Legislator Case Law & Legislation
1417/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on public debt statute of limitations, upholding lower court's rejection of defense.

Case Number 1417/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Larissa Court of Appeal's decision to reject the plaintiff's claim for public debt. The plaintiff argued the claim was time-barred, while the defendant contended the statute of limitations had expired. The court ruled that the defendant's 2006 lawsuit interrupted the limitation period, rendering the claim valid and rejecting the defendant's defense.

Legislator headnote

AI generated

Ν. 2362/1995, άρθρο 90 § 1: The statute of limitations for public claims is five years, starting from the end of the fiscal year in which the claim arose and could be pursued; a subsequent lawsuit interrupts this period.

Keywords

AI generated
public debt statute of limitations interruption of limitation period fiscal year start date public entity liability limitation period calculation

Cited Legislation

AI generated
Ν. 2362/1995, άρθρο 90 § 1

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1417 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1417/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Περιφέρειας …, καθολικής διαδόχου ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Τρικάλων, που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Περιφερειάρχη …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Τίγκα και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "...", ως καθολικής διαδόχου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Νομικού Προσώπου με την επωνυμία "..." που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Τσιρογιάννη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 438/2014 του Εφετείου Λάρισας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/12/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 23/2/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 438/2014 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε επί της υπ’ αριθμ. καταθέσεως ...-5-2013 έφεσης της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας κατά της υπ’ αριθμ. 98/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε η υπ’ αριθμ. καταθέσεως ...2009 αγωγή της τελευταίας.

Ο Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", ο οποίος άρχισε να ισχύει, κατά το άρθρο 119 αυτού, από 1-1-1996, ορίζει, ως προς την παραγραφή των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, επαναλαμβάνοντας κατ’ αρχήν παρόμοιες ρυθμίσεις, που περιείχοντο στο ΝΔ 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", τα εξής: "Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής" (άρθρο 90 § 1), "...

η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής...." (άρθρο 91), "Οι περί αναστολής της παραγραφής διατάξεις των άρθρων 257 έως 259 του Αστικού Κώδικα, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο, εφαρμόζονται και επί απαιτήσεων κατά του Δημοσίου...." (άρθρο 92), "Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο :

α) με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ..., οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ..., β) με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής.

Αν η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως. Υποβολή δεύτερης αιτήσεως δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή, γ) με την υποβολή αιτήσεως προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για την αναγνώριση της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγκριση ή μη από τον Υπουργό Οικονομικών του οικείου πρακτικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. ..., δ) με την επίδοση επιταγής για εκτέλεση, όπου αυτή επιτρέπεται, ε) με την έκδοση τίτλου πληρωμής. ..., στ) με την αναγνώριση της απαιτήσεως υπό του Δημοσίου με πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που έχει εγκριθεί από τον Υπουργό Οικονομικών.

Αυτό ισχύει επί οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένης και της εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού" (άρθρο 93), "Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια" (άρθρο 94 εδάφιο δ’ ). Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες εφαρμόζονται, εφόσον η σχετική αξίωση γεννήθηκε μετά τη θέση σε ισχύ του εν λόγω νόμου, ήτοι από την 1-1-1996 (ανάλογη ρύθμιση προβλεπόταν άλλωστε στα άρθρα 91 και 93 και το ΝΔ 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού"), προκύπτει ότι παραγράφεται υπέρ του Δημοσίου κάθε ενοχικό χρέος τούτου μετά παρέλευση πέντε ετών, αφότου γεννήθηκε η σχετική αξίωση και είναι νομικώς δυνατή η δικαστική επιδίωξη της, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ ο οποίος έχει γενική εφαρμογή.

Οι ανωτέρω ρυθμίσεις, που εισάγονται με τις διατάξεις, που προαναφέρθηκαν, είναι ειδικές ως προς την παραγραφή των ενοχικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου, (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και εκείνες που πηγάζουν από αδικοπραξία και αδικαιολόγητο πλουτισμό), με βάση τις οποίες, είτε πρόκειται γι’ αυτές του άρθρου 90 παρ. 1 του Ν. 2362/1995, είτε γι’ αυτές του άρθρου 91 παρ. 1 του Ν.

Δ/τος 321/1969, σε καμία περίπτωση ο χρόνος παραγραφής, κατά τη νομοθετική βούληση που εκφράστηκε σαφώς, δεν μπορούσε να υπερβαίνει την πενταετία με αφετηρία το χρονικό σημείο που προαναφέρθηκε. Εξάλλου, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης του άρθρου 93 περ. α’ του Ν. 2362/1995, διακοπή της παραγραφής αξιώσεως επιφέρει η υποβολή της αφορώσας την συγκεκριμένη αυτή αξίωση υπόθεσης σε δικαστήριο και όχι η υποβολή σε δικαστήριο υπόθεσης αφορώσας άλλη αξίωση, έστω και παρόμοια ή πηγάζουσα από την αυτή αιτία.

