Legislator Case Law & Legislation
1417/2014 AI generated

1417/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1417/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1417/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επί τη βάσει της κατά την προηγούμενην παράγραφον εγκρίσεως ο Υπουργός της Γεωργίας παρέχει την άδειαν προς σύναψιν της οριστικής συμφωνίας ή κυροί την συναφθείσαν ήδη τοιαύτην. 3. Την δυνάμενην κατά τας προηγουμένας παραγράφους να εκποιηθή καλλιεργήσιμον έκτασιν καθορίζει η αρμόδια Γεωργική Υπηρεσία, τους δε δικαιούμενους να συμμεθέξωσιν εις την αγοράν ταύτης ακτήμονας η αρμόδια Επιτροπή Απαλλοτριώσεων".

Keywords

AI generated
acquisition of real property rural land ownership access to property ownerless property land reallocation legacy of property of another
AI generated
814/2015
Supreme Court dismisses appeal against property ownership judgment due to lack of legal interest in the contested reasoning.
1206/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
558/2017
Supreme Court dismisses appeal against appellate court's failure to consider specific evidence regarding property ownership.
1778/2022
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-2-2008 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 28-3-2008 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 35/2014 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-4-2014 αίτησή του.
1023/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου-εισηγήτρια, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη και Παρασκευή Καλαϊτζή Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1417 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1417/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Α. ή Γ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Δήμογλου, η οποία ανακάλεσε την από 12/2/2014 δήλωσή της του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/8/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 329/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 449/2012 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 15/1/2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 13/2/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Αγροτικού Κώδικα επιτρέπεται η παραχώρηση κτημάτων, που ανήκουν στο Κράτος, τους Δήμους και τις Κοινότητες, ως και η αναγκαστική απαλλοτρίωση κτημάτων, που ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα για γεωργική αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών. Περίπτωση εκούσιας (χωρίς προηγούμενη απαλλοτρίωση) παραχώρησης κτήματος από νομικό πρόσωπο ρυθμίζει το άρθρο 124 του ως άνω κώδικα σύμφωνα με το οποίο "1.

Επιτρέπεται εις τα πάσης φύσεως νομικά πρόσωπα, τα στερούμενα, είτε εκ του Νόμου, είτε εκ Συμβάσεως, ή και εξ οιασδήποτε άλλης δικαιοπραξίας του δικαιώματος της εκποιήσεως ή της άνευ δημοπρασίας εκποιήσεως καλλιεργησίμων εκτάσεων, να προβαίνωσιν εις συμφωνίας πωλήσεων τοιούτων κτημάτων προς ακτήμονας καλλιεργητάς κατά την έννοιαν του παρόντος Κώδικος υποκειμένας εις την έγκρισιν των Αρχών, υπό την εποπτείαν των οποίων τελεί η διαχείρισις των προσώπων τούτων. 2.

Επί τη βάσει της κατά την προηγούμενην παράγραφον εγκρίσεως ο Υπουργός της Γεωργίας παρέχει την άδειαν προς σύναψιν της οριστικής συμφωνίας ή κυροί την συναφθείσαν ήδη τοιαύτην. 3. Την δυνάμενην κατά τας προηγουμένας παραγράφους να εκποιηθή καλλιεργήσιμον έκτασιν καθορίζει η αρμόδια Γεωργική Υπηρεσία, τους δε δικαιούμενους να συμμεθέξωσιν εις την αγοράν ταύτης ακτήμονας η αρμόδια Επιτροπή Απαλλοτριώσεων".

Περαιτέρω το μεν άρθρο 236 ΑΚ ορίζει ότι "Αν για να είναι έγκυρη μια δικαιοπραξία χρειάζεται η συγκατάθεση τρίτου (συναίνεση), αυτή παρέχεται με δήλωση προς το ένα ή το άλλο μέρος, και, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν είναι ανάγκη να γίνει με τον τύπο που απαιτείται για τη δικαιοπραξία", το δε άρθρο 239 του ίδιου Κώδικα προβλέπει ότι "Διάθεση αντικειμένου από μη δικαιούχο είναι έγκυρη, αν έγινε με τη συναίνεση του δικαιούχου".

