Legislator Case Law & Legislation
1417/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on retroactive application of new energy cost regulations.

Case Number 1417/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation against the Second Instance Court's decision. The appellant argued that a new law establishing specific energy costs should have been applied immediately upon enactment to pre-existing contracts, claiming it violated substantive law principles. The court rejected this, ruling that the lower court correctly interpreted the law and applied it to the specific facts without error, finding the appellant's legal arguments baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 26(1), 43(2) of the Constitution; The Supreme Court holds that a lower court does not violate substantive law if it correctly interprets and applies statutory provisions to the proven facts, even when the appellant argues for immediate retroactive application of new regulations.

Keywords

AI generated
cassation appeal retroactive application substantive law violation energy cost regulations immediate application

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 26(1) of the Constitution
Article 43(2) of the Constitution
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 10/2011
Supreme Court 7/2006
Supreme Court 3/2020
Supreme Court 24/2015
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1417 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1417/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", με τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λιάππη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", με τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μεταξά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-2-2015 αγωγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 702/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 5413/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-11-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 10/2011, 7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση.(ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 24/2015).

Εξάλλου, το Σύνταγμα ορίζει, στο άρθρο 26 παρ.1, ότι "η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας", ενώ στο άρθρο 43 παρ.2, ότι "ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της. Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται, προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό".

Κατά ταύτα, ο συνταγματικός νομοθέτης παρέχει στον κοινό νομοθέτη τη δυνατότητα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητα προς θέσπιση κανόνων ουσιαστικού δικαίου στην εκτελεστική εξουσία. Ειδικότερα, δια του άρθρου 43 παρ.2 εδ. (α) Συντάγματος τίθεται ο κανόνας, ότι η νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την αρμοδιότητα, που μεταβιβάζεται, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ασκεί με την έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων.

Η νομοθετική εξουσιοδότηση πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, ήτοι να υπάρχει συγκεκριμένος προσδιορισμός του αντικειμένου της, ασχέτως αν είναι ευρεία ή στενή, ασχέτως δηλ., αν είναι μεγαλύτερος ή μικρότερος ο αριθμός των περιπτώσεων, τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει βάσει συγκεκριμένης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως.

Δια του άρθρου 43 παρ.2 εδ. (β) Συντάγματος επιτρέπεται η εξουσιοδότηση ("υπεξουσιοδότηση") για την έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοικήσεως, προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό (ΟλΑΠ 2/2021, ΟλΣτΕ 2314/2018, σκέψη 24).

Ως ειδικότερα θέματα νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενο τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρυθμίσεως. Απαιτείται, επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει το νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ' ύλην προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδοτήσεως, αλλά επί πλέον και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό, ορισμένο, όμως, πλαίσιο σύμφωνα προς το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα (ΣτΕ 2315/2018 Ολομ.).

Η περίπτωση αυτή αντιδιαστέλλεται τόσο από το "λεπτομερειακό" θέμα, το οποίο αφορά τη θέσπιση όλως δευτερευουσών και επουσιωδών ρυθμίσεων, όσο και από το "τεχνικό", για τη ρύθμιση του οποίου γίνεται ευρεία χρήση επιστημονικής και εν γένει τεχνικής φύσεως κριτηρίων και μεθόδων, για τα οποία είναι αναγκαία η σύμπραξη ειδικών τεχνικών οργάνων, οργάνων δηλαδή που διαθέτουν εξειδικευμένη επιστημονική ή τεχνική υπό ευρεία έννοια κατάρτιση (ΣτΕ 16/2022).Η κανονιστική πράξη της διοίκησης ισχύει κατ' αρχήν ex nunc, για την αναδρομική δε ισχύ της, δηλαδή την πρόσδοση από την κανονιστική πράξη αναδρομής στην ουσιαστική ισχύ της, απαιτείται ρητή πρόβλεψη στην εξουσιοδοτική διάταξη του νόμου (ΟλΣτΕ 1210/2010, σκέψη 23, ΣτΕ 16/2022).

Περαιτέρω, με το ν. 4001/2011, σκοπός του οποίου είναι η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων των Οδηγιών 2009/72/ΕΚ και 2009/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, ανατέθηκε στη συσταθείσα με τον ν. 2773/1999 ανεξάρτητη διοικητική αρχή "Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας" (ΡΑΕ) ο έλεγχος, η ρύθμιση και η εποπτεία της αγοράς ενέργειας (άρθρ.4), έχοντας την εξουσία να εκδίδει κανονιστικές και ατομικές εκτελεστές διοικητικές πράξεις (άρθρ.32).