Η ως άνω διακοπή της παραγραφής επέρχεται όχι μόνον όταν εισαχθεί στο δικαστήριο η διαφορά για την ικανοποίηση της συγκεκριμένης αξίωσης, αλλά και όταν άλλο δικαστήριο, κρίνοντας επί διαφορετικού αντικειμένου, επιλύσει αρμοδίως το ζήτημα που αποτελεί τη βάση ή την προϋπόθεση της αξίωσης ή η παρεμπίπτουσα έρευνα του οποίου θα ήταν αναγκαία, για να επιλυθεί η διαφορά, που αναφέρεται στην αξίωση.

Εάν λοιπόν η διαφορά, που υποβλήθηκε προηγουμένως στο δικαστήριο, είχε ως βάση αξίωση του ενάγοντος κατά ΟΤΑ, θεμελιούμενη στις διατάξεις περί έγκυρης συμβάσεως έργου, εκείνη δε που εισήχθη στη συνέχεια στο δικαστήριο έχει ως βάση την ίδια αξίωση, θεμελιούμενη όμως στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και οι δύο διαφορές έχουν ως κοινό ζήτημα την οφειλή ή όχι της αμοιβής του εργολάβου για το εκτελεσθέν από αυτόν έργο (στην μία περίπτωση βάσει των διατάξεων περί συμβάσεως έργου, στην άλλη βάσει των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) και, συνεπώς, με την υποβολή της αγωγής από την σύμβαση έργου στο αρμόδιο δικαστήριο, διακόπτεται η παραγραφή της σχετικής αξιώσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού, που ασκείται στη συνέχεια από τον ενάγοντα, αφού, κατ’ ουσίαν πρόκειται για την ίδια αξίωση, η οποία απλώς στηρίζεται σε διαφορετικές νομικές βάσεις.

Σ’ αυτήν την περίπτωση αποκλειστικώς εφαρμοστέα τυγχάνει η ειδική διάταξη του άρθρου 93 περ. α’ του Ν.2362/1985, η οποία αρκείται στην υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο για να επέλθει η διακοπή της παραγραφής χωρίς να αξιώνει ταυτότητα ιστορικής και νομικής βάσεως, και όχι η διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ως επανέγερση της αγωγής νοείται η έγερση νέας αγωγής από τον ίδιο ενάγοντα κατά του ιδίου εναγομένου στηριζόμενη στην ίδια ιστορική και νομική αιτία (ΣτΕ 4024/2010, ΑΠ 1372/2010).

Περαιτέρω, με την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 του Ν. 1649/1986 "Τροποποιήσεις διατάξεων του Κώδικα των δικηγόρων και άλλες διατάξεις", που αποτελεί παγία ρύθμιση και δεν καταλαμβάνει μόνο τις περιπτώσεις, που κατά την θέση της σε ισχύ, είχε ασκηθεί ένδικο βοήθημα, ορίζεται ότι, αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, κατ’ εφαρμογή των ρυθμίσεων του Ν. 1406/1983 (περί δικαιοδοσίας των Διοικητικών Δικαστηρίων), το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμοδίου δικαστηρίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο, λογίζεται ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά τον χρόνο της άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε.

Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται όχι μόνο, όταν εκδίδεται επί της ασκηθείσας αγωγής απορριπτική απόφαση, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, αλλά και όταν ο ενάγων, αντιλαμβανόμενος ότι άσκησε την αγωγή του ενώπιον δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας, ασκήσει νέα αγωγή ενώπιον του έχοντος δικαιοδοσία δικαστηρίου, χωρίς να αναμένει την έκδοση απόφασης, αφού και με τον τρόπο αυτό πραγματώνεται ο σκοπός της παραπάνω διάταξης, που συνίσταται στην σε σύντομο διάστημα επίλυση των εκκρεμών υποθέσεων και στην προστασία των ενδιαφερομένων, οι οποίοι με την εσφαλμένη άσκηση ενδίκου βοηθήματος ενώπιον δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας διατρέχουν τον κίνδυνο της παραγραφής της αξίωσής τους (ΑΠ 53/2012, ΑΠ 1655/2010, ΑΠ 1028/2005).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 368/2016, ΑΠ 560/2013).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, εκτός των άλλων και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: ".....Περαιτέρω από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η εναγομένη με το από 10.1.2000 έγγραφο του αντινομάρχη Τρικάλων, ο οποίος ενεργούσε στα πλαίσια των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων του ανεγνώρισε και εγγράφως την ως άνω οφειλή της προς την ενάγουσα.