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) Η συναίνεση και η έγκριση αποτελούν κατηγορίες της ευρύτερης έννοιας της συγκατάθεσης. Ως συγκατάθεση νοείται η δήλωση επιδοκιμασίας μιας δικαιοπραξίας ενός προσώπου από κάποιο άλλο πρόσωπο, η οποία (δήλωση) απαιτείται από το νόμο για να αναπτύξει η δικαιοπραξία τα αποτελέσματα της.

Η συγκατάθεση παρέχεται από τρίτο πρόσωπο, δηλαδή πρόσωπο άλλο από τα υποκείμενα της σχέσης, η οποία ισχυροποιείται με την παρεχόμενη συγκατάθεση. β) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 236 ΑΚ η συγκατάθεση είναι άτυπη, άρα μπορεί να δοθεί και σιωπηρά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο. Όμως, τύπος απαιτείται και στις περιπτώσεις που προκύπτει από το σκοπό της διάτασης, ο οποίος επιβάλλει τύπο στην επιδοκιμαζόμενη δικαιοπραξία.

Ειδικότερα συναίνεση είναι η συγκατάθεση για την επιχείρηση δικαιοπραξίας, η οποία (συγκατάθεση) παρέχεται είτε πριν είτε κατά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας και για τον τύπο χορήγησής της ισχύουν όσα αναφέρθηκαν παραπάνω γενικά για τη συγκατάθεση. Εξάλλου κατά τη διάταξη της παρ. 2 περ. Αα του ΑΝ 431/1968 ο περιορισμός της μη κατάτμησης του κλήρου κατά την εκποίηση ή τη διάθεση αυτού με οποιοδήποτε τρόπο, που ορίζει το άρθρο 1 παρ. 1 του ίδιου νόμου, δεν ισχύει κατ' εξαίρεση στις μεταβιβάσεις κλήρων, που προέρχονται από κτήματα, τα οποία έχουν πωληθεί κατά την Αγροτική Νομοθεσία στους κληρούχους από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες τούτων με τη θέλησή τους.

Επειδή κατά το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου, απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για το ορισμένο της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου που στηρίζεται στον παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας αρκεί η επίκληση από τον ενάγοντα της συμβολαιογραφικής μεταβιβαστικής, ανάμεσα σ' αυτόν και τον άμεσο δικαιοπάροχο του, συμβάσεως και της νόμιμης μεταγραφής της.

Έτσι, ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από τον δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνο αν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, για τη θεμελίωση της αγωγής, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ., να καθορίσει με την προσθήκη στις ίδιες προτάσεις του της πρώτης συζήτησης και τον τρόπο κτήσης από το πρόσωπο αυτό της κυριότητας επί του επιδίκου, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση (χρησικτησία).

Η παράλειψη του ενάγοντος να καθορίσει είτε καθ' υποφοράν με την αγωγή, είτε κατά τα ως άνω, τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου από ένα από τους δικαιοπαρόχους του (άμεσο ή απωτέρους του) καθιστά την αγωγή αόριστη. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το έτος 1954 η τότε Κοινότητα Αγίου Λαυρεντίου, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον Πρόεδρο της, προέβη σε μεταβιβάσεις, λόγω πωλήσεως, προς ακτήμονες καλλιεργητές, κατά το άρθρο 124 ΑγρΚωδ., τμημάτων ενός αγροκτήματος με την ονομασία "...", κείμενο ...

Μεταξύ άλλων, με το υπ' αριθ. .../26-08-1954 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Βόλου Πέτρου Παπακωνσταντίνου, που μεταγράφηκε νομίμως ..., η ως άνω Κοινότητα Αγίου Λαυρεντίου μεταβίβασε, αιτία πωλήσεως, κατά πλήρη κυριότητα στον Ε. Α. του Α., πατέρα του ενάγοντος, το με αριθμό 13 τεμάχιο του Δ1 τμήματος (13Δ) του ως άνω αγροκτήματος, εκτάσεως 9.340 τετραγωνικών μέτρων, συνορευόμενο με τα υπ' αριθ. 12Δ και 14Δ τεμάχια και με θάλασσα.

