Legislator Case Law & Legislation
1417/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against second-instance judgments for lack of merit and procedural errors.

Case Number 1417/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed three appeals filed by three defendants against second-instance judgments from the Kalamata Court of Assizes. The defendants argued that their requests for a continuance of the trial were rejected without proper reasoning, though the court found this claim based on a false premise since only one co-defendant had requested such a continuance. Consequently, the appeals were rejected in their entirety, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the criminal proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 462, 464, 466, 473, 504, 505 of the Code of Criminal Procedure; Appeals must be admissible and substantiated, and rejection of a continuance request without specific reasoning is not a ground for appeal if the request was not made by all co-defendants.

Keywords

AI generated
criminal appeal admissibility lack of reasoning continuance of trial joint defendants legal costs allocation Code of Criminal Procedure second instance judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 473 paragraph 3 of the Code of Criminal Procedure
Article 156 paragraph 3 last clause and Article 4 of the Code of Criminal Procedure
Article 462 paragraph b, Articles 464, 466, 473 paragraphs 1, 2 & 3, 474, Article 504 paragraph 1 and Article 505 of the Code of Criminal Procedure
Article 510 paragraph 1 D of the Code of Criminal Procedure
Article 578 paragraph 1 of the New Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1417 / 2020 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1417/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Μαριάνθη Παγουτέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 16 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Όλγας Σμυρλή, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Α. Σ. του Π., κατοίκου ..., 2. Κ. Κ. του Π., κατοίκου ... και 3. Ι. Β. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ρουσσόπουλο, για αναίρεση των υπ' αριθμ. 263/2019, 265/2019 και 266/2019 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην α) από 24 Ιανουαρίου 2020 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Καλαμάτας, Διονυσίου Λαμπρόπουλου και έλαβε αριθμό 2/2020, β) στην από 24 Ιανουαρίου 2020 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Καλαμάτας, Διονυσίου Λαμπρόπουλου και έλαβε αριθμό 1/2020 και γ) στην από 24 Ιανουαρίου 2020 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Καλαμάτας, Διονυσίου Λαμπρόπουλου και έλαβε αριθμό 3/2020, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 373/2020.

Αφού άκουσε Την Εισαγγελέα η οποία πρότεινε να απορριφθούν οι αιτήσεις και να επιβληθούν τα έξοδα στους αναιρεσείοντες και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται προς συζήτηση οι υπό κρίση, με αριθ. 2, 1 και 3/24-1-2020, τρεις (3) εκθέσεις αιτήσεων αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Καλαμάτας, για αναίρεση των, υπ` αριθ. 263, 265 και 266/3-12-2019, αντίστοιχα, συναφών αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας, οι οποίες καταχωρήθηκαν στο Ειδικό Βιβλίο (άρθ. 473 παρ. 3 ΚΠΔ) στις 7-1-2020, η πρώτη και στις 18-12-2019 οι λοιπές δύο, αντίστοιχα.

Οι ως άνω εφετειακές αποφάσεις, εκδόθηκαν μετά από εφέσεις που άσκησαν οι αναιρεσείοντες και συγκατηγορούμενοι στον πρώτο βαθμό, Α. Σ., Κ. Κ. και Ι. Β., κατά της, υπ' αριθ. 286/27.9.2018, απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κυπαρισσίας, με την οποία κηρύχθηκαν αυτοί ένοχοι για τα αδικήματα της παράνομης εκχέρσωσης δασικής έκτασης και της κατάληψης δημοσίου κτήματος, κατ' εξακολούθηση και από κοινού, (άρθ. 45, 94 παρ. 1, 98 Π.Κ.

και άρθ. 71 παρ. 2,3 Ν. 998/1979 και άρθ. 23 παρ. 1 Ν. 1539/1938, ως ίσχυαν) και καταδικάστηκαν ο καθένας σε συνολική ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους και πέντε (5) μηνών η οποία ανεστάλη επί τριετία για τους δύο τελευταίους ως άνω κατηγορούμενους και μετατράπηκε για τον πρώτο προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως και συνολική χρηματική ποινή δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ.

Πρέπει επομένως να διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκαση των κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως, λόγω της προφανούς συνάφειας μεταξύ τους, κατά τα άρθ. 128 και 129 Κ.Π.Δ., εκδικαζόμενες, κατ` άρθρο 590 παρ. 1, κατά τις διατάξεις, του ισχύοντος νέου ΚΠΔ, (Ν.4620/2019 και 4637/2019), εκπροσωπουμένων των αναιρεσειόντων από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, ο οποίος παραστάθηκε διά εξουσιοδοτήσεως.

