Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding death of defendant and evidence admissibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision. The appellant argued for a retrial based on procedural errors and insufficient evidence regarding property division and inheritance acceptance. The court rejected these claims, noting that the death of the original defendant occurred after the appeal was filed and that the lower court correctly assessed the evidentiary weight of public documents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286(a), 287(1), 290 of the Code of Civil Procedure; Article 559(12) of the Code of Civil Procedure: The death of a party after the filing of an appeal allows for immediate continuation by heirs without separate identity verification, and an appellate court cannot find a violation of Article 559(12) merely because it assigned higher probative value to a document when the matter is not fully proven by that document under Articles 438, 439, and 441.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1417 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1417/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Δάφνη.
Των αναιρεσιβλήτων : 1. Ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Υ1, 3. Υ3, 4. Υ2, κατοίκων ..., 5. ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 6. ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 7. ..., κατοίκου ...., 8. ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 9. ...., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 10. Σ1, 11. ..., 12. ... 13. ..., 14. ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 15. ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Οι 2ος, 3ος, 4ος, 7ος, 10η, 11η, 12ος και 13ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Σδούκο, ο οποίος δήλωσε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος (Ψ1) απεβίωσε στις 6-2-2008 και κληρονομήθηκε από τους: α. Ψ2 χα Ψ1, το γένος ...., β. Θ1 και γ. Θ2, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 201/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/9/2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 8-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδαφ. α`, 287 παρ.1 και 290 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί άμεση συζήτηση της υποθέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ...ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου..., του από ... πιστοποιητικού πλησιεστέρων συγγενών του ιδίου ως άνω Δήμου, ως και του ... πιστοποιητικού του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, ο πρώτος αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 6.2.2008, ήτοι μετά την άσκηση της αναιρέσεως και κληρονομήθηκε εξ' αδιαθέτου, όπως συνομολογείται και από την αναιρεσείουσα, από τη σύζυγό του Ψ2 και τα τέκνα του Θ1 και Θ2.
Κατά συνέπεια, οι πιο πάνω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι των αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου (άρθρα 1710, 1813, 1820, και 1846 ΑΚ) νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως την λόγω θανάτου εκείνoυ βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομα τους επανάληψη της. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις ..., ..., ..., ..., ..., και ...
εκθέσεις επιδόσεως του δικ επιμελητού του Πρωτοδικείου ..., ακριβές αντίγραφο της από 10.7.2007 αιτήσεως, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της αναιρέσεως και κλήσεως προς παράσταση στην αρχική δικάσιμο της 17.12.2008, από την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων στους πέμπτο, έκτο, όγδοο, ενάτη, δέκατη τέταρτη και δέκατο πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, πλην όμως οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την σημερινή (μετ' αναβολή) συζήτηση της κρινόμενης αίτησης.
Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ). Aπό τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, η παράβαση δε της υποχρεώσεώς του αυτής ιδρύει τον από τον άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ.
λόγον αναιρέσεως. Για να ευσταθήσει, όμως, ο λόγος αυτός πρέπει το αποδεικτικό μέσο να προσκομίστηκε με επίκληση κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και, όταν πρόκειται για το αποδεικτικό μέσο του εγγράφου, πρέπει τούτο να προσδιορίζεται σαφώς και συγκεκριμένα κατά την ταυτότητά του, ώστε να αναγνωρίζεται χωρίς αμφιβολία.
Απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτίμηση των ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας αποτελεί η λήψη τους μετά από προηγούμενη πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, ο οποίος και υποχρεούται στην επίκληση και απόδειξη της κλητεύσεως, εκτός αν ο αντίδικός του παραστάθηκε κατά τη λήψη της ένορκης βεβαιώσεως.
Την τήρηση της αναγκαίας αυτής προϋποθέσεως υποχρεούται να ερευνήσει το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, γιατί η έλλειψή της έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο, κατά ρητή εξαίρεση από τη γενική αρχή του άρθρου 270 παρ. 2, σύμφωνα με την οποία λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (Α.Π. 1429/1997, Α.Π. 833/1984).
Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 11 περ. γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη την δοθείσα ενώπιον του Ειρηνοδίκου Ιωαννίνων από 17.11.2006 ένορκη βεβαίωση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 17.1.2006 προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, δεν προσδιορίζετο αυτή σαφώς και συγκεκριμένα κατά την ταυτότητά της, επί πλέον δε δεν προκύπτει, με την προσαγωγή των οικείων εκθέσεων επιδόσεων, ότι η σύνταξη της ένορκης αυτής βεβαιώσεως έγινε μετά από προηγούμενη πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες κλήτευση των αντιδίκων του αναιρεσιβλήτων ή ότι οι τελευταίοι παραστάθηκαν κατά τη λήψη της.
IIΙ). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περίπτωση δεύτερη του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα.
Πράγμα συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσιβλήτου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ολ Α.Π 2/1989).
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ολ ΑΠ 11/1996). Εξάλλου, κατά το άρθρο 983 ΑΚ, η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα. Προϋποθέσεις γι' αυτήν τη μεταβίβαση είναι αφενός η κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου νομή του πράγματος εκ μέρους αυτού και αφετέρου η, κατά τον ίδιο χρόνο στο πρόσωπο του διαδόχου στη νομή, ύπαρξη της ιδιότητας του αληθούς κληρονόμου, είτε εκ διαθήκης είτε εξ αδιαθέτου.
Η μεταβίβαση της νομής επέρχεται είτε καλής πίστεως είτε κακής πίστεως νομέας ήταν ο κληρονομούμενος. Από δε τα άρθρα 983, 1193 και 1051 ΑΚ προκύπτει ότι για να μεταβιβαστεί η νομή στον κληρονόμο δεν είναι ανάγκη, όταν πρόκειται για ακίνητο, να έχει μεταγραφεί η αποδοχή της κληρονομίας, καθώς και ότι εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Ακόμη κατά τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1041, 974 και 1045 του Α.Κ. η κυριότητα ακινήτου αποκτάται κατά παράγωγο μεν τρόπο με σύμβαση που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγράφεται νόμιμα, πρωτοτύπως δε με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία. Ειδικότερα για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται νόμιμος τίτλος, μεταγραφή αυτού και νομή επί 10ετία με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με έκτακτη δε χρησικτησία αρκεί νομή επί 20ετία με διάνοια κυρίου.
Άσκηση δε νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής: "... Ο Π1, παππούς της ενάγουσας Χ1 και των τεσσάρων πρώτων εναγομένων Ψ1, Υ1, Υ3 και Υ2, ήταν κύριος των 27 ακινήτων της αγωγής, τα οποία βρίσκονται τα μεν πρώτα 21 στην κτηματική περιφέρεια του ΔΔ ..., τα δε υπόλοιπα στην κτηματική περιφέρεια του ΔΔ .....
Η κυριότητα του Π1 συνομολογείται από όλους του διαδίκους.... Μετά το θάνατο του Π1 το έτος 1952, όλα τα παραπάνω επίδικα ακίνητα περιήλθαν στη νομή και κατοχή του γιου του Θ1, πατέρα της εκκαλούσας και των τεσσάρων πρώτων εφεσίβλητων και συζύγου της πέμπτης εφεσίβλητης Σ1. Έκτοτε ο Θ1 κατείχε τα επίδικα, ασκώντας σ' αυτά όλες εκείνες τις διακατοχικές πράξεις που ταίριαζαν στη φύση τους και τον προορισμό τους με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι χρόνων.
Ειδικότερα, χρησιμοποιούσε τα περισσότερα από αυτά για βόσκηση των ζώων του (πρόβατα) και καλλιεργούσε όσα από αυτά επιδέχονταν καλλιέργεια.
Συνεπώς, από το έτος 1972 και ύστερα έγινε αποκλειστικός κύριος τούτων με τα προαναφερόμενα προσόντα της έκτακτης χρησικτησία (άρθρο 1045 ΑΚ)... Έτσι, τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ότι ο Θ1 ήταν συγκύριος των παραπάνω ακινήτων κατά ποσοστό 20/100 εξ' αδιαιρέτου, χωρίς μάλιστα να αναφέρεται ποιος είναι συγκύριος κατά τα υπόλοιπα 80/100 εξ αδιαιρέτου, δεν αποδείχθηκαν.
