Legislator Case Law & Legislation
1417/2011 AI generated

1417/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1417/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1417/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μετά δε την κατά τον τρόπο αυτό αναγνώριση της κυριότητος του Δημοσίου σε κάθε εδαφική έκταση, η οποία πριν από την έναρξη ισχύος του άνω β.δ/τος είχε δασικό χαρακτήρα, αρκεί η υπό του Δημοσίου επίκληση και απόδειξη, προς θεμελίωση της ιστορικής βάσεως αγωγής, ή ενστάσεως ιδίας κυριότητος, της υπάρξεως της ιδιότητος του δάσους προ της ενάρξεως ισχύος του άνω διατάγματος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1417 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1417/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια του Κωνσταντίνα Χριστοπούλου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Ι. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Μάρκελλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 255/2003 μη οριστική, 127/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 149/2008 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-12-2008 αίτησή του και με τους από 25-8-2009 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 22-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, η υπό κρίση από 23/12/2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 149/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου, νομίμως εισάγεται προς συζήτηση, μετά την εμπρόθεσμη κατάθεση της υπ' αριθμ. 613/23/3/2009 θετικής γνωμοδοτήσεως του Β' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και το βάσιμο των περιεχομένων στην αίτηση αυτή αναιρετικών λόγων, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1, 2 του ν. 2298/1995, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 του ν. 2579/1998 και ακολούθως με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999 και ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 13 παρ. 9 του ν. 3790/2009, αφού η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε πριν την έναρξη ισχύος αυτού (ν. 3790/2009). Όσον δ' αφορά τους προσθέτους λόγους δεν απαιτείται η εν λόγω θετική γνωμοδότηση για το παραδεκτό αυτών, διότι ασκήθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του νόμου 3790/2009 (8/8/2009), κατά δε τη νεωτέρα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 9 του νόμου 3790/2009, για το παραδεκτό αυτών δεν είναι απαραίτητη η εν λόγω γνωμοδότηση.

ΙΙ. Επειδή, για την κτήση κυριότητος επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται κατά μεν τις διατάξεις των ν.8 παρ.1 και 1παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 (βασ. 50.14), αδιάλειπτος νομή του πράγματος με καλή πίστη επί τριακονταετία, την οποία (καλή πίστη), όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.8), 27 πανδ. (18.1), 10, 17 και 48 πανδ .(41.3), 3 πανδ. (41.10) και 109 πανδ. (50.16),αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση ,ότι δια της κτήσεως της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν δικαίωμα κυριότητος άλλου, κατά δε την διάταξη του άρθρου 1045 του ΑΚ ο χρόνος αυτός περιωρίσθη στην εικοσαετία, συνυπολογιζομένου, κατ' αμφότερα τα δίκαια, και του χρόνου νομής χρησικτησίας του προκατόχου του νομέως.

Προκειμένου δε περί εκτάκτου χρησικτησίας που άρχισε υπό το κράτος του προϊσχύσαντος δικαίου και συμπληρώθηκε υπό τον Αστικό Κώδικα, που δεν απαιτεί το στοιχείο της καλής πίστεως του νομέως, είναι απαραίτητη η ύπαρξη της καλής πίστεως για τον μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του (ΑΚ) χρόνο (23/2/1946). Την συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστεως συνάγει ο δικαστής εκ του πράγματος και η κρίση αυτού ότι η νομή ασκήθηκε με καλή πίστη είναι πλήρης και ορισμένη, εμπεριέχουσα καθεαυτή και χωρίς άλλη επεξήγηση την κατά τις προμνημονευθείσες διατάξεις, κοινώς δε κρατούσα, έννοιά της.

Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 64 και 65 του Εισ.Ν.ΑΚ., οι περί χρησικτησίας διατάξεις του ΑΚ εφαρμόζονται από της εισαγωγής του και επί προαρξαμένης χρησικτησίας, μη συμπληρωθείσης μέχρι τότε. Στην περίπτωση αυτή η απαιτουμένη εικοσαετία προς συμπλήρωση του χρόνου της εκτάκτου χρησικτησίας αρχίζει από της εισαγωγής του ιδίου κώδικος, εκτός εάν ο μακρότερος του προϊσχύσαντος δικαίου χρόνος συμπληρώνεται ενωρίτερα, οπότε η χρησικτησία συμπληρώνεται με την παρέλευση του χρόνου αυτού του προϊσχύσαντος δικαίου.