Α) 1. Με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθ. 263/2019, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας, που εκδόθηκε επί της εφέσεως του Α. Σ., και καταχωρήθηκε όπως προαναφέρθηκε στο Ειδικό βιβλίο, στις 7-1-2020, αφού απορρίφθηκε το αίτημα αναβολής αυτού, έγινε τυπικά δεκτή η έφεσή του και κηρύχθηκε ένοχος για τις ίδιες ως άνω πράξεις, όπως και πρωτοδίκως και του επιβλήθηκε η ίδια ποινή, δηλαδή του ενός (1) έτους και πέντε (5) μηνών, συνολική ποινή φυλακίσεως, που ανεστάλη επί τριετία και συνολική χρηματική ποινή δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ.

Μετά απ' αυτά, η υπό κρίση, πρώτη ως άνω, με αριθ. 2/24-1-2020, αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Α. Σ., ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 24-1-2020, από άτομο που είχε δικαίωμα και έννομο συμφέρον προς άσκησή της, κατ' αποφάσεως που υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, (άρθρα 462 περ. β', 464, 466, 473 παρ. 2 & 3, 474, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ).

Συνεπώς η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα του, προβαλλόμενου μ` αυτή, αναιρετικού λόγου. 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 349 του νέου ΚΠΔ (Ν. 4620/2019), που ίσχυε και κατά τον χρόνο δημοσίευσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων (3-12-2019): "1. Το δικαστήριο μπορεί, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας.

Το σημαντικό αίτιο μπορεί να προβληθεί από οποιονδήποτε ακόμη και όταν αφορά το πρόσωπο του διορισμένου, (κατ` άρθρο 340 παρ. 3), πληρεξουσίου δικηγόρου. Ο σοβαρός λόγος υγείας αποδεικνύεται με ιατρική πιστοποίηση. 2. Η απόφαση που δέχεται τους λόγους αναβολής πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία πρέπει να αναφέρει ότι ο λόγος της αναβολής δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με διακοπή της δίκης. 3.

Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, την οποία το δικαστήριο ανακοινώνει στους παρόντες διαδίκους, μάρτυρες και πραγματογνώμονες και σε αυτήν κλητεύονται μόνο οι απόντες. Αν ο λόγος αναβολής αναγγέλθηκε από συνήγορο ή άλλο πρόσωπο για λογαριασμό απόντος διαδίκου και η συζήτηση αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο, η περί αναβολής απόφαση επέχει θέση κλητεύσεώς του. 4.

Η αποχή των δικηγόρων αποτελεί λόγο ανώτερης βίας για την αναβολή". Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό, είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης, ενώ ως ανυπέρβλητο κώλυμα θεωρείται εκείνο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου και δεν μπόρεσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανέναν τρόπο.

Εξάλλου, η επιβαλλόμενη, από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, της οποίας η έλλειψη στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, δηλαδή στην καταδικαστική ή την απαλλακτική απόφαση, αλλά σε όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους εναπόκειται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου που τις εξέδωσε.

Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτημα αναβολής της δίκης για σοβαρούς λόγους υγείας ή για λόγο ανώτερης βίας του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, παρότι η παραδοχή ή η απόρριψη της σχετικής αίτησης έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου.

Από αυτά συνάγεται ότι η ως άνω απόφαση πρέπει να διαλαμβάνει στο αιτιολογικό της: α) τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το Δικαστήριο, για να διαμορφώσει τη σχετική (απορριπτική) κρίση του, β) τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία θεμελιώθηκε η αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, γ) τις νομικές σκέψεις που αιτιολογούν τη δικανική πεποίθηση ότι ο προβαλλόμενος λόγος δεν αποτελεί νόμιμο και βάσιμο λόγο αναβολής της δίκης (σοβαρή ασθένεια ή γεγονός ανώτερης βίας του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του) και δ) ότι ο προβαλλόμενος λόγος αναβολής δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με διακοπή της δίκης.

Πάντως η ως άνω αιτιολογία απαιτείται για την παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το αίτημα αυτό υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διότι το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε αόριστο αίτημα.

