Legislator Case Law & Legislation
1417/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment on partnership liability and costs allocation.

Case Number 1417/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment regarding a partnership dispute. The lower court found that the defendants established an informal partnership with the appellant for commercial construction work, requiring the appellant to pay damages. The court rejected the appeal because the lower court's reasoning was clear, comprehensive, and free from the specific legal errors cited in the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the lower court's decision is based on clear and complete reasoning regarding the proven facts, thereby excluding the alleged errors from the appeal.

Keywords

AI generated
partnership liability informal partnership commercial enterprise appeal admissibility legal reasoning court costs final judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1417 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1417/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζαχαρία Παπαδόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Β. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Ι. Π. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αυγή Νομικού με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/5/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4503/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 176/2007, 5101/2007 μη οριστικές και 3501/2011 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 16/2/2012 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 169/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου που αποφάνθηκε ότι ήταν εξαιρετέα στην συζήτηση της αναίρεσης η Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, μέλος της σύνθεσης του Δικαστηρίου και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 8/11/2016 κλήση της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 22/2/2013 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 16.2.2011 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 3501/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι κατά της 4503/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσία ως προς την αναιρεσείουσα η από 5.5.2003 αγωγή τους και ακολούθως, μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, δέχθηκε εν μέρει την ως άνω αγωγή ως προς αυτήν και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλει σε καθένα των αναιρεσίβλητων τα στο διατακτικό της χρηματικά ποσά. Η αίτηση αναίρεσης, η οποία νόμιμα φέρεται για συζήτηση με την από 8.11.2016 κλήση της αναιρεσείουσας, μετά την έκδοση της 169/2016 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης αυτής, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Στο δίκαιο των ενώσεων προσώπων που συνιστώνται με σύμβαση, για την επιδίωξη κοινού σκοπού με κοινή συμβολή των μελών τους, δεν προβλέπεται η κοινοπραξία, ως ιδιαίτερος τύπος εταιρίας. Αφ' ότου, όμως, εμφανίστηκε και δρα στην πράξη ως ένωση φυσικών ή νομικών προσώπων, η κοινοπραξία είναι δυνατό να προσλάβει τη νομική μορφή είτε αστικής εταιρίας, εάν από τη φύση ή το σκοπό της δεν είναι εμπορική, οπότε διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 741 επ.

του ΑΚ, είτε εμπορικής εταιρίας, οπότε εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εμπορικού δικαίου και υπάγεται σε έναν από τους εταιρικούς τύπους που αναγνωρίζονται περιοριστικά από αυτό. Εκ τούτου, έπεται ότι, σε περίπτωση που η κοινοπραξία επιδιώκει εμπορικό σκοπό, εάν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις σύνταξης εγγράφου και δημοσιότητας, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 39, 42, 43 και 44 του Εμπορικού Νόμου (πριν την κατάργηση των άρθρων 18 - 28, 38, 39, 47 - 50 και 64 με το άρθρο 294 παρ.2 του ν. 4072/2012), μπορεί να έχει χαρακτήρα είτε αφανούς εταιρίας, με εμφανή εταίρο ένα εκ των μελών της, οπότε προσομοιάζει στην ετερόρρυθμη εταιρία, με απεριορίστως ευθυνόμενο μόνο τον εμφανή εταίρο, είτε ομόρρυθμης εν τοις πράγμασι εταιρίας, με απεριορίστως και εις ολόκληρο ευθυνόμενα (άρθρο 22 του Εμπορικού Νόμου) όλα τα μέλη αυτής για τις υποχρεώσεις από τη δραστηριότητά της (ΑΠ 1246/2014, ΑΠ 1078/2010).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017).

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει, αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει των: από 4.10.1989 και 21.1.1994 ιδιωτικών συμφωνητικών, που καταρτίστηκαν μεταξύ των εναγόντων Β.

Γ. και Ι. Π. και της εταιρείας περιορισμένη ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ" και το διακριτικό τίτλο "... ΕΠΕ", στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... ΑΤΕ" και ακολούθως στη θέση αυτής υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος η τρίτη των εναγομένων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", συστάθηκαν οι:

πρώτη και δεύτερη των εναγομένων κοινοπραξίες (οι οποίες δεν είναι διάδικοι στο παρόν αναιρετικό στάδιο της δίκης), με σκοπό την εκτέλεση των αναφερόμενων στα ιδιωτικά συμφωνητικά τεχνικών έργων, στις οποίες κοινοπραξίες συμμετείχαν κατά ποσοστό 25% καθένας από τους ενάγοντες και κατά 50% η εταιρεία "...