Περαιτέρω, και μέχρι της εισαγωγής του ΑΚ, κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου {ν. 7 κωδ. (3.31), ν.44 πανδ. (7.34.), ν.26, Κωδ. (3.32), ν. 46 πανδ. (46.3), ν.1 πρ. πανδ. (41.9), ν.30 πανδ. (29.4) ν.2 πανδ. (20.5), ν.13 παρ.1, πανδ. (5.3)}, και, μετά την εισαγωγή του ΑΚ., κατά το άρθρο 1041 αυτού, προς επέλευση της τακτικής χρησικτησίας απαιτείται άσκηση νομής επί του ακινήτου με καλή πίστη επί συνεχή δεκαετία και νόμιμος τίτλος (ή και νομιζόμενος), του οποίου ελλείποντος δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητος με τον τρόπο αυτό, ο οποίος πρέπει να υποβληθεί σε μεταγραφή, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν.14/1856 και 1033 του ΑΚ.

Κατά δε τα άρθρα 974, 976 έως 979 ΑΚ, άσκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητος αυτού με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου. Εξάλλου, προκειμένου περί ακινήτων του Δημοσίου, τα οποία σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 18, 24 παρ. 1 πανδ.(41.3), 9 εισ.(2.9),2 κωδ. (7.30) και 2 βασ (50.10), που εφαρμόζονται εν προκειμένω διαχρονικώς κατά το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ και μη τροποποιηθείσες από τα άρθρα 18 και 21 του από 21 Ιουνίου 1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", δεν εξαιρούνταν αυτά της εκτάκτου χρησικτησίας και, επομένως, μπορούσε κάποιος να χρησιδεσπόσει και επί δημοσίου κτήματος και να αποκτήσει επ' αυτού την κυριότητα πρωτοτύπως, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, δια της επί συνεχή τριακονταετία ασκήσεως επ' αυτού νομής με καλή πίστη.

Η τριακονταετής όμως νομή έπρεπε να είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11 Σεπτεμβρίου 1915, καθόσον μεταγενεστέρως τα δημόσια κτήματα εξηρέθησαν και της εκτάκτου χρησικτησίας, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των βάσει αυτού εκδοθέντων διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, που ίσχυσαν έκτοτε μέχρι και πέραν του έτους 1926, διά των οποίων ανεστάλη κάθε παραγραφή και κάθε νόμιμη και δικαστική προθεσμία επί αστικών διαφορών, και του άρθρου 21 του από 2.4/16.5.1926 ν.δ. "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π.", διατηρηθέντος σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ.

Από δε την διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. από 16 Νοεμβρίου 1836 "περί ιδιωτικών δασών", σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ιδίου διατάγματος, προκύπτει ότι αναγνωρίζεται η κυριότητα του Δημοσίου σε κάθε έκταση, η οποία πριν από την έναρξη της ισχύος του, αποτελούσε δάσος, με εξαίρεση εκείνες για τις οποίες υπήρχε έγγραφη απόδειξη Τουρκικής Αρχής ότι προ του αγώνος ανήκαν σε ιδιώτες και υπό την προϋπόθεση ότι υπεβλήθησαν στην επί των Οικονομικών Γραμματεία οι σχετικοί της ιδιοκτησίας τίτλοι εντός της υπό του άρθρου 3 παρ. 1 του ιδίου β.δ/τος οριζομένης ανατρεπτικής προθεσμίας.

Μετά δε την κατά τον τρόπο αυτό αναγνώριση της κυριότητος του Δημοσίου σε κάθε εδαφική έκταση, η οποία πριν από την έναρξη ισχύος του άνω β.δ/τος είχε δασικό χαρακτήρα, αρκεί η υπό του Δημοσίου επίκληση και απόδειξη, προς θεμελίωση της ιστορικής βάσεως αγωγής, ή ενστάσεως ιδίας κυριότητος, της υπάρξεως της ιδιότητος του δάσους προ της ενάρξεως ισχύος του άνω διατάγματος.

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033 και 1192 ΑΚ, συνάγεται ότι για την μεταβίβαση της κυριότητος επί ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και αυτού που αποκτά, υποκειμένη στον έγγραφο συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ότι για κάποια νόμιμη αιτία μεταβιβάζεται σε αυτόν η κυριότητα και καταχώριση του εν λόγω συμβολαίου στα οικεία βιβλία μεταγραφών.

ΙΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος, στην συγκεκριμένη περίπτωση, βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Εξάλλου, κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ. Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟΛ ΑΠ 12-13/95).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εδέχθη, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του .../26-9-1972 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε Συμβολαιογράφου Κορίνθου Περικλή Νικολακόπουλου, νομίμως μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... - ... (τόμο … και αύξ.