Διαφορετικά, ιδρύεται ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης, για ελλιπή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ αν το Δικαστήριο μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής προχωρήσει στην έρευνα της υπόθεσης και είτε απορρίψει την έφεση του, νομοτύπως και εμπροθέσμως, κλητευθέντος εκκαλούντος - κατηγορουμένου, ως ανυποστήρικτη, είτε κηρύξει αυτόν ένοχο, ιδρύεται ο, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ.

Θ` του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης με τη μορφή της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας (ΟλΑΠ 7/2005, ΑΠ 277/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της, κατ` έφεση, δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθ. 263/2019, απόφαση από το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Καλαμάτας, δικάζοντος ως δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, επί της εφέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος, Α.

Σ., προκύπτουν τα εξής: Με την αναιρεσιβαλλόμενη, υπ' αριθ. 263/2019, ως άνω απόφαση προκύπτει ότι απορρίφθηκε το αίτημα του ως άνω κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, για αναβολή της δίκης, κατά τη διάταξη του άρθρου 349 ΚΠΔ, λόγω αδυναμίας του συνηγόρου του, δικηγόρου Κυπαρισσίας, Νικολάου Κατσιώλη, να παρασταθεί και να τον εκπροσωπήσει.

Ειδικότερα, κατά την έναρξη της συνεδρίασης της 3-12-2019 εμφανίστηκε στο ακροατήριο του ως άνω Δικαστηρίου ο ανωτέρω κατηγορούμενος - αναιρεσείων και αφού δήλωσε ότι έχει διορίσει συνήγορο για να τον υπερασπιστεί τον προαναφερόμενο δικηγόρο Κυπαρισσίας, υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης, λόγω αδυναμίας αυτού να παρασταθεί και να τον υπερασπίσει, εξαιτίας του ότι αφενός μεν μετέχει της αποχής που έχει εξαγγείλει ο Δικηγορικός Σύλλογος Κυπαρισσίας και αφετέρου πρέπει να βρίσκεται στον Πταισματοδίκη Πύργου για να καταθέσει σαν μάρτυρας σε ποινική υπόθεση.

Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού αυτού ο ως άνω κατηγορούμενος προσκόμισε: α) την, από 29-11-2019, επιστολή του ανωτέρω δικηγόρου και β) φωτοαντίγραφο της, υπ' αρ. Α19/456/προκ.275, κλήσης για ανάκριση του Πταισματοδίκη Πύργου. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο, μετά από σύμφωνη πρόταση του Εισαγγελέα, απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης, προχώρησε στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης και κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις αναφερθείσες παραπάνω αξιόποινες πράξεις και του επέβαλε τις προαναφερθείσες ποινές.

Η αιτιολογία της παραπάνω παρεμπίπτουσας απορριπτικής της αναβολής της δίκης, απόφασης, έχει, κατά λέξη, ως εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης για λόγους ανώτερης βίας που αφορούν το συνήγορο υπεράσπισης του, Νικόλαο Κατσιώλη, δικηγόρο Κυπαρισσίας. Ειδικότερα δε ισχυρίστηκε ότι αυτός δεν μπορεί να προσέλθει κατά τη σημερινή δικάσιμο και να τον υπερασπιστεί αφενός μεν λόγω της αποχής του Δ.Σ.

Κυπαρισσίας μέχρι και τις 31.12.2019, αφετέρου δε διότι έχει κληθεί για να εξετασθεί ως μάρτυρας για ποινική υπόθεση ενώπιον του Πταισματοδίκη Πύργου. Προσκόμισε δε: 1) την, από 29.11.2019, επιστολή του ως άνω δικηγόρου, με την οποία ο τελευταίος επικαλείται την αποχή του Δικηγορικού Συλλόγου Κυπαρισσίας μέχρι και την 31.12.2019 και 2) την, από 26.11.2019, κλήση για ανάκριση της Πταισματοδίκη Πύργου, με την οποία ο συνήγορος καλείται να εξετασθεί ως μάρτυρας σε ποινική υπόθεση για προκαταρκτική εξέταση στις 03.12.2019 και ώρα 9.40.

