Supreme Court dismisses appeal against tax authority's claim of laches regarding property ownership dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the companies' appeal against the Aegaeon Court of Appeal's decision rejecting their claim of laches. The companies argued they had not been idle in protecting their property rights, but the court found the tax authority had consistently managed the land as public domain without recognizing the companies' ownership. The court ruled that the lower court correctly applied Article 281 of the Civil Code and rejected the appeal as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The defense of laches is rejected when the opposing party has consistently acted in a manner that does not create a good faith belief in the non-exercise of rights, and the court must provide full reasoning on the substantive issue of inactivity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1417 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1417/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. εδρεύουσας στο Αμαρούσιον-Αττικής, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακή Εταιρεία Τουριστικών Επενδύσεων Αναπτύξεως Μελετών Νάξος Ανώνυμος Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "ΕΞΕΤΑΜ ΝΑΞΟΣ", νομίμως εκπροσωπουμένης και 2. εδρεύουσας στο VADUZ (BANTOYZ) του Λιχτενστάϊν εταιρείας με την επωνυμία "NAXU ETABLISSEMENT" ("ΝΑΞΟΥ ΕΤΑΜΠΛΙΣΣΕΜΑΝ"), νομίμως εκπροσωπούμενης, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Δημάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) εδρεύοντος στην Αθήνα "ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ", νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Βασιλική Παπαθεοδώρου Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, 2) Σ. Ι. Λ., κατοίκου ..., 3) Ζ. Ι. Λ., κατοίκου ..., 4) Ι. Μ. Ο., κατοίκου ..., 5) α. Μ. χας Σ. Ι. Λ. (το γένος Σ. Κ.), β. Ε. συζ. Γ. Τ., (το γένος Σ. Λ.) και γ. Μ. Σ. Λ., κατοίκων ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικώς παρεμβάντος κυρίως Σ. Ι. Λ., 6) α. Ε. Ν. Κ., β. Ν. Ε. Κ. και γ. Ι. Ε. Κ., κατοίκων Αθηνών, 7) Θ.-Μ. συζ. Γ. Λ., το γένος Α. Γ., κατοίκου ..., 8) εδρεύουσας στο VANTUZ (ΒΑΝΤΟΥΖ) του Λιχτενστάϊν, υπό εκκαθάριση τελούσας εταιρείας με την επωνυμία "NIERA ETABLISSEMENT" (ΝΙΕΡΑ ΕΤΑΜΠΛΙΣΣΕΜΑΝ), νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 9) Γ. Ι. Λ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη, πλην του 9ου που παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος ανακάλεσε την από 17-9-2009 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε : α) με την από 15-12-1973 αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου, β) με την από 7-2-1986 κύρια παρέμβαση της Θ.-Μ. Λ., γ) με την από 29-1-1987 ανακοπή ερημοδικίας των τριών εταιριών, δ) με την από 10-2-1987 κύρια παρέμβαση των Κ. χας Ν. Ο. κλπ και ε) με την από 16-1-1996 κύρια παρέμβαση των Σ. Ι. Λ. κλπ, κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν διαδοχικά οι αποφάσεις: 336/1986, 244/1987, 89/1994, 162/1996 μη οριστικές, 160/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 301/2004 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 1-3-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 11-9-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικήσαντος διαδίκου ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων του, όχι δε και κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος ως προς το οποίο είναι απαράδεκτη, λόγω της έλλειψης έννομου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία βλάπτει τον αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 24/1997), εκτός αν συντρέχει αναγκαστική ομοδικία, οπότε πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Ολ.ΑΠ 11/1992).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 και 558 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους και ήταν αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι, όμως, κατά όλων αυτών, αφού ο αναιρεσείων μπορεί, ενόψει του απαλλοτριωτού των ιδιωτικών δικαιωμάτων, να απευθύνει την αναίρεση μόνο κατά εκείνων από τους αντιδίκους, ως προς τους οποίους, κατ' εκτίμηση του έννομου συμφέροντός του, επιθυμεί να πετύχει την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, εκτός εάν, όπως προηγουμένως, συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, οπότε η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς είναι απαράδεκτη.
Περαιτέρω, με την άσκηση της κατά το άρθρο 79 ΚΠολΔ, κύριας παρέμβασης, με την οποία ο παρεμβαίνων αντιποιείται ολόκληρο ή κατά ένα μέρος το αντικείμενο της μεταξύ άλλων εκκρεμούς δίκης, καθίσταται μεν αυτός κύριος διάδικος και αντίδικος των αρχικών διαδίκων, δεν δημιουργείται όμως και σχέση απλής ή αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ αυτού και των αρχικών διαδίκων.
Ούτε, επίσης, συντρέχουν οι κατά το άρθρο 76 ΚΠολΔ προϋποθέσεις της αναγκαστικής ομοδικίας ως εκ του λόγου, ότι επί διεκδικητικής ακινήτου αγωγής (ή επί αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής), ο παρεμβαίνων διεκδικεί για τον εαυτό του την κυριότητα τού με την αγωγή διεκδικούμενου ακινήτου. Παρέπεται, ότι ο κυρίως παρεμβαίνων, του οποίου η κύρια παρέμβαση απορρίφθηκε, αυτός δε δεν άσκησε αναίρεση κατά της προσβαλλόμενης, απόφασης, με διάταξη της οποίας απορρίφθηκε η εν λόγω παρέμβαση, δεν μπορεί να είναι αναιρεσίβλητος στην ασκούμενη αναίρεση του κυρίως διαδίκου που ηττήθηκε, αφού ως προς αυτόν δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση, έστω και αν ευδοκιμήσει κάποιος από τους λόγους της.
Εφόσον, επομένως, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκαν κατ'ουσίαν οι εφέσεις των εναγομένων και των κυρίως παρεμβαινόντων στον πρώτο βαθμό, όπως και η έφεση του εναγόμενου Γ. Ι. Λ. και ήδη ένατου αναιρεσιβλήτου ως απαράδεκτη, επικυρώθηκε δε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία έγινε δεκτή ως και κατ'ουσίαν βάσιμη η ένδικη διεκδικητική αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, οι ηττώμενοι δε εναγόμενοι και ήδη όγδοη και ένατος από τους αναιρεσιβλήτους, καθώς και οι κυρίως παρεμβαίνοντες, καθώς και οι καθολικοί διάδοχοι αυτών και ήδη δεύτερος έως και έβδομη από τους αναιρεσιβλήτους δεν άσκησαν αναίρεση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης των εναγομένων-εκκαλουσών εταιρειών είναι απορριπτέα, κατά την αυτεπάγγελτη από το Δικαστήριο έρευνα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, τόσο κατά το μέρος της με το οποίο απευθύνεται κατά των συνεναγομένων τους, όγδοης και ένατης από τους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι δεν συνδέονται με τις αναιρεσείουσες με δεσμό οικογενειακής ομοδικίας, όσο και κατά το μέρος της με το οποίο απευθύνεται κατά των κυρίως παρεμβαινόντων ή των καθολικών διαδόχων τους δεύτερου έως και έβδομης από τους αναιρεσιβλήτους, αντίστοιχα, ως απαράδεκτη, για έλλειψη έννομου συμφέροντός τους -αναιρεσειουσών-, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απ' αυτή προκύπτει, δεν υπάρχει διάταξη επιβλαβής για τις ίδιες, υπέρ, όμως, όλων των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Κατά την έννοια, επίσης της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Εξάλλου, μέχρι μεν την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946), το χαρακτήρα του κοινοχρήστου σε ακίνητο μπορούσε να προσδώσει α) η πράξη της αρμόδιας διοικητικής αρχής, που, σύμφωνα με τις διατάξεις περί σχεδίου πόλεων, περιλάμβανε αυτό σε ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως και β) η βούληση του ιδιοκτήμονα που εκδηλωνόταν με δικαιοπραξία κατά το ν. 3 παρ.2 Παν. 43.7.
Κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο (.3 Πανδ. 43,7, ν. 2 παρ.8, Πανδ. 39.3, ν.28 Πανδ. 22,3) αναγνωριζόταν, επίσης, ως τρόπος κτήσης της ιδιότητας πράγματος ως κοινοχρήστου η αμνημονεύτου αρχαιότητα στη χρήση του πράγματος από τους δημότες κοινότητας ή δήμου (vetustas), με την οποία κυρούνταν ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπήρχε πριν από τόσο χρόνο, ώστε η ζώσα γενεά να τη γνώρισε ως έχει και να μη διέδωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής κατάστασης.
Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία.
Από το συνδυασμό, τέλος, των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισ.ΝΑΚ, που προμνημονεύθηκε, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ, η ιδιότητα ενός πράγματος εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει, ότι τα κοινής χρήσης πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτό από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους (όπως με διαθήκη ή δωρεά), που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο τηρουμένων πάντοτε των νόμιμων προϋποθέσεων (σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή της οικείας δήλωσης).
Η κυριότητα, ειδικότερα, στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα είναι η κυριότητα του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και όταν τα τελευταία παύσουν, κατά το άρθρο 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν δηλαδή τα χρήσης χρήσεως πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 18,24 παρ.1 πανδ (41.3,9 Εισηγ. 2.6), κωδ. (7.30) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου, οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 26 του από 21-6/3-7-1837 νόμου, "περί διακρίσεως κτημάτων", τα κτήματα του Δημοσίου δεν ήταν δεκτικά τακτικής χρησικτησίας.
Ούτε, όμως, από τις προμνημονευόμενες διατάξεις του β.δ/τος του έτους 1836, ούτε από καμιά άλλη διάταξη απαγορευόταν τότε η έκτακτη χρησικτησία επί των δασών και γενικότερα επί των δημόσιων κτημάτων, ακόμη και εκείνων που περιήλθαν στο Ελληνικό Κράτος με βάση την από 9 Ιουλίου 1832 συνθήκη της Κωνσταντινούπολης και τα από 3 Φεβρουαρίου, 4/16 Ιουνίου 1830 και 19 Ιουνίου/1 Ιουλίου 1830, αντίστοιχα, πρωτόκολλα του Λονδίνου.
Αντίθετα η έκτακτη χρησικτησία ήταν επιτρεπτή τόσο κατά τους νόμους 18 πανδ. (41.3), ν. 2 κωδ. (7.30), παρ.9 Εισηγ. (2.6), όσο και κατά το άρθρο 21 του μετέπειτα ισχύσαντος από 21.6/3-7-1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων",- με τον οποίο τα δάση δεν χαρακτηρίστηκαν απαράγραπτα ή αναπαλλοτρίωτα, αλλά αυτά περιλαμβάνονται στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και μπορούσε να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας τρίτου σε δασική έκταση του Δημοσίου, που κατέχεται από ιδιώτη.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 του από 22 Απριλίου/16 Μαΐου 1926 ν.δ. "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που κυρώθηκε με τη με αριθμό 24/1926 Συντακτική Απόφαση, τα δικαιώματα του Δημοσίου επί των ακίνητων κτημάτων δεν υπόκεινται σε παραγραφή για το μέλλον, η δε παραγραφή που είχε αρχίσει μέχρι τη δημοσίευση του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος δεν έχει έννομη σημασία αν μέχρι τη δημοσίευσή του δεν συμπληρώθηκε η τριακονταετής παραγραφή κατά τους ισχύοντες νόμους και, τέλος, κατά το άρθρο 4 παρ.1 και 2 του α.ν. 1539/1938, τα δικαιώματα επί ακίνητων κτημάτων του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε καμιά παραγραφή, κάθε δε παραγραφή δικαιώματος του Δημοσίου επί ακίνητου κτήματος, η οποία είχε αρχίσει πριν από την ισχύ του νόμου αυτού δεν έχει καμιά νόμιμη συνέπεια, αν δεν συμπληρώθηκε μέχρι τότε από τους νόμους που ήδη ίσχυσαν.
Από τις τελευταίες διατάξεις, που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., με εκείνη του άρθρου 53 του Εισ.ΝΑΚ, σε συνδυασμό με τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις του Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου, προκύπτει, ότι μέχρι την ισχύ του παραπάνω ν.δ/τος του έτους 1926 τα επί των ακινήτων δικαιώματα του Δημοσίου υπάγονται μόνο στην έκτακτη χρησικτησία, έκτοτε δε ούτε στην τακτική, ούτε στην έκτακτη, μόνο δε η τελευταία που συμπληρώθηκε μέχρι τις 16-5-1926 έχει έννομες συνέπειες και μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας.
Με δεδομένο δε ότι η λήξη της χρησικτησίας, ενόψει του ν.ΔΞΗ'/1912 και των αλλεπάλληλων β δ/των "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του και τα οποία εξακολούθησαν να ισχύουν μέχρι την έκδοση του ν.δ/τος του έτους 1926, έχει ανασταλεί από τις 12-9-1915, ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας πρέπει να έχει συμπληρωθεί μέχρι και τις 11-9-1915, για να μπορεί να καταλυθεί με την εν λόγω χρησικτησία το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου.
Η μετά την παραπάνω χρονολογία νομή τρίτου επί ακινήτου του Δημοσίου, δεν μπορεί να αγάγει σε κτήση κυριότητας σε βάρος του τελευταίου, μέχρι μεν τις 15-6-1926, λόγω της αναστολής του χρόνου της χρησικτησίας, έκτοτε δε λόγω του ότι αποκλείστηκε η χρησιδεσποτεία των ακίνητων πραγμάτων του Δημοσίου (Ολ.ΑΠ 75/1987).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι εδαφική έκταση αμμώδης, εμβαδού 650 στρεμμάτων περίπου, η οποία βρίσκεται στο Ν.Δ. άκρο του νησιού της Νάξου και συγκεκριμένα στη θέση "..." της περιφέρειας της Κοινότητας Σαγκρίου.
Αποτελεί μικρή χερσόνησο, η οποία εισχωρεί στη θάλασσα από την οποία βρέχεται από τις τρεις (πλην της ανατολικής) πλευρές της. Η επίδικη έκταση απεικονίζεται στο από Σεπτεμβρίου 1993 τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο συντάχθηκε από τον πραγματογνώμονα Δ. Α. και είναι συνημμένο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιδίου.
Συνορεύει βορείως κατά ένα μέρος με θάλασσα και κατά το υπόλοιπο με ιδιοκτησία Κοινότητας Σαγκρίου, ανατολικώς με κατεύθυνση από τη θέση ... προς τη λίμνη των ... κατά ένα μέρος με επαρχιακό δρόμο Νάξου - Αλυκού και πέραν αυτού με ιδιοκτησίες Π. Α., Ε. και Δ. Γ., Α. Κ., στη συνέχεια με ιδιοκτησίες κληρονόμων Π.
Β., Α. Κ., Ι. Β., Δ. και Γ. Β. και Δ. και νότια και δυτικά με θάλασσα. Η έκταση αυτή καλύπτεται στο μεγαλύτερο μέρος της από αυτοφυή δενδρώδη ή ξυλώδη βλάστηση, η οποία περιλαμβάνει τρία είδη, τον κέδρο, την άρκευθο τη φοινικική και το σχινιά. Από τα προαναφερόμενα είδη εκείνο που επικρατεί είναι ο κέδρος, ο οποίος απαντάται με τη μορφή δένδρου και θάμνου με κυμαινόμενο ύψος το οποίο φθάνει τα 4,5 μ.