αριθμ. 186), ο εφεσίβλητος απέκτησε, κατά κυριότητα, από τη Σ. χήρα Δ. Τ. το γένος Π. Κ., ένα αγροτεμάχιο επιφάνειας τριών (3) περίπου στρεμμάτων, στην θέση "...", της κτηματικής περιφέρειας ... του Δήμου ... - ..., οριζόμενο γύρωθεν, κατά τον τίτλο κτήσεως, μεσημβρινοδυτικώς με θάλασσα επί προσώπου μέτρων είκοσι (20), απολήγον σε απότομο βράχο, ανατολικομεσημβρινώς με ιδιωτική οδό πλάτους έξι (6) μέτρων, αφεθείσα από το δικαιοπάροχο της πωλήτριας Α.

Γ. Π. και τον Π. Π., κατά τρία (3) μέτρα από τον καθένα, αρκτικοανατολικώς με δρόμο (καρροδρομική οδό) επί μέτρων είκοσι (20) και δυτικοαρκτικώς με υπόλοιπο κτήμα Α. Γ. Π., κατά δε τα σημερινά όρια μεσημβρινοδυτικώς με θάλασσα επί προσώπου μέτρων είκοσι (20) απολήγον σε απότομο βράχο, ανατολικομεσημβρινώς με ιδιωτική οδό και πέραν αυτής με ιδιοκτησία Π.

Π., δυτικοαρκτικώς με πρώην ιδιοκτησία Α. Γ. Π. και ήδη Μ. Α. και βορειοανατολικώς με δημόσια ασφαλτοστρωμένη οδό. Στην άμεση δικαιοπάροχο του εφεσίβλητου Σ. χήρα Δ. Τ. το γένος Π. Κ., το προαναφερόμενο ακίνητο περιήλθε με αγορά από τον αληθινό κύριο Α. Γ. Π. δυνάμει του .../24-2-1927 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Πειραιά Γεράσιμου Σταματόπουλου, το οποίο έχει μεταγραφεί στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών (τόμο … με αυξ.

αρ. 199). Στον απώτερο δικαιοπάροχο του εφεσίβλητου Α. Γ. Π., το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει, σε μεγαλύτερη έκταση, μετά των εντός αυτού ελαιοδένδρων και αγριοελαιοδένδρων, δυνάμει του .../28-11-1926 συμβολαίου του τότε Συμβολαιογράφου Κορίνθου Κωνσταντίνου Παβέλλα, νομίμως μεταγραμμένου στα ίδια ως άνω βιβλία του Δήμου ... - ... (τ. 28 με αυξ.

αριθμ. 161), με αγορά από το Δ. Κ. Χ.. Στον τελευταίο (Δ. Κ. Χ.) το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει, σε μεγαλύτερη έκταση, από την Ι. συζ. Α. Σ., δυνάμει του .../12-ΠΙ 925 συμβολαίου του τότε Συμβολαιογράφου Αθηνών Θ. Τσάκωνα, νομίμως μεταγραμμένου στα ανωτέρω βιβλία μεταγραφών (τ. 27 με αυξ. αρ. 445), σε συνδυασμό με την 1381/1871 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως του τότε Συμβολαιογράφου Περαχώρας Νικολάου Ράπτη, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία στις 11-4-1871 (τ.

… με αυξ. αριθμ. 69). Στην Ι. σύζ. Α. Σ. το ως άνω ακίνητο, καθώς και τα εν γένει δικαιώματα των δικαιοπαρόχων αυτής τα ερειδόμενα στην προαναφερόμενη 1381/14-3-1871 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης του Συμβολαιογράφου Περαχώρας Ν. Ράπτη, είχαν περιέλθει από τους Α. Γ. Σ., Π. Γ. Σ., Κ. Γ. Σ., Α. Π., Ε. Ι. Μ., Μ. Γ. και Ε. Σ., δυνάμει του .../5-9-1913 συμβολαίου του τότε Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάν.

Οικονομόπουλου, με το οποίο μεταβιβάστηκε σ' αυτή από τους ανωτέρω κληρονόμους του Γ. Σ. η κληρονομιά του στο σύνολο της, ως ομάδα, σε συνδυασμό με τις ... και .../1923 πράξεις του Συμβολαιογράφου Θ. Τσάκωνα. Στον καθ' ου ο αναγκαστικός πλειστηριασμός Χ. Ι. Π. είχε περιέλθει η εκπλειστηριασθείσα μεγαλύτερη έκταση, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, από κληρονομιά του αποβιώσαντος ,κατά το έτος 1870, πατέρα του Ι.

