλεια της εναγομένης, εξετασθέντες μάρτυρες Η.
Μ., Ζ. Χ., Α. Τ. και Β. Χ. Πιο συγκεκριμένα, οι ανωτέρω μάρτυρες Ζ. Χ., Α. Τ. και Β. Χ. βεβαιώνουν ότι η Α. Μ., λόγω του αντικειμένου που εκτελούσε, υπήχθη στην εποπτεία του Τεχνικού Διευθυντή της εναγομένης Η. Μ., ότι προσερχόταν στην επιχείρηση της εναγομένης πάντα με στολή εργασίας, ενώ εκτελούσε εντολές τόσο του Η.
Μ., όσο και ετέρου υπαλλήλου της εναγομένης, ονόματι Ν., αλλά και του Α. Τ., καθότι ο χρόνος παραλαβής και παράδοσης των οχημάτων, από και προς τους πελάτες εξαρτάτο άμεσα από τον χρόνο ολοκλήρωσης των αναγκαίων εργασιών κάθε τμήματος. Τα ανωτέρω δεν αμφισβητήθηκαν βάσιμα από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, πλην των ανωτέρω υπηρεσιών που προσέφερε στην εναγομένη, δεν αποδείχθηκε ότι η Α. Μ. ασκούσε δικαιώματα και εξουσίες διευθυντικού στελέχους, ούτε ότι ασκούσε διευθυντικό δικαίωμα, για λογαριασμό και ως αντιπρόσωπος της εναγομένης ή των αρμοδίων εκπροσώπων αυτής, τόσο προς τις έξω στις σχέσεις και συναλλαγές της, με αρχές και ιδιώτες, όσο και αναφορά (ενν.
αναφορικά) με την εσωτερική λειτουργία της. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι ασκούσε καθήκοντα, που αποτελούν έκφραση διευθυντικού δικαιώματος [...], καθόσον ουδόλως αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να αποδεικνύεται ότι καθόριζε τους όρους της παροχής τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο εργασίας των υπαλλήλων της εναγομένης, ούτε ότι είχε την εξουσία οργάνωσης και διεύθυνσης της επιχείρησης της εναγομένης, ούτε είχε τη δυνατότητα να ρυθμίζει κάθε θέμα, αναγόμενο στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής της, με βάση τις ανάγκες της και προς επίτευξη γενικά των σκοπών της και, ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι ασκούσε τυχόν άλλες λεπτομέρειες, αναγκαίες για την εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης, την παραγωγή ή τη διακίνηση των προϊόντων της, ούτε αποδείχθηκε ότι είχε καμία ανάμειξη σε λοιπές διοικητικές υπηρεσίες της εναγομένης.
Ούτε αποδείχθηκε ότι, παράλληλα με την προσφορά των ανωτέρω υπηρεσιών της, η Α. Μ. είχε ενεργή ανάμιξη στο αντικείμενο δραστηριότητας της επιχείρησης της εναγομένης, ούτε ότι διέθετε μεγάλα περιθώρια πρωτοβουλίας και αποδοχές αισθητά ανώτερες από τις νόμιμες, αλλά και από αυτές των υπολοίπων εργαζομένων, ούτε ότι κατείχε θέση διεύθυνσης και εποπτείας, κατά τρόπον ώστε να διακρίνεται σαφώς από τους λοιπούς υπαλλήλους ή να φανερώνει τυχόν εξέχουσα θέση, ασκώντας διευθυντικό δικαίωμα, για λογαριασμό της εναγομένης, ως πρόσωπο που την αντιπροσωπεύει στη διεύθυνση της επιχείρησής της.
Όπως, άλλωστε, βεβαιώνει ο μάρτυρας της εναγομένης Ζ. Χ., στην υπ' αριθμ. 446 ένορκη βεβαίωσή του, η Α. Μ. ουδέποτε άσκησε οποιαδήποτε εξουσία, έναντι οποιουδήποτε εργαζομένου της εναγομένης, ουδέποτε είχε λόγο σε οποιαδήποτε λήψη εταιρικής απόφασης, ούτε θα μπορούσε άλλωστε, αφού ήταν μία ανειδίκευτη συνεργάτιδα, επιφορτισμένη με το πλύσιμο των οχημάτων αντικατάστασης και την παραλαβή και παράδοση των επισκευασμένων οχημάτων και ουδέποτε συμμετείχε, καθοιονδήποτε τρόπο, σε οιαδήποτε σύσκεψη με τους λοιπούς προϊσταμένους, καθώς και τους Ν.