Το δεύτερο είδος με ύψος που φθάνει τα 2 μ. φύεται κυρίως στο βορειοδυτικό τμήμα της επίδικης έκτασης, το οποίο μάλιστα καταλαμβάνει σε ολόκληρη σχεδόν την έκτασή του, ενώ απαντάται σποραδικά και στην υπόλοιπη επίδικη έκταση, το δε τρίτο είδος απαντάται με τη μορφή θάμνου και φύεται σ' όλη σχεδόν την επίδικη έκταση.
Η προαναφερόμενη βλάστηση συμπληρώνεται με πολυετή φρυγανώδη βλάστηση τα κυριότερα είδη της οποίας είναι κατά σειρά πυκνότητας πληθυσμού το ρείκι, το θυμάρι, το πυξάρι, η λιθανιά, το θρούμπι και η ασπάλαθος. Η όλη έκταση καλύπτεται από στρώμα άμμου και υπάρχουν σ' αυτήν εγκατεσπαρμένοι αμμώδεις λοφίσκοι.
Η ύπαρξη της προαναφερομένης βλάστησης προσδίδει στην επίδικη έκταση, το χαρακτήρα της δασικής έκτασης. Την προπεριγραφόμενη μορφή της επίδικης έκτασης διαπίστωσε τόσο ο διορισθείς με τις παρεμπίπτουσες αποφάσεις του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, πραγματογνώμονας γεωπόνος Ι. Μ., ο οποίος προσδιορίζει την ύπαρξη δενδρώδους ή θαμνώδους βλάστησης σε ποσοστό 65% και την ύπαρξη φρυγανώδους σε 20%, όσο και οι διορισθέντες ως τεχνικοί σύμβουλοι του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, Δ.
Π. και Χ. Π., δασολόγοι, οι οποίοι αποφαίνονται ότι η δασοκάλυψη της επίδικης έκτασης ανέρχεται σε ποσοστό 85%. Επίσης και ο Ν. Ε., ο οποίος είχε διοριστεί ως πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμ. 188/1967 παρεμπίπτουσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, η οποία είχε εκδοθεί επί αγωγής που ασκήθηκε από τους Φ.
Ι. Κ. και Γ. Κ. Α. (εναγόμενο και στην παρούσα δίκη - ήδη αποβιώσαντα) κατά των Γ. Λ. και Β. Τ. (επίσης εναγομένων στη παρούσα δίκη) αναφερόμενος στη μορφή της επίδικης έκτασης, περιγράφει αυτήν ως έκταση αμμώδους συστάσεως μέσα στην οποία υπάρχουν αμμώδεις λοφίσκοι και η οποία καλύπτεται κατά μεγάλο ποσοστό από κέδρους.
Εξάλλου και από την μελέτη που συντάχθηκε από τον τεχνικό σύμβουλο των εναγομένων καθών οι κύριες παρεμβάσεις εταιρειών Ν. Γ., γεωλόγο, όπως άλλωστε και από τις εκθέσεις αυτοψίας άλλων επιστημόνων, οι οποίοι υπό την ιδιότητα τους ως δασολόγων κλήθηκαν να εκθέσουν τις απόψεις τους για την μορφή της επίδικης έκτασης είτε κατόπιν αιτήσεως των παραπάνω εταιρειών προς τις αρμόδιες αρχές, είτε κατόπιν προσκλήσεώς τους από τις εν λόγω εταιρίες, προκύπτει η ύπαρξη δασικής βλάστησης στην επίδικη έκταση, έστω και αν υπάρχει διαφοροποίηση στον χαρακτηρισμό της ως δενδρώδους ή θαμνώδους, στην έκταση που αυτή καταλαμβάνει, ή στην ηλικία των δασικών ειδών που την αποτελούν.
Συγκεκριμένα αρχικά ο Κ. Σ., δασολόγος, κατόπιν διαταγής της Γενικής Διεύθυνσης Δασών μετά την από 20.3.1973 υποβληθείσα αίτηση της εναγομένης - καθής οι κύριες παρεμβάσεις εταιρείας "ΕΞΕΤΑΜ", προέβη σε αυτοψία της επίδικης έκτασης για την οποία συνέταξε και έκθεση στην οποία, όμως αρκείται να αναφέρει συνοπτικά και χωρίς την παράθεση κάποιων επιστημονικών κριτηρίων, ότι το έδαφος της εν λόγω έκτασης είναι αμμοαργιλώδες και καλύπτεται από θίνες, οι οποίες περιορίζονται στο εσωτερικό της χερσονήσου λόγω της υπαρχούσης θαμνώδους βλαστήσεως από είδη κέδρου και σχίνου, χωρίς την παραμικρή αναφορά στο ποσοστό που καταλαμβάνει η παραπάνω βλάστηση αλλά και στα ειδικότερα χαρακτηριστικά της (ηλικία, πυκνότητα, ύψος κ.ά.).
Ο ίδιος δασολόγος, εξάλλου, προέβη στη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος της επίδικης περιοχής, και στο οποίο η επίδικη έκταση απεικονίζεται να περιλαμβάνει τμήματα καλυπτόμενα από δενδρώδη ή υψηλή θαμνώδη βλάστηση, αλλού πυκνή και αλλού αραιή, αναφρυγανωθέντες αγρούς και καλλιεργούμενους αγρούς. Στη συνέχεια ο Α.
Κ. δασολόγος κατόπιν διαταγής του Υ.ΠΕ.Θ.Ο προς εξακρίβωση τυχόν δικαιωμάτων κυριότητας στην επίδικη των εναγομένων - καθών οι κύριες παρεμβάσεις εταιρειών "ΕΞΕΤΑΜ" και "ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΝΑΞΟΥ" συνέταξε μετά από αυτοψία την από 9.7.1973 έκθεσή του στην οποία, επικαλούμενος το ίδιο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο μάλιστα θεωρήθηκε στις 25.4.1973 από τον ίδιο υπό την ιδιότητά του ως προϊσταμένου της Διεύθυνσης Δασών, εκθέτει μεταξύ άλλων ότι διακρίνονται δύο τμήματα στην επίδικη έκταση, εκ των οποίων το ένα αποτελείται από εκτάσεις που διατηρήθηκαν στην αρχική τους κατάσταση, καλύπτονται από άμμο και εμφανίζουν πυκνή δασική βλάστηση κέδρων ηλικίας 50 έως 180 ετών, και το δεύτερο από αναφρυγανωθέντες αγρούς, οι οποίοι καλύπτονται από αμμοαργιλώδες έδαφος και καλλιεργούνταν πριν την κατοχή αλλά έκτοτε εγκαταλείφθηκαν.
Την άποψη ότι η επίδικη έκταση εμφανίζεται με δύο μορφές, αυτήν των αναφρυγανωθέντων αγρών, και εκείνη της θαμνώδους βλάστησης από κέδρους, την ηλικία των οποίων, όμως προσδιορίζει από 10 έως 60 έτη, υποστηρίζει και ο Α. Α., δασολόγος, με την από 20-8-1973 έκθεσή του, η οποία συντάχθηκε κατόπιν προσκλήσεως της εναγομένης εταιρείας "ΕΞΕΤΑΜ".
Τέλος ο Ν. Γ. στην χωρίς ημερομηνία μελέτη του επικαλούμενος και αυτός το συνταχθέν από τον δασολόγο Κ. Σ. τοπογραφικό διάγραμμα, αποφαίνεται ότι στις περιοχές που στον εν λόγω χάρτη χαρακτηρίζονται υπό καθεστώς δασικής βλάστησης, η δενδρώδης και θαμνώδης βλάστηση καλύπτουν το 90% αυτής, και επικρατούν δένδρα ηλικίας 70 -100 ετών, σ' αυτές που χαρακτηρίζονται υπό καθεστώς φυσικής βλάστησης η ηλικία των δένδρων κυμαίνεται μεταξύ 50 -100 ετών, ενώ υπάρχουν και δένδρα μεγαλύτερης ηλικίας, η οποία φθάνει τα 150 χρόνια και τέλος στις περιοχές, οι οποίες φέρονται ως αναφρυγανωθείσες και καλλιεργούνταν στο παρελθόν, όπως υποστηρίζει ο πιο πάνω τεχνικός σύμβουλος, υπάρχουν φρύγανα, θάμνοι κέδρου και σχίνου ηλικίας 10 έως 70 ετών, ενώ διάσπαρτα δένδρα κέδρου έχουν μεγαλύτερη ηλικία.