Το εν λόγω αίτημα όμως υποβάλλεται παρελκυστικά και κρίνεται απορριπτέο. Και τούτο διότι α) λόγω του χρόνου τέλεσης των αποδιδόμενων στον κατηγορούμενο πράξεων (ήτοι 10.04.2012 έως 22.04.2012) και του άμεσου κινδύνου παραγραφής του αξιόποινου αυτών, καθόσον σε τέσσερις (4) περίπου μήνες συμπληρώνεται οκταετία, ο ως άνω συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου, δικηγόρος Κυπαρισσίας, όφειλε και σαφώς είχε τη δυνατότητα να λάβει σχετική άδεια από τον Δικηγορικό Σύλλογο Κυπαρισσίας, προκειμένου να υπερασπιστεί τον κατηγορούμενο και β) το γεγονός της κλήτευσης του για να εξετασθεί ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκη Πύργου στις 9.40, το οποίο, σημειωτέον, δεν επικαλείται ο εν λόγω συνήγορος στην ως άνω επιστολή του προς το Δικαστήριο, δεν αποκλείει τη δυνατότητα του να προσέλθει και να υπερασπιστεί τον κατηγορούμενο ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο συνεδριάζει τουλάχιστον μέχρι την παρέλευση του ωραρίου του γραμματέα της έδρας.

Άλλωστε, αυτός θα μπορούσε ευχερώς να ζητήσει να εξετασθεί άλλη ημέρα από την Πταισματοδίκη Πύργου, προκειμένου να προσέλθει στο παρόν Δικαστήριο για την εκδίκαση της εν λόγω υπόθεσης που, όπως προεκτέθηκε, κινδυνεύει να παραγραφεί". Με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την, από τις αναφερθείσες στη νομική σκέψη της παρούσας, διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το Δικαστήριο, για να διαμορφώσει τη σχετική (απορριπτική) κρίση του και εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε ότι δεν υπήρξε λόγος ανωτέρας βίας κατά την έννοια του άρθρ. 349 Κ.Π.Δ., που να δικαιολογεί την αναβολή της υπόθεσης για λόγους που αφορούν το πρόσωπο του συνηγόρου του κατηγορουμένου ενώ συνδυαστικά, μάλιστα, αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους δεν κρίθηκε πειστική από το ως άνω Δικαστήριο η βασιμότητα των λόγων που επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος, αντίθετα θεωρήθηκε προσχηματικό το αίτημα του, περί αναβολής της υπόθεσης, η οποία κινδύνευε να παραγραφεί, αφού ως χρόνος τελέσεως των αξιοποίνων πράξεων του κατηγορουμένου φερόταν το χρονικό διάστημα από 10-4-2012 έως 22-4-2012.

Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο μοναδικός σχετικός λόγος της κρινόμενης, με αριθ. 2/24-1-2020, αιτήσεως αναιρέσεως, του Α. Σ., με τον οποίο, λόγο, υποστηρίζονται τα αντίθετα. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, της κρινόμενης ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί αυτή στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 Νέου ΚΠοινΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Β) 1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης των ενδίκων μέσων κατά απόφασης είναι, όπου ειδική διάταξη δεν ορίζει διαφορετικά, δεκαήμερη και αρχίζει από την έκδοσή της, όταν η καταδικαστική απόφαση απαγγέλθηκε με την παρουσία του κατηγορουμένου, άλλως από τη νόμιμη επίδοσή της.

Κατά δε την παρ. 3 του άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης από τον κατηγορούμενο είναι είκοσι (20) ημερών και αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης από τον κατηγορούμενο είναι είκοσι (20) ημερών και αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου όταν η καταδικαστική απόφαση απαγγέλθηκε με την παρουσία του κατηγορουμένου, άλλως από τη νόμιμη επίδοσή της.

Στην προκειμένη περίπτωση με τις προσβαλλόμενες, υπ' αριθ. 265 και 266/2019, αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας, που εκδόθηκαν επί των εφέσεων των Κ. Κ. και Ι. Β., αντίστοιχα, και καταχωρήθηκαν όπως προαναφέρθηκε στο Ειδικό βιβλίο, στις 18-12-2020, απορρίφθηκαν οι εφέσεις τους, ως ανυποστήρικτες λόγω μη εμφάνισής τους.

Οι προσβαλλόμενες αυτές αποφάσεις, που εκδόθηκαν ερήμην τους, επιδόθηκαν σ' αυτούς στις 27 Ιανουαρίου 2020 στον Κ. Κ. και στις 14 Φεβρουαρίου 2020, στον Ι. Β., (βλ. από 27-1-2020 και 14-2-2020, αποδεικτικά επιδόσεως προσωπικά στον πρώτο και στην ενήλικη σύνοικο συζυγό του στον δεύτερο αντίστοιχα, του Αρχιφύλακα Χ. Κ.). και Α.