Μ. και Δ. Φ. Στη συνέχεια, είναι πράγματι αληθές και αποδεικνύεται ότι η Α. Μ. ήταν πρόσωπο με δύσκολο χαρακτήρα και έντονες αντιδράσεις, γεγονός που είχε γίνει αντικείμενο παρατήρησης, εκ μέρους του μάρτυρα Α. Τ., όπως επιβεβαιώνει ο ίδιος στην υπ' αριθ. 445 ένορκη βεβαίωσή του, ενώ κατά τη διεκπεραίωση των υπηρεσιών της και κατά την επαφή της με άλλους υπαλλήλους της εναγομένης δημιουργούντο προστριβές, λόγω των παρατηρήσεων προς αυτούς, ως προς τον τρόπο εργασίας τους και την επίδειξη επιθετικής και απαξιωτικής σε βάρος τους συμπεριφοράς.
Ειδικότερα, σε ότι αφορά την ενάγουσα αποδείχθηκε ότι στις 17-9-2019, η Α. Μ. εισήλθε στο χώρο της υποδοχής κρατώντας στα χέρια της ένα τιμολόγιο, που είχε εκδώσει προηγουμένως η ενάγουσα για έναν πελάτη και με οξύ ύφος ρώτησε: " ποιος έχει τιμολογήσει αυτόν τον πελάτη ". Η ενάγουσα αποκρίθηκε ότι αυτή είχε τιμολογήσει την πελάτη και της επεσήμανε: " ότι η τιμολόγηση είναι δική της δουλειά και δεν πρέπει να αναμιγνύεται άλλος ".
Τότε η Α. Μ., απευθυνόμενη σε όλους τους εργαζόμενους στο χώρο της υποδοχής είπε ότι: " δεν ενδιαφέρεστε για την εταιρεία και δεν κάνετε σωστά τη δουλειά σας ". Μετά από λίγο κατευθύνθηκε προς την ενάγουσα και με απειλητικό ύφος της είπε: " άλλη φορά δεν θα μου πεις εμένα γιατί ανακατεύομαι στη δουλειά σου, γιατί τα έχεις γραμμένα στα αρχίδια σου και δεν ενδιαφέρεσαι.
Και κοίτα να κάνεις σαν τα μούτρα σου και τη Ν. " (εννοώντας τη νεοπροσληφθείσα έτερη υπάλληλο της υποδοχής Α. Χ.). Για το παραπάνω περιστατικό, η ενάγουσα ενημέρωσε τον Τεχνικό Διευθυντή Η. Μ. Στις 19-9-2019, η Α. Μ., παρουσία του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου, Ν. Μ., απευθυνόμενη στην ενάγουσα, με έντονο ύφος, της είπε: "Να σου πω ...
έχεις κανένα πρόβλημα μαζί μου;" και αφού η τελευταία της απάντησε αρνητικά, τότε εκείνη συνέχισε, λέγοντάς της: "με ποιο δικαίωμα πήγες και είπες σε όλη την εταιρεία τι συνέβη προχθές;". Ο παριστάμενος Ν. Μ. παρενέβη και αφού απομάκρυνε αυτή από το χώρο της υποδοχής λέγοντάς της: "όχι εδώ, μας ακούν οι πελάτες", προσπάθησε να τη συνετίσει.
Λίγες ημέρες αργότερα, στις 25-9-2019, η Α. Μ. εισήλθε στο χώρο της υποδοχής και είπε στην ενάγουσα: "Άκου να δεις ! Δεν είναι εδώ το σπιτάκι σου για να κάνεις ότι γουστάρεις". Η ενάγουσα αισθανόμενη ότι θίγεται από τις πιο πάνω προσβλητικές φράσεις, απάντησε σε αυτήν λέγοντάς της: "Μη μου απευθύνεις το λόγο, φύγε".
Τότε η Α. Μ. εξεμάνη, όρμησε προς το μέρος της και με οργίλο ύφος άρχισε να φωνασκεί και να εκτοξεύει ύβρεις σε βάρος της. Η έκρυθμη αυτή κατάσταση αποκλιμακώθηκε με την παρέμβαση του Τεχνικού Διευθυντή Η. Μ., ο οποίος κατάφερε να συγκρατήσει την Α. Μ. και να την απομακρύνει από την ενάγουσα, αποτρέποντας έτσι να λάβει το επεισόδιο χείρονα εξέλιξη.