Στη συνέχεια, τα επίδικα ακίνητα, πριν από το θάνατο του (1977) ο Θ1 διένειμε άτυπα μεταξύ των τέκνων του, δηλαδή την εκκαλούσα και τους τέσσερις πρώτους εφεσίβλητους και της συζύγου του Σ1, πέμπτης εφεσίβλητης, παραχωρώντας προς αυτούς τη νομή τούτων. Από την άτυπη αυτή παραχώρηση η εκκαλούσα έλαβε στη νομή και κατοχή της έναν αγρό που βρίσκεται στη θέση ...της κτηματικής περιφέρειας ...
εμβαδού 2.000 τμ..., το οποίο δεν είναι μεταξύ των επιδίκων της παρούσας υπόθεσης. Όλα δε τα επίδικα ακίνητα έλαβαν, χωριστά και συγκεκριμένα ο καθένας τους, οι πέντε πρώτοι εφεσίβλητοι από την ως άνω άτυπη παραχώρηση του πατέρα τους και συζύγου Θ1. Από την εν λόγω άτυπη παραχώρηση των επιδίκων και του μη επιδίκου ακινήτου στη θέση ...
που παραχωρήθηκε στην εκκαλούσα, τόσο η τελευταία όσο και οι πέντε πρώτοι εφεσίβλητοι, δηλαδή τα αδέλφια της και η μητέρα της, εγκαταστάθηκαν καθένας τους χωριστά στα εν λόγω ακίνητα και άρχισαν έκτοτε να ασκούν είτε αποκλειστικά είτε και κατά συγκυριότητα (σε όσα από τα επίδικα τους παραχωρήθηκαν από κοινού ) όλες τις διακατοχικες πράξεις που άρμοζαν στη φύση τους σύμφωνα με τον προορισμό τους με διάνοια πλέον κυρίου.
Ειδικότερα επέβλεπαν αυτά, τα περιποιούνταν και κυρίως τα εκμίσθωναν σε τρίτους ως βοσκότοπους, δεδομένου ότι οι τέσσερις από τους εφεσίβλητους είχαν μεταναστεύσει στη Γερμανία προς ανεύρεση εργασίας. Μάλιστα, ο δεύτερος μάρτυρας ανταπόδειξης ... καταθέτει στα πρακτικά της εκκαλούμενης απόφασης κατηγορηματικά και με σαφήνεια ότι ο ίδιος υπήρξε μισθωτής των επιδίκων ακινήτων από καθέναν από τους παραπάνω εφεσίβλητους χωριστά για τα ακίνητα που εκείνοι όριζαν ως δικά τους από την παραπάνω άτυπη παραχώρηση και ότι το μίσθωμα το πλήρωνε χωριστά στον καθένα τους ανάλογα με την παραπάνω διάκριση.
Οι παραπάνω διακατοχικές πράξεις στα επίδικα, ασκούνταν από τους εφεσίβλητους που προαναφέρθηκαν καθόλο το χρονικό διάστημα, ήτοι από την παραχώρηση που έγινε πριν από το θάνατο του Θ1 (1977) μέχρι την άσκηση της αγωγής (2002), εκτός από το όγδοο ακίνητο της αγωγής που βρίσκεται στη θέση .. της περιφέρειας ..., το οποίο νεμόταν μέχρι τα έτη 1997-2000 από κοινού οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος των εφεσίβλητων, καθώς και το πέμπτο ακίνητο της αγωγής στη θέση ...
της περιφέρειας ..., το οποίο νεμόταν ο τέταρτος των εφεσίβλητων μέχρι το έτος 1999. Από τα τελευταία αυτά ακίνητα μεταβίβασαν διαδοχικά τμήματα τους προς τους λοιπούς εφεσίβλητους, ήτοι από το πρώτο ακίνητο, ο πρώτος εφεσίβλητος μεταβίβασε με το υπ αριθμ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Αικατερίνης Τσικνιά, που μεταγράφηκε νόμιμα, έκταση 1.000 τμ στον έκτο εφεσίβλητο και με το υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο αγοραπωλησίας της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, έκταση 1.000 τμ στον έβδομο εφεσίβλητο. Ο δεύτερος εφεσίβλητος μεταβίβασε με το υπ' αριθμ.... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ευγενίας Πανούση, που μεταγράφηκε νόμιμα, έκταση 2.516,10 τμ στον γιο του Π1, όγδοο εφεσίβλητο, ο οποίος, στη συνέχεια μεταβίβασε την έκταση αυτή με τα υπ' αριθμ. ...