Η πώληση αυτή έλαβε χώρα, αφού προηγουμένως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 124 Αγρ.Κωδ: α) με την υπ' αριθ. πρωτ. Ε/3061/19-2-1954 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας είχε αρθεί η εκ του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 3250/1924 απαγόρευση μεταβίβασης και είχε επιτραπεί στην Κοινότητα Αγίου Λαυρεντίου (πωλήτρια) "ίνα πωλήση ελευθέρως, το υφ' ου αύτη αξιοί δικαιώματα κυριότητος λειβάδιον "..." εκτάσεως 4.500 περίπου στρεμμάτων, προς τους υπό της οικείας Επιτροπής Απαλλοτριώσεων κατά το άρθρον 124 παρ. 3 του Αγρ.

Κωδ. καθορισθησομένους ακτήμονας υπό τους εν τω υπ' αριθ. .../1953 προσυμφώνω του Συμβολαιογράφου Βόλου διαλαμβανόμενους όρους, και τον πρόσθετον όρον, όπως η σύνταξις των οριστικών συμβολαίων μεταβιβάσεως γίνη εντός εξαμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας αρχομένης από της υπογραφής της παρούσης" (σημειωτέον ότι η ως προθεσμία παρετάθη για δύο (2) μήνες με απόφαση του ως άνω Υπουργού), ενώ είχε τεθεί με την ίδια απόφαση και ο όρος ότι σε περίπτωση κατάτμησης δάσους ή δασικής έκτασης θα έπρεπε να εκδοθεί και η προβλεπόμενη από το άρθρο 216 του τότε ισχύοντος Δασικού Κώδικα απαιτούμενη άδεια, β) με την υπ' αριθ. 39/27-07-1954 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Βόλου, είχε αποφασιστεί να συμμετάσχουν στην εκούσια πώληση του αγροκτήματος "..." και στην έκταση που από τη Γεωργική Υπηρεσία είχε χαρακτηριστεί καλλιεργήσιμη, οι ειδικά αναφερόμενοι δικαιούχοι αποκατάστασης ως ακτήμονες καλλιεργητές, μεταξύ των οποίων περιελαμβάνετο ο προαναφερόμενος αγοραστής και γ) με την υπ' αριθ. 10.041/26-07-1954 βεβαίωση της Διεύθυνσης Γεωργίας Νομού Μαγνησίας όλη η έκταση του εκουσίως πωλούμενου ως άνω αγροκτήματος "...", είχε χαρακτηρισθεί καλλιεργήσιμη, όπως στο ανωτέρω μεταβιβαστικό συμβόλαιο ρητώς αναφέρεται.

Κατόπιν, δυνάμει του υπ' αριθ. .../12.05.1979 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Βόλου Δημητρίου Παπαδόπουλου, που μεταγράφηκε νομίμως ... ο ως άνω Ε. Α., μεταβίβασε, αιτία πωλήσεως, στον υιό του, ενάγοντα, κατά ψιλή κυριότητα, τμήμα του ανωτέρω τεμαχίου (13Δ) εκτάσεως 1.314,50 τετρ. μέτρων, συνορευόμενο, ... παρακρατών εφ' όρου ζωής την επικαρπία, η οποία, με το θάνατο αυτού στις 12.04.1995, αποσβέσθηκε και υπέστρεψε αυτοδικαίως στην (ψιλή) κυριότητα με την οποία ενώθηκε σε πλήρη κυριότητα.

Ο ενάγων, δυνάμει του υπ’ αριθ. .../19.07.1996 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Βόλου Ιωάννη Παπαδόπουλου, που μεταγράφηκε νομίμως, μεταβίβασε αιτία πωλήσεως στην Α. σύζυγο Α. Ρ. τμήμα του παραπάνω ακινήτου, εκτάσεως 600,12 τ.μ. και του απέμεινε τμήμα 714,38 τ.μ. Το εναπομείναν τμήμα ...έχει έκταση, κατ' αυτό, 727,45 τ.μ., βρίσκεται εντός του ρυμοτομικού σχεδίου του οικισμού "..." του Δήμου Νέας Αγχιάλου Ν.