Έτσι σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη με την αναγνώριση του χρέους από την εναγομένη διακόπηκε η παραγραφή της αξίωσης της ενάγουσας. Ακολούθως η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του διοικητικού Εφετείου Λάρισας την από 7.1.2003 (με αριθμ κατάθεσης ...1.2003) αγωγή της με βάση τη σύμβαση έργου αιτώντας από την εναγομένη την καταβολή του ως άνω ποσού.

Επ’ αυτής εξεδόθη η με αριθμ. 282/2006 απόφαση η οποία απέρριψε την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας. Με την κατάθεση της ως άνω αγωγής ενώπιον του διοικητικού εφετείου Λάρισας σύμφωνα με το άρθρο 75 παρ 2β του ν 2717/1999, όπως ίσχυε τότε, άρχισε νέα προθεσμία διακοπής της παραγραφής της αξίωσης της ενάγουσας που είχε διακοπεί για πρώτη φορά με την ως άνω στις 10.1.2000 αναγνώριση της αξίωσης της ενάγουσας από την εναγομένη.

Στη συνέχεια και εντός διμήνου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ 4 του νόμου 1649/1986, αλλά και πριν την επίδοση της τελεσιδίκου απορριπτικής αποφάσεως (ΑΠ 1655/2010 ο. π.) η ενάγουσα άσκησε την από 2.10.2006 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων (αριθμ. καταθ. ...2006) η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων και επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 207/2008 απόφαση, με την οποία η ως άνω αγωγή απορρίφθηκε ως προς την κύρια βάση της σύμβασης έργου λόγω αοριστίας, ενώ έγινε δεκτή ως προς τη δεύτερη βάση της αναγνώρισης χρέους.

Με την άσκηση της αγωγής αυτής μέσα στην προθεσμία των δύο μηνών, η παραγραφή της αξίωσης της ενάγουσας διακόπηκε εκ νέου, και άρχισε νέα πενταετής προθεσμία παραγραφής. Ακολούθως ασκήθηκε έφεση από την εναγομένη κατά της ως άνω απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 620/2009 απόφαση του Εφετείου Λάρισας η οποία απέρριψε την αγωγή και ως προς της δεύτερη βάση ως αόριστη.

Ακολούθως άσκησε η ενάγουσα την κρινόμενη αγωγή η οποία κοινοποιήθηκε στην εναγομένη στις 29.12.2009, ήτοι μέσα στην πενταετία από την άσκηση της προηγούμενης από 2.10.2006 αγωγής της ενάγουσας.

Συνεπώς η αξίωση της ενάγουσας που στηρίζεται στη σύμβαση έργου δεν υπέκυψε στην παραπάνω πενταετή παραγραφή διότι η παραγραφή αυτή διακόπηκε με την εντός της προθεσμίας άσκηση αγωγής ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας το έτος 2003 και την εν συνεχεία εντός της μετά τη διακοπή νέας προθεσμίας άσκηση της ένδικης αγωγής το 2006 ενώπιον του έχοντος δικαιοδοσία Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Και ακολούθως με την άσκηση της ένδικης αγωγής το έτος 2009 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων που ασκήθηκε εντός της πενταετίας αρχομένης το 2006 και λήγουσας το έτος 2011. Με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής το έτος 2009 άρχισε νέα προθεσμία παραγραφής της αξίωσης της ενάγουσας. Κατά τα ανωτέρω οι αξιώσεις της ενάγουσας δεν υπέκυψαν σε πενταετή παραγραφή, όπως αβασίμως η εναγομένη διατείνεται.

Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η αντένσταση της ενάγουσας περί διακοπής της παραγραφής και να απορριφθεί η ένσταση παραγραφής που προέβαλε η εναγομένη. Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω έπρεπε η αγωγή να γίνει δεκτή και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ως άνω ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 2-10-2006 αγωγής της ενάγουσας που άσκησε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και για την οποία προκύπτει επίδοση (βλ. .../6-10-2006 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας Χ.

Κ.-Τ.). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε ότι οι αξιώσεις της ενάγουσας από σύμβαση έργου έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή, έσφαλε ως προς την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων και την εκτίμηση των αποδείξεων". Ακολούθως, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε την αγωγή της τελευταίας.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε το νόμο και ειδικότερα τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ’ αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.

Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών της πληττόμενης απόφασης να αναφέρεται από πού ο ... αντλούσε το δικαίωμα υπογραφής του από 10.1.2000 εγγράφου, με το οποίο αναγνωρίστηκε εγγράφως η επίμαχη οφειλή προς την αναιρεσίβλητη και για ποιο λόγο η υπογραφή του συγκεκριμένου εγγράφου ενέπιπτε στα πλαίσια των καθηκόντων του και των αρμοδιοτήτων του.

Κατόπιν τούτων οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. Επομένως και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η από 18-4-2016 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να συμψηφιστεί στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων η δικαστική δαπάνη, αφού η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (ΚΠολΔ 179, 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-12-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 438/2014 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά τους έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Αυγούστου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου