Legislator Case Law & Legislation
1417/2008 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal against insurance company's dismissal of foreign worker's lost income claim.

Case Number 1417/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal filed by two individuals against a lower court decision dismissing their claim for lost income. The appellants argued the lower court erred by requiring excessive evidence to prove the employer's liability for a foreign worker without a work permit. The court found the lower court committed a procedural error by demanding more proof than necessary under the Civil Code, thus overturning the dismissal of that specific claim while rejecting other grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 298, 929(a) of the Civil Code; The lower court erred by requiring excessive evidence to establish the employer's liability for lost income of a foreign worker without a work permit, necessitating a partial remand for re-examination.

Keywords

AI generated
lost income claim foreign worker liability work permit absence excessive evidence burden civil code articles partial remand employer liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 298, 929(a) of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision 2070/2006 of the Supreme Court
Decision 38/2002 of the Single First Instance Court of Zakynthos
Decision 570/2004 of the Court of Appeals of Patras
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1417 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1417/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά) και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) Χ1, 2) Χ2, οι οποίοι αμφότεροι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κοντογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων-καθ'ων η κλήση: 1) Ψ1, 2) Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ - ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι αμφότεροι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Βγενόπουλο που κατέθεσε προτάσεις για την 2η των αναιρεσιβλήτων.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/5/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 570/2004 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 25/4/2005 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 2070/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 12/2/2007 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 8/11/2006 έκθεση του παραιτηθέντος και ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Παναγιώτη Παρτσιλίβα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του κατά τα στο σκεπτικό και την απόρριψή της κατά τα λοιπά. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 97 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι α) στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) η πληρεξουσιότητα δίνεται με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει, γ) η πληρεξουσιότητα για όλες τις δίκες παύει να ισχύει μετά πέντε χρόνια από τη χορήγησή της και δ) εκείνος που παρίσταται με δικηγόρο του οποίου η πληρεξουσιότητα έπαυσε να ισχύει θεωρείται σαν να μην είχε εμφανιστεί στη συζήτηση της υπόθεσης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου κώδικα για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δικαστήριο δε εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, και κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης για τον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ1 δήλωσε ότι παρίσταται και τον εκπροσωπεί ο δικηγόρος Αθανάσιος Βγενόπουλος, ο οποίος δεν αποδεικνύει την ύπαρξη πληρεξουσιότητας για αυτόν τον αναιρεσίβλητο.

Από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες ..... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Ζακύνθου ......, αποδεικνύεται ότι αντίγραφο της κλήσης προς συζήτηση με πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 2.11.2007, κατά την οποία αναβλήθηκε εκ του πινακίου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ1.

Στον ίδιο αναιρεσίβλητο έχει επιδοθεί και αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση ..... έκθεση επίδοσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή. Επομένως, η συζήτηση της αίτησης για την αναίρεση θα προχωρήσει σαν να ήταν παρών και αυτός ο διάδικος, ο οποίος λόγω της έλλειψης πληρεξουσιότητας του δικηγόρου θεωρείται σαν να μην είχε εμφανιστεί στη συζήτηση της υπόθεσης.

Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 673 παρ. 1 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται στις υποθέσεις που δικάζονται κατά τη διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δίκασε κατά την προαναφερόμενη διαδικασία Α) έφεση της ενάγουσας Χ2 κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία στρεφόταν κατά του Ψ1 (οδηγού και κυρίου του ζημιογόνου αυτοκινήτου) και της ασφαλιστικής εταιρίας αυτού και Β) έφεση της ασφαλιστικής εταιρίας κατά της ίδιας απόφασης, η οποία στρεφόταν κατά των δύο εναγόντων.

Ο εφεσίβλητος στην πρώτη έφεση Ψ1 δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, δικάσθηκε ερήμην, η διαδικασία προχώρησε σαν να ήταν και αυτός παρών και η αγωγή της εκκαλούσας έγινε δεκτή εν μέρει και ως προς αυτόν, ορίστηκε δε παράβολο ερημοδικίας για την περίπτωση που ο διάδικος αυτός ασκήσει αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας.