Π., ο οποίος την είχε αποκτήσει πολύ πριν από το έτος 1855. Ειδικότερα ο απώτατος δικαιοπάροχος του εφεσίβλητου Ι. Π., με το .../1855 δανειστικό συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Κορίνθου Αβραμάκη Χατζησάββα, είχε λάβει, από το Γ. Σ., δάνειο, για την εξασφάλιση της απόδοσης του οποίου, ο τελευταίος είχέ εγγράψει υποθήκη μεταξύ άλλων και επί ενός κτήματος στη θέση "..." του Δήμου ... - ..., με εβδομήντα πέντε ελαιόδενδρα, το οποίο οριζόταν ανατολικά με όμοιο του Σ.

Π., δυτικά με σπήλαιο, βόρεια με βράχο και νότια με θάλασσα. Ο δανειστής του Ι. Π., δηλαδή ο Γ. Σ., για την αναγκαστική ικανοποίηση της απαίτησής του, επέσπευσε σε βάρος του Χ. Π., ως κληρονόμου του Ι. Π., αναγκαστικό πλειστηριασμό των ακινήτων, επί των οποίων είχε εγγράψει την προαναφερόμενη υποθήκη, και σύμφωνα με την 1381/1871 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης του τότε Συμβολαιογράφου Περαχώρας Νικολάου Ράπτη κατακυρώθηκαν σ' αυτόν (Γ.

Σ.) τα ακίνητα που περιγράφονται σ' αυτή. Ακολούθως οι ανωτέρω κληρονόμοι του Γ. Σ., μετά το θάνατο του, με το .../1913 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Οικονομόπουλου, νομίμως μεταγραμμένου, όπως προαναφέρθηκε, σε συνδυασμό με τις .../1923 και .../1923 πράξεις του ίδιου Συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγραμμένες, εκχώρησαν στην Ι.

Σ., μεταξύ άλλων, και την αξίωση του αποβιώσαντος Γ. Σ. από την προαναφερόμενη περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, η δε Ι. Σ. εκχώρησε, κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε, στο Δ. Χ. όλα τα δικαιώματα από την ανωτέρω 1381/1871 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης. Ο Δ. Χ. ζήτησε, από το Δικαστήριο των Πρωτοδικών της Κορίνθου, την έκδοση υπέρ αυτού απογράφου της προαναφερόμενης περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης.

Με την απόφαση 610/1926 του ως άνω Δικαστηρίου διατάχθηκε η εκτέλεση της προαναφερόμενης περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης και έτσι με τις από 20 και 22 Δεκεμβρίου 1926 εκθέσεις εγκατάστασης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κορίνθου ... αποβλήθηκαν από τα πλειστηριασθέντα ακίνητα οι κληρονόμοι του καθ' ου η εκτέλεση και εγκαταστάθηκε σ' αυτά ο ίδιος (Δ.

Χ.). Μεταξύ των περιγραφομένων στην ανωτέρω 1381/1871 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτων περιλαμβάνεται και ένα αγροτεμάχιο στη θέση "..." του Δήμου ...-..., με εβδομήντα πέντε ελαιόδενδρα, το οποίο οριζόταν ανατολικά με όμοιο του Σ. Π., δυτικά με σπήλαιο, βόρεια με βράχο και νότια με θάλασσα. Το αγροτεμάχιο αυτό, σύμφωνα και με την πιο πάνω αναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ε.

Μ., συμπίπτει με το επίδικο. Ειδικότερα, ο ανωτέρω πραγματογνώμων, μετά από αυτοψία στο επίδικο ακίνητο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... - ..., προκειμένου να διαπιστώσει τη θέση του και αφού μελέτησε όλα τα προαναφερθέντα συμβόλαια (.../1972, .../1927, .../1926, .../1925), καθώς και την 1381/187Κ, περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης και το .../1871 δανειστικό συμβόλαιο, κατέληξε στο ότι το επίδικο βρίσκεται δύο (2) χιλιόμετρα περίπου δυτικά της πόλεως ..., είναι τρία (3) περίπου στρέμματα, εφάπτεται στο δρόμο ... - ..., επί του οποίου έχει πρόσοψη τριάντα (30) περίπου μέτρων και εκτείνεται μέχρι τη θάλασσα (με αρκετή κλίση από το δρόμο μέχρι τη θάλασσα), όπου βρίσκεται ένας απότομος βράχος, χαρακτηριστικό σημείο της περιοχής, αλλά και σημείο αναφοράς των ανωτέρω συμβολαίων, αφού δεν υπάρχει άλλος τέτοιος βράχος στην περιοχή αυτή.