Η υποστηριζόμενη όμως από τους Κ. Σ., Α. Κ., Α. Α., και Ν. Γ. θέση περί καλλιέργειας τμημάτων της επίδικης χερσονήσου πέραν και ανεξαρτήτως των διαφοροποιήσεων που υπάρχουν μεταξύ τους ως προς την έκταση αυτών, η οποία δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια, αλλά και ως προς την ηλικία των δασικών ειδών, έρχεται σε αντίθεση με τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες αεροφωτογραφίες, της επίδικης περιοχής των ετών 1945 και 1960.
Ειδικότερα από τις εν λόγω αεροφωτογραφίες, οι οποίες λήφθηκαν υπόψη από τους προαναφερόμενους πραγματογνώμονες καθώς και από τους τεχνικούς συμβούλους του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, προκύπτει ότι η επίδικη περιοχή κατά το έτος 1945 καλυπτόταν σε ποσοστό 100% από δασική βλάστηση με εξαίρεση την περιοχή του αιγιαλού και της παραλίας, κατάσταση η οποία παρέμεινε σταθερή και κατά το έτος 1960.
Ο χαρακτήρας της επίδικης έκτασης ως δασικής επιβεβαιώνεται άλλωστε και από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που είχαν εξεταστεί στο παρελθόν κατά την εκδίκαση υποθέσεων που αφορούσαν τμήματα αυτής, και χρησιμεύουν ως δικαστικά τεκμήρια στην παρούσα δίκη. Οι μάρτυρες αυτοί (Μ. Λ., Ν. Β., Ε. Ι. Α. και Ν. Γ. Β.), αναφερόμενοι στην εδώ επίδικη έκταση, την περιγράφουν ως αμμώδη, στην οποία υπάρχουν αμμόλοφοι, επιπλέον δε όλοι οι παραπάνω πλην του τρίτου δασώδη κατάφυτο από άγρια αυτοφυή δένδρα ή από θάμνους.
Το δασικό χαρακτήρα της επίδικης έκτασης διαπίστωσε και ο Ειρηνοδίκης που δίκασε την υπόθεση, ο οποίος μάλιστα διενήργησε αυτοψία σ' αυτήν (υπό 21-3-1946 αίτηση για λήψη ασφαλιστικών) και με την 9/1946 απόφασή του απέρριψε τις παραπάνω αίτηση και ανταίτηση, κρίνοντας ότι η τότε επίδικη έκταση, όπως και όλη η χερσόνησος, η οποία περιγράφεται ως αμμώδη έκταση, κατακλυζόμενη από το χειμέριο θαλάσσιο κύμα, με πλούσια δασική βλάστηση, κατάφυτη από άγρια αυτοφυή δένδρα και διάσπαρτους αμμόλοφους σ' αυτήν, είναι κοινόχρηστη.
Μετά την έκδοση, όμως, της παραπάνω αποφάσεως, ο πρώτος, δεύτερος και τέταρτος από τους καθών η αίτηση καθώς και οι Π. Ν. Β. και Ν. Κ. Ι. Β., προέβησαν στην εκχέρσωση έξι στρεμμάτων συνολικά σε τρία διαφορετικά σημεία της επίδικης έκτασης με συνέπεια να εκδοθεί σε βάρος τους το από 28.5.1947 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής κατά του οποίου άσκησαν ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νάξου.
Κατά τη συζήτηση αυτής άσκησαν προφορικά κυρία παρέμβαση ο προαναφερόμενος αιτών (Β. Γ.) καθώς και οι Α. Ι. Κ. (εναγόμενος στην κρινόμενη αγωγή) και Φ. Ι. Κ., εξετάστηκαν δε συνολικά δέκα τρεις (13) μάρτυρες των οποίων οι καταθέσεις περιέχονται στα από 25.6.1947, 28.6.1947 και 2.7.1947) αρ. 24/1947) πρακτικά του Ειρηνοδικείου Νάξου.
Από αυτούς τους μάρτυρες οι Α. Τ., 78 ετών, Μ. Μ. 75 ετών, Ν. Γ. 70 ετών, Γ. Γ. 50 ετών, Α. Σ. 59 ετών, Σ. Α. 80 ετών, Μ. Π. ετών 88, από τους οποίους μάλιστα οι πέντε πρώτοι προτάθηκαν από τους ανακόπτοντες, περιγράφουν την επίδικη έκταση, την οποία ονομάζουν "...", ως δασώδη έκταση, η οποία έχει άμμο. Επιπλέον από κανένα μάρτυρα δεν κατατέθηκε ότι καλλιεργείτο η επίδικη έκταση ή κάποιο τμήμα της, και μάλιστα ο παραπάνω Γ.
Γ., μάρτυρας απόδειξης, κατέθεσε ότι το ... δεν καλλιεργείται. Μια τέτοια μαρτυρία άλλωστε θα ερχόταν σε αντίθεση και με τα όσα διαπιστώθηκαν από την φωτοερμηνεία των προαναφερομένων αεροφωτογραφιών του έτους 1945 στις οποίες δεν παρουσιάζονται διακριτά σημεία καλλιέργειας στην επίδικη περιοχή, κατάσταση, η οποία παρέμεινε αμετάβλητη έως το έτος 1960, όπως προκύπτει από τις αεροφωτογραφίες του έτους αυτού.
Μόνο δύο από τους προταθέντες από τους ανακόπτοντες μάρτυρες (οι προαναφερόμενοι Α. Τ., και Μ. Μ.) καταθέτουν ότι οι ανακόπτοντες καλλιεργούσαν κάποια κτήματά τους, τα οποία όμως, όπως οι ίδιοι καταθέτουν, βρίσκονται στη θέση "...", επί πλέον δε ο μεν πρώτος κατέθεσε ότι τα καλλιεργούμενα κτήματα των Β. ονομάζονται το ένα "..." το άλλο "..." και το τρίτο "...", ενώ ο δεύτερος ότι, όσον αφορά το "...", δεν γνώριζε αν έχει καλλιεργηθεί.
Τα προαναφερόμενα όμως κτήματα, όπως αποδείχθηκε, βρίσκονται ανατολικά της επίδικης έκτασης, από την οποία μάλιστα χωρίζονται με ξηρολιθιά. Άλλωστε και οι ίδιοι πιο πάνω μάρτυρες δεν καταθέτουν το αντίθετο, αφού και οι δύο όταν αναφέρονται στην επίδικη έκταση, την αποκαλούν "..." διαχωρίζοντάς την από τη θέση "..." και μάλιστα όπως ήδη σημειώθηκε, την χαρακτηρίζουν δασώδη και επί πλέον ο πρώτος από αυτούς "από ανέκαθεν δασώδη".
Επί της προαναφερόμενης ανακοπής και των με αυτή συνεκδικασθεισών κυρίων παρεμβάσεων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 24/1947 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νάξου, η οποία έκανε δεκτή την πρώτη και απέρριψε τις δεύτερες, κρίνοντας ότι οι ανακόπτοντες νεμόντουσαν τα επίδικα εκχερσωθέντα τμήματα με τη βόσκηση ζώων σ' αυτά, την κατασκευή αγροικίας και την εγκατάσταση τους σ' αυτήν.