Επίσης, εκδίδει, κατ' άρθρο 96 του ανωτέρω νόμου, το τελικό κείμενο του Κώδικα Διαχείρισης του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (Κώδικας Διαχείρισης ΕΣΜΗΕ), που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και με τον οποίο ρυθμίζονται όλες οι διαδικασίες και ενέργειες που είναι απαραίτητες για την εύρυθμη, ασφαλή και αποδοτική διαχείριση του Συστήματος, μεταξύ των οποίων οι τεχνικές προδιαγραφές σχεδιασμού λειτουργίας, οι προϋποθέσεις για την υποβολή αίτησης πρόσβασης στο Σύστημα και οι λογαριασμοί που πρέπει να τηρεί ο Διαχειριστής του ΕΣΜΗΕ για τις χρεώσεις που προκύπτουν από τη διαχείριση του ΕΣΜΗΕ., ενώ, κατ' άρθρο 120, εκδίδει με απόφασή της τον Κώδικα Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας, με τον οποίο καθορίζονται ιδίως οι οικονομικοί και οι τεχνικοί κανόνες που διέπουν τον προγραμματισμό και τις συναλλαγές που αφορούν την εξυπηρέτηση του φορτίου ηλεκτρικής ενέργειας, όπως, επίσης, ο τρόπος, η διαδικασία και οι όροι ημερήσιου προγραμματισμού της κατανομής φορτίου στις διαθέσιμες εγκαταστάσεις παραγωγής και στις διασυνδέσεις, ο τρόπος, η διαδικασία και οι όροι υπολογισμού της Οριακής Τιμής Συστήματος, ο τρόπος, η διαδικασία και οι όροι διευθέτησης από τον Λειτουργό της Αγοράς των πληρωμών για τις προγραμματισμένες εγχύσεις ηλεκτρικής ενέργειας στο ΕΣΜΗΕ και των χρεώσεων για τις προγραμματισμένες απορροφήσεις ηλεκτρικής ενέργειας από το ΕΣΜΗΕ, η χρονική περίοδος που λαμβάνεται ως βάση για τον ημερήσιο ενεργειακό προγραμματισμό της κατανομής φορτίου και τον υπολογισμό της Οριακής Τιμής του Συστήματος και κάθε άλλη ρύθμιση που είναι απαραίτητη για την εύρυθμη, διαφανή και αποδοτική λειτουργία της Αγοράς.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 143 παρ. 1 του ως άνω ν. 4001/2011, που τιτλοφορείται "Ειδικός Λογαριασμός", "Η ... και η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ ανακτούν πλήρως τα ποσά που καταβάλλουν στους αντισυμβαλλόμενους κατά τις διατάξεις της περίπτωσης θ` της παραγράφου 2 του άρθρου 118 και της περίπτωσης η` της παραγράφου 2 του άρθρου 129 αντίστοιχα, μέσω του ειδικού διαχειριστικού Λογαριασμού, όπως αυτός δημιουργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 40 του ν. 2773/1999, τον οποίο διαχειρίζεται η ...".

Σημειωτέον ότι ο ανωτέρω ειδικός λογαριασμός συνεστήθη υπό την διαχείριση της ... ΑΕ (και ήδη, κατά το άρθρο 143 του ν. 4001/2011, της ...), για την πληρωμή των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και συμπαραγωγή, με τις τιμές που ορίζονται με νόμο και δυνάμει των οποίων συνομολογούνται οι οικείες συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας.

Το ίδιο ως άνω άρθρο 143 όριζε στην παράγραφο 2 αυτού, πριν την παρακάτω αναφερόμενη τροποποίησή του: "2. Έσοδα του ειδικού λογαριασμού είναι: (α) Τα ποσά που καταβάλλουν οι παραγωγοί και οι προμηθευτές στο πλαίσιο του Ημερήσιου Ενεργειακού Προγραμματισμού του άρθρου 120 και της Εκκαθάρισης των Αποκλίσεων παραγωγής- ζήτησης κατά το άρθρο 105, τα οποία αναλογούν στην ισχύ που εντάσσεται κατά προτεραιότητα στο σύστημα μεταφοράς και στο δίκτυο διανομής της ηπειρωτικής χώρας και των συνδεδεμένων με αυτά νησιών κατά τα οριζόμενα στον ν.3851/2010".

Η τελευταία αυτή διάταξη αντικαταστάθηκε με την περ.2 της υποπαρ.Ι.3 της παρ.1 του άρθρου πρώτου του ν.4152/2013 (ΦΕΚ Α 107/9.5.2013) ως εξής: "α) Τα ποσά που καταβάλλουν οι παραγωγοί και οι προμηθευτές στο πλαίσιο του Ημερήσιου Ενεργειακού Προγραμματισμού και της Εκκαθάρισης των Αποκλίσεων Παραγωγής- Ζήτησης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 120 και 96 και ιδίως στη περίπτωση ιθ` της παραγράφου 2 του άρθρου 96, κατά τρόπον ώστε να αντανακλούν κατ` ελάχιστον το μεσοσταθμικό μεταβλητό κόστος των θερμικών συμβατικών σταθμών και να αναλογούν στην ενέργεια που εγχέεται κατά προτεραιότητα στο σύστημα μεταφοράς και στο δίκτυο διανομής της ηπειρωτικής χώρας και των συνδεδεμένων με αυτά νησιών, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 9 του ν.3468/2006, με μεθοδολογία που εξειδικεύεται στον Κώδικα Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας".

Έτσι, ενώ με την προϊσχύσασα διάταξη οι οφειλές των παραγωγών και προμηθευτών υπολογίζονταν στο πλαίσιο των εκκαθαρίσεων του ημερήσιου ενεργειακού προγραμματισμού βάσει της Οριακής Τιμής Συστήματος και των αποκλίσεων παραγωγής- ζήτησης βάσει της Οριακής Τιμής Αποκλίσεων, χωρίς να προβλέπεται ως ελάχιστο όριο των καταβαλλόμενων ποσών το μεσοσταθμικό μεταβλητό κόστος των θερμικών συμβατικών σταθμών, με τη νέα διάταξη εισάγεται πλέον ως βασική παράμετρος καθορισμού του ύψους των εν λόγω οφειλών το "μεσοσταθμικό μεταβλητό κόστος των θερμικών συμβατικών μονάδων" σε συνδυασμό με μία σχέση "αναλογίας προς την κατά προτεραιότητα εγχεόμενη ενέργεια" και, επίσης, ορίζεται ότι η μεθοδολογία καθορισμού του ύψους των οφειλών εξειδικεύεται στον Κώδικα Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας, στον οποίο καθορίζονταν οι οφειλές με βάση τα κριτήρια που έθετε η προϊσχύσασα διάταξη.

