Legislator Case Law & Legislation
1417/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal on contradictory reasoning regarding prior service calculation in employment dispute.

Case Number 1417/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision in an employment dispute. The appellant argued the lower court ignored evidence of forced resignation and contained contradictory reasoning regarding the calculation of prior service years. The Court found the lower court admitted prior service for salary calculations while simultaneously stating it was not known, creating an irreconcilable contradiction that rendered the judgment unreviewable.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; When a judgment contains contradictory reasoning on a decisive issue affecting the outcome, the appeal is admissible and the judgment must be remitted for retrial.

Keywords

AI generated
contradictory reasoning prior service calculation forced resignation remittal for retrial Code of Civil Procedure employment dispute appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 335 of the Code of Civil Procedure
Article 338 of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 341 of the Code of Civil Procedure
Article 346 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1417 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1417/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Λαμπρόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ομορρύθμου Εταιρίας με την επωνυμία «..... Ο.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γαλάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/9/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 300/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2148/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/6/2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 2/2/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο πρώτος, ο δεύτερος και ο τέταρτος (κατά το πρώτο σκέλος του) λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου559 αριθ.11 περ. γ΄ ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την, από 5-7-2001 εξώδικη δήλωση του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη, με την οποία αυτός δήλωνε ότι εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση καθώς και την, από 10-6-2001 ιατρική βεβαίωση, από την οποία προκύπτει λιποθυμικό του επεισόδιο, τα οποία προσκόμισε για να αποδείξει τον ισχυρισμό του, ότι εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση από την αναιρεσίβλητη και δεν αποχώρησε οικειοθελώς από την υπηρεσία της και να στηρίξει έτσι το αίτημά του για πληρωμή σ' αυτόν αποζημίωσης απολύσεως.

Από τη βεβαίωση όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και τα έγγραφα αυτά και, επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν εξέτασε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση από ην αναιρεσίβλητη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί το Εφετείο εξέτασε τον ισχυρισμό του αυτό και τον απέρριψε ως αβάσιμο.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 στοιχ. α΄ της 51266/2955/75 απόφασης Υπουργού Απασχόλησης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ΝΔ 4020/59 «η απασχόλησις των οδηγών και των βοηθών οδηγών των τουριστικών λεωφορείων (ΠΟΥΛΜΑΝ), πλην των εκτελούντων αστικήν ή υπεραστικήν συγκοινωνίαν, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τας 13 ώρες ημερησίως και τας 72 εβδομαδιαίως.

Εις τας ώρας ταύτας συμπεριλαμβάνονται: α) ο χρόνος οδηγήσεως, όστις δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τας 8 ώρας ημερησίως ουδέ τας 48 εβδομαδιαίως. Η καθ' υπέρβασιν των 45 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι συμπληρώσεως του 48ώρου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας απασχόλησις των μισθωτών τούτων, λογίζεται ως υπερεργασία κατά την έννοια του άρθρου 659 ΑΚ..».

Με το άρθρο 6 της από 14-2-84 ΕΓΣΣΕ (ΥΑ 11770/84),ορίστηκε ότι «η διάρκεια της εβδομαδιαίας εργασίας των εργαζομένων, που απασχολούνται σε οποιοδήποτε εργοδότη με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας ορίζεται σε 40 ώρες. Οι αποδοχές των εργαζομένων, παρά τον περιορισμό των ωρών εργασίας, δεν μειώνονται..».

Κατά δε την παρ. 4 της ως άνω 51266/75 ΥΑ «δια την πέραν του 48ώρου απασχόλησιν θα καταβάλλεται το ωρομίσθιον εξευρισκόμενον δια διαιρέσεως των 6/25 του συμπεφωνημένου ή νομίμου μισθού δια του αριθμού 45 (ήδη όμως 40, με την ΥΑ 11770/84) προσαυξημένον κατά ποσοστόν: α) 25% δια τας μέχρι 60 ώρας ετησίως, β) 50% δια τας πέραν των 60 ωρών ετησίως και μέχρις 120 και γ) 75% δια τας πέραν των 120 ωρών ετησίως».