Τα ανωτέρω αναφερόμενα, τα οποία, σημειωτέον, δεν αμφισβητούνται ειδικότερα από την εναγομένη, επιβεβαιώνονται και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάστηκε με επιμέλειά της Η. Μ., στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Άμεση και καθοριστική επέμβαση της εναγομένης, σε γνώση της οποίας περιήλθαν τα ανωτέρω περιστατικά, δια των αρμοδίων οργάνων εκπροσώπησής της και δη του Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής Ν.
Μ., δεν αποδείχθηκε, όπως, άλλωστε, δεν αποδείχθηκαν περιστατικά αποτροπής της ως άνω επιδεικνυόμενης συμπεριφοράς της Α. Μ., έναντι τόσο της ενάγουσας, όσο και έναντι των άλλων υπαλλήλων της. Πλην, όμως, η παράλειψη αυτή, ως μεμονωμένο περιστατικό μη συνδυαζόμενη με άλλα περιστατικά απόδειξης άσκησης διευθυντικού δικαιώματος, δεν αρκεί να προσδώσει στην Α.
Μ. την ιδιότητα της αντιπροσώπου της εναγομένης, ως προς την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της τελευταίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα. Η κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από τις μαρτυρίες των προσώπων, την εξέταση των οποίων επιμελήθηκε η ενάγουσα, καθώς ουδείς εξ αυτών έχει άμεση αντίληψη για τα συγκεκριμένα καθήκοντα και το είδος της εργασίας που παρείχε η Α.
Μ. στην επιχείρηση της εναγομένης, ούτε για τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων αυτών, ούτε άλλωστε τη σχέση της με το προσωπικό, καθώς και τη συνεργασία της με τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας Ν. Μ., πηγή δε γνώσης του περιεχομένου των καταθέσεών τους τυγχάνει η ίδια η ενάγουσα.
Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή της ότι η Α. Μ. αντιπροσώπευε, εν γένει, το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, στη διεύθυνση της επιχείρησης Ν. Μ. και τοποθετήθηκε σκόπιμα από αυτόν, προκειμένου με τη συμπεριφορά της να την ωθήσει σε οικειοθελή παραίτηση, χωρίς τη λήψη σχετικής αποζημίωσης.
Πλην, όμως, ο ισχυρισμός αυτός δεν βρίσκει βάσιμο έρεισμα σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο, δεδομένου ότι οι εξετασθέντες με επιμέλεια της ενάγουσας μάρτυρες επιβεβαιώνουν μεν την οξύτητα του χαρακτήρα της Α. Μ. και τα ανωτέρω περιστατικά, που συνέβησαν στον χώρο εργασίας, πλην, όμως, αόριστα και χωρίς άμεσο λόγο γνώσης, επιχειρούν να συνδέσουν την πρόσληψη της Α.
Μ., με την πρόθεση εκ μέρους της εναγομένης, δια του Ν. Μ., να προβεί σε απόλυση της ενάγουσας. Επίσης, αόριστα συνδέουν τη συμπεριφορά του Ν. Μ., με το γεγονός ότι, κατά τον ίδιο χρόνο, απολύθηκαν και άλλοι εργαζόμενοι της εναγομένης ή αναγκάστηκαν να παραιτηθούν, πλην, όμως, δεν καταθέτουν ποιοι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι απολύθηκαν, με ποιο τρόπο και για ποια αιτία, εκφράζοντας προσωπική τους κρίση.
Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η Α. Μ., αποτελούσε μεν φιλικό πρόσωπο του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου Ν. Μ., πλην, όμως, αυτή δεν αντιπροσώπευε την εναγομένη στην άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος, αλλά απασχολήθηκε στη θέση του υπαλλήλου της εναγομένης Δ. Ε., για να εκτελεί τις εργασίες παραλαβής των προς επισκευή οχημάτων από την έδρα ή την κατοικία των πελατών και του πλυσίματος των αυτοκινήτων αντικατάστασης, τις οποίες και πράγματι εκτελούσε, καθόσον ο Δ.
Ε. μετακινήθηκε την 1-2-2019, μετά από έγκριση του σχετικού αιτήματός του από την εναγομένη εταιρεία, στο τμήμα του φανοποιείου, ως βοηθός τεχνίτη, αυξανομένου προς τούτο και του ημερομισθίου του από 22,83 ευρώ σε 30,00 ευρώ [...]. Αποδείχθηκε ακόμη ότι, την εν γένει προβληματική συμπεριφορά της η Α. Μ. επεδείκνυε, όχι μόνο έναντι της ενάγουσας, αλλά και έναντι όλων σχεδόν των συναδέλφων της, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει λόγος ότι αυτή υποκινούνταν ή καθοδηγούνταν από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο και εκπρόσωπο της εναγομένης Ν.