Ακολούθως, με βάση τη νομοθετική αυτή εξουσιοδότηση του άρθρου 143 παρ.2 του ν.4001/2011, όπως αντικαταστάθηκε ως ανωτέρω, εκδόθηκε από την ΡΑΕ, η υπ' αριθ. 366/2013 απόφαση με τίτλο "Τροποποίηση του Κώδικα Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΦΕΚ Β 104/31.1.2012) και του Κώδικα Διαχείρισης του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΦΕΚ Β 103/31.12.2012), η οποία δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 14.8.2013.

Με την απόφαση αυτή τροποποιήθηκε το άρθρο 175 του Κώδικα Διαχείρισης του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας με τίτλο "Λογιστικές Πράξεις για τον Ειδικό Λογαριασμό του άρθρου 143 του ν.4001/2011" και εξειδικεύτηκε η μεθοδολογία καθορισμού της προβλεπόμενης από το άρθρο 143 παρ.2 παρ.(α) του ν.4001/2011, όπως αντικαταστάθηκε με το ν.4152/2013, χρέωσης, κατά τρόπο ώστε τα ποσά που καταβάλλουν οι παραγωγοί και οι προμηθευτές, στο πλαίσιο του Ημερήσιου Ενεργειακού Προγραμματισμού και της Εκκαθάρισης των Αποκλίσεων Παραγωγής- Ζήτησης, να αντανακλούν κατ' ελάχιστον το μεσοσταθμικό μεταβλητό κόστος των θερμικών συμβατικών σταθμών και να αναλογούν στην ενέργεια που εγχέεται κατά προτεραιότητα στο σύστημα μεταφοράς και στο δίκτυο διανομής της ηπειρωτικής χώρας και των συνδεδεμένων με αυτά νησιών".

Σύμφωνα με τα παραπάνω, το ουσιαστικό κριτήριο καθορισμού του ύψους των οφειλών των παραγωγών και προμηθευτών, δηλαδή το "μεσοσταθμικό μεταβλητό κόστος των θερμικών συμβατικών μονάδων", που εισήχθη με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου πρώτου παρ.1 υποπαράγραφος Ι.3 περ.2 του ν.4152/2013 (που τροποποίησε τη διάταξη του άρθρου 143 παρ.2 περ.α του ν.4001/2011), αποτελεί νέα ρύθμιση, καθόσον η εν λόγω παράμετρος δεν ανήκε στο πεδίο του προγενέστερου νομοθετικού και κανονιστικού καθεστώτος, ως παράγοντας προσδιορισμού των τιμών στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, έτσι ώστε η πρόβλεψη της "εξειδίκευσης" στον Κώδικα Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας της μεθοδολογίας καθορισμού του ύψους των κρίσιμων οφειλών με βάση το νέο κριτήριο, να μην είναι επιτρεπτή ως παραπομπή ούτε σε προϋφιστάμενη κανονιστική ρύθμιση, διότι τέτοια δεν περιλαμβανόταν στον ΚΣΗΕ ούτε σε ήδη ισχύουσα νομοθετική διάταξη δυνάμει της οποίας θα μπορούσε να τροποποιηθεί ο ΚΣΗΕ.

Συνεπώς, η εν λόγω πρόβλεψη αποτελεί νομοθετική εξουσιοδότηση για την έκδοση κανονιστικής πράξης, σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 2 περ. β' του Συντάγματος. Η εξουσιοδότηση αυτή δεν αφορά ζητήματα τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα, αφού η μεθοδολογία καθορισμού του ύψους χρηματικής παροχής δεν ταυτίζεται με διαδικαστικές ή άλλες τεχνικές λεπτομέρειες, αλλά, αντίθετα, αποτελεί στοιχείο αναγόμενο στην ίδια την ουσιαστική υποχρέωση, αφορά, δηλαδή ένα ουσιώδες στοιχείο προσδιορισμού της έννομης συνέπειας, η οποία βασίζεται στο πραγματικό της νέας διάταξης.

Χωρίς την πρόβλεψη συγκεκριμένης μεθοδολογίας, δεν συνάγεται το μέγεθος της οριζόμενης ουσιαστικής υποχρέωσης και δη το ύψος των οφειλόμενων χρηματικών παροχών, όπως απαιτείται για την πληρότητα του τιθέμενου κανόνα δικαίου, ο οποίος συνεπώς δεν έχει αυτοτέλεια ώστε να θεωρηθεί εφαρμόσιμος ακόμη και ελλειπούσης της νομοθετικής εξουσιοδότησης, με αποτέλεσμα να καθίσταται αναγκαία η εξειδίκευση αυτού με την κανονιστική πράξη, προκειμένου να καταστεί εφαρμόσιμος.