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι απαγορεύεται και είναι παράνομη η εργασία οδήγησης καθ' εαυτή των οδηγών τουριστικών λεωφορείων αυτοκινήτων που υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως ή τις 48 εβδομαδιαίως, καθώς και η εργασία γενικώς η οποία μαζί με τα διαλείμματα και διακοπές οδήγησης και τις λοιπές περιστάσεις που καθορίζονται στην ως άνω παρ. 1 της ΥΑ 51266/75, δηλαδή το χρόνο παραλαβής και παράδοσης του αυτοκινήτου και της τυχόν επισκευής του κατά τη διάρκεια της διαδρομής (στοιχεία β΄ και γ΄ αυτής της ΥΑ), υπερβαίνει τις 13 ώρες ημερησίως και τις 72 εβδομαδιαίως, ενώ η πέραν των 8 ωρών, μέχρι 13 ωρών ημερησίως και 72 εβδομαδιαίως, εργασία, που περιλαμβάνει και τις πιο πάνω άλλες, εκτός της οδήγησης, περιστάσεις είναι επιτρεπόμενη εργασία.

Εξάλλου, κατά το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη δίκη. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής:

Η αναιρεσίβλητη, η οποία διατηρεί στην Αθήνα τουριστικό γραφείο, τον Απρίλιο του έτους 1996, προσέλαβε τον αναιρεσείοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργασθεί με το σύστημα της πενθήμερης απασχόλησης, ως οδηγός τουριστικού λεωφορείου (ΠΟΥΛΜΑΝ), αντί μηνιαίων αποδοχών καθοριζομένων από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ.

Ο αναιρεσείων εργάσθηκε μέχρι τον Ιούνιο του έτους 2001,οπότε και αποχώρησε οικειοθελώς από την υπηρεσία του. Όλο το επίδικο διάστημα ο αναιρεσείων πραγματοποιούσε; Α)Κατά την τουριστική περίοδο κυρίως από Μάϊο έως Σεπτέμβριο εκάστου έτους καθώς και κατά τις περιόδους εορτών εκδρομές στο εξωτερικό, μεταφέροντας επιβάτες- τουρίστες σε διάφορες χώρες της Ευρώπης.

Οι ώρες οδήγησης του κατά τη διάρκεια των ταξειδίων δεν ξεπερνούσαν τις 6-8 ώρες κάθε ημέρα και η συνολική απασχόλησή του ενίοτε τις 12 ή 13 ώρες ημερησίως. Β) Κατά την υπόλοιπη χρονική περίοδο ο αναιρεσείων ασχολείτο με τη μεταφορά μαθητών στο «Σικιαρίδειο Ίδρυμα Απροσαρμόστων Παιδιών» στα Μελίσσια Αττικής, με τη μεταφορά εργαζομένων στην εταιρεία «ΑΦΟΙ ΦΟΥΡΛΗΣ ΑΒΕΕ», στην κάτω Κηφισιά έως το Σεπτέμβριο 1999 και από τότε στο εργοστάσιο «ΚΩΤΣΟΒΟΛΟΣ ΑΒΕΕ», στα Οινόφυτα Βοιωτίας.

Όταν ο αναιρεσείων μετέφερε μαθητές ξεκινούσε από το γκαράζ της εταιρίας στον .... στις 7.00πμ για να φθάσει στις 9 π.μ. στον προορισμό του , στάθμευε δε κατά τον ενδιάμεσο χρόνο σε ειδικό χώρο στάθμευσης. Στις 2μμ παραλάμβανε τους μαθητές για την επιστροφή τους κατέλυε δε στο γκαράζ περίπου στις 3.30 μμ η ώρα όταν και τερματιζόταν η εργασία του.

