Supreme Court dismisses appeal on loan contract validity and inadmissibility of new legal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's judgment regarding a loan dispute between two parties. The court found the lower court correctly established a consensual loan based on prior debts and rejected the appeal's second ground as inadmissible because it raised a new legal argument not properly presented during the appeal phase. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 806, 361 of the Civil Code; Article 562(2) of the Code of Civil Procedure: A consensual loan is valid when parties agree to convert existing debts into a loan obligation, and an appeal ground based on a new legal argument not raised in the lower court proceedings is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1417 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1417/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Εμμανουηλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ1 , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καραβίδα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Μαρτίου 1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 447/1997 προδικαστική, 483/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 199/2004 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 5 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Στο άρθρο 806 ΑΚ ορίζεται ότι με τη σύμβαση δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλο κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη σύναψη δανείου απαιτείται να υπάρχει καταρτισμένη σύμβαση κατά τους όρους των άρθρων 185-195 ΑΚ και μεταβίβαση της κυριότητας των πραγμάτων. Εντούτοις, με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων [ΑΚ 361], είναι δυνατή η κατάρτιση δανείου και χωρίς την πραγματική και άμεση παράδοση του δανείσματος στον οφειλέτη, όταν ο δανειστής συμφωνεί με τον οφειλέτη όπως το από άλλη αιτία οφειλόμενο χρηματικό ποσό παραμείνει σ' αυτόν ως δάνειο. Το δάνειο αυτό [συναινετικό] περιέχει τα στοιχεία του άρθρου 806 ΑΚ, αφού η προς παράδοση του δανείσματος υποχρέωση εκπληρώνεται δια της καταβολής που έχει γίνει ήδη στα χέρια του οφειλέτη.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως αυτήν προκύπτει, εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Περί τα τέλη Μαρτίου 1988, η ενάγουσα [ήδη αναιρεσίβλητη], κάτοικος Γερμανίας, με την προοπτική μελλοντικού γάμου της με τον εναγόμενο [αναιρεσείοντα] και εγκατάστασής τους στη Σκόπελο, παρέδωσε σ' αυτόν το αντίστοιχο ποσό των 7.000.000 δρχ.
σε μάρκα, με την εντολή να αγοράσει στο όνομα και για λογαριασμό της ένα οικόπεδο στη θέση ".........." στη Σκόπελο, πλην όμως αυτός εκμεταλλευόμενος τη σχέση εμπιστοσύνης που τον συνέδεε με αυτήν, ενεργώντας εν αγνοία της, και παρά την εντολή της, αγόρασε το άνω ακίνητο στο όνομά του και για δικό του λογαριασμό, καταβάλλοντας ως τίμημα το πιο πάνω χρηματικό ποσό των 7.000.000 δρχ.
Στη συνέχεια, το Μάιο του ίδιου έτους, όταν η ενάγουσα διαπίστωσε ότι η αγορά είχε γίνει στο όνομα του εναγομένου, συμφώνησαν να μεταβιβάσει ο εναγόμενος σ' αυτή το 1/2 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου, πράγμα που έγινε, και να της επιστρέψει στο μέλλον, όταν θα είχε τη σχετική δυνατότητα, ατόκως λόγω δανείου, το υπόλοιπο ποσό των 3.500.000 δρχ., που αντιστοιχούσε στην αξία του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου που παρέμεινε στη συγκυριότητα του ενάγοντος.
Ακολούθως, το θέρος του ίδιου έτους, οι διάδικοι συμφώνησαν να ανεγείρουν στο κοινό ακίνητο μικρό κτίσμα 45 τ.μ., και επειδή ο εναγόμενος στερείτο χρημάτων για την έκδοση της οικοδομικής άδειας και τις δαπάνες ανεγέρσεως, η ενάγουσα έδωσε σ' αυτόν το ποσό των 6.000.000 δρχ., προκειμένου να το διαθέσει για την ανέγερση του άνω κτίσματος, με την πρόσθετη συμφωνία ότι το μισό του ποσού αυτού, δηλαδή τα 3.000.000 δρχ.
που αντιστοιχούσαν στο ποσοστό συγκυριότητάς του στο οικόπεδο και το κτίσμα που θα ανεγειρόταν θα το επέστρεφε σ' αυτή λόγω άτοκου δανείου, στο μέλλον, όταν θα είχε τη σχετική δυνατότητα. Κατόπιν αυτών των πραγματικών παραδοχών το Εφετείο έκρινε ότι μεταξύ των διαδίκων είχαν καταρτισθεί δύο δανειακές συμβάσεις, συνολικού ποσού 6.500.000 δρχ. - Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τον ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 806 του ΑΚ, αφού, σύμφωνα με τις άνω σαφείς παραδοχές του, οι διάδικοι θέλησαν (όπως τούτο επιτρέπεται, κατά τα αναφερόμενα στην αρχή) οι οφειλές του εναγομένου προς την ενάγουσα από άλλες αιτίες [σύμβαση εντολής και συμμετοχής του στις δαπάνες ανεγέρσεως του κοινού] να οφείλονται εφεξής ως δάνειο.
Γι' αυτό ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 806 του ΑΚ, διότι οι συμβάσεις δεν είχαν το χαρακτήρα δανείου, είναι αβάσιμος.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αναφέρονται σ' αυτήν, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων όπως προκύπτει από το δικόγραφο της εφέσεώς του, δέχθηκε δε και το Εφετείο, αμφισβήτησε με αυτή μόνο το ύψος των δανείων ισχυριζόμενος ότι το πρωτοδικείο "εσφαλμένα εκτιμώντας τις αποδείξεις επιδίκασε στην αντίδικό του ποσό 6.500.000 δρχ. χωρίς να αιτιολογήσει γιατί το ποσό αυτό είναι δίκαιο να της καταβληθεί και όχι εκείνο των 3.200.000 ή 4.000.000 δρχ. το οποίο είχε συνομολογήσει". Επομένως, ο αναιρεσείων δεν πρόβαλε με την έφεσή του την αιτίαση ότι κατά το χρόνο που οχλήθηκε από την αναιρεσίβλητη για την απόδοση των δανείων δεν συνέτρεχε το περιστατικό που είχε συμφωνηθεί για το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό των δανείων, δηλαδή η ύπαρξη σχετικής οικονομικής δυνατότητάς του. Ενόψει αυτών ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε τη συνδρομή της άνω προϋπόθεσης και έτσι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 201 και 340 του ΑΚ με τη μη εφαρμογή τους, εφόσον στηρίζεται σε αιτίαση που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας με λόγο εφέσεως πρέπει να απορριφθεί κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.9.2004 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 199/2004 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα [1.170] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