Και στην εν λόγω απόφαση πάντως η επίδικη στην παρούσα δίκη έκταση περιγράφεται ως αμμώδης, κατάφυτη από δενδρύλλια κέδρου με ορισμένα σημεία καλλιεργήσιμα, των οποίων όμως δεν προκύπτει η ακριβής θέση. Περαιτέρω από την αναφορά των μαρτύρων στο δασικό χαρακτήρα της επίδικης έκτασης, συνάγεται ότι την ίδια μορφή είχε η εν λόγω έκταση και κατά το χρόνο της ισχύος του β.δ.
της 16.11.1836, δεδομένου ότι η προχωρημένη ηλικία των περισσοτέρων (70, 78, 80 και 88 ετών) σε συνδυασμό με το χρόνο που δόθηκαν οι μαρτυρικές καταθέσεις (1947) τους επιτρέπει γνώση, η οποία ανάγεται οπωσδήποτε στον παραπάνω χρόνο. Στο συμπέρασμα αυτό εξάλλου συνηγορούν και οδηγούν και οι μνημονευόμενες πιο πάνω διαπιστώσεις του πραγματογνώμονα Ι.
Μ., του δασολόγου Α. Κ., αλλά και του τεχνικού συμβούλου των εναγομένων εταιρειών Ν. Γ., αναφορικά με την ηλικία των δασικών ειδών που υπάρχουν στην επίδικη περιοχή, εκ των οποίων ο μεν πρώτος την προσδιορίζει να κυμαίνεται από 50 έως 150 και πλέον χρόνια, ο δεύτερος με την από 9.7.1973 έκθεσή του από 50 έως 180 χρόνια και ο τελευταίος από 50 έως 150 χρόνια.
Επιπλέον, η προαναφερομένη κρίση ότι η δασική βλάστηση στην επίδικη περιοχή χρονολογείται από το έτος 1836 τουλάχιστο ενισχύεται από την κάλυψή της με άμμο καθώς και από την σχηματισμό αμμοθινών σ' αυτήν, φαινόμενο, το οποίο λόγω της ήπιας εξέλιξής του, ανάγεται σε χρόνο πριν από τον 19° αιώνα, επιπλέον δε υποδεικνύει την παράλληλη ύπαρξη δασικής βλάστησης, δεδομένου ότι αυτή (βλάστηση) είναι ο σημαντικότερος παράγοντας δημιουργίας αυτών (αμμοθινών), διότι λειτουργεί ανασχετικά στην μετακίνηση της άμμου σε μεγάλες αποστάσεις και συντείνει στην δημιουργία θινών (βλ.
ιδίως την από Ιανουαρίου 2001 έκθεση του γεωλόγου Η. Ν. - Ζ.). Επίσης από τις παραπάνω ιδίως μαρτυρικές καταθέσεις αποδεικνύεται και ο κοινόχρηστος χαρακτήρας της επίδικης έκτασης για το λόγο ότι η πρόσβαση σ' αυτήν ήταν ελεύθερη για όποιον ήθελε να εισέλθει, κατάσταση την οποία γνώρισαν οι ίδιοι μάρτυρες, αλλά και η προηγούμενή τους γενιά, από την οποία αυτοί δεν έχουν ακούσει κάτι διαφορετικό.
Έτσι στο επίδικο, το οποίο, ενόψει της δασικής βλάστησης, προσφερόταν για θήρα καθώς και για υλοτομία, εισέρχονταν κυνηγοί, πολλοί από τους οποίους διανυκτέρευαν σ' αυτό, αλλά και όποιοι ήθελαν να κόψουν ξύλα, χωρίς να εμποδιστούν ποτέ από κανένα. Για το λόγο αυτό, όταν κατά το έτος 1960 επιχειρήθηκε από τους αδελφούς ...
να εμποδίσουν και μάλιστα με την απειλή όπλων την είσοδο στην επίδικη έκταση στους Β. Γ., Ε. Γ., Δ. Γ., Σ. Τ., Δ. Α., Ε. Μ. και Ν. Μ., ο πρώτος αυτών ανέφερε το εν λόγω γεγονός στο Δασονομείο Κυκλάδων, θεωρώντας ότι ως δημόσια δασική έκταση υπάγεται σ' αυτό, και ακολούθως το δασονομείο με το υπ' αριθμ. 220/23.3.1960 έγγραφό του προς τον Σταθμό Χωροφυλακής Τριπόδων Νάξου ζήτησε να ανακοινωθεί στους αδελφούς ...
ότι η επίδικη έκταση δεν ανήκει στην ιδιοκτησία τους, ώστε να απαγορεύουν την είσοδο σ' αυτήν, καθώς και ότι σε περίπτωση που δεν υπάρξει συμμόρφωσή τους θα ζητηθεί να ασκηθεί εναντίον τους ποινική δίωξη. Επίσης η επίδικη έκταση χρησιμοποιείται για την βόσκηση ζώων ιδίως από τους όμορους αυτής ιδιοκτήτες για τους οποίους η πρόσβαση σ' αυτήν ήταν άμεση.
Τα περιστατικά αυτά προκύπτουν, όπως ήδη σημειώθηκε, από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νάξου κατά την εκδίκαση των επίσης μνημονευομένων πιο πάνω υποθέσεων, και δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των υπολοίπων εξετασθέντων μαρτύρων στις δίκες εκείνες μαρτύρων, οι οποίοι δεν αρνούνται ότι στην επίδικη έκταση έβοσκαν τα ζώα τους και έκοβαν ξύλα και τρίτα πρόσωπα εκτός της οικογένειας των Β..
Και καταθέτουν βέβαια περαιτέρω οι εν λόγω μάρτυρες ότι οι τρίτοι έπαιρναν την προηγούμενη άδεια των Β., κάτι τέτοιο όμως δεν προκύπτει ούτε ενισχύεται από άλλα αποδεικτικά μέσα. Ο κοινόχρηστος χαρακτήρας της επίδικης έκτασης επιβεβαιώνεται εξάλλου, και από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης (Ι. Α., Α.
Γ., και Δ. Μ.) που εξετάστηκαν για την κρινόμενη υπόθεση, και οι οποίοι μάλιστα έχουν άμεση αντίληψη της κατάστασης λόγω του ότι γεννήθηκαν και κατοικούν στην ευρύτερη περιοχή του επιδίκου, στην οποία έχουν και δικά τους ακίνητα, καθώς και των όσων γνωρίζουν από τις οικογένειές τους αλλά και από το περιβάλλον τους.
Αντίθετα οι μάρτυρες που προτάθηκαν από τις εναγόμενες εταιρείες ελέγχονται για την ακρίβεια των όσων καταθέτουν και την αξιοπιστία τους, ενόψει του ότι ορισμένοι από αυτούς επισκέφθηκαν την επίδικη περιοχή μόνο μετά την αγορά της από τις εναγόμενες εταιρείες (μετά το 1967) και μάλιστα λόγω της υπαλληλικής τους σχέσης με αυτές (Γ.
Δ., Κ. Γ.), σχέση η οποία συνδέει και τον μάρτυρα Β. Ν. με τις εν λόγω εταιρείες, ενώ τόσο ο τελευταίος μάρτυρας όσο και άλλοι (Ι. Α., Γ. Τ.) καταθέτουν περί καλλιέργειας μεγάλων τμημάτων της επίδικης έκτασης (ο Β. Ν. μάλιστα αρνείται παντελώς την ύπαρξη δασικής έκτασης στο "..." ενώ ο Γ. Τ. προσδιορίζει την καλλιεργούμενη έκταση σε ποσοστό 60%) ισχυρισμοί οι οποίοι όχι μόνο δεν ενισχύονται από τα υπόλοιπα αναφερόμενα αναλυτικά πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, αλλά έρχονται σε πλήρη αντίθεση με αυτά, καθόσον από αυτά χωρίς καμιά αμφιβολία προκύπτει τόσο η ύπαρξη δασικής βλάστησης, όσο και η ανυπαρξία καλλιεργούμενων τμημάτων μέχρι το έτος 1960, ενώ και μετά το έτος αυτό, όπως προκύπτει από τις αεροφωτογραφίες των ετών 1979 και 1982 δεν υπάρχουν καλλιεργούμενες εκτάσεις στην επίδικη περιοχή (βλ.