Για την μεταφορά των εργαζομένων ξεκινούσε από το γκαράζ στις 6.40 πμ περίπου και έφθανε στην Κηφισιά στις 8.00πμ περίπου. Στις 4.00μμ παραλάμβανε τους εργαζόμενους για την επιστροφή τους στις αφετηρίες και κατέλυε στο γκαράζ για τη φύλαξη του λεωφορείου στις 5.30μμ. Γ)Όταν ο αναιρεσείων μετέφερε ομάδες στα γήπεδα, ξεκινούσε την εργασία του το μεσημέρι ή το απόγευμα και περίμενε έως ότου τελειώσουν οι ομάδες τις προπονήσεις οπότε τους επέστρεφε στα ξενοδοχεία τους.

Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι η απασχόληση του αναιρεσείοντος καθ' όλο το ένδικο διάστημα κατά το πλείστο ήταν μικρότερη από 12 ώρες ημερησίως (σπανίως 13 ώρες) και δεν ξεπερνούσε τις 8 ώρες οδήγησης ημερησίως. Περαιτέρω, η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στον αναιρεσείοντα, που ήταν έγγαμος με δύο παιδιά κανονικά μηνιαίως τις προβλεπόμενες από τις ΣΣΕ αποδοχές, όπως και οσάκις πραγματοποιούσε υπερωρίες, υπερεργασία κλπ σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες αντίστοιχα κατά μήνα αποδείξεις πληρωμής στις οποίες αναλυτικά αναφέρονται κατά μήνα, τα αντίστοιχα, κατ' είδος προσφερόμενης εργασίας ποσά.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφαση το αίτημα της αγωγής για πληρωμή στον αναιρεσείοντα αμοιβής λόγω υπερωριών και υπερεργασίας. Ειδικότερα, κατά τα άνω, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν πραγματοποιούσε, κατά το πλείστον, περισσότερες ώρες οδήγησης ημερησίως από τις 8, ούτε περισσότερες από 13 ώρες ημερησίως μαζί με τις διακοπές και διαλείμματα και τις άλλες περιστάσεις και στη συνέχεια δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη κατέβαλε σ 'αυτόν αμοιβή για υπερωρίες και υπερεργασία.

΄Ετσι, όμως διέλαβε ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της υπερεργασίας και υπερωριακής εργασίας του αναιρεσείοντος. Τούτο διότι ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων δεν πραγματοποιούσε κατά το πλείστον τοιαύτη εργασία, δηλαδή, εμμέσως πλην σαφώς, ότι πραγματοποιούσε έστω και περιορισμένως ως και ότι του κατεβλήθησαν από την αντίδικόν του τα οφειλόμενα για την αιτία αυτή, εν τούτοις δεν προσδιορίζει την έστω και περιορισμένως παρασχεθείσα, ούτε και προσδιορίζει ποία εκ των αναφερομένων σε αυτόν (αναιρεσείοντα) ποσά κατεβλήθησαν για την αιτία αυτή και ποία για τις άλλες διαλαμβανόμενες στην προσβαλλομένη και, επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το ένα σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, για τον παραπάνω λόγο, είναι ουσιαστικά βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προεκτεθέν κεφάλαιο της αμοιβής για υπερωριακή εργασία και υπερεργασία.

Σύμφωνα με τις από 15-3-1996, 11-7-1997, 12-5-1998, 29-7-1999, 22-3-2000 και 12-6-2001 ΣΣΕ «Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων όλης της χώρας», η κατάταξη σε μισθολογικά κλιμάκια ειδικά για οδηγούς με πρόσληψη από1-1-1994 και μετά γίνεται με βάση την προϋπηρεσία, που έχει διανυθεί σε προηγούμενο εργοδότη, η οποία γνωστοποιείται στον εργοδότη με υπεύθυνη δήλωση του μισθωτού σε έντυπο του Ν. 1599/1986 και με τα σχετικά πιστοποιητικά προϋπηρεσίας προηγουμένων εργοδοτών.