Ειδικότερα, στην προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρεται, μεταξύ των άλλων, ότι: 1) το επίδικο ακίνητο εμπίπτει και περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας του εφεσίβλητου και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, καθώς υπάρχει μια αλληλουχία και συνέχεια στα συμβόλαια, αφού κάθε νεότερο συμβόλαιο αναφέρεται σε παλαιότερο ή σε παλαιότερα, ενώ σε όλα τα ανωτέρω συμβόλαια υπάρχει μια συνεχής αναφορά σε δύο χαρακτηριστικά φυσικά όρια του επιδίκου, πέρα από τους όμορους ιδιοκτήτες, που είναι ο βράχος και η θάλασσα, 2) το επίδικο ακίνητο είναι εντοπίσιμο κατά θέση από την περιγραφή στους τίτλους ιδιοκτησίας του εφεσίβλητου και των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων, δηλαδή στα .../1972, .../1927, .../1926, .../1925 συμβόλαια, καθώς και στην 1381/1871 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης και στο .../1871 δανειστικό συμβόλαιο και 3) το επίδικο ακίνητο είναι εντοπίσιμο κατά θέση και μέγεθος και περιγράφεται αναλυτικά ως προς τη θέση, αλλά και ως προς τα όρια και τις διαστάσεις, στα .../1972 και .../1927 πωλητήρια συμβόλαια.

Σύμφωνα, εξάλλου, και με την από Αυγούστου 2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του προαναφερόμενου πραγματογνώμονα - Δασολόγου, Α. Γ., το επίδικο είχε διαχρονικό χαρακτήρα μη δασικό. Ειδικότερα, ο ανωτέρω πραγματογνώμονας, ύστερα από την αυτοψία που διενήργησε στο επίδικο ακίνητο και τη μελέτη (φωτοερμηνεία) των αεροφωτογραφιών των ετών 1940, 1945, 1960, 1972 και 1987, διαπίστωσε ότι η επίδικη έκταση είχε διαχρονικά χαρακτήρα μη δασικό για τους παρακάτω λόγους: 1) Την 28 Οκτωβρίου 1940 και το έτος 1945, η επίδικη έκταση ήταν μη δασική καλλιεργήσιμη έκταση (άρθρ. 67 Ν. 998/1979), 2) το έτος 1960, η επίδικη έκταση δεν απώλεσε το μη δασικό χαρακτήρα, αφού δεν αποτελεί ενιαίο οργανικό σύνολο από άγρια φυτά με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, ούτε αποτελεί ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές) σε αμοιβαία αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδραση με τη συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, 3) τα μεμονωμένα και αραιά άγρια φυτά, που αναπτύχθηκαν λόγω εγκατάλειψης της καλλιέργειας, δεν είναι ικανά να παράγουν δασικά προϊόντα, 4) οι κόμες των άγριων θάμνων σε κατακόρυφη προβολή καλύπτουν το 5-10% της όλης έκτασης, ποσοστό πολύ μικρότερο του 25% που θέτει ο νόμος για την ύπαρξη της δασοβιοκοινότητας, ούτε μπορεί να αποτελέσουν δασογενές περιβάλλον μερικοί μεμονωμένοι θάμνοι, οι οποίοι δεν αποτελούν ενιαία οργανική ενότητα, αφού είναι εντελώς ανύπαρκτη και η πανίδα, 5) η συνολική έκταση του επιδίκου είναι μικρότερη των 0,3 εκταρίων με μορφή στενής λωρίδας σχήματος ορθογωνίου, πλάτους 20 μέτρων περίπου, η συγκόμωση των θάμνων είναι αραιή και, επομένως, δεν συντρέχει η προϋπόθεση του νόμου (αρθρ. 1 Ν. 3208/2003) για τον χαρακτηρισμό του επιδίκου ως δασικής έκτασης, 6) σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 3208/2003, αφού το έτος 1945 ή 1960 το επίδικο είχε μορφή μη δασική και υπάρχει τίτλος μεταβίβασης δικαιοπαρόχου πριν από την 23-2-1946 μεταγεγραμμένος, διατηρεί την αγροτική μορφή ανεξάρτητα αν καλύπτεται από άγρια ποώδη ή ξυλώδη βλάστηση και 7) το επίδικο δεν έχει τη μορφή δασικής βλάστησης, με την έννοια του άρθρου 1 παραγρ. 2 του Ν. 3208/2003, αφού δεν διαπιστώνεται άγρια ξυλώδης βλάστηση υψηλή ή θαμνώδης.