Οι αναιρεσείοντες-ενάγοντες απευθύνουν την κρινόμενη αναίρεση κατά το προαναφερόμενου ερήμην δικασθέντος εφεσιβλήτου, καθώς και κατά της απλής ομοδίκου αυτού ασφαλιστικής εταιρίας. Από την έρευνα των εγγράφων της δικογραφίας όμως δεν αποδεικνύεται αν η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης ήταν προσβλητή ακόμη με ανακοπή ερημοδικίας, εκ μέρους του πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Δεν προσκομίζονται, δηλαδή, έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει είτε ότι παρήλθε η προθεσμία άσκησης της ανακοπής ερημοδικίας (επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στον πρώτο αναιρεσίβλητο, ή από τον τελευταίο και πάροδος άπρακτης της προθεσμίας ανακοπής), είτε ότι παραιτήθηκε ο δικαιούμενος στην άσκηση αυτής ως άνω εφεσίβλητος ρητώς ή σιωπηρώς.

Κατ' ακολουθίαν, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν τελεσίδικη, κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης (έκθεση καταθέσεως στη γραμματεία του Εφετείου Πατρών 6-5-2005), για τον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ1, η αναίρεση είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατ' αυτού.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περίπτωση α' ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περίπτωση α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δίκασε και έφεση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμος Ελληνική Εταιρία Γενικών Ασφαλειών Ευρωπαϊκή Ένωσις- Ασφάλεια Μινέττα" με την οποία αυτή προσέβαλε την 38/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου και κατά το σκέλος του ύψους της ζημίας, η οποία απόφαση είχε δεχθεί εν μέρει τις αγωγές των δύο αναιρεσειόντων.

Με τον πρώτο λόγο της ένδικης αναίρεσης προβάλλεται μόνον από τον πρώτο αναιρεσείοντα αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κυρίως, αλλά και από τον αριθμό 9 του ίδιου άρθρου, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις ανωτέρω πλημμέλειες, διότι, χωρίς να υπάρχει σχετικό παράπονο στην από 26-6-2002 έφεση της προαναφερόμενης ασφαλιστικής εταιρίας (εναγομένης), δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, και δικάζοντας επί της αγωγής του πρώτου από τους αναιρεσείοντες (Χ1), δέχθηκε αυτήν εν μέρει και επιδίκασε για το ποσό της ζημίας του που αφορούσε την απώλεια εισοδημάτων, λόγω μη εργασίας του κατά το χρονικό διάστημα από 3-10-2000 έως 19-4-2001, εξαιτίας του τραυματισμού του κατά το τροχαίο ατύχημα που οφείλεται σε υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου που ήταν ασφαλισμένο σ' αυτήν, ποσό μικρότερο από αυτό που είχε επιδικάσει το πρωτόδικο δικαστήριο.

Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα της ανικανότητάς του για εργασία ο πρώτος αναιρεσείων κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα πραγματοποιούσε 136 ημερομίσθια και επιδίκασε σ' αυτόν 2.305.125 δρχ., ενώ η πρωτόδικη απόφαση είχε δεχθεί ότι θα πραγματοποιούσε 196 ημερομίσθια και είχε επιδικάσει 2.646.000 δραχμές.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης της αναιρεσίβλητης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι περιέχεται σ' αυτό και λόγος έφεσης με τον οποίο πλήττεται η πρωτόδικη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων γενικά ως προς την αποδοχή της αγωγής, αλλά και ως προς τα κονδύλια, και ζητεί την εξαφάνιση της απόφασης και την απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης.