ιδίως τις προαναφερόμενες εκθέσεις του πραγματογνώμονα Ι. Μ. και των τεχνικών συμβούλων του ενάγοντος, καθώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων στις προηγηθείσες δίκες)". Με βάση τις παραδοχές αυτές, αλλά και άλλες που δεν ενδιαφέρουν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει καθ'ολοκληρίαν στην κυριότητα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου λόγω πρωτίστως του κοινόχρηστου χαρακτήρα του τελευταίου ανέκαθεν και πάντως πριν από τις 16-5-1926 και, ειδικότερα, επί τέτοιο μακρό χρονικό διάστημα, "τουλάχιστον από τους έτους 1836", που καλύπτει πολλές γενεές, ώστε η ζώσα γενεά να γνώρισε την πραγματική κατάσταση του εν λόγω ακινήτου ως κοινής χρήσεως, πριν από την εισαγωγή του Α.Κ.
Ακολούθως, το Εφετείο, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις ενστάσεις των αναιρεσειουσών περί παράγωγου και πρωτότυπου τρόπου (τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας) κτήσης της κυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο, καθώς και τις κύριες παρεμβάσεις τρίτων, επίσης, ως ουσιαστικά αβάσιμες, δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως και κατ'ουσίαν βάσιμη, ως προς την πρώτη κύρια βάση της περί του κοινόχρηστου χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου, - καθώς και ως προς την πρώτη επικουρική της βάση (περί του δασικού χαρακτήρα του εν λόγω ακινήτου), - επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως η εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. της 21 - 6/3.7.1837, του άρθρου 49 ΕισΝΑΚ, του άρθρου 1 του Β.Δ. 3/15-12-1833, του από 16/11/1836 Β.Δ., των άρθρων 1-3 του από 17/11/1836 Β.Δ., του άρθρου 2 παρ. 1 του ν.δ. 17.7/16.8.1923, του ν. ΔΞΗ' / 1912 και των με βάση αυτές εκδοθέντων διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, των άρθρων 1188, 1033, 1192, 1094, 1041, 1045 και 968 Α.Κ., των άρθρων 16 και 20 του ν. 21.6/10.7.1837, των άρθρων 12 και 13 του ν.ΔΝΖ'/1912, του άρθρου 12 του ν.1051/1917 και του άρθρου 187 §1 του ν.δ. 2888/1954, αφού σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε όλες τις προμνημονευόμενες διατάξεις, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής, κατά την πρώτη κύρια βάση της, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Ο πρώτος, επομένως, κατά το πρώτο και δεύτερο, αντίστοιχα, μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του διεκδικούμενου ακινήτου, παραβίασε ευθέως τις αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και με ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο πρώτος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ως και κατ'ουσίαν βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή και κατά την πρώτη επικουρική της βάση περί του δασικού χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του β.δ. της 17 (29) Νοεμβρίου / 1 Δεκεμβρίου 1836 περί "ιδιωτικών δασών", 2§2 του α.ν. 1539/1938, 58 του ν.δ. 86/1969 και 62 του ν.998/1979, καθώς και εκείνες των άρθρων 968, 1033, 1094, 1192, 1041 και 1045 του ΑΚ, αντίστοιχα, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως κοινόχρηστο, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αμέσως πιο πάνω απόφασης.
Ο πρώτος, κατά το πέμπτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι "δεν προκύπτει ότι η επίδικη έκταση ταυτίζεται με το ακίνητο στους τίτλους αυτούς- των αναιρεσειουσών"- και περαιτέρω να καταλήξει, ότι: "Επομένως με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση εμπίπτει στους επικαλούμενους και προσκομιζόμενους από τις εκκαλούσες - εναγόμενες εταιρείες τίτλους, ούτε ακόμη αποδείχθηκε ότι οι άμεσοι ή απώτεροι δικαιοπάροχοί τους (Β.), άσκησαν διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί της επίδικης δασικής έκτασης (η οποία όπως προαναφέρθηκε ήταν δάσος κατά το χρόνο ισχύος του β.δ.
της 16.11.1836), για 30 συνεχή και πλέον χρόνια πριν από το έτος 1915 (11.9.1915) έτσι ώστε αυτοί να καταστούν συγκύριοι αυτής με έκτακτη χρησικτησία, καθότι, όπως προαναφέρθηκε, την επίδικη έκταση την χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι της περιοχής πολύ πριν το έτος 1915, αλλά και μεταγενέστερα για την βόσκηση των ζώων τους για να κυνηγούν αλλά και για υλοτομία, χωρίς να παρεμποδιστούν από κανένα.
Κατ' ακολουθία οι προαναφερθείσες πωλήσεις στις εναγόμενες εταιρείες, των μεριδίων των ως άνω δικαιοπαρόχων τους, δεν προσπόρισαν σ' αυτές και την κυριότητα των εν λόγω μεριδίων και συνακόλουθα του όλου ακινήτου, διότι αυτές απέκτησαν από μη κύριο", στηρίζοντας την αμέσως πιο πάνω κρίση του στο ότι: "α) σε μερικά από τα συμβόλαια, του 1886 (με αριθμούς ..., ...
και .../1886), του 1894 (υπ'αριθ. .../1894), 1897 (με αριθμό .../1902), κλπ., δεν αναφέρονται συγκεκριμένως και σαφώς όλα τα όρια, η έκταση και οι προς τη θάλασσα προσανατολισμοί κλπ των επιμέρους ακινήτων που συνέθεσαν το πιο πάνω ακίνητο, β) το ακίνητο που μεταβιβάστηκε σ'αυτές σύγκειται από περισσότερα ακίνητα (μεταβιβασθέντα στον άμεσο προκτήτορά τους), ενώ το επίδικο αποτελεί ενιαία έκταση, γ) στο εσωτερικό της επίδικης έκτασης δεν υπάρχουν όρια ή αναβαθμίδες, ή έστω κάποια στοιχεία που να μπορούν να εκληφθούν ως διαχωριστικά όρια, αντίθετα τέτοια διαχωριστικά όρια (τράφοι) υπάρχουν μεταξύ της επίδικης έκτασης και των όμορων αυτής προς τα ανατολικά ιδιοκτησιών, όσο και μεταξύ των τελευταίων και δ) στο πρώτο από τα επίμαχα συμβόλαια αναφέρονται οι "...", θέση διαφορετική από αυτήν του επιδίκου, που βρίσκεται στη θέση ...", διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ταυτότητα του διεκδικούμενου ακινήτου και ως προς την απόρριψη των ενστάσεών τους περί κτήσης ίδιας κυριότητάς τους στο εν λόγω ακίνητο με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού όλες οι περιλαμβανόμενες σ'αυτόν αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984), έστω και αν τα τελευταία διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης.
Πράγματα, επίσης, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης,με τους οποίους γίνεται επίκληση ουσιωδών ισχυρισμών των διαδίκων, περιέχουν δε παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ. ΑΠ 11/1996), όχι όμως και τα αποδεικτικά μέσα. Ο λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.
ΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς πρώτο, κατά το τέταρτο μέρος του και δεύτερο, αντίστοιχα, λόγους της αναίρεσης και υπό την επίκληση πλημμελειών από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες ψέγονται την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους λόγους της έφεσής τους, ότι το διεκδικούμενο ακίνητο δεν ήταν ποτέ κοινόχρηστο, ούτε δασικό, αλλά ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα των δικαιοπαρόχων τους Β.