Επομένως, η μεθοδολογία στην οποία αναφέρεται η νομοθετική εξουσιοδότηση, αφορά τον προσδιορισμό της ίδιας της έννοιας του "μεσοσταθμικού μεταβλητού κόστους των θερμικών μονάδων" ως παράγοντα υπολογισμού των χρηματικών παροχών και η έκδοση για το λόγο αυτό της κανονιστικής πράξης της ΡΑΕ συνιστά άσκηση διακριτικής ευχέρειας νομοθετικής εξειδίκευσης μιας βασικής έννοιας του τιθέμενου ουσιαστικού κανόνα δικαίου.

Συνακόλουθα, η ανωτέρω κανονιστική πράξη της ΡΑΕ δεν μπορεί να ισχύσει αναδρομικά, αφού αυτό δεν προβλέπεται ρητά στη νομοθετική εξουσιοδότηση και ως εκ τούτου δεν καταλαμβάνει και το χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος της νομοθετικής εξουσιοδότησης έως την έναρξη ισχύος της κανονιστικής πράξης.

Από μόνη τη γενομένη μνεία στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4152/2013, ότι δηλαδή με τις εισαγόμενες διατάξεις επιδιώκεται η αντιμετώπιση τόσο τρεχόντων θεσμικών κατά βάση ζητημάτων που έχουν προκύψει από την έως τώρα εφαρμογή του, όσο και η βέλτιστη κατά το δυνατό διαχείριση μιας σύνθετης και κρίσιμης κατάστασης που περιλαμβάνει υποχρεώσεις, στις οποίες θα πρέπει άμεσα και με συνέπεια να ανταποκριθεί η χώρα συνολικά και ότι βασικός στόχος και επιδίωξη των εν λόγω ρυθμίσεων είναι η αύξηση των εισροών του Ειδικού Λογαριασμού της Λ.ΑΓ.Η.Ε.

Α.Ε. για την πληρωμή της ενέργειας που παράγεται από σταθμούς Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α και η επιβράδυνση της περαιτέρω επιβάρυνσής του, καθώς και η βελτίωση του θεσμικού πλαισίου ΑΠΕ, "η δε μη άμεση αντιμετώπιση του ελλείμματος του Ειδικού Λογαριασμού της Λ.Α.Γ.Η.Ε. Α.Ε. θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανυπολόγιστη ζημία τόσο στον τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, όσο και συνολικά στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και κατ' επέκταση στην ίδια την εθνική Οικονομία", δεν προκύπτει βούληση του νομοθέτη περί παροχής με τη νομοθετική εξουσιοδότηση της δυνατότητας να προσδοθεί αναδρομική ισχύς στις ρυθμίσεις της ΡΑΕ, σχετικά με την εξειδίκευση της μεθοδολογίας του υπολογισμού του μεσοσταθμικού μεταβλητού κόστους των θερμικών συμβατικών σταθμών.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα), με την από 13.2.2015 αγωγή της, ιστορούσε ότι η ίδια αποτελεί τον Ανεξάρτητο Διαχειριστή Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας, που συστάθηκε δυνάμει του άρθρου 97 ν. 4001/2011 και της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ και έχει τόσο την κυριότητα, όσο και τη διαχείριση του Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας, ώστε να διασφαλίζεται ο εφοδιασμός της χώρας με ηλεκτρική ενέργεια, ενώ οι εναγόμενες, ανώνυμες εταιρείες με τις επωνυμίες "..." και "..." (από τις οποίες η πρώτη συγχωνεύτηκε με απορρόφηση από τη δεύτερη, μετά την άσκηση της αγωγής), αποτελούν εταιρείες προμήθειας, εμπορίας και παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και είναι εγγεγραμμένες στο μητρώο Συμμετεχόντων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διαχείρισης Συστήματος Ηλεκτρικής Ενέργειας.

Ότι οι τελευταίες, ως συμμετέχουσες στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, έχουν εκ του νόμου υποχρέωση να της καταβάλουν, εκτός των άλλων και τις χρεώσεις που αφορούν στο μεταβλητό κόστος θερμικών συμβατικών σταθμών, το οποίο καταβάλλεται ακολούθως στον ειδικό λογαριασμό του άρθρου 143 του ν. 4001/2011. Στη συνέχεια, η ενάγουσα παραθέτει πίνακες με τις οφειλές καθεμιάς των εναγομένων εταιρειών, για το χρονικό διάστημα από το Μάρτιο του έτους 2012 μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2015, όπου αναφέρονται τα εκδοθέντα από αυτή τιμολόγια, τα οποία εξειδικεύονται αναλυτικά, μεταξύ δε των τιμολογίων αυτών, είναι και τα με αριθμούς ΜΕ 1/.../7.11.2013, ΜΕ 1/.../7.11.2013, ΜΕ 1/.../7.11.2013 και ΜΕ 1/.../7.11.2013 τιμολόγια έκδοσής της (ενάγουσας), τα οποία αφορούν αναδρομικές χρεώσεις της πρώτης ενάγουσας, για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο 2013, συνολικού ποσού 481.899,13 ευρώ, με την αιτιολογία "Χρέωση βάσει μεσοσταθμικού μεταβλητού κόστους θερμικών συμβατικών σταθμών", κατ' άρθρο 143 παρ. 2 περ.