ΕΠΕ". Επίσης, οι ενάγοντες συμφώνησαν προφορικά με τους νομίμους εκπροσώπους της εταιρείας "... ΕΠΕ", να εκτελέσουν με τη μορφή άτυπων κοινοπραξιών, στις οποίες θα συμμετείχαν, κατά τα; Ίδια ανωτέρω ποσοστά, τα εξής έργα: 1) Διασκευή νέου καταστήματος Βόλου ..., 2) Κατασκευή υποστέγων ..., εργασίες περιβάλλοντος χώρου, κατασκευή στο σιδηροδρομικό σταθμό Λεβαδείας και μηχανοστασίου και πρόσθετες εργασίες υποστέγων 1, 11, 3) Κατασκευή γέφυρας ...

και προσβάσεις, 4) Κατασκευή γκαράζ και Εμπορικού κέντρου ... του ..., 5) Συγκρότημα ΣΙΛΟ 40.000 τ.μ. στο ... της ..., 6) Σποραδικές οικοδομικές εργασίες σε κτίρια της ΕΥΔΑΠ, 7) κατασκευή τεχνικών έργων στη Στυλίδα, Εθνική οδός ΚΜ 224 ..., 8) Κατασκευή ΣΙΛΟ και πάρκινγκ κλπ εργασιών στο εργοστάσιο ΣΟΓΙΑ, ... και 9) Αναδιαρρύθμιση καταστήματος ...

στη .... Η ανάθεση των έργων αυτών έγινε στην εταιρεία "... ΕΠΕ", η οποία δια των εκπροσώπων της, εμφανιζόταν στις σχέσεις με τους κυρίους των έργων και τους τρίτους. Όμως, στην πραγματικότητα η εκτέλεση των έργων αυτών από τα έτη 1989 έως 1996 έγινε από τις μεταξύ των διαδίκων συσταθείσες ως άνω ατύπως κοινοπραξίες και όχι από την εταιρεία "...

ΕΠΕ", αναθέτουσα στους ενάγοντες ως υπεργολάβους την εκτέλεση ορισμένων έργων, έναντι κατ' αποκοπήν αμοιβής, όπως δέχθηκε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου στηρίζεται μεταξύ άλλων στα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία: 1) Στο από 10.1.1997 ιδιωτικό συμφωνητικό, μεταξύ των εναγόντων και της εταιρείας "...

ΕΠΕ", γίνεται αναφορά σε επίλυση των μεταξύ τους διαφορών, που έχουν σχέση με την κοινοπρακτική από αυτούς εκτέλεση δημοσίων και ιδιωτικών έργων και η εταιρεία "... ΕΠΕ" αναλαμβάνει να καταβάλει στους ενάγοντες το ποσό των 45.000.000 δρχ., έναντι οφειλομένων ποσών για διανομή κερδών κλπ. Σχετικά με το συμφωνητικό αυτό η εναγομένη ισχυρίζεται ότι ήταν προϊόν εκβιασμού, λόγω των αιτήσεων πτωχεύσεων, που είχε υποβάλει εναντίον της ο δεύτερος από τους ενάγοντες, οι οποίες εμπόδιζαν την εισαγωγή της στο Χρηματιστήριο και της δημιουργούσαν προβλήματα στη συμμετοχή της σε διαγωνισμούς, ισχυρισμούς που επιβεβαίωσε και ο νόμιμος εκπρόσωπός της Ι.

Κωνσταντινόπουλος, εξεταζόμενος στο ακροατήριο. Όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν κρίνονται βάσιμοι για τους εξής λόγους: α) επί της πρώτης αιτήσεως πτωχεύσεως είχε ήδη εκδοθεί από το 1996 η υπ' αριθμ. 352/27-10-1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ο αιτών τότε δεύτερος ενάγων είχε παραιτηθεί από τα ένδικα μέσα, η δε δεύτερη αίτησή της κοινοποιήθηκε την 16-10-1997, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της συντάξεως του ιδιωτικού συμφωνητικού, β) η εκβιαστική συμπεριφορά αποδίδεται μόνο στο δεύτερο από τους ενάγοντες και δεν θα υπήρχε λόγος να συμβληθεί ο πρώτος, γ) η αίτηση στο χρηματιστήριο υποβλήθηκε σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο, ήτοι την 17-8-2000, 2) στο υπόμνημα της εταιρείας "...