Μαγνησίας και συνορεύει ... Το παραπάνω ακίνητο κατατμήθηκε κατά την κτηματογράφηση σε δύο τμήματα και συγκεκριμένα το πρώτο, που αποτελεί το επίδικο, φέρει ΚΑΕΚ ..., έχει εμβαδό 644 τ.μ. ... και συνορεύει ...Το δεύτερο τμήμα με ΚΑΕΚ ..., έχει εμβαδά 98 τ.μ. ... Ενόψει του ότι το τμήμα αυτό του ακινήτου ενεγράφη κατά την κτηματογράφηση με την ένδειξη "αγνώστου ιδιοκτήτη", κατόπιν αιτήσεως του ήδη ενάγοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 307/2010 απόφαση αυτού, που διέταξε τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής ώστε να αναγραφεί ως αποκλειστικός δικαιούχος πλήρους κυριότητος αυτού ο ήδη ενάγων με τίτλο κυριότητος το ανωτέρω .../1979 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ψιλής κυριότητας σε συνδυασμό με τον κατά το έτος 1995 θάνατο του πωλητή -επικαρπωτή Ε.

Α. και η οποία έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη. Επίσης, δυνάμει του υπ' αριθ. .../23.05.1979 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Βόλου Δημητρίου Παπαδόπουλου, που μεταγράφηκε νομίμως ..., ο προαναφερόμενος Ε. Α., μεταβίβασε, αιτία δωρεάς εν ζωή, στον υιό του, ενάγοντα, και άλλο τμήμα του παραπάνω 13Δ τεμαχίου, εκτάσεως 525,15 τ.μ., συνορευόμενο ...

Το παραπάνω ακίνητο κατατμήθηκε κατά την κτηματογράφηση σε δύο τμήματα και συγκεκριμένα το πρώτο, που αποτελεί το επίδικο, φέρει ΚΑΕΚ ..., έχει εμβαδό 269 τ.μ. και συνορεύει ... Το δε δεύτερο τμήμα έχει εμβαδόν 230 τ.μ. και κατά την κτηματογράφηση εμφανίσθηκε ως μέρος μεγαλύτερου ακινήτου ιδιοκτησίας Π. Π. και Ε.

Γ. ... Ενόψει τούτου, ο ενάγων άσκησε αναγνωριστική αγωγή σε βάρος των ανωτέρω εσφαλμένως αναγραφέντων ως κυρίων αυτού και συντάχθηκε το από 29.08.2007 πρακτικό εξώδικης επίλυσης διαφοράς, το οποίο επικυρώθηκε με την με αριθμό 6/2007 πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών Βόλου, σύμφωνα με το οποίο ο ενάγων αναγνωρίστηκε κύριος αυτού.

Κατόπιν αυτών, το τμήμα αυτό έλαβε στο κτηματολόγιο ξεχωριστό ΚΑΕΚ ... και ο ενάγων ενεγράφη ως κύριος αυτού. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούν τμήματα του ανωτέρω περιγραφόμενου, μεταβιβασθένος το έτος 1954, με το υπ' αριθμ. .../1954 συμβόλαιο, από την τότε Κοινότητα Αγίου Λαυρεντίου, υπ' αριθμ. 13 τεμαχίου, του Δ' τμήματος (13Δ) του άλλοτε αγροκτήματος "...", προς τον Ε.

Α., όπως τούτο σαφώς προκύπτει από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και ιδίως από τη συγκριτική αντιπαράθεση του από 15.07.1954 τοπογραφικού διαγράμματος του αγροκτήματος "...", απόσπασμα του οποίου επισυνάπτεται στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο (υπ' αριθμ. .../1954), στο οποίο αποτυπώνονται τα παραχωρηθέντα στους ακτήμονες καλλιεργητές τεμάχια μεταξύ των οποίων και το παραχωρηθέν στον ως άνω με στοιχεία 13Δ τεμάχιο, με το διάγραμμα του διευθυντού τεχνικών υπηρεσιών της Νομαρχίας Μαγνησίας, που συνοδεύει την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου του Οικισμού ... (ΦΕΚ 242Δ/07.10.1974) ως και με το από Οκτωβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Ε.