Πρέπει να σημειωθεί ότι το 1068/3/16-3-1995 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του εφεσίβλητου από το επίδικο ακίνητο το οποίο (πρωτόκολλο) εκδόθηκε από το Δασάρχη Κορίνθου, ακυρώθηκε με την απόφαση 383/1996 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία εκδόθηκε επί της από 2-9-1995 έφεσης του εφεσίβλητου κατά της απόφασης 384/1995 του Ειρηνοδικείου Κορίνθου.

Από όλα αυτά συνάγεται ότι το επίδικο ακίνητο δεν υπήρξε ποτέ δάσος, αλλά πάντοτε ήταν καλλιεργούμενο αγροτεμάχιο, το οποίο από το έτος 1855 τουλάχιστον νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι του εφεσίβλητου με την οριοθέτηση, την εμφύτευση σ' αυτό ελαιοδένδρων, την καλλιέργεια αυτών, την συλλογή του καρπού τους, την εξημέρωση των αγριοελαιοδένδρων που υπήρχαν σ αυτό, τη συνεχή επίβλεψη και την επιτήρηση του.

Έτσι, ο εφεσίβλητος έχει γίνει κύριος του επίδικου ακινήτου αφενός με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με αγορά από την προηγούμενη κυρία αυτού Σ. Τ. με βάση το προαναφερόμενο συμβόλαιο .../1972, αφετέρου δε με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι τόσο με τακτική όσο και με έκτακτη χρησικτησία με την προσμέτρηση στο χρόνο της δικής του καλόπιστης νομής και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του.

Παρόλα αυτά, το εκκαλούν: α) καταχώρισε το επίδικο ακίνητο στο δασικό κτηματολόγιο με κωδικό αριθμό κτηματικού χάρτη 116508 και κωδικό κτήματος 2145 ως δημόσιο δάσος και β) μετά την πυρκαγιά, που εκδηλώθηκε στην ευρύτερη περιοχή κατά το έτος 1986, κήρυξε αναδασωτέα και την καταλαμβανόμενη σ' αυτό έκταση, με τη σχετική απόφαση 1719/30-9-1986 του Νομάρχη Κορινθίας, επιχείρησε δε την αναδάσωση αυτής κατά το έτος 1990 και έτσι αμφισβητεί την κυριότητα του εφεσίβλητου στο ακίνητο αυτό.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επομένως που δέχθηκε τα ίδια, ορθά εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν σε αυτό και, συνεπώς, είναι ουσιαστικά αβάσιμοι: α) ο πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ήταν καλλιεργούμενο κτήμα, β) ως προς το πρώτο σκέλος του, ο δεύτερος λόγος έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους τίτλους των δικαιοπαρόχων του, γ) ως προς το δεύτερο σκέλος του, ο ίδιος (δεύτερος) λόγος έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι δικαιοπάροχοι του εφεσίβλητου ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο και δ) ως προς το τρίτο σκέλος του, ο ίδιος (δεύτερος) λόγος έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τις ενστάσεις του: 1) ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε σε Οθωμανούς, το κατέλαβε αυτό (εκκαλούν), αλλιώς εγκαταλείφθηκε από αυτούς κατά τη διάρκεια του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνα και το δήμευσε, αλλιώς ότι ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο και το δήμευσε αυτό (εκκαλούν) δυνάμει της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης και των από 3/2, 4/16-6 και 19/6-1/7/1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και 2) ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε σε αυτό (εκκαλούν), ως δάσος, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του ΒΔ 17/29-11-1836 "Περί Ιδιωτικών δασών", αλλιώς ως αδέσποτο, αλλιώς με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία.

Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την υπό του αναιρεσείοντος ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτοδίκου με αριθμό 127/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, διά της οποίας, αφού απορρίφθηκε η ένσταση ιδίας κυριότητος του αναιρεσείοντος, ερειδομένης επί των άνω διατάξεων του από 16 Νοεμβρίου 1836 β.δ/τος, έγινε δεκτή η αναγνωριστική της κυριότητος αγωγή του αναιρεσιβλήτου.

Με αυτά που εδέχθη το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, ενώ ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, ούτε και εκείνες των άρθρων 999, 1000 και 1113 του ΑΚ. Ειδικότερα, εκτίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα παραγωγικά της κτήσεως της κυριότητος από τον ενάγοντα και νυν αναιρεσίβλητο περιστατικά παραγώγως, ήτοι με το υπ' αριθμ..../29.9.1972 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κορίνθου Περικλέους Νικολακοπούλου, νομίμως μεταγραφέν στα οικεία βιβλία μεταγραφών, του Εφετείου δεχομένου, με βάση τα άνω περιστατικά, ότι η άμεσος δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου Μ.