Μ., στα πλαίσια κάποιου σχεδίου εξαναγκασμού της ενάγουσας σε οικειοθελή παραίτηση ώστε η εναγομένη να αποφύγει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσής της. Ούτε, άλλωστε, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είχε πρόθεση να προβεί στη λύση της σύμβασης της ενάγουσας, καθώς αυτή ήταν πλήρως ικανοποιημένη από την εργασία και την αποδοτικότητά της, ενώ, λόγω της μακροχρόνιας απασχολήσεως και εμπειρίας της, είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στο πρόσωπό της, γι αυτό της είχε αναθέσει καθήκοντα, στα οποία περιλαμβανόταν, μεταξύ άλλων, του ταμείου.
Εξάλλου, η εναγομένη είχε απόλυτη ανάγκη για την εργασία της ενάγουσας και για τον πρόσθετο λόγο ότι, κατά τον χρόνο εκείνο, είχε αποχωρήσει η έτερη υπάλληλος Α. Φ. και είχε προσληφθεί στη θέση της η Α. Χ., την οποία η ενάγουσα είχε αναλάβει να εκπαιδεύσει.
Συνεπώς και δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε άλλος εργαζόμενος, που να διαθέτει τα απαραίτητα προσόντα, για να αντικαταστήσει την ενάγουσα, στην θέση του ταμείου, η μη απασχόλησή της θα δημιουργούσε σοβαρή δυσχέρεια στην επιχείρηση, αφού τα καθήκοντα αυτής θα έπρεπε να τα ασκήσει η νεοπροσληφθείσα υπάλληλος Α.
Χ., η οποία, όμως, δεν είχε εισέτι κατάλληλα εκπαιδευτεί. Τέλος από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι και άλλοι εργαζόμενοι απολύθηκαν ή εξαναγκάστηκαν σε αποχώρηση από την εναγομένη, ο δε επικαλούμενος από την ενάγουσα συνάδελφός της Δ. Ε. αποδείχθηκε ότι απολύθηκε, λόγω πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων του.
Επομένως, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι όλες οι ενέργειες της Α. Μ. υποκινήθηκαν και μεθοδεύθηκαν από όργανα της εναγομένης, με σκοπό να την εξαναγκάσουν σε οικειοθελή αποχώρηση, προκειμένου να μην της καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος, η δε Α. Μ. με δική της πρωτοβουλία και όχι υποκινούμενη από τρίτους επεδείκνυε οξύθυμη, εριστική και επιθετική συμπεριφορά, προς όλους σχεδόν τους εργαζόμενους και κυρίως προς την ενάγουσα.
Στις 27-9-2019 η ενάγουσα κοινοποίησε στην εναγομένη, δια της υπ' αριθμ. ...-2019 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δ. Δ., την από 25-9-2019 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία, με την οποία ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, ότι η Α. Μ. ασκούσε de facto διευθυντικό δικαίωμα και ότι είχε επέλθει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, θεωρεί ότι καταγγέλθηκε από την πλευρά της εναγομένης η σύμβαση εργασίας της, δηλώνοντας συγχρόνως ότι αποχωρεί από την εργασία της, αιτούμενη την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης.