Δ., γεγονός επίσης που αναφέρεται στα προαναφερόμενα μεταβιβαστικά συμβόλαια πωλήσεως και δωρεάς (.../1979 και .../1979 αντιστοίχως) του προαναφερόμενου Ε. Α. προς τον ενάγοντα, όπως έκρινε και η εκκαλουμένη, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα το πρώτον, με λόγο εφέσεως, από το εναγόμενο (καθόσον το τελευταίο δεν αμφισβήτησε την ταυτότητα του επιδίκου στον πρώτο βαθμό) είναι ουσιαστικά αβάσιμα.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο ενάγων έχει καταστεί αποκλειστικός κύριος των επιδίκων ακίνητων, τμημάτων του υπ' αριθμ. 13 τεμαχίου, του Δ' τμήματος (13Δ) του άλλοτε αγροκτήματος "...", κατά παράγωγο τρόπο, μετά από τις προαναφερόμενες μεταβιβάσεις (αιτία πωλήσεως και δωρεάς αντιστοίχως) που έγιναν νόμιμα και ανάγονται στο υπ' αριθ. .../1954 συμβόλαιο εκούσιας πώλησης κατά το άρθρο 124 Αγρ.

Κωδ. ... Με το ανωτέρω συμβόλαιο μετήχθη η κυριότητα του προαναφερόμενου μείζονος τμήματος 13Δ του άλλοτε αγροκτήματος "..." στον προς ον η μεταβίβαση Ε. Α. (δικαιοπάροχο του ενάγοντος) και τούτο διότι, ακόμα και αν το αγρόκτημα "..." ανήκε κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, αυτό με την υπ' αριθ. πρωτ. Ε/3061/19-2-1954 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, δηλαδή με πράξη αρμοδίου οργάνου της Διοίκησης απαιτούμενη για την μεταβίβαση κυριότητος δημοσίων γαιών σε ακτήμονες καλλιεργητές είχε δηλώσει νομότυπα, την προηγούμενη συναίνεση του για τις επικείμενες πωλήσεις.

Συγκεκριμένα, με την ανωτέρω απόφαση του Υπουργού Γεωργίας αφενός είχε αρθεί η, εκ του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 3250/1924 απαγόρευση μεταβίβασης εκ μέρους της Κοινότητος Αγίου Λαυρεντίου (νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου), της, κατά τη διάταξη αυτή, πέραν των 250 στρεμμάτων αγροτικής εκτάσεως (παρ. 2 αυτού), σύμφωνα με την παρεχόμενη σ' αυτόν αρμοδιότητα από την παρ. 3 του άρθρου αυτού και αφετέρου είχε επιτραπεί στην Κοινότητα Αγίου Λαυρεντίου (νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου) η πώληση του ανωτέρω ακινήτου προς ακτήμονες καλλιεργητές (μεταξύ των οποίων και ο ανωτέρω Ε.

Α.), σύμφωνα με το άρθρο 124 του Αγρ. Κωδ. Η διάταξη αυτή (άρθρο 124 του Αγρ. Κωδ), δίνοντας το δικαίωμα σε νομικά πρόσωπα, στερούμενα, είτε εκ του νόμου, είτε εκ συμβάσεως, ή και εξ οιασδήποτε άλλης δικαιοπραξίας του δικαιώματος της εκποιήσεως (ή της άνευ δημοπρασίας εκποιήσεως) καλλιεργησίμων εκτάσεων, να προβαίνουν σε τοιαύτη προς ακτήμονες καλλιεργητές, υποκείμενες στην έγκριση των Αρχών υπό την εποπτείαν των οποίων τελούν (παρ. 1) και, επί τη βάσει της εγκρίσεως αυτής, ο Υπουργός Γεωργίας να παρέχει άδεια προς σύναψη της οριστικής συμφωνίας (παρ. 2), καθεαυτή, αναφέρεται σαφώς σε εκούσια μεταβίβαση εκτάσεων (προς γεωργική αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών) που ανήκουν κατά κυριότητα στα νομικά πρόσωπα και όχι σε εκείνες που ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, για τις οποίες υφίστανται άλλες διατάξεις στον Αγρ.

Κωδ. που ρυθμίζουν την εκούσια μεταβίβαση (άρθρο 121 επ.). Όμως, η παρεχόμενη αυτή άδεια του αρμοδίου Υπουργού, εφόσον πρόκειται για ακίνητο του Ελληνικού Δημοσίου, εξομοιούται με συναίνεση σε διάθεση κατά την έννοια των άρθρων 236 και 239 παρ. 1 ΑΚ, εν προκειμένω δε, με σαφήνεια στην ανωτέρω υπουργική απόφαση διαλαμβάνεται ότι επιτρέπεται στην πωλήτρια Κοινότητα να πωλήσει το αγρόκτημα "υφ' ου αύτη αξιοί δικαιώματα κυριότητος", δηλαδή, με τη χρήση του όρου "αξιοί", το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο επέτρεψε τότε την πώληση και χωρίς να θεωρεί αποδεδειγμένη την κυριότητα της πωλήτριας Κοινότητας, ενόψει των εξυπηρετούμενων με αυτή σκοπών (γεωργική αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών), παρέχοντας έτσι ενσυνειδήτως τη συναίνεση για πώληση ακόμη και δικού του ακινήτου.