Τ. κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου δια της τακτικής και εκτάκτου χρησικτησίας, συμπληρωθείσης υπό την ισχύ του ΑΚ, ως νεμηθείσα το επίδικο με καλή πίστη για χρονικό διάστημα πλέον της τριακονταετίας συνεχώς από του έτους 1927 που το απέκτησε με το υπ' αριθμ..../1927 πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Πειραιώς Γερασίμου Σταματοπούλου, νομίμως μεταγραφέν.

Επίσης, μνημονεύονται στην απόφαση οι διακατοχικές πράξεις που αυτή ασκούσε επί του επιδίκου (επίσκεψη, εμφύτευση, συλλογή καρπών κ.λ.π.), χωρίς να ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να επεξηγείται ειδικώς, με αναφορά σε συγκεκριμένα περιστατικά, η ύπαρξη του στοιχείου της καλής πίστεως, αρκούσης της μνείας αυτής ως εννοίας κοινώς γνωστής.

Περαιτέρω, με σαφήνεια και αναφορά στα επί μέρους αποδεικτικά στοιχεία, εδέχθη το Εφετείο, ότι η επίδικη εδαφική έκταση ουδέποτε στο παρελθόν, και προ της ισχύος του από 16 Νοεμβρίου 1863 άνω β.δ/τος, απέκτησε την ιδιότητα του δάσους, για να περιέλθει κατά κυριότητα στο αναιρεσείον με βάση τις διατάξεις του διατάγματος αυτού, αλλ' ότι είχε ανέκαθεν μορφή καλλιεργησίμου εκτάσεως.

Επομένως, οι από τους αριθμούς 1 και 19 προβαλλόμενες αιτιάσεις με τον δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου και δεύτερο στοιχ. α' και β' του δικογράφου των προσθέτων λόγων, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Περαιτέρω, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως ψέγεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη σε ελλειπή αιτιολογία, όσον αφορά τις παραδοχές για την νομή της εκτάκτου χρησικτησίας από τους απωτέρους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου μέχρι το έτος 1927, κατά το οποίο η άμεση αυτού δικαιοπάροχος Μ.

Τ. απέκτησε την νομή του επιδίκου με το υπ' αριθμ. .../1927 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κορίνθου Γερασίμου Σταματοπούλου. Ειδικότερα, δια της εν λόγω αιτιάσεως, προβάλλεται, ότι δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση, εάν ο χρόνος της εκτάκτου χρησικτησίας από τους απωτέρους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου είχε συμπληρωθεί προ της 15 Σεπτεμβρίου 1915 ή μετά την ημερομηνία αυτή.

Ενόψει όμως των σαφών παραδοχών του Εφετείου, α) ότι η επίδικη εδαφική έκταση ήταν ανέκαθεν καλλιεργήσιμη, "τουλάχιστον από το έτος 1855 νέμονταν αυτό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου με την οριοθέτηση, την εμφύτευση …", μη περιελθούσα, ως δασική, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου βάσει των ρηθεισών ειδικών διατάξεων του από 16 Νοεμβρίου 1836 β.δ/τος, κρίνοντας, ακολούθως, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την υπ' αυτού προταθείσα ένσταση ιδίας κυριότητος και β) ότι η άμεση δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου ενέμετο αδιαλείπτως το επίδικο από του έτους 1927 μέχρι το έτος 1972, η αμέσως ανωτέρω αιτίαση αλυσιτελώς προβάλλεται και ως τοιαύτη είναι απορριπτέα, αφού η καταφατική κρίση του Εφετείου περί της κυριότητος της ως άνω αμέσου δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου αυτοτελώς στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως και ως προς την άσκηση συνεχώς όμως των άμεσων δικαιοπαρόχων της μέχρι και το έτος 1926.

Η μνεία εξάλλω, στην προσβαλλόμενη απόφαση της τακτικής χρησικτησίας ως τρόπου κτήσης της κυρώτητας του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο ακίνητο αφορά το .../1972 πωλητήριο συμβόλαιο και το διαδραμόντα εφεξής μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής δέκα έτη χρόνο, καλόπιστης νομής στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου.

Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένως εδέχθη ότι η επίδικη εδαφική έκταση ήταν αγροτεμάχιο, ενώ από τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως έγγραφα και τις λοιπές αποδείξεις προέκυπτε ο δασικός αυτής χαρακτήρας.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, δια του οποίου, υπό την επίκληση της ελλείψεως νομίμου βάσεως της αποφάσεως, πλήσσεται ουσιαστικά η περί των πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα.