Είναι αυτονόητο ότι οι παραπάνω διατυπώσεις για την αξίωση του μισθωτού καταβολής επιδόματος προϋπηρεσίας δεν είναι απαραίτητο να τηρηθούν, όταν η προϋπηρεσία είναι γνωστή στον εργοδότη. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, ως προς την αξίωση του αναιρεσείοντος για καταβολή επιδόματος προϋπηρεσίας, δέχθηκε τα εξής:

Ο αναιρεσείων ουδέποτε γνωστοποίησε προϋπηρεσία στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραπάνω ΣΣΕ (γνωστοποίηση με υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/86,προσκόμιση σχετικών πιστοποιητικών προϋπηρεσίας) και παρά το γεγονός ότι καθόλο το διάστημα που απασχολήθηκε στην αναιρεσίβλητη, δεν ελαμβάνετο υπόψη η κατά την κατάταξή του στα προβλεπόμενα μισθολογικά κλιμάκια επικαλούμενη προϋπηρεσία του, στο σύνολό της η οποία συνυπολογίζεται από της γνωστοποιήσεως (αλλά και σε κάθε περίπτωση ούτε και με άλλο τρόπο αποδείχθηκε ότι ρητώς γνωστοποίησε στην αναιρεσίβλητη την προϋπηρεσία του).

Κατόπιν των ανωτέρω το αίτημα του αναιρεσείοντος να συνυπολογισθεί στις αποδοχές του η προϋπηρεσία του είναι αβάσιμο. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στον αναιρεσείοντα για τα έτη 1997, 1998, 1999, 2000 και 2001 ως μηνιαίο μισθό τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά, όπου υπολογίζεται και προϋπηρεσία 7-9 ετών για τα έτη 1997 και 1998 και 10-12 ετών για τα έτη 1999, 2000 και 2001, όπως, επίσης, δέχθηκε ότι για όλες τις αξιώσεις του αναιρεσείοντος η αναιρεσίβλητη κατέβαλε σ' αυτόν τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά και έχει εξοφληθεί πλήρως.

Με όσα παραπάνω δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Συγκεκριμένα, ενώ δέχθηκε ότι δεν είχε γνωστοποιηθεί προϋπηρεσία του αναιρεσείοντος στην αναιρεσίβλητη με υπεύθυνη δήλωση ή με άλλο τρόπο και ότι, δεν ελαμβάνετο η προϋπηρεσία του υπόψη για την κατάταξή του στα προβλεπόμενα μισθολογικά κλιμάκια, στη συνέχεια δέχθηκε ότι, για τα παραπάνω έτη έλαβε μισθό με συνυπολογισμό προϋπηρεσίας και έτσι υπάρχει αμφιβολία αν δέχθηκε ότι είχε γνωστοποιηθεί ή όχι η προϋπηρεσία του αναιρεσείοντος στην αναιρεσίβλητη, αν οι διάφορες αξιώσεις του αναιρεσείοντος υπολογίσθηκαν με βάση την προϋπηρεσία του ή όχι και αν θα είχαν εξοφληθεί και με υπολογισμό της προϋπηρεσίας του ή όχι.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για τον παραπάνω λόγο, είναι ουσιαστικά βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως τα λοιπά κεφάλαιά της, εκτός από το κεφάλαιο για πληρωμή αμοιβής, λόγω πρόσθετης απασχόλησης του αναιρεσείοντος με την καθαριότητα του αυτοκινήτου, στο οποίο εργαζόταν, γιατί το σχετικό αίτημα της αγωγής απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να προσβληθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο αυτό με την κρινόμενη αναίρεση καθώς και ως προς το κεφάλαιο για πληρωμή αποζημιώσεως απολύσεως, λόγω εξαναγκασμού του αναιρεσείοντος σε παραίτηση, γιατί ο σχετικός (τρίτος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσβλήθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη του αιτήματος αυτού της αγωγής, όπως προαναφέρθηκε, κρίθηκε ως απορριπτέος.

Στη συνέχεια η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη 2148/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ως προς τα παραπάνω κεφάλαια, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