Β. αντίστοιχα). Επίσης οι παραπάνω ερήμην αποφάσεις επιδόθηκαν, ως εκ περισσού και στον πληρεξούσιο και αντίκλητο δικηγόρο των κατηγορουμένων, κατά την πρωτοβάθμια δίκη, Νικόλαο Κατσιώλη (βλ. από 20-1-2020, δύο αποδεικτικά επιδόσεως του Επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Κυπαρισσίας Κ.Α.). Μετά απ' αυτά, οι υπό κρίση, αιτήσεις αναιρέσεως τους, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις 24-1-2020, πριν από κάθε επίδοση, σ' αυτούς, των προσβαλλόμενων αποφάσεων που εκδόθηκαν ερήμην τους, αλλά και εντός της 20ήμερης προθεσμίας από την επίδοση των αποφάσεων αυτών, στον ως άνω αντίκλητο δικηγόρο τους, (άρθ. 156 παρ. 3 εδ.

τελευταίο και 4 ΚΠοινΔ), από άτομα που είχαν δικαίωμα και έννομο συμφέρον προς άσκησή τους, κατ' αποφάσεων που υπόκεινται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, (άρθρα 462 περ. β', 464, 466, 473 παρ. 1, 2 & 3, 474, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ).

Συνεπώς οι αιτήσεις αυτές είναι παραδεκτές και πρέπει να εξετασθούν περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα του, προβαλλόμενου μ` αυτές, αναιρετικού λόγου.

2. Με τις κρινόμενες, ως άνω συνεκδικαζόμενες δύο αιτήσεις αναιρέσεως, κατά των, υπ' αριθ. 265 και 266/2019, αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας, με τις οποίες απορρίφθηκαν ως ανυποστήρικτες οι εφέσεις τους, κατά της, υπ' αριθ. 286/2018, απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κυπαρισσίας, οι ως άνω αναιρεσείοντες Κ.

Κ. και Ι. Β., πλήττουν αυτές για τον λόγο ότι απορρίφθηκε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το αίτημά τους περί αναβολής της δίκης, που ζήτησε για λογαριασμό τους, ο συγκατηγορούμενός τους και ήδη πρώτος ως άνω αναιρεσείων Α. Σ.. Όπως όμως προκύπτει από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της, κατ` έφεση, δίκης, επί της οποίας εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες, υπ' αριθ. 265/2019 και 266/2019, αλλά και η 263/2019, αποφάσεις από το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Καλαμάτας, δικάζοντος ως δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, και τα οποία δεν προσβάλλονται ως πλαστά ούτε ζητήθηκε η διόρθωσή τους, κατά τη δικάσιμο της 3-12-2019, ο πρώτος αναιρεσείων - κατηγορούμενος Α.

Σ. υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης ατομικά και μόνον για τον εαυτό του ενώ οι εφέσεις των λοιπών δύο αναιρεσειόντων - συγκατηγορουμένων του στην πρωτόδικη δίκη, Κ. Κ. και Ι. Β., απορρίφθηκαν ως ανυποστήρικτες διότι αυτοί αν και κλητεύθηκαν νόμιμα δεν εμφανίστηκαν. Επομένως ο μοναδικός λόγος των αιτήσεων τους αναιρέσεως των ως άνω προσβαλλόμενων αποφάσεων, ότι απορρίφθηκε το αίτημά τους περί αναβολής της δίκης, χωρίς την απαιτούμενη αιτιολογία (κατ' άρθ. 510 παρ. 1 Δ' ΚΠοινΔ) είναι αβάσιμος αφού στηρίζεται σε λανθασμένη προϋπόθεση.

Κατ` ακολουθία των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, των κρινόμενων ως άνω δύο αιτήσεων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν αυτές στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι ως άνω δύο αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 Νέου ΚΠοινΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις, με αριθ. 2, 1 και 3/24-1-2020 αιτήσεις αναιρέσεως των Α. Σ., Κ. Κ., και Ι. Β., αντίστοιχα, κατά των, υπ' αριθ. 263, 265 και 266/3-12-2019, αποφάσεων, αντίστοιχα του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας, (δικάσαντος κατ' έφεση).

Απορρίπτει αυτές.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, για τον καθένα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