Περαιτέρω, η κατάτμηση του ανωτέρω τεμαχίου (13Δ) με τα μεταβιβαστικά προς τον ενάγοντα συμβόλαια του έτους 1979 (πωλήσεως και δωρεάς) δεν εμπίπτει στην απαγόρευση της κατάτμησης του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 431/1968, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το εκκαλούν - εναγόμενο, αλλά στη διάταξη της παρ. 2 περ. Αα του ιδίου α.ν.

κατά την οποία δεν ισχύει ο προβλεπόμενος από την προηγούμενη παράγραφο (1) περιορισμός της μη κατατμήσεως επί μεταβιβάσεως τμημάτων προερχόμενων από κτήματα, τα οποία εκουσίως κατά την αγροτική νομοθεσία μεταβιβάστηκαν στους κληρούχους από τους τέως ιδιοκτήτες τους, όπως εν προκειμένω. Εξάλλου, από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση δεν ήταν δασική, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το εκκαλούν - εναγόμενο, ενόψει του ότι στα πλαίσια της μεταβιβάσεως του αγροκτήματος "..." από την Κοινότητα Αγίου Λαυρεντίου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 124 Αγρ.

Κωδ., όπως προαναφέρθηκε, ο Διευθυντής Γεωργίας Νομού Μαγνησίας με την υπ' αριθ. 10.041/26-7-1954 βεβαίωσή του, μετά από επιτόπια εξέταση, βεβαίωσε, όπως απαιτούσε το ανωτέρω άρθρο (παρ. 3), ότι όλη η εκποιούμενη έκταση του λειβαδίου ... ήταν δεκτική καλλιέργειας για δενδρώδεις καλλιέργειες και ειδικότερα για καλλιέργεια ελιών, αμυγδαλιών, δαμασκηνιών και αμπελιών, δηλαδή βεβαίωσε περί του χαρακτήρα αυτής ως καλλιεργήσιμης (και όχι ως δασικής), γεγονός που απετέλεσε προϋπόθεση του καθορισμού από την Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Βόλου (με την υπ' αριθ. 39/27-07-1954 απόφασή της) των δικαιουμένων ακτημόνων καλλιεργητών να μετάσχουν στη σχετική αγορά ...

Ο μη δασικός χαρακτήρας των επιδίκων ακινήτων, ενισχύεται και από το ότι αυτό βρίσκονται εντός του ρυμοτομικού σχεδίου του οικισμού ... που εγκρίθηκε με την ... απόφαση του Νομάρχη Μαγνησίας (ΦΕΚ 242Δ/07.10.1974), αλυσιτελώς δε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο επικαλείται απόφαση, του Συμβουλίου της Επικρατείας περί ακυρώσεως της αποφάσεως του Γ.

Γ. Περιφέρειας με την οποία εγκρίθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού Κριθαριάς, αφού αναφέρεται σε διαφορετικό του ενδιαφέροντος εν προκειμένω οικισμού, και επομένως δεν υπάγονται στην έννοια του δάσους ή της δασικής εκτάσεως. Το γεγονός ότι τα επίδικα ακίνητα εμπεριέχονται στον, μη οριστικοποιηθέντα, δασικό χάρτη του Ο.Τ.Α.

Νέας Αγχιάλου με την ένδειξη ότι πρόκειται για δάση ή δασικές εκτάσεις στις αεροφωτογραφίες παλαιότερης λήψης, ενώ στις αεροφωτογραφίες πρόσφατης λήψης εμφανίζουν άλλης μορφής χρήση, δεν αναιρούν την κρίση του Δικαστηρίου περί του μη δασικού χαρακτήρα αυτών, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, σε χρόνο εγγύ, προηγηθέντα, της αρχικής μεταβιβάσεως του μείζονος ακινήτου, με βάση το άρθρο 124 Αγρ.