α ν. 4001/2011. Με βάση δε το παραπάνω ιστορικό, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν τα ποσά των ανεξόφλητων τιμολογίων και συγκεκριμένα η μεν πρώτη εναγομένη, το ποσό των 1.137.079,14 ευρώ, η δε δεύτερη εναγομένη, το ποσό των 123.286,94 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα πληρωμής κάθε τιμολογίου, άλλως από την όχληση με την αποστολή εκάστου τιμολογίου, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής και β) να της καταβάλουν τα ποσά των τόκων υπερημερίας, συνεπεία της καθυστέρησης στην πληρωμή των τιμολογίων και συγκεκριμένα, η μεν πρώτη το ποσό των 306.582,01 ευρώ, η δε δεύτερη το ποσό των 30.305,94 ευρώ (στα οποία συμπεριλαμβάνεται ο τόκος υπερημερίας μέχρι τις 11.2.2015, για όλα τα ανεξόφλητα μέχρι την κατάθεση της αγωγής τιμολόγια, καθώς και ο τόκος υπερημερίας μέχρι την ημερομηνία πληρωμής των τιμολογίων που εξοφλήθηκαν με καθυστέρηση), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, με την 702/2016 απόφασή του έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, εκτός του κονδυλίου των τόκων επί του κεφαλαίου της οφειλής (1.137.079,14 ευρώ+ 123.286,94 ευρώ), το οποίο κρίθηκε νόμιμο για το χρόνο μετά τις 12.2.2015, για το λόγο ότι οι τόκοι του προηγούμενου χρονικού διαστήματος είχαν συμπεριληφθεί στο δεύτερο αγωγικό αίτημα.

Ακολούθως, αφού δέχθηκε ότι, από το κεφάλαιο της απαίτησης κατά αμφοτέρων των εναγομένων, από τις οποίες η δεύτερη είχε ήδη συγχωνευτεί με απορρόφηση από την πρώτη, ποσού 1.137.079,14 ευρώ και 123.286,94 ευρώ, αντίστοιχα και συνολικά 1.260.366,08 ευρώ, έχει εξοφληθεί, το ποσό των 778.466,95 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 481.899,10 ευρώ, για το οποίο εκδόθηκαν τα με αριθμούς ΜΕ 1/.../7.11.2013, ΜΕ 1/.../7.11.2013, ΜΕ 1/.../7.11.2013 και ΜΕ 1/.../7.11.2013 τιμολόγια, αφορά μη νόμιμες χρεώσεις και ως εκ τούτου δεν οφείλεται, απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος αυτό και δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη κατά το κεφάλαιο των τόκων, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα τους νόμιμους τόκους επί του ποσού των 778.466,95 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 12.2.2015 μέχρι την εξόφληση και το ποσό των 291.810,75 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της ανωτέρω οριστικής απόφασης και κατά το μέρος που αφορά την απόρριψη της αγωγής ως προς τα άνω τιμολόγια, άσκησε η ενάγουσα την από 10.6.2016 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα: "...Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία, αποτελεί τον Ανεξάρτητο Διαχειριστή Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας, που συστάθηκε δυνάμει του άρθρου 97 ν.4001/2011 και της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ, μετά από απόσχιση και εισφορά του αντίστοιχου κλάδου μεταφοράς από τη ΔΕΗ ΑΕ, καθώς και του σχετικού κλάδου μεταφοράς της ...

και ήδη ..., και έχει τόσο την κυριότητα, όσο και τη διαχείριση του Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας, ώστε να διασφαλίζεται ο εφοδιασμός της χώρας με ηλεκτρική ενέργεια, ενώ οι εναγόμενες, ανώνυμες εταιρίες, με τις επωνυμίες "..." και "..." (από τις οποίες η πρώτη συγχωνεύτηκε με απορρόφηση από τη δεύτερη, μετά την άσκηση της αγωγής), αποτελούν εταιρίες προμήθειας, εμπορίας και παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και είναι εγγεγραμμένες στο μητρώο Συμμετεχόντων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διαχείρισης Συστήματος Ηλεκτρικής Ενέργειας.

Με τις διατάξεις του άρθρου 143 ν. 4001/2011, προβλέπεται ότι οι, ... και ΔΕΔΗΕ ΑΕ, ανακτούν πλήρως τα ποσά που καταβάλουν στους αντισυμβαλλόμενους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, μέσω του ειδικού Διαχειριστικού λογαριασμού όπως αυτός συστήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 40 ν. 2773/1999, το οποίο λογαριασμό και διαχειρίζεται η εταιρία ....

Ο εν λόγω λογαριασμός εξυπηρετεί τις ανάγκες που προκύπτουν από τις συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ των σταθμών που λειτουργούν στο ηπειρωτικό Σύστημα της χώρας, όσο και αυτών που λειτουργούν στο δίκτυο μη διασυνδεδεμένων νήσων (ΜΔΝ). Έσοδα του ειδικού αυτού λογαριασμού κατά το άρθρο 143 παρ. 2 περ.

α του ν. 4001/2011 είναι (α) Τα ποσά που καταβάλλουν οι παραγωγοί και οι προμηθευτές στο πλαίσιο του ημερήσιου ενεργειακού προγραμματισμού του άρθρου 120 και της Εκκαθάρισης των Αποκλίσεων παραγωγής - ζήτησης κατά το άρθρο 105, τα οποία αναλογούν στην ισχύ που εντάσσεται κατά προτεραιότητα στο σύστημα μεταφοράς και στο δίκτυο διανομής της ηπειρωτικής χώρας και των συνδεδεμένων με αυτά νησιών κατά τα οριζόμενα στον ν. 3851/ 2010.

Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, οι οφειλές των παραγωγών και των προμηθευτών, μεταξύ των οποίων οι εναγόμενες, υπολογίζονταν στο πλαίσιο των εκκαθαρίσεων του ημερήσιου ενεργειακού προγραμματισμού, βάσει της Οριακής Τιμής Συστήματος και των αποκλίσεων παραγωγής - ζήτησης, βάσει της Οριακής Τιμής Αποκλίσεων.

Η άνω διάταξη τροποποιήθηκε με τη διάταξη της περ. 2 της υποπαραγράφου 1.3 της παρ. 1 του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (ΦΕΚ Α 107/9-5- 2013), σύμφωνα με την οποία, έσοδα του ειδικού λογαριασμού, είναι: α) Τα ποσά που καταβάλλουν οι παραγωγοί και οι προμηθευτές στο πλαίσιο του Ημερήσιου Ενεργειακού Προγραμματισμού και της Εκκαθάρισης των Αποκλίσεων Παραγωγής- Ζήτησης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 120 και 96 και ιδίως στη περίπτωση ιθ της παραγράφου 2 του άρθρου 96, κατά τρόπον ώστε να αντανακλούν κατ' ελάχιστον το μεσοσταθμικό μεταβλητό κόστος των θερμικών συμβατικών σταθμών και να αναλογούν στην ενέργεια που εγχέεται κατά προτεραιότητα στο σύστημα μεταφοράς και στο δίκτυο διανομής της ηπειρωτικής χώρας και των συνδεδεμένων με αυτά νησιών, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 3468/2006, με μεθοδολογία που εξειδικεύεται στον Κώδικα Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας.

Με την τελευταία διάταξη εισάγεται πλέον ως βασική παράμετρος καθορισμού του ύψους των πόρων αυτών, "το μεσοσταθμικό μεταβλητό κόστος των θερμικών συμβατικών μονάδων", σε συνδυασμό με μία σχέση αναλογίας προς την κατά προτεραιότητα εγχεόμενη ενέργεια. Η έννοια του μεσοσταθμικού μεταβλητού κόστους των θερμικών συμβατικών μονάδων, ως παράγοντας προσδιορισμού των τιμών στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας εισάγεται το πρώτον με τη νέα διάταξη και δεν ανήκει στο πεδίο του προγενέστερου καθεστώτος.

Περαιτέρω, στο άρθρο 120 του ν. 4001/2011, προβλέπεται ο Κώδικας Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας, ο οποίος σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου αυτού εκδίδεται από τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ) και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στα πλαίσια αυτά, η ΡΑΕ, με βάση νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 143 παρ. 2 του ν. 4001/2011, όπως αντικαταστάθηκε με το ν. 4152/2013, εξέδωσε τη με αριθμό 366/2013 απόφαση με τίτλο, "Τροποποίηση του Κώδικα Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας και του Κώδικα Διαχείρισης του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας", που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 14.8.2013.

Με την εν λόγω απόφαση τροποποιήθηκε το άρθρο 175 του Κώδικα Διαχείρισης του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας, με τίτλο "Λογιστικές Πράξεις για τον Ειδικό Λογαριασμό του άρθρου 143 παρ. 2 περ. α του ν. 4001/2011" και εξειδικεύθηκε η μεθοδολογία καθορισμού της προβλεπόμενης από το άρθρο 143 παρ. 2 περ.

α του ν. 4001/2011, όπως αντικαταστάθηκε από το ν. 4152/2013, χρέωσης, κατά τρόπο ώστε τα ποσά που καταβάλουν οι παραγωγοί και προμηθευτές στο πλαίσιο του Ημερήσιου Ενεργειακού Προγραμματισμού και της Εκκαθάρισης των Αποκλίσεων Παραγωγής- Ζήτησης, να αντανακλούν κατ' ελάχιστον το μεσοσταθμικό μεταβλητό κόστος των θερμικών συμβατικών σταθμών και να αναλογούν στην ενέργεια που εγχέεται κατά προτεραιότητα στο σύστημα μεταφοράς και στο δίκτυο διανομής της ηπειρωτικής χώρας και των συνδεδεμένων με αυτά νησιών.

Κατόπιν αυτών, η ενάγουσα, στις 29.10.2013, απέστειλε στην πρώτη εναγομένη, η οποία όπως αναφέρθηκε, απορροφήθηκε από τη δεύτερη εναγομένη, ήδη εφεσίβλητη, τα με αριθμούς πρωτ. ΔΣΗΕ/21824/24.10.2013, ΔΣΗΕ/ 21825/24.10.2013, ΔΣΗΕ/ 21826/24.10.2013 και ΔΣΗΕ/21871/24.10.2013 "ενημερωτικά σημειώματα διορθωτικής εκκαθάρισης", με βάση τα οποία προέβη, σε διορθωτική εκκαθάριση των οφειλόμενων από την πρώτη εναγομένη στο πλαίσιο του Ειδικού Λογαριασμού, του προβλεπόμενου από το άρθρο 143 ν. 4001/2011.

Με τη νέα διορθωτική εκκαθάριση, η ενάγουσα επανυπολόγισε τις συγκεκριμένες οφειλές της άνω εναγομένης, για το χρονικό διάστημα από το Μάιο του έτους 2013 μέχρι τον Αύγουστο του ίδιου έτους, βάσει της νέας μεθοδολογίας, όπως αυτή καθορίστηκε με την προαναφερθείσα απόφαση της ΡΑΕ, με συνέπεια πέραν των ποσών που είχε καταλογίσει με τα προγενέστερα εκκαθαριστικά σημειώματα, για οφειλές αφορώσες το ίδιο χρονικό διάστημα, ήτοι τους μήνες, Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο 2013, να καταλογίσει και τα επιπλέον ποσά των 114.605,33 ευρώ, 145.413,54 ευρώ, 168.014,38 ευρώ και 53.865,88 ευρώ, αντίστοιχα για τους άνω μήνες, και συνολικά ποσό 481.899,10 ευρώ, με τη ρητή επίκληση όσον αφορά τις τελευταίες χρεώσεις, της τροποποίησης του άρθρου 143 του ν. 4001/2011, με το ν. 4152/2013.