Η απόδοση με την έφεση της αιτίασης για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων επαρκώς προσδιορίζεται από τη μνεία ότι εξαιτίας αυτής το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξειδικεύονται τα σφάλματα κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ), επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού νομίμως εξέτασε πράγματα που είχαν προβληθεί με λόγο έφεσης, αλλά ούτε στην πλημμέλεια του αρ. 9 του ίδιου άρθρου, αφού εξέτασε νομίμως υποβληθέντα αιτήματα. Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, επομένως, είναι αβάσιμος ως προς αμφότερες τις άνω αιτιάσεις.

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 1975/1991 (αντίστοιχες διατάξεις 19 Ν 2910/2001, 15 Ν 3386/2005) που αναφέρεται στους αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο (άρθρο 2 του ίδιου νόμου), και ορίζει ότι "η άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος ή η ανάληψη οποιασδήποτε εργασίας από αλλοδαπό σε ελληνικό έδαφος απαγορεύεται ρητώς, εκτός αν ο ενδιαφερόμενος έχει εφοδιαστεί με σχετική άδεια από τον Υπουργό Εργασίας ή άλλη εξουσιοδοτημένη από αυτόν Αρχή", η σύμβαση εργασίας στην Ελλάδα του αλλοδαπού, που δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους της ΕΕ και δεν είναι εφοδιασμένος με την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια εργασίας, είναι απολύτως άκυρη γιατί αντιβαίνει στην ως άνω απαγορευτική διάταξη, που είναι δημόσιας τάξης, σύμφωνα με τα άρθρα 3, 174 και 180 ΑΚ.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 929 εδ α' ΑΚ, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Κατά το άρθρο 298 ΑΚ δε, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) και το διαφυγόν κέρδος.

Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι και ο αλλοδαπός μη υπήκοος κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έστω και αν στερείται άδειας εργασίας στην Ελλάδα, δικαιούται, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας του συνεπεία αδικοπραξίας τρίτου, να αξιώσει από τον υπόχρεο αποζημίωση που προβλέπεται από το άρθρο 929 εδ α' ΑΚ.

σε συνδυασμό με την ΑΚ 298 και δεν έχει η αξίωση αυτή σχέση με την αξίωση καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών, προερχομένων από άκυρη σύμβαση εργασίας, κατά τις ΑΚ 904 επ. Η έλλειψη άδειας εργασίας δεν κωλύει τη γένεση της αξίωσης αποζημίωσης ούτε αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση της σχετικής αξίωσης το ότι ο τραυματιζόμενος είχε προηγουμένως αξίωση προς κτήση εισοδημάτων κατά τις ΑΚ 904 επ, αλλά αρκεί, κατ' αρχήν, προς τούτο μόνη η δυνατότητα κτήσης στο μέλλον εισοδημάτων, αν τέτοιο περιεχόμενο έχει η κρίσιμη αξίωση με βάση τα άρθρα 298 και 929 εδ.

α' ΑΚ (ΟΛΑΠ 3/2004, ΑΠ 2067/2006). Στη συγκεκριμένη περίπτωση η δεύτερη αναιρεσείουσα-ενάγουσα Χ2, αλβανίδα υπήκοος, η οποία τραυματίστηκε στο επίδικο ατύχημα που επισυνέβη στις 3-10-2000, στην επιτρεπτώς κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκοπούμενη από 3-5-2001 αγωγή επικαλέστηκε και τα ακόλουθα: Ότι είχε συμφωνήσει να απασχοληθεί κατά την περίοδο 2000-2001 στη συγκομιδή του ελαιοκάρπου στον ......, στον οποίο είχε απασχοληθεί και κατά την προηγούμενη περίοδο συγκομιδής ελαιοκάρπου.