ΙV. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο δι' αυτής προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση, ήτοι μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.

Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, εδέχθη ως μνημονευόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς στο εν λόγω έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον ως άνω αναιρετικό λόγο.

Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, οσάκις το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως αυτό πράγματι έχει, άγεται εξ αυτού, συνεκτιμώντας και το περιεχόμενο των λοιπών αποδεικτικών μέσων, σε κρίση διαφορετική από εκείνη, την οποία εκλαμβάνει ως ορθή ο προβάλλων ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.

Τούτο δε διότι η τοιαύτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εξαχθείσα από το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, κατά το πρώτο μέρος, καταλογίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο που την εξέδωσε με το να δεχθεί ότι η επίδικη εδαφική έκταση ουδέποτε στο παρελθόν είχε δασικό χαρακτήρα, αλλά αποτελούσα καλλιεργήσιμη έκταση, ήδη από του έτους 1855, ήταν αντικείμενο νομής των δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των με αριθμό .../1927 και .../1926 πωλητηρίων συμβολαίων των τότε συμβολαιογράφων Πειραιώς Γερασίμου Σταματοπούλου και Κων/νου Παβέλλα, αντιστοίχως, καθώς και την με αριθμό 1381/1871 κατακυρωτική έκθεση του τότε συμβολαιογράφου Κορίνθου Νικολάου Ράπτη, ως προς την μορφή της, στους τίτλους αυτούς ιδιοκτησίας, που προσεκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσίβλητος, περιγραφομένης εδαφικής εκτάσεως, στον πρώτο εκ των οποίων μάλιστα αυτή περιγράφεται ως "πευκόφυτη".

Όπως, όμως, προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, σε συνδυασμό με τα παραδεκτώς κατ' άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. από τον Άρειο Πάγο επισκοπούμενα ανωτέρω έγγραφα, το Εφετείο, χωρίς να στηρίξει κυρίως ή αποκλειστικώς στα ανωτέρω έγγραφα την ουσιαστική του κρίση, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, εκτιμώντας το περιεχόμενό τους, όπως πράγματι αυτό είναι, δεχόμενο, όμως, στα πλαίσια της ελευθέρας κατ άρθρο 340 του Κ.Πολ.Δ., εκτιμήσεως και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ότι η επίδικη έκταση, παρά την ύπαρξη εντός αυτής αραιάς αγρίας βλαστήσεως, ουδέποτε στο παρελθόν απέκτησε την ιδιότητα του δάσους.

Στους δε δεύτερο και τρίτο εκ των προμνημονευθέντων τίτλων ιδιοκτησίας, ρητώς διαλαμβάνεται ότι εντός των εκτάσεων που αναφέρονται σε αυτούς υπήρχαν ελαιόδενδρα, όπως εδέχθη και το Εφετείο. Επομένως, ο άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

V. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως, τα οποία είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρούν στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (ΟΛ.ΑΠ 11 1982). Και έχει μεν την υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση εκάστου αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι προς σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 περιπτ. γ' του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος περί του χαρακτήρος της επιδίκου εδαφικής εκτάσεως ως μη δασικής και της εντεύθεν απορρίψεως της άνω ενστάσεως του αναιρεσείοντος, δεν έλαβε υπόψη τις μετ' επικλήσεως προσκομισθείσες υπ' αριθμ. 1356/31.7.1976 και 340/12.3.1976 αποφάσεις της Νομαρχίας Κορίνθου περί κηρύξεως ως αναδασωτέας της επιδίκου εδαφικής εκτάσεως. Από την προσβαλλομένη, όμως, απόφαση και ειδικότερα την σε αυτή υπάρχουσα διαβεβαίωση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα έγγραφα σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται βέβαιο, ότι το Εφετείο κατέληξε στο άνω αποδεικτικό συμπέρασμα, συνεκτιμώντας και τις ως άνω αποφάσεις. Ειδικότερα, το Εφετείο εδέχθη την ύπαρξη αναδασώσεως επί της επιδίκου εκτάσεως, την οποία, όμως, έκρινε ως μη σύννομη, ενόψει της άνω παραδοχής, ότι η επίδικη έκταση ουδέποτε στο παρελθόν απέκτησε δασικό χαρακτήρα. Επομένως, ο άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, πρέπει να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23/12/2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 149/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου καθώς και τους από 21/8/2009 πρόσθετους αυτής λόγους. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