Τη νομιμότητα των τελευταίων χρεώσεων αρνήθηκε η πρώτη εναγομένη, με την από 31.10.2013 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην ενάγουσα, την 1.11,2013. Η τελευταία, όμως, επικαλούμενη, ότι η εφαρμογή των νέων χρεώσεων ανατρέχει στο χρόνο δημοσίευσης του ν. 4152/2013, ήτοι στις 9.5.2013, απέστειλε στην εναγομένη στις 27.11.2013, τα με αριθμούς ΜΕ 1/.../7.11.2013, ΜΕ1/.../7.11.2013, ΜΕ 1/.../7.11.2013 και ΜΕ1/.../7.11.2013 τιμολόγια, ποσών 114.605,33 ευρώ, 145.413,54 ευρώ, 168.014,38 ευρώ και 53.865,88 ευρώ, αντίστοιχα, με την αιτιολογία "Χρέωση βάσει μεσοσταθμικού Μεταβλητού Κόστους Θερμικών Συμβατικών Σταθμών', αξιώνοντας την πληρωμή τους...

Περαιτέρω,.. μετά τη δημοσίευση του ν. 4152/2013 (9.5.2013), η ΡΑΕ με την 366/2013 απόφασή της, η οποία δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 14.8.2013, προέβη στην εξειδίκευση της μεθοδολογίας του καθορισμού της προβλεπόμενης από το άρθρο 143 παρ.2 περ.α του ν. 4001/2011, όπως αντικαταστάθηκε από το ν. 4152/2013, χρέωσης, κατά τρόπο ώστε τα ποσά που καταβάλουν οι παραγωγοί και προμηθευτές στο πλαίσιο του Ημερήσιου Ενεργειακού Προγραμματισμού και της Εκκαθάρισης των Αποκλίσεων Παραγωγής- Ζήτησης, να αντανακλούν κατ' ελάχιστον το μεσοσταθμικό μεταβλητό κόστος των θερμικών συμβατικών σταθμών και να αναλογούν στην ενέργεια που εγχέεται κατά προτεραιότητα στο σύστημα μεταφοράς και στο δίκτυο διανομής της ηπειρωτικής χώρας και των συνδεδεμένων με αυτά νησιών.

Επικαλούμενη δε η ενάγουσα τη νέα διάταξη του νόμου και την άνω απόφαση της ΡΑΕ, επέβαλε σε βάρος της εναγομένης τις παραπάνω αναδρομικές χρεώσεις. Οι αναδρομικές, όμως, αυτές χρεώσεις παρανόμως επιβλήθηκαν, καθόσον η σχετική υποχρέωση της εναγομένης για καταβολή των ποσών του άρθρου 143 παρ.2 περ.α τν 4001/2011, άρχεται από την έναρξη ισχύος της κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδοθείσας απόφασης της ΡΑΕ, η οποία εξειδίκευσε τη μεθοδολογία προσδιορισμού της χρέωσης.

Ειδικότερα, δεδομένου ότι η νέα νομοθετική διάταξη του άρθρου 143 παρ.2 περ. α του ν. 4001/ 2011, μετά την αντικατάστασή της από το ν. 4152/2013 (9.5.2013), δεν διακρίνεται από κανονιστική αυτοτέλεια ή πληρότητα ως προς τον τιθέμενο με αυτή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ήταν αναγκαία για την εφαρμογή της, η έκδοση σχετικής κανονιστικής πράξης, αφού χωρίς αυτή δεν ήταν δυνατός ο προσδιορισμός των σχετικών χρεώσεων.

Ο καθορισμός δε της μεθοδολογίας αυτής, δεν αφορούσε διαδικαστικές ή άλλες τεχνικές λεπτομέρειες, αλλά την ίδια την ουσιαστική υποχρέωση. Αφορούσε δηλαδή ένα ουσιώδες στοιχείο προσδιορισμού της έννομης συνέπειας, η οποία βασίζεται στο πραγματικό της νέας διάταξης του άρθρου 143 παρ.2 περ. α του ν. 4001/2011, το οποίο συγκροτείται από το υποκειμενικό και το αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής της διάταξης.

Χωρίς την πρόβλεψη δε της συγκεκριμένης μεθοδολογίας, ώστε βάσει αυτής να προκύπτει το μέγεθος της χρηματικής υποχρέωσης, δεν υφίσταται αυτοτελής ουσιαστικός κανόνας δικαίου και συνεπώς δεν χωρεί άμεση εφαρμογή αυτού. Η εξειδίκευση της μεθοδολογίας υπολογισμού των οικείων χρηματικών παροχών, μέσω του προσδιορισμού της ίδιας της έννοιας του "μεσοσταθμικού μεταβλητού κόστους των θερμικών συμβατικών σταθμών", ως παράγοντα υπολογισμού, αποτελεί αντικείμενο διακριτικής ευχέρειας της ΡΑΕ, στην οποία δίδεται η κρίσιμη νομοθετική εξουσιοδότηση.

