Supreme Court allows appeal against labor court dismissal for failure to prosecute promotion due to breach of good faith.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a final labor court decision dismissing her promotion claim. The appellant argued the lower court violated the principle of good faith by failing to prosecute her promotion request against her colleagues in 2013 and 2016, and subsequently against her superior in 2016. The court found the first grounds of appeal valid, ruling that the lower court erred in not addressing these procedural failures, and remitted the case for further examination while ordering the respondent to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 663 et seq. of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that a labor court's failure to prosecute a promotion claim against a superior or colleagues, violating the principle of good faith, constitutes a valid ground for appeal requiring remittal of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1416 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1416/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. Μ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Ζερδελή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Μαθιόπουλου που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-8-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 504/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4604/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-11-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 09-11-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 863/86/03-02-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 646/2021 αίτηση αναίρεσης και τους από 12-05-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 79/03-08-2022, δια ιδίου δικογράφου, ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ.
του ΚΠολΔ ), με αριθμό 4604/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δίκασε την από 02-04-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 31199/2351/2019 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης - καθής οι πρόσθετοι λόγοι ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." κατά της εκδοθείσας, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, με αριθμό 504/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 24-08-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 568568/2062/2017 αγωγή της ενάγουσας - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείουσας - ασκούσας προσθέτους λόγους αναίρεσης, με αντικείμενο την παράλειψη προαγωγής αυτής, κατά παράβαση της αρχής της καλής πίστης, στον βαθμό του Υποδιευθυντή κατά τις επίδικες προαγωγικές κρίσεις του προσωπικού της εναγόμενης Τράπεζας.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και, αφού εξαφάνισε στο σύνολό της, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ένδικη αγωγή, εντός των ορίων που καθορίστηκαν από την έφεση, απέρριψε αυτήν, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 03-02-2021 και δεν προκύπτει η, με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 14-07-2020, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016, άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Επίσης, οι από 12-05-2022, δια ιδίου δικογράφου και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 79/03-08-2022 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ασκήθηκαν παραδεκτώς, με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στις 03-08-2022 και επίδοση αυτού, στις 30-08-2022, στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, όπως προκύπτει από τη με αριθμό ...-2022 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Μ.
Λ. Γ., ήτοι περισσότερες από τριάντα (30) ημέρες, πριν από την αναγραφόμενη στο προεισαγωγικό τμήμα της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 06-12-2022 (άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση της παρ. 2 με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α' 190). Επομένως, οι διαλαμβανόμενοι στα ως άνω δικόγραφα, που ασκήθηκαν παραδεκτώς (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ ), λόγοι αναίρεσης, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα αυτών (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με ισχύ νόμου, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια, με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία υφίσταται όταν, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης παραλείπεται η προαγωγή εργαζομένου, που καταφανώς υπερέχει, κατά τα προβλεπόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, έναντι συναδέλφου του, του οποίου προκρίνεται η προαγωγή.
Εξάλλου, στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με συμβατική ισχύ, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου, ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 201 και 207 του Α.Κ. Στις περιπτώσεις δηλαδή αυτές, η προαγωγή τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της συνδρομής των προς προαγωγή όρων και δη της ύπαρξης στο πρόσωπο του εργαζομένου των συμβατικώς προβλεπόμενων στον κανονισμό ή οργανισμό προϋποθέσεων και προσόντων προς προαγωγή.
Αν ο εργοδότης ή τα όργανά του, που ορίζονται στον κανονισμό ή οργανισμό, παρέλειψαν, αντίθετα προς την καλή πίστη, να προαγάγουν ορισμένο εργαζόμενο, μολονότι αυτός συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις και τα αναγκαία τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, η αίρεση λογίζεται ότι έχει πληρωθεί. Είναι δε αντίθετη προς την καλή πίστη ή παράλειψη προαγωγής ορισμένου υποψηφίου, αν αυτός υπερείχε καταφανώς έναντι, έστω και ενός, προκριθέντος συναδέλφου του.
Εκ τούτων καθίσταται φανερό ότι είτε εφαρμοστεί το άρθρο 281 Α.Κ. (επί κανονισμού ή οργανισμού προσωπικού με ισχύ νόμου), είτε εφαρμοστεί το άρθρο 207 Α.Κ. (επί κανονισμού ή οργανισμού με συμβατική ισχύ) ο έλεγχος της παράλειψης προαγωγής γίνεται με το ίδιο νομικό κριτήριο της αντίθεσης ή μη αυτής προς τις αρχές της καλής πίστης και, ειδικότερα, με το κριτήριο της καταφανούς ή όχι υπεροχής, ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα του παραλειφθέντος, έναντι προαχθέντος συναδέλφου του (Ολ.