ΕΠΕ" προς την Επιτροπή Διαιτησίας, που οι διάδικοι είχαν ορίσει για την επίλυση των μεταξύ τους διαφορών, η τελευταία αναφέρεται σε συνεργασία μεταξύ αυτής και των εναγόντων για συγκεκριμένα έργα υπό τη μορφή "πραγματικών ή αφανών κοινοπραξιών". 3) Στο από 19-5-1997 υπόμνημα της ίδια εταιρείας προς την ίδια επιτροπή, που υπογράφεται από το νόμιμο εκπρόσωπό της, γίνεται σαφής αναφορά για προβλήματα στα έργα:

γκαράζ Λαμίας, ..., δηλαδή στα έργα που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι εκτέλεσαν με τη κορφή άτυπων κοινοπραξιών, στο δε από 21-4-1997 υπόμνημα αυτής, γίνεται και πάλι αναφορά σε άτυπες κοινοπραξίες. 4) Από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους ενάγοντες έγγραφα που περιέχουν καταστάσεις δαπανών που ενήργησε ο δεύτερος από τους ενάγοντες και οι βοηθοί του για όλα τα προαναφερόμενα έργα, καθώς και τα εμβάσματα της εταιρείας "...

ΕΠΕ" προς αυτόν και τους βοηθούς του προκειμένου να πραγματοποιήσουν πληρωμές σχετικές με τα άνω έργα. 5) Από τις καρτέλες του λογιστηρίου της "... ΕΠΕ", που ετηρούντο για τα ένδικα έργα βάσει των ανωτέρω αποδόσεων δαπανών του δευτέρου από τους ενάγοντες, στο τέλος των οποίων, με ημερομηνία 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους, είναι καταχωρημένα τα κέρδη και η κατανομή τους στους διαδίκους με τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσοστά. 6) Από το έγγραφο της εταιρείας "...

ΕΠΕ", συνταχθέν από τους εκπροσώπους της, σε απάντηση στην από 27-9-1995 οικονομική εκκαθάριση για τα ένδικα έργα, που τους είχε παραδώσει ο πρώτος από τους ενάγοντες. Στο έγγραφο αυτό, στο οποίο γίνεται αναφορά στα ένδικα έργα, οι συντάκτες του καταλήγουν σε ύπαρξη κερδών 271.014.792 δρχ. και το διαιρούν στα δύο, δηλαδή 50% για την "...

ΕΠΕ" και 50% για τους ενάγοντες. Η προκύπτουσα από τα με αρ. 4 και 5 έγγραφα, διανομή κερδών δεν συνάδει με την ιδιότητα του πρώτου από τους ενάγοντες ως επιβλέποντος μηχανικού και του δευτέρου ως εμπειροτέχνη εργολάβου, που έλαβαν κατ' αποκοπήν αμοιβή, για την οποία εξέδιδαν τα σχετικά τιμολόγια, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη.

Οι αποδείξεις παροχής υπηρεσιών και τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, που έχουν εκδώσει προς την "... ΕΠΕ", αντιστοίχως ο πρώτος και δεύτερος από τους ενάγοντες, κρίνεται ότι εκδόθηκαν για λόγους φορολογικής διευκόλυνσης αυτής, στο όνομα της οποίας είχαν αναληφθεί τα έργα, με τον τρόπο δε αυτό φαινόταν ενώπιον των φορολογικών αρχών, αυξημένα τα έξοδά της κατά τα ποσά των αποδείξεων και των τιμολογίων.

Δεν αποδείχθηκε ότι η υπογραφή του από 10-1-97, ιδιωτικού συμφωνητικού εκ μέρους των εκπροσώπων της "... ΕΠΕ" ήταν προϊόν εκβιασμού, ούτε ότι οι καταστάσεις και οι καρτέλες δαπανών είναι έγγραφα επιλεκτικά κατασκευασμένα από τους ενάγοντες και δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη, όπως διατείνεται η εφεσίβλητη και ζητεί για το λόγο αυτό, την ανάκληση της υπ' αριθμ. 5101/2007 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου.