Κατ' ακολουθία, δοθέντος ότι η κρίσιμη εν προκειμένω νομοθετική εξουσιοδότηση δεν προβλέπει αναδρομικότητα της εκδοθησόμενης κανονιστικής πράξης, η οποία αφορά υποχρεώσεις χρηματικών παροχών των διοικουμένων, αλλά και ότι κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, δεν μπορεί να ισχύει αναδρομικά κανονιστική πράξη, αν αυτό δεν προβλέπεται ρητά στη νομοθετική εξουσιοδότηση με βάση την οποία εκδίδεται..., η άνω κανονιστική πράξη της ΡΑΕ, με την οποία πληρώθηκε το πραγματικό του προαναφερθέντος κανόνα δικαίου, δεν μπορεί να εφαρμοστεί αναδρομικά, για το χρονικό διάστημα από την έναρξη της ισχύος του νόμου και έως την έναρξη ισχύος της κανονιστικής πράξης της ΡΑΕ...

Συνεπώς, παρανόμως η ενάγουσα επέβαλε τις προαναφερθείσες χρεώσεις για τους μήνες Μάϊο, Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο 2013, με αιτιολογία "Χρέωση βάσει μεσοσταθμικού μεταβλητού κόστους θερμικών συμβατικών σταθμών", συνολικού ποσού 481.899,10 ευρώ, στο οποίο συμποσούνται τα με αριθμούς ΜΕ 1/.../7.11.2013, ΜΕ 1/.../7.11.2013, ΜΕ 1/.../7.11.2013 και ΜΕ1/.../7.11.2013 τιμολόγια...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας ομοίως ως προς τις παραπάνω χρεώσεις είχε απορρίψει κατά το μέρος αυτό την αγωγή της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο, δηλαδή, ότι η διάταξη του άρθρου πρώτου παρ.1 υποπαράγραφος Ι.3 παρ.2 του ν.4152/2013, που τροποποίησε το άρθρο 143 παρ.2 περ.α' του ν.4001/2011, δεν διακρίνεται από κανονιστική αυτοτέλεια ή πληρότητα, ότι παρείχε ρητή νομοθετική εξουσιοδότηση στην ΡΑΕ προς εξειδίκευση της μεθοδολογίας υπολογισμού των χρεώσεων και ότι η εκδοθείσα κανονιστική πράξη 366/2013 της ΡΑΕ δεν μπορεί να εφαρμοστεί αναδρομικά, καθόσον δεν προβλέφθηκε ρητά στη νομοθετική εξουσιοδότηση, για το χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος του νόμου έως την έναρξη ισχύος της ανωτέρω κανονιστικής πράξης της ΡΑΕ και, συνακόλουθα, ότι δεν είναι νόμιμες οι χρεώσεις που αναφέρονται στα επίδικα τιμολόγια με την αιτιολογία "χρέωση βάσει μεσοσταθμικού Μεταβλητού Κόστους Θερμικών Συμβατικών Σταθμών" για τους μήνες Μάϊο, Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο 2013, δηλαδή για το χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος του νόμου (9-5-2013) έως την έναρξη ισχύος της κανονιστικής πράξης (14-8-2013), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, και δεν παραβίασε αυτές είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.

Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι δύο πρώτοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για παράβαση των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων με τις αιτιάσεις ότι ο νέος κανόνας δικαίου (άρθρ. 1 παρ.1 υποπαράγραφος Ι.3 παρ.2 περ.2 του ν.4152/2013, που τροποποίησε τις διατάξεις του άρθρου 143 παρ.2 περ.α του ν.4001/2011), είναι πλήρης και αυτοτελής ως προς τη θέσπιση της υποχρέωσης των παραγωγών και των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας και οριοθέτησε με σαφήνεια ήδη από την έναρξη ισχύος του την ουσιαστική υποχρέωση των οφειλετών, εξυπηρετεί δε σκοπούς δημοσίου συμφέροντος και, ως εκ τούτου, έπρεπε να τύχει άμεσης εφαρμογής ήδη κατά το χρόνο της θέσπισης του και, επίσης, ότι αφορούσε προϋφιστάμενες ιδιωτικές ενοχικές σχέσεις αυτών με τον ΔΜΗΕ και έπρεπε να τύχει άμεσης εφαρμογής από το χρόνο θέσπισής του και εφεξής χάριν του δημοσίου σκοπού της άμεσης αντιμετώπισης του ελλείματος του Ειδικού Λογαριασμού υπέρ των ΑΠΕ.

Εξάλλου, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, επίσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι ερμήνευσε την επίμαχη διάταξη ως κανόνα που διέπει έννομη σχέση μεταξύ ιδιωτών, εφαρμόζοντας στην ένδικη διαφορά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, καίτοι αυτή αφορά ιδιωτικής φύσεως ενοχικές αξιώσεις, είναι απαράδεκτος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, κρίνοντας επί της αναδρομικότητας ή μη της κανονιστικής πράξης της Διοίκησης, στο πλαίσιο της εξουσιοδοτικής διάταξης του νομοθέτη, αντιμετώπισε την ένδικη διαφορά ως ιδιωτική μεταξύ ιδιωτών και δεν επελήφθη της υποθέσεως ως δημοσίου δικαίου.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.11.2019 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", με διακριτικό τίτλο "...", για αναίρεση της 5413/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων και επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