Α.Π. 32/2002, Α.Π. 971/2017, Α.Π. 256/2016, Α.Π. 212/2015).
Περίπτωση καταφανούς υπεροχής του παραλειφθέντος υπαλλήλου, ως προς τα, συνολικώς εκτιμώμενα, τυπικά και ουσιαστικά, υπηρεσιακά προσόντα του, έναντι έστω και ενός εκ των προαχθέντων συναδέλφων του, συντρέχει οσάκις η περί τούτου απόφαση του εργοδοτικού οργάνου υπήρξε, κατ' αντικειμενική κρίση, καταφώρως άδικη, οσάκις δηλαδή αυτή υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια εντός των οποίων μπορεί αυτό να κινηθεί, κατά την εκτίμηση και αξιολόγηση της υπηρεσιακής απόδοσης, των προσόντων και της εν γένει συμπεριφοράς του κρινόμενου υπαλλήλου (Α.Π. 615/2018, Α.Π. 971/2017, Α.Π. 949/2010, Α.Π. 2169/2007) και όχι οσάκις η σχετική απόφαση του ανωτέρω οργάνου, θα μπορούσε, κατ' υποκειμενική κρίση, να ήταν και διαφορετική (Α.Π. 803/2015, Α.Π. 421/2010, Α.Π. 434/2010, Α.Π. 436/2009, Α.Π. 1405/2004).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της αναιρεσίβλητης ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που κυρώθηκε με το Ν. 3234/1927 προκύπτει ότι, οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της, ρυθμίζονται από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμό Βαθμολογικής και Μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει, ως εκ τούτου, συμβατική ισχύ (Ολ.
Α.Π. 27/1995). Κατά τις διατάξεις των άρθρων 10 και 12 του Οργανισμού αυτού, η προαγωγή των υπαλλήλων της από τον 3° βαθμό (του εντεταλμένου Τμηματάρχη -Προϊσταμένου) στον 2° βαθμό (του Υποδιευθυντή ), που είναι και ο καταληκτικός βαθμός στην ιεραρχία των υπαλλήλων της εν λόγω Τράπεζας, αποφασίζεται από το Γενικό Συμβούλιο αυτής κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση, μετά γνώμη του Διοικητού, όταν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις :
α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσεως, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας ενός έτους στον προηγούμενο 3° βαθμό (του Εντεταλμένου Τμηματάρχη -Προϊσταμένου ), γ) ύπαρξη προσόντων ανώτερης θέσεως, δ) επίδειξη εξαιρετικής επιδόσεως ήθους, ικανότητας και φιλεργίας, κατά την άσκηση της υπηρεσίας και ε) επίδειξη ικανότητας συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού διαθεσίμων μέσων και προσωπικού, κατά τρόπο αυξητικό του υπηρεσιακού έργου και της παραγωγικότητας των εργαζομένων.
Περαιτέρω, με την υπ' αριθ. 20/21.12.1990 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου αυτής, συμπληρώθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 12 του Οργανισμού της και θεσπίστηκαν, για τους κρινόμενους με τον βαθμό του λογιστή και άνω, από το έτος 1990 και εφεξής και άλλα προσόντα και ικανότητες, όπως γνώσεις και ικανότητα εκτελέσεως, εκτός από τις συνήθεις τραπεζικές, διοικητικές, εκτελεστικές και συναφείς εργασίες, σε άλλα περισσότερο εξειδικευμένα καθήκοντα, που αναφέρονται σε βασικές λειτουργίες της κεντρικής τράπεζας, όπως :
α] η ικανότητα διεκπεραιώσεως συγχρόνων τραπεζικών εργασιών, η γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών η ικανότητα συστηματικής παρακολούθησης και διερεύνησης των εξελίξεων της τραπεζικής αγοράς και της μη τραπεζικής αγοράς χρήματος, β] η ικανότητα να επεξεργάζονται μέτρα και ρυθμίσεις, που αναφέρονται σε θέματα νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής και λειτουργίας και προσαρμογής του πιστωτικού συστήματος, γ] η ικανότητα επεξεργασίας στατιστικών στοιχείων, δ] η γνώση και εμπειρία σε θέματα εποπτείας του πιστωτικού συστήματος και η ικανότητα άσκησης ελέγχου εφαρμογής των πιστωτικών και συναλλαγματικών κανόνων, ε] η γνώση και η ικανότητα βελτίωσης μεθόδων και διαδικασιών άσκησης αποτελεσματικής διοίκησης και βελτίωσης των μεθόδων διοίκησης και στ] η ικανότητα εκπροσώπησης της τράπεζας στο εσωτερικό και στο εξωτερικό (Α.Π. 126/2022, ΑΠ 728/2015).