Δεδομένου, όμως, ότι δεν αποδείχθηκε ότι η Α. Μ. ασκούσε διευθυντικό δικαίωμα, για λογαριασμό της εναγομένης και ότι τοποθετήθηκε από το νόμιμο εκπρόσωπό της Ν. Μ. στην επιχείρησή της, προκειμένου με τη συμπεριφορά της να υποχρεώσει την ενάγουσα να αποχωρήσει από την εργασία της, δεν μπορεί να γίνει λόγος για βλαπτική για την ενάγουσα, εκ μέρους της εναγομένης, μεταβολή των εργασιακών της όρων, η οποία ισοδυναμεί με καταγγελία της σύμβασης εργασίας από το νομικό πρόσωπο της εναγομένης εταιρείας και προκαλούσα σε αυτήν και ηθική βλάβη, συνιστάμενη στην παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς της και, συνεπώς, τα αιτήματα της αγωγής περί καταβολής αποζημίωσης απόλυσης και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε, ως αβάσιμη κατ' ουσία, την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης της ενάγουσας και δέχθηκε, ως βάσιμη κατ' ουσία, την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε στο σύνολό της την τότε εκκαλουμένη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο αντιθέτως είχε κρίνει, κατά τα ειδικότερα στην απόφαση αυτή σχετικώς διαλαμβανόμενα, ότι επήλθε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, που συνιστούσε άτακτη καταγγελία και εξαιτίας της οποίας η τελευταία εδικαιούτο τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε στην προσωπικότητά της και, αφού κράτησε την υπόθεση προς κατ' ουσία εκδίκαση (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' και αριθμός 19 του ΚΠολΔ, καθώς παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, έτι δε περαιτέρω και εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 288, 672 - 674 του Α.Κ. και 7 του Ν. 2112/1929, που αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη της παρούσας και συγκεκριμένα στέρησε την απόφασή του από την αναγκαία νόμιμη βάση, καθόσον δεν παραθέτει με σαφήνεια και επάρκεια τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ώστε να θεμελιώνεται σαφώς το διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα, αλλά διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων, ήτοι περί του εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συμπεριφορά του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της επίδικης εργασιακής σύμβασης.
Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι η εργαζόμενη στην επιχείρηση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας Α. Μ., δημιουργούσε δυσμενές κλίμα εις βάρος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, αμφισβητώντας την επαγγελματική απόδοση και επάρκειά της, κάνοντας παρατηρήσεις και υποδείξεις, ως προς τον τρόπο της εργασίας της και γενικότερα ότι επεδείκνυε ανάρμοστη, επιθετική, απαξιωτική και προσβλητική συμπεριφορά, όχι μόνο προς αυτήν, αλλά και προς άλλους εργαζόμενους, δεν αναφέρει εάν ο νόμιμος εκπρόσωπος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής Ν.
Μ., ο οποίος ήταν ο άμεσος προϊστάμενός της, κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή, που επιβαλλόταν από τις περιστάσεις, ώστε να καθίσταται δυνατή η ομαλή λειτουργία της ένδικης σχέσης εργασίας, ήτοι αν έλαβε τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέτρα, για την προστασία της αναιρεσείουσας, η οποία επί 15 έτη παρέσχε τις υπηρεσίες της αδιαταράκτως και χωρίς τη δημιουργία μέχρι τότε ουδενός προβλήματος στις σχέσεις της με την αναιρεσίβλητη.
Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας, αν και περιγράφει τα επεισόδια που έλαβαν χώρα στις 17-9-2019, 19-9-2019 και 25-9-2019, μεταξύ της Α. Μ. και της αναιρεσείουσας, τα οποία φέρεται ότι διατάραξαν την εργασιακή ειρήνη και δημιούργησαν στο εργασιακό περιβάλλον δυσμενείς συνθήκες, που καθιστούσαν δυσχερή την εξακολούθηση της εργασίας της τελευταίας, δεν αιτιολογεί ικανοποιητικώς για ποιο λόγο δεν υπήρξε άμεση και καθοριστική επέμβαση της αναιρεσίβλητης, σε γνώση της οποίας περιήλθαν τα ανωτέρω επεισόδια, για εξομάλυνση των ως άνω δυσμενών συνθηκών.
Εξάλλου μολονότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η Α. Μ. επεδείκνυε την ίδια συμπεριφορά εις βάρος και άλλων εργαζομένων της επιχείρησης, χαρακτηρίζει την παράλειψη αποτροπής της συμπεριφοράς της, ως μεμονωμένο περιστατικό, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι, η παράλειψη αυτή, μη συνδυαζόμενη με άλλα περιστατικά δεν ήταν ικανή να προσδώσει στην Α.
Μ. την ιδιότητά της, ως αντιπροσώπου της αναιρεσίβλητης, κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της τελευταίας. Ωστόσο, ανεξάρτητα από το εάν η εν λόγω εργαζόμενη ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης εταιρείας, παραλείπει να αναφερθεί στη συμβατική υποχρέωση της ίδιας, ως εργοδότριας, να ασκεί, μέσω του Ν.
Μ., που την αντιπροσώπευε στη διεύθυνση της επιχείρησης, το διευθυντικό της δικαίωμα, κατά τρόπο ώστε να προστατεύονται οι εργαζόμενοι έναντι των συναδέλφων τους από παρόμοια περιστατικά και να διασφαλίζεται η εργασιακή ειρήνη στο χώρο εργασίας τους. Επίσης, δεν διευκρινίζει αν η αναιρεσίβλητη, η οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, είχε πληροφορηθεί την επιθετική και απαξιωτική συμπεριφορά της Α.