και ...συμβόλαια της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, λόγω πώλησης στους ένατο και δέκατη των εφεσίβλητων. Ο τέταρτος των εφεσίβλητων μεταβίβασε με το υπ' αριθμ....συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Νικολάου Λάμπρου, που μεταγράφηκε νόμιμα, τμήμα 1.205 τμ στην ενδέκατη εφεσίβλητη, θυγατέρα του, με το υπ' αριθμ....
συμβόλαιο γονικής παροχής του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, έκταση 1.206,5 τμ στην δωδέκατη εφεσίβλητη, επίσης θυγατέρα του, με τα υπ' αριθμ. ... και ... συμβόλαια της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ελένης Ράπτη που νόμιμα μεταγράφηκαν τμήματα εκτάσεως 904,73 τμ σε καθένα από τους δέκατη πέμπτη και δέκατο έκτο των εφεσίβλητων λόγω πώλησης και από το δεύτερο ως άνω ακίνητο μεταβίβασε με το υπ' αριθμ. ...συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κόνιτσας Παρασκευής Κατσάνου, που μεταγράφηκε νόμιμα ,έκταση 1.000 τμ λόγω δωρεάς στους δέκατο τρίτο και δέκατο τέταρτο των εφεσίβλητων.
Έτσι, οι πέντε πρώτοι των εφεσίβλητων, νεμόμενοι τα εν λόγω ακίνητα, σύμφωνα με την παραπάνω άτυπη παραχώρηση, επί είκοσι και πλέον έτη, κατέστησαν κύριοι αυτών και συγκύριοι ανάλογα με το ποσοστό που τους παραχωρήθηκε, με έκτακτη χρησικτησία. Συνακόλουθα δε και οι ειδικοί διάδοχοι των πρώτου, δεύτερου και τετάρτου των εφεσίβλητων (έκτος έως και δέκατος έκτος των εφεσίβλητων), αποκτώντες από αληθείς κυρίους, κατέστησαν και αυτοί κύριοι των ακινήτων που τους μεταβιβάστηκαν με τα παραπάνω συμβόλαια.
Μετά από όλα αυτά και σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, τα επίδικα ακίνητα δεν βρίσκονταν στη νομή του Θ1 κατά το χρόνο θανάτου του το έτος 1977, αφού αυτά είχαν παραχωρηθεί άτυπα από τον ίδιο στα τέκνα του και τη σύζυγο του, δηλαδή στους πέντε πρώτους εφεσίβλητους.
Συνεπώς, τα επίδικα ακίνητα δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της κληρονομιάς του Θ1 και έτσι δεν χωρούσε κληρονομική διαδοχή σ' αυτά, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα. Επομένως, ούτε με τον παράγωγο τρόπο της κληρονομικής διαδοχής απέκτησε η εκκαλούσα οποιοδήποτε ποσοστό συγκυριότητας και μάλιστα τα 3/100, όπως υποστηρίζει με την αγωγή της ....
ούτε με τον πρωτότυπο της έκτακτης χρησικτησίας έγινε συγκυρία τούτων, αφού όπως προαναφέρθηκε δεν άσκησε η ίδια καμιά πράξη νομής στα επίδικα, τα οποία νεμήθηκαν σε όλο το χρονικό διάστημα από την άτυπη παραχώρηση μέχρι την άσκηση της αγωγής οι εφεσίβλητοι, ενώ η ίδια νεμόταν και εξουσίαζε χωριστά το μη επίδικο ακίνητο, αλλά παραχωρηθέν και αυτό από το δικαιοπάροχο πατέρα της Θ1 προς αυτήν....
Τα παραπάνω αποδεικνύονται, κατά τα προαναφερόμενα, από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης ..., που ήταν μισθωτής των επιδίκων ακινήτων, όπως προαναφέρθηκε, και δεν αναιρούνται από το περιεχόμενο της κατάθεσης της μάρτυρος απόδειξης ..., που διακρίνεται κυρίως από κάποια γενικότητα, ασάφειες, αβεβαιότητα και δισταγμούς και δεν κρίνεται πειστική από το Δικαστήριο......".