Κατόπιν αυτών, το σχετικό αίτημά της πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ενώ τα έργα έχουν παραδοθεί και έχει γίνει εκκαθάριση και αποπληρωμή των υποχρεώσεων προς τρίτους, δεν έχει γίνει εκκαθάριση των μεταξύ των μελών υποχρεώσεων". Στη συνέχεια το Εφετείο, μετά τον προσδιορισμό με βάσει τις αποδείξεις των εσόδων από τα έργα και του κόστους και των δαπανών αυτών και ακολούθως των κερδών που προέκυψαν, λαμβάνοντας υπόψη το ποσοστό συμμετοχής καθενός μέλους της κοινοπραξίας στα κέρδη και τα ποσά που καθένας είχε λάβει κατά τη διάρκεια εκτέλεσης αυτών, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον πρώτο αναιρεσίβλητο 124.000 ευρώ και στο δεύτερο αναιρεσίβλητο 106.392 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 47 έως 50 και 18 του Εμπορικού νόμου, καθώς και εκείνη του άρθρου 741 ΑΚ, οι οποίες διέπουν αναλογικά τη λειτουργία της κοινοπραξίας και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού διέλαβε σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα τα οποία ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, με βάση τα οποία κατέληξε στην παραπάνω κρίση του.

Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση εξειδικεύεται συγκεκριμένα η σχέση που συνδέει τους αναιρεσίβλητους με την αναιρεσείουσα, αφού ρητά αναφέρεται ότι αυτοί συνέστησαν με την ανώνυμη εταιρεία "... ΕΠΕ", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η αναιρεσείουσα, άτυπη κοινοπραξία, με σύμβαση που καταρτίστηκε προφορικά, δηλαδή συνέστησαν την κοινοπραξία χωρίς την τήρηση των απαιτούμενων νόμιμων διατυπώσεων σύνταξης εγγράφου και δημοσιότητας αυτής.

Επίσης, προσδιορίζεται ότι η κοινοπραξία είχε εμπορικό σκοπό, αφού σκοπός της ήταν η εκτέλεση των αναφερόμενων τεχνικών έργων, δραστηριότητα που αποτελεί επιχείρηση χειροτεχνίας και συνεπώς αντικειμενικά εμπορική πράξη, καθώς και ότι η κοινοπραξία είχε τη μορφή της αφανούς εταιρείας, κατά τη σαφή παραδοχή ότι μόνο αυτή εμφανιζόταν δια του εκπροσώπου της προς τους τρίτους κυρίους των έργων ως ανάδοχος και κατασκευαστής τους.

Επίσης, ρητή αναφορά γίνεται για τη σύσταση της μεταξύ αυτών ως άνω κοινοπραξίας και λειτουργίας της τα έτη 1989 έως 1996 για την εκτέλεση με αυτή τη μορφή των ένδικων έργων, καθώς και στη συμφωνία τους για τα ποσοστά συμμετοχής καθενός στα κέρδη και τις ζημίες σε ποσοστό 50% η αναιρεσείουσα και 25% καθένας των αναιρεσίβλητων, ίδια με εκείνα με τα οποία είχαν συσταθεί μεταξύ τους και οι κοινοπραξίες με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ...

ΕΠΕ - Β. ..." και "... ... ΕΠΕ - Β. ...", σύμφωνα με την προσδιορισθείσα δε συμμετοχή τους, υπολογίστηκαν και τα κέρδη τα οποία δικαιούται καθένας τούτων. Δεν απαιτούνταν για την πληρότητα των αιτιολογιών της απόφασης η αναφορά του μεγέθους της εισφοράς κάθε μέλους της κοινοπραξίας, καθόσον δεν υπήρχε παραδοχή ότι το μέγεθος της εισφοράς επηρέαζε τον υπολογισμό των εσόδων από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα της κοινοπραξίας, των δαπανών και εξόδων για την εκτέλεση των έργων και της συμμετοχής των μελών αυτής στα κέρδη.

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο δε περί του αντιθέτου λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 16.2.2012 αίτηση για αναίρεση της 3501/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16.2.2012 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." για αναίρεση της 3501/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουτα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