και Β. Τ., καθώς και της πρώτης απ'αυτές (με τον πρώτο απ'αυτούς) και ότι δεν έλαβε υπόψη όλους τους τίτλους των δικαιοπαρόχων τους προγενέστερου του έτους 1966 χρόνου, τους οποίους αυτές επικαλέστηκαν προς απόδειξη της κυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο (τακτική χρησικτησία).
Οι εξεταζόμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη τους περιεχόμενους σ'αυτούς αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών, αλλά τους απέρριψε εκ του πράγματος, αφού δέχθηκε, ότι το επίδικο ακίνητο είναι κοινόχρηστο και οπωσδήποτε δεν ταυτίζεται με το περιγραφόμενο στους τίτλους κτήσης κυριότητας των αμέσων, απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων των αναρεσειουσών από του έτους 1886 και εφεξής ακίνητο.
Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης και κατ'ορθή εκτίμησή του, η πρώτη μόνο αναιρεσείουσα προβάλλει, επικουρικά, την από τον αριθμό 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με αντιφατικές αιτιολογίες, δέχεται ότι και η κατεχόμενη από την ίδια έκταση των 50 στρεμμάτων είναι κοινόχρηστη και δασική, αφού δέχεται μεν, ότι αυτή περιήλθε στο αναιρεσίβλητο μαζί με την υπόλοιπη έκταση των 600 στρεμμάτων, ως κοινόχρηστο κτήμα από το έτος 1837 με βάση το νόμο της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" αλλιώς, ως δασική έκταση με βάση το από 17 Νοεμβρίου 1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών" περαιτέρω, όμως, δέχεται, ότι από τις αποδείξεις προκύπτει ότι μέχρι το έτος 1945, αλλιώς, μέχρι το έτος 1960 ή μέχρι το έτος 1979, μέρος του όλου και συγκεκριμένα στην κατεχόμενη από την πρώτη αναιρεσείουσα έκταση των 50 στρεμμάτων, υπήρχαν αναφρυγανωθέντες αγροί και καλλιεργούμενοι μέχρι το έτος 1945 αγροί, γεγονός που αναιρεί κατά ένα μέρος τον κοινόχρηστο ή δασικό χαρακτήρα της αμέσως πιο πάνω έκτασης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι: "Η υποστηριζόμενη όμως από τους Κ. Σ., Α.Κ., Α. Α. και Ν. Γ. θέση περί καλλιέργειας τμημάτων της επίδικης χερσονήσου πέραν και ανεξαρτήτως των διαφοροποιήσεων που υπάρχουν μεταξύ τους ως προς την έκταση αυτών, η οποία δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια, αλλά και ως προς την ηλικία των δασικών ειδών, έρχεται σε αντίθεση με τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες αεροφωτογραφίες της επίδικης περιοχής των ετών 1945 και 1960.
Ειδικότερα, από τις εν λόγω αεροφωτογραφίες οι οποίες λήφθηκαν υπόψη από τους προαναφερόμενους πραγματογνώμονες, καθώς και από τους τεχνικούς συμβούλους του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, προκύπτει ότι η επίδικη περιοχή, κατά το έτος 1945, καλυπτόταν σε ποσοστό 100% από δασική βλάστηση με εξαίρεση την περιοχή του αιγιαλού και της παραλίας, κατάσταση η οποία παρέμεινε σταθερή και κατά το έτος 1960", δεν διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον κοινόχρηστο και κυρίως το δασικό χαρακτήρα της επίδικης έκτασης.
Ο έκτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο η πρώτη μόνο αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να μη δεχθεί, ότι η κατεχόμενη απ'αυτή έκταση των 50 στρεμμάτων μετέβαλε το δασικό της χαρακτήρα ενόψει της ανοικοδόμησής της από μέρους της κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1967 έως 1973, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 και 38 του ν. 998/1979 και 17 παρ.3 του Συντάγματος, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, εφόσον η ένδικη διεκδικητική αγωγή έγινε δεκτή ως και κατ'ουσίαν βάσιμη κατά την πρώτη κύρια βάση της περί του κοινοχρήστου χαρακτήρα του όλου επίδικου ακινήτου, η αιτιολογία δε αυτή, μη πληττόμενη επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης μέμφονται οι αναιρεσείουσες την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα σ'αυτόν ειδικότερα μνημονευόμενα έγγραφα, δηλαδή τις με αριθμούς 24/1947 και 3/1969 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Νάξου, τις με αριθμούς 268/1977 και 111/1979 αποφάσεις του Πρωτοδικείου Σύρου και Εφετείου Σύρου, αντίστοιχα, καθώς και τις με αριθμούς 2/1946, 30/1967 και 7/1972, αντίστοιχα, αποφάσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου της Κοινότητας Σαγκρίου Νάξου, τις οποίες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείουσες, με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών τους, ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκε ποτέ στο αντίδικό τους, αλλά αντίθετα, ανήκε στους άμεσους και απώτερους δικαιοπαρόχους τους, καθώς και τις ίδιες.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα τα έγγραφα, τα οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή δικαστικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, από τα οποία μάλιστα τη με αριθμό 24/1947 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νάξου, μνημόνευσε ρητά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα υπόλοιπα.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου, κοινωνικού ανθρώπου (Ολομ.
ΑΠ 33/2005, 19/1998, 17/1995). Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν πρόσθετα περιστατικά, αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι το τελευταίο δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε με τη μεταγενέστερη άσκησή του.
να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις (Ολ ΑΠ 62/1990). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της ένστασης καταχρηστικής άσκησης και το παραδεκτό της, από την άποψη του χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος, ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής, με την οποία ασκείται το δικαίωμα για την αιτία αυτή (Ολ.ΑΠ 472/1983).
Από το συνδυασμό, επίσης, των διατάξεων των άρθρων 269 παρ.1 περίπτ. γ' και δ' και 527 περίπτ. γ' ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η προβολή της αμέσως πιο πάνω ένστασης μπορεί να γίνει το πρώτο με το εφετήριο ή το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, εφόσον όμως γίνεται συνάμα επίκληση στο οικείο δικόγραφο από τον ενιστάμενο, ότι η εν λόγω ένσταση αποδεικνύεται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου του ή εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων. (Ολ.ΑΠ 472/1983).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες, με τις προτάσεις τους της πρώτης στον πρώτο βαθμό συζήτηση της ένδικης αγωγής, πρόβαλαν παραδεκτά την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος του αντιδίκου τους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τη 244/1987 μεν προδικαστική του απόφαση, έκρινε νόμιμη την εν λόγω ένσταση και έταξε το σχετικό βάρος απόδειξής της στις αναιρεσείουσες, με την εκκαλούμενη δε (160/2001) απόφασή του, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με τον τέταρτο λόγο της έφεσής τους κατά της εκκαλούμενης απόφασης παραπονέθηκαν οι αναιρεσείουσες για την απ' αυτή κατ'ουσίαν απόρριψη της επίμαχης ένστασής τους, πρόβαλαν δε, προς θεμελίωσή της και πρόσθετα πραγματικά περιστατικά αποδεικνυόμενα, όπως ήδη ισχυρίζονται στο αναιρετήριο, με έγγραφα, που οι ίδιες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε σχετικά τα ακόλουθα: "Η πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση των εναγομένων εταιρειών απορρίφθηκε, την οποία επαναφέρουν με λόγο των εφέσεών τους, περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, διότι πριν την άσκηση αυτής με πάμπολλες ενέργειες του το Ελληνικό Δημόσιον αναγνώρισε ότι το επίδικο δεν είναι δικό του και ότι ανήκει στους δικαιοπαρόχους τους, ότι μετά την αγορά της επίδικης έκτασης οι υπηρεσίες του Δημοσίου τους χορήγησαν άδεια οικοδόμησης επ' αυτού, ότι σε εκτέλεση των αδειών αυτών άρχισαν να ανοικοδομούν τουριστικά συγκροτήματα προς εκμετάλλευση, ότι δανειοδοτήθηκαν από Κρατική Τράπεζα (Ε.Τ.ΒΑ) με εγγύηση του Δημοσίου, ότι ενεγράφη υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου πρώτη υποθήκη στην επίδικη έκταση για ποσόν 500.000 ΗΠΑ, ότι αναγγέλθηκε ως δανειστής στον πλειστηριασμό κατά της εναγομένης εταιρείας "ΕΞΕΤΑΜ ΝΑΞΟΣ" για απαιτήσεις του από είσπραξη φόρων που είχε κατ' αυτής, είναι απορριπτέα για τους παρακάτω λόγους.