Όπως γίνεται φανερό από τις ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο απέρριψε την διεκδικητική αγωγή της αναιρεσείουσας δια της παραδοχής ότι αυτή δεν είχε αποκτήσει συγκυριότητα επί των επιδίκων καθ' οιονδήποτε τρόπον. Δεν παρείδε συνεπώς τον λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας δια του οποίου αυτή, επαναφέρουσα πρωτοδίκως υποβληθέντα ισχυρισμό, ζητούσε την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης και την αποδοχή της αγωγής, διότι ο πατέρας της ουδέποτε μεταβίβασε ατύπως λόγω δωρεάς τα επίδικα στους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι ουδέποτε άσκησαν πράξεις νομής επί των διεκδικουμένων ακινήτων, αλλ' αντιθέτως τον αντιμετώπισε και τον απέρριψε στην ουσία του με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν και συγκεκριμένα δια της εν μέρει αποδοχής του ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων περί του ότι οι τελευταίοι νεμήθηκαν, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις, τα επίδικα ακίνητα πριν από το έτος 1977 συνεχώς και μέχρι του έτους 2002, δηλαδή επί μία εικοσαετία και πλέον.
Υπό τα δεδομένα αυτά ο δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο βάλλεται η απόφαση του Εφετείου για μη λήψη του υπό μορφή παραπόνου κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως ως άνω λόγου της εφέσεως που είχε ασκηθεί από την αναιρεσείουσα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Εξ' άλλου απορριπτέος, ως απαράδεκτος, είναι ο αυτός ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί εκτίμησε εσφαλμένως την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως, ο οποίος εξαίρεσε από το πεδίο της γνώσεώς του τα ακίνητα που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια ... .
Τέλος απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου με αιτίαση από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, καθ' όσον με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και απέρριψε την διεκδικητική αγωγή της αναιρεσείουσας, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης αφού διέλαβε, κατά τα προεκτεθέντα, πλήρως σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες επ' αυτού, που καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που προαναφέρονται.
Ανεπάρκεια στην αιτιολογία δε δεν υπάρχει ούτε ως προς την διενέργεια πράξεων νομής επί των επιδίκων από τους αναιρεσιβλήτους, αφού στην προσβαλλομένη απόφαση εκτίθενται σαφώς και με επάρκεια ότι οι τελευταίοι νεμήθηκαν από κοινού το σύνολο των επιδίκων ακινήτων επί συνεχή εικοσαετία, με επίκληση των πιο πάνω εμφανών υλικών πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, πριν από τον θάνατο του Θ1 (1977) μέχρι την άσκηση της αγωγής (2002), εκτός από το όγδοο ακίνητο της αγωγής που βρίσκεται στη θέση ...της περιφέρειας ...
το οποίο νεμόταν μέχρι τα έτη 1997-2000 από κοινού οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος των εφεσίβλητων, καθώς και το πέμπτο ακίνητο της αγωγής στη θέση ... της περιφέρειας ..., το οποίο νεμόταν ο τέταρτος των εφεσίβλητων μέχρι το έτος 1999. IV). Ο προβλεπόμενος από τον αριθ.12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά τον νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.
Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ (Α.Π. 1396/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ.12 του άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, για το λόγο ότι το δικαστήριο παρεβίασε την αποδεικτική δύναμη της ... πράξης του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ελ. Φαρμάκη, ως προς τις αναφερόμενες σ' αυτή δηλώσεις των διαδίκων, σχετικά με την αποδοχή της κληρονομίας του κληρονομηθέντος απ' αυτούς Θ1. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το αποδεικτέο αυτό περιστατικό, δηλαδή για το ποια είναι η κληρονομία την οποία αυτοί αποδέχτηκαν, δεν είναι εξ εκείνων για τα οποία το επικαλούμενο ως άνω συμβολαιογραφικό έγγραφο παρέχει πλήρη απόδειξη σύμφωνα με τα άρθρα 438,439, και 441 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.7.2007 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 201/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