Μ. εις βάρος και άλλων εργαζομένων στην επιχείρησή της, έλαβε τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέτρα, ώστε να καταστείλει την συμπεριφορά της αυτή, λαμβανομένου υπόψη και του ότι, στο περιεχόμενο της υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη, ανήκει η υποχρέωσή του για προστασία των μισθωτών, η οποία αρνητικά περιλαμβάνει την αποφυγή κάθε ενέργειας, που μπορεί να βλάψει αδικαιολόγητα τα συμφέροντά τους και θετικά τη λήψη των αναγκαίων μέτρων, προς την κατεύθυνση της προστασίας.
Οι υποχρεώσεις αυτές του εργοδότη που απορρέουν από την υποχρέωση πρόνοιας, δεν αποτελούν παρά ειδικότερες εκφάνσεις της αρχής της καλής πίστης στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων, ενώ σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην παραπάνω μείζονα σκέψη η ηθική βλάβη του μισθωτού επέρχεται, έστω και αν η ανοίκεια συμπεριφορά του εργοδότη δεν εκπορεύεται από δόλια προαίρεση του τελευταίου για μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας ή για εξαναγκασμό του εργαζόμενου σε αποχώρηση από την υπηρεσία.
Επομένως, οι ενιαία εξεταζόμενοι λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και οι πρώτος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι (που αποτελούν, εν πολλοίς, επανάληψη των αιτιάσεων, που διαλαμβάνονται στους πρώτο και δεύτερο λόγους του κυρίως δικογράφου), με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικές πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ρηθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, κρίνονται βάσιμοι.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, περί απαραδέκτου μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής, για το λόγο ότι η αντίδικός της ισχυρίζεται το πρώτον, στο παρόν δικονομικό στάδιο, ότι η μεταβολή των όρων εργασίας της, δεν επήλθε από την Α. Μ., που ενεργούσε δήθεν ως de facto εκπρόσωπός της, αλλά από στελέχη αυτής (αναιρεσίβλητης), τα οποία δεν την προστάτευσαν κατά την αντιπαράθεσή της με την ως άνω εργαζόμενη, κρίνεται απορριπτέος.
Και τούτο διότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, δεν προέβαλε, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, νέα περιστατικά, πέραν των όσων είχε επικαλεστεί με την αγωγή της, ούτε ανασκεύασε τους ισχυρισμούς της, μεταβάλλοντας ανεπίτρεπτα την ιστορική βάση αυτής, ήτοι το σύνολο των γεγονότων (πραγματικών περιστατικών), επί των οποίων θεμελιώνεται το αίτημα αυτής.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του περιεχομένου του αγωγικού δικογράφου, η ενάγουσα θεμελίωσε τις αξιώσεις της στον ισχυρισμό ότι επήλθε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, εξαιτίας της παράλειψης του νομίμου εκπροσώπου και διευθύνοντος συμβούλου της εναγομένης Ν.
Μ., να επέμβει και να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, προκειμένου να συνετίσει την Α. Μ. και να προστατεύσει την προσωπικότητά της από την εις βάρος της προσβλητική και ανοίκεια συμπεριφορά της άνω εργαζόμενης, η οποία με την πρόκληση επεισοδίων εις βάρος της, δημιούργησε τόσο δυσμενείς συνθήκες, ώστε, κατά την καλή πίστη να είναι πλέον αδύνατη γι' αυτήν (ενάγουσα) η συνέχιση της παροχής της εργασίας της.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά παραδοχή ως βάσιμων των πρώτου και δευτέρου λόγων αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και των πρώτου και τρίτου πρόσθετων λόγων αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά πλέον αλυσιτελή την εξέταση και αποδοχή των προβαλλομένων τρίτου και τετάρτου λόγου αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και δευτέρου και τέταρτου πρόσθετων λόγων, από τους αριθμούς 11, 14 και 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, στη συνέχεια, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο του οποίου η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον, που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση, είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 είχε τροποποιηθεί με τα άρθρα 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 01/01/2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη - καθής οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας - ασκούσας προσθέτους λόγους αναίρεσης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 2400/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών) το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση
Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσίβλητης - καθής οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας - ασκούσας πρόσθετους λόγους αναίρεσης, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