Επίσης ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος εργαζόταν ως λαντζέρα στην επιχείρηση που αναφέρει και ότι η σύμβασή της έληγε στις 31-10-2000 και ότι είχε συμφωνήσει με την ίδια επιχείρηση να εργαστεί με την ίδια ειδικότητα και κατά την επόμενη τουριστική περίοδο από 1-5-2001 έως 31-10-2001. Ότι εξαιτίας του τραυματισμού της έχει καταστεί ανίκανη προς εργασία και ότι θα απωλέσει τα εισοδήματά που θα πραγματοποιούσε κατά το χρονικό διάστημα από 3-10-2000 έως 31-10-2001, ύψους 1.624.500 δραχμών, τα οποία και ζήτησε να της επιδικασθούν.

Το Εφετείο σχετικά με το ανωτέρω αίτημα της ενάγουσας δέχθηκε τα εξής: "η δεύτερη ενάγουσα, επικαλούμενη με την υπό κρίση αγωγή ότι εξαιτίας του τραυματισμού της στο επίδικο τροχαίο ατύχημα κατέστη ανίκανη προς εργασία και ότι εργαζόταν νομίμως στην Ελλάδα, διότι στην κάρτα παραμονής-εργασίας του συζύγου της εμφανιζόταν ως προστατευόμενο μέλος, ζήτησε το ποσό του 1.624.500 δραχμών για διαφυγόντα εισοδήματα που θα προέρχονταν από την εργασία την οποία θα παρείχε στην Ελλάδα κατά το χρονικό διάστημα από 3-10-2000 μέχρι 31-10-2001.

Το παραπάνω κονδύλιο είναι μη νόμιμο και απορριπτέο, εφόσον η ενάγουσα κατά το χρόνο του ατυχήματος, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν ήταν εφοδιασμένη η ίδια με άδεια εργασίας στην Ελλάδα, αλλά ο σύζυγός της. Επομένως, η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε νόμιμο και εν μέρει βάσιμο στην ουσία του το ως άνω κεφάλαιο της αγωγής, έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς της".

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε το σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, ενώ απέρριψε λόγο έφεσης της δεύτερης αναιρεσείουσας που αφορούσε την εν μέρει κατ' ουσίαν απόρριψη του κονδυλίου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή κατά το προαναφερόμενο κονδύλιο ως μη νόμιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 298, 929 εδ α' ΑΚ αξίωσε στοιχεία περισσότερα από όσα απαιτούνται, εφόσον η παροχή εργασίας, κατά τα ανωτέρω σημειούμενα, από τον μη εφοδιασμένο με άδεια εργασίας αλλοδαπό που δεν είναι υπήκοος χώρας μέλους της ΕΕ θεμελιώνει δικαίωμα αποζημίωσης λόγω διαφυγόντος κέρδους, το οποίο συνίσταται σε απώλεια εσόδων από τη διακοπή εργασίας που παρεχόταν ακύρως.

Ο λόγος αναίρεσης, επομένως, που προβάλλεται από τη δεύτερη αναιρεσείουσα, κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την προαναφερόμενη πλημμέλεια είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αποδίδει στην απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, αφού το δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην ουσιαστική εξέταση του κεφαλαίου αυτού της αγωγής αλλά το απέρριψε ως μη νόμιμο.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει κατά τη διάταξη που απέρριψε την αγωγή της δεύτερης αναιρεσείουσας για επιδίκαση αποζημίωσης για απώλεια εισοδημάτων (άρθρα 298, 929 εδ α' ΑΚ), και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση για το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Εφετείο Πατρών, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει: α) την από 25 Απριλίου 2005 αίτηση για αναίρεση της 570/2004 απόφαση του Εφετείου Πατρών και ως προς τους δύο αναιρεσείοντες κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ψ1 και β) την ίδια αίτηση όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα (Χ1) και στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας.

Αναιρεί την 570/2004 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατά ένα μέρος, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Εφετείο Πατρών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει: α) τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης αναιρεσείουσας την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ και β) τον πρώτο αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια στο ακροατήριο συνεδρίαση στις 25 Ιουνίου 2008.

Ο Αντιπρόεδρος Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