Κωδ., σε ακτήμονα καλλιεργητή για τη γεωργική του εγκατάσταση (άρθρο 1 παρ. 1 του Αγρ. Κωδ.), το ίδιο το εκκαλούν - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δια των αρμοδίων υπηρεσιών του χαρακτήρισε αυτό ως καλλιεργήσιμο και κατά συνέπεια μη δασικό και παρείχε την άδεια προς μεταβίβαση για τον ανωτέρω σκοπό". Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζήτησε, επικαλούμενος ανακριβή πρώτη κτηματολογική εγγραφή στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, σύμφωνα με την οποία φέρονται τα επίδικα ακίνητα ως ανήκοντα στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, να αναγνωρισθεί η κυριότητά του σ' αυτά, δικαίωμα που απέκτησε τόσον με παράγωγο όσον και με πρωτότυπο τρόπο και να διορθωθεί η ανακριβής αυτή πρώτη εγγραφή, ώστε να αναγραφεί ως ιδιοκτήτης τούτων και ακολούθως απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 124 του Αγροτικού Κώδικα, 236, 239 ΑΚ, 1033, 1 παρ. 2 περ. Αα του ΑΝ 431/1968 τις οποίες εφάρμοσε, ούτε παραβίασε δια της παραλείψεως εφαρμογής τους τις ουσιαστικές διατάξεις, 2 και 60 του Ν.Δ/τος 86/1969, που δεν ήταν εφαρμοστέες, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, με τις σαφείς παραδοχές ότι ο ενάγων-αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος των επιδίκων ακινήτων, που δεν είναι δασική έκταση, ούτε δάσος, αλλά καλλιεργήσιμη, παραγώγως, με βάση συμβόλαια αγοράς και δωρεάς του 1979 που μεταγράφηκαν νομοτύπως, με τα οποία μεταβιβάσθηκε σ' αυτόν η κυριότητα από τον προηγούμενο αληθή κύριο πωλητή και δωρητή, που είχε αποκτήσει την κυριότητα τούτων στα πλαίσια εκούσιας πώλησης, που διενεργήθη νομοτύπως το 1954 από την Κοινότητα Αγίου Λαυρεντίου, με την τήρηση των προβλεπομένων στο άρθρο 124 του Αγροτικού Κώδικα διατυπώσεων, μεταξύ των οποίων και η παροχή άδειας με σχετική απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που επέτρεψε την πώληση, προς γεωργική αποκατάσταση του τελευταίου ως ακτήμονος καλλιεργητή, για την οποία (πώληση) συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε νομοτύπως, ότι μπορούσε να κατατμηθεί το αρχικό μείζον ακίνητο, ως μεταβιβασθέν εκουσίως κατά την αγροτική νομοθεσία σε κληρούχο από τον άλλοτε ιδιοκτήτη του και ότι το αναιρεσείον και αν ακόμα το μείζον ακίνητο ανήκε στην κυριότητά του, δεν μπορεί να αμφισβητήσει πλέον την κυριότητα της απώτατης δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, παραπάνω Κοινότητας, στα πλαίσια του παράγωγου τρόπου κτήσης της κυριότητάς του, αφού με την προαναφερόμενη άδεια του Υπουργού Γεωργίας είχε νομοτύπως συναινέσει για την επικείμενη εκούσια πώληση.

Περαιτέρω το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε και εκείνων που δεν εφάρμοσε, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και την από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της κυριότητας της απώτατης δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου, ενόψει της αμφισβήτησης της κυριότητας της τελευταίας από το ίδιο (αναιρεσείον) σε σχέση με τον παράγωγο τρόπο απόκτησης της κυριότητας αυτού (αναιρεσιβλήτου), του δασικού ή μη χαρακτήρα των επιδίκων ακινήτων και της δυνατότητας κατάτμησής τους, είναι αβάσιμοι.

Ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το υπόλοιπο μέρος είναι απαράδεκτος, καθ' όσον με τις σχετικές αιτιάσεις υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του Εισ.Ν.

Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/1992 Υ.Α. Οικονομικών και Δικαιοσύνης

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-1-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 449/2012 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2014. Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