Ειδικότερα σε σχέση με την πρώτη ως άνω αιτίαση των εναγομένων εταιρειών, όπως ήδη προαναφέρθηκε το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο από του έτους 1947 όταν για πρώτη φορά οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγομένων - εταιρειών (Π. Ν. Β. και Ν. Ι. Β.) επιχείρησαν να σφετεριστούν την επίδικη έκταση, δια των αρμοδίων οργάνων του εξέδωσε κατ' αυτών το από 28.5.1947 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής τους, όταν επίσης μέλη της ίδιας οικογένειας κατά έτος 1960 προσπάθησαν να εμποδίσουν κατοίκους της περιοχής να εισέλθουν στην επίδικη έκταση, το Δασονομείο Κυκλάδων το οποίον διαχειριζόταν την επίδικη έκταση ως δασική, με το υπ' αριθμ. 202/23.3.1960 έγγραφό του προς το σταθμό Χωροφυλακής Τριπόδων Νάξου, ζήτησε σε περίπτωση που οι ως άνω Β.
παρεμποδίσουν άλλη φορά κατοίκους της περιοχής να εισέρχονται στην επίδικη δασική έκταση να συλληφθούν για να ασκηθεί εναντίον τους ποινική δίωξη. Όταν επίσης μέλη της ως άνω οικογένειας αυθαίρετα και παράνομα πούλησαν στον Β. Τ. τμήματα της επίδικης έκτασης, εκδόθηκαν εναντίον του (Β. Τ.) τα υπ' αριθμ. 106, 197 και 108/1969 πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής.
Ακόμη τέλος και μετά την πώληση της επίδικης έκτασης, - λόγω της φύσης της ως καθαρά δασικής - οι υπηρεσίες της Γενικής Διεύθυνσης Δασών, και ειδικότερα το Δασαρχείο Αθηνών και το Δασονομείο Κυκλάδων εξακολουθούσαν να διαχειρίζονται αυτήν ως δημόσια δασική έκταση. Προκύπτει λοιπό ότι το ενάγον -και ήδη αναιρεσίβλητο- Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε απεμπόλησε τα επί του επιδίκου δικαιώματά του, και οσάκις καταπατητές προσπάθησαν να παρέμβουν και διεκδικήσουν δικαιώματα τους απέκρουε.
Βεβαίως στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι μετά την πώληση του επιδίκου η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία Σύρου χορήγησε στις εναγόμενες εταιρίες άδειες ανοικοδομήσεως επ' αυτού, είναι όμως βέβαιο, ότι αν η εν λόγω υπηρεσία γνώριζε ότι η επίδικη έκταση ήταν δημόσια δασική έκταση, και ότι αυθαίρετα πουλήθηκε από καταπατητές στις εναγόμενες εταιρίες, δεν θα χορηγούσε τις εν λόγω άδειες.
Ανεξάρτητα από αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η έκδοση των εν λόγω αδειών από την ως άνω υπηρεσία, δεν έχει την έννοια της αναγνώρισης της επίδικης έκτασης ως ιδιωτικής, και ότι αυτή ανήκει στις εναγόμενες εταιρείες αφού η εν λόγω υπηρεσία, πέραν του ότι δεν έχει αρμοδιότητα, δεν προέβη κατά τη διαδικασία χορήγησης των εν λόγω αδειών σε έρευνα ύπαρξης τυχόν δικαιωμάτων του Δημοσίου.
Αποδείχθηκε ακόμη ότι το ενάγον αναγγέλθηκε ως δανειστής σε επισπευδόμενο πλειστηριασμό επί ακινήτου της εναγομένης εταιρείας "ΈΞΕΤΑΜ ΝΑΞΟΣ", το οποίον αποτελεί τμήμα της επίδικης έκτασης, για απαιτήσεις του που είχε κατ' αυτής (είσπραξη οφειλομένων φόρων). Η αναγγελία όμως αυτή δεν υποδεικνύει ότι το ενάγον αναγνωρίζει την εν λόγω εταιρεία ως κυρία της επίδικης έκτασης, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενες εταιρίες, αλλά αυτή έγινε από το ενάγον για την προστασία των συμφερόντων του, (είσπραξη των οφειλομένων φόρων).
Εξάλλου στο έγγραφο της εν λόγω αναγγελίας (139/1/6.1.1976) το ενάγον ρητά δηλώνει ότι η αναγγελία αύτη δεν συνιστά από μέρους του αναγνώριση της κυριότητας της καθής επί του πλειστηριαζομένου ακινήτου. Τέλος αποδείχθηκε ότι με απόφαση του τότε Υπουργού Συντονισμού Ν. Μακαρέζου (βλ. το υπ' αριθμ. 16.850/906/24.3.1969 έγγραφο του Υπουργείου Συντονισμού), ενεγράφη υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου επί της επίδικης έκτασης πρώτη υποθήκη για ποσόν 500.000 δολ.
ΗΠΑ, η οποία ορίστηκε σε αντικατάσταση κατάθεσης ισόποσης εγγυητικής επιστολής μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας κατάθεσης αυτής. Και η εγγραφή όμως αυτή δεν συνιστά εκ μέρους του Δημοσίου αναγνώριση κυριότητας των εναγομένων εταιρειών επί της επίδικης έκτασης, διότι αυτή έγινε για τους ίδιους ως άνω λόγους που προαναφέρθηκαν, αφού το Ελληνικό Δημόσιο και μετά την εγγραφή της εν λόγω υποθήκης, μη αναγνωρίζοντας ποτέ κυριότητα των εναγομένων εταιρειών επ' αυτής εξακολούθησε να το διαχειρίζεται δια των αρμοδίων δασικών υπηρεσιών του που προαναφέρθηκαν ως δημόσια δασική έκταση, και ακολούθως άσκησε εναντίον τους την κρινόμενη αγωγή".
Ακολούθως, το Εφετείο, κρίνοντας ότι η ένσταση των αναιρεσειουσών περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος του αντιδίκου τους είναι απορριπτέα ως και κατ'ουσίαν αβάσιμη, απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσής τους ως αβάσιμο. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την αμέσως πιο πάνω διάταξη, περιέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη επίδειξης αδράνειας από το αναιρεσίβλητο ως προς την προστασία του δικαιώματος της κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο, μη δεχόμενο ότι το τελευταίο επέδειξε τέτοια συμπεριφορά που να δημιουργήσει στις αντιδίκους του την καλόπιστη πεποίθηση περί μη άσκησης από μέρους του ένδικου δικαιώματός του.
Ο τέταρτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, και με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.3.2006 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακή Εταιρεία Τουριστικών Επενδύσεων Αναπτύξεως Μελετών Νάξος Ανώνυμος Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "ΕΞΕΤΑΜ ΝΑΞΟΣ" κ.λ.π. για αναίρεση της 301/2004 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ ως προς μεν το πρώτο αναιρεσίβλητο και χίλια διακόσια (1.200) ευρώ, αντίστοιχα, από κοινού, ως προς τους λοιπούς, εκτός της απολειπόμενης όγδοης, αναιρεσιβλήτους, λόγω της χωριστής τους υπεράσπισης.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2010
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