Τα απαιτούμενα για την προαγωγή προσόντα, εξευρίσκονται από το, κατά το άρθρο 34 του Κανονισμού καταστάσεως των υπαλλήλων, συντασσόμενο, κάθε έτος, φύλλο ποιότητας για κάθε υπάλληλο στο οποίο αναφέρονται με λεπτομέρεια τα στοιχεία, που λαμβάνονται υπόψη, για τον προσδιορισμό της ποιότητας των υπαλλήλων (Α.Π. 1045/2018, Α.Π. 434/2010, Α.Π. 181/2008).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 27/1998 ), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας ), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (Ολ. Α.Π. 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.
Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020, Α.Π. 1388/2019 Α.Π. 1266/2017).
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν " αιτιολογία ", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 1388/2019).
Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1266/2017, Α.Π. 1420/2013).
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1388/2019 Α.Π. 573/2018, Α.Π. 967/2015). Τέλος λόγος αναίρεσης, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση, η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος, ενώ λόγος αναίρεσης, που πλήττει την αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία δεν επιστηρίζει, κατά το νόμο, το διατακτικό αυτής και έχει τεθεί πλεοναστικά και, ως εκ τούτου, εκ του περισσού, είναι αλυσιτελής και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος (Α.Π. 1096/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα - ασκούσα πρόσθετους λόγους αναίρεσης Π. Δ. Μ. στην από 24-08-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 568568/2062/2017 αγωγή της, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέθετε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα - καθής οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στις 16-08-1984, ως υπάλληλος και εξακολούθησε να υπηρετεί σε αυτήν, με το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη, τον οποίο κατέχει από 23-07-2009.
Ότι, αν και διέθετε τα ανάλογα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα προς προαγωγή στον αμέσως επόμενο βαθμό του Υποδιευθυντή, το αρμόδιο προαγωγικό όργανο της εναγομένης Τράπεζας, ενεργώντας αντίθετα από την καλή πίστη παρέλειψε να την προαγάγει στον βαθμό αυτό, κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 31ης-05-2013, άλλως και επικουρικώς της 26ης-11-2016, αντ' αυτής δε προήγαγε τους κατονομαζόμενους στην αγωγή συναδέλφους της, έναντι των οποίων αυτή υπερτερούσε καταφανώς, ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, που προήχθησαν κατά τις ανωτέρω κρίσεις του προσωπικού της και των οποίων παραθέτει αναλυτικά τα προσόντα και την υπηρεσιακή κατάσταση και εξέλιξη.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε : α) να αναγνωριστεί ότι έπρεπε να προαχθεί αναδρομικά στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 31-5-2013, άλλως επικουρικώς από 26-11-2016, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς της, λόγω της παράλειψής της αυτής, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών - περιουσιακών διαφορών (άρθρα 663 επ. του ΚΠολΔ), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 504/26-2-2019 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι η εναγομένη έπρεπε να προαγάγει την ενάγουσα στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 31-5-2013 και υποχρέωσε αυτήν να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των χιλίων (1.000,00) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή του εξόφληση.
Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 02-04-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 31199/2351/2019 έφεσης της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης - καθής οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 4604/2020 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και αφού εξαφάνισε, στο σύνολό της, την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ ), κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ένδικη αγωγή, απέρριψε αυτήν, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά : " Η ενάγουσα [ήδη αναιρεσείουσα - ασκούσα πρόσθετους λόγους αναίρεσης] προσλήφθηκε από την εναγόμενη [ήδη αναιρεσίβλητη - καθής η πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης] την 16η-8-1984, μετά από επιτυχή συμμετοχή της σε διαγωνισμό, ως υπάλληλος του λογιστικού κλάδου της και μετά από ομαλή εργασιακή πορεία προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου από 23-7-2009.
Είναι πτυχιούχος της Γερμανικής φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Ε.Κ.Π.Α., ενώ γνωρίζει, επίσης, την αγγλική γλώσσα. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου MCS "Applied Professional Studies in Education and Training" από το Πανεπιστήμιο Surrey του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και μεταπτυχιακού διπλώματος στη Διοίκηση Ανθρωπίνου (ενν.
Δυναμικού) από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Κατά την διάρκεια της θητείας της στην εναγομένη Τράπεζα και έως τις επίδικες προαγωγικές κρίσεις, είχε παρακολουθήσει σαράντα έξι (46) επιμορφωτικά σεμινάρια, όλα σχετικά με τις τραπεζικές εργασίες, οικονομικά ζητήματα, πληροφορική, ξένη γλώσσα (αγγλικά ), διοίκηση ανθρωπίνου δυναμικού, διαπραγματευτικές τεχνικές, κ.λ.π.
Με την πρόσληψή της, τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Εμπορικών Συναλλαγών με την Αλλοδαπή και συγκεκριμένα στο Τμήμα Εγκρίσεων Εισαγωγής, ενώ από 16-8-1988 εργάστηκε στο Τμήμα Ελέγχου Εισαγωγών της Ανωτέρω Διεύθυνσης. Την 24η-11-1993 τοποθετήθηκε στην Υπηρεσία Εκπαίδευσης για Τραπεζικά Θέματα του Τμήματος Επιμόρφωσης Προσωπικού της Διεύθυνσης Διοικητικού, στην οποία ανέλαβε καθήκοντα Προϊσταμένης Υπηρεσίας την 22α-1-1999.
Από 18-10-2007, διετέλεσε Αναπληρώτρια Προϊσταμένη του Τμήματος Επιμόρφωσης Προσωπικού της Διεύθυνσης Διοικητικού, ενώ την 29η-7-2009 ανέλαβε καθήκοντα Προϊσταμένης του ως άνω Τμήματος. Συμμετείχε, ως Εισηγήτρια, στην Επιτροπή Επιμόρφωσης Προσωπικού, καθώς επίσης από το έτος 2007 συμμετείχε στην επιτροπή του Ευρωσυστήματος " Human Resources Conference " (στην οποία, μετά την πρώτη από τις επίδικες προαγωγικές κρίσεις και συγκεκριμένα από 3-6-2014, ορίστηκε ως τακτικός εκπρόσωπος της εναγόμενης).
Από το έτος 2009 είναι εισηγήτρια των θεμάτων που εξετάζει η Επιτροπή Επιμόρφωσης Προσωπικού. Στις εκθέσεις αξιολόγησης, για τα κρίσιμα έτη 2010-2015 έχει βαθμολογηθεί ως εξαίρετη, ενώ δεν έχει ποτέ τιμωρηθεί πειθαρχικά. Κατά τις προαγωγές υπαλλήλων της εναγομένης, που αποφασίσθηκαν με την από 31-5-2013 (Εγκύκλιος 3, Συνεδρία 6η) απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της, μετά από πρόταση του Διοικητή και σύμφωνα με το άρθρο 12 του Οργανισμού της Εσωτερικής Υπηρεσίας και του Κανονισμού της Βαθμολογικής και Μισθολογικής τάξεως των Υπαλλήλων της, προήχθησαν στον βαθμό του Υποδιευθυντή συνολικά από τον κλάδο του Λογιστικού Ταμιακού συνολικά είκοσι (20) υπάλληλοι - συνάδελφοι της ενάγουσας Εντεταλμένοι Τμηματάρχες -Προϊστάμενοι και τρεις (3) από τον Τεχνικό Κλάδο, καθένας από τους οποίους κατέλαβε μία από τις υπάρχουσες κενές οργανικές θέσεις Υποδιευθυντή.
Πιο συγκεκριμένα, τα προσόντα των προαχθέντων συναδέλφων της, με τους οποίους αυτή συγκρίνεται, είναι τα εξής : 1) Κ. Δ.: Προσλήφθηκε άνευ εξετάσεων, ως φύλακας, στην εναγομένη στις 7-6-1983 και προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή, κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2013. Έχει πτυχίο διοίκησης επιχειρήσεων της Ανωτάτης Βιομηχανικής.
Έχει παρακολουθήσει συνολικά 25 εκπαιδευτικά σεμινάρια. Από την πρόσληψή του έως 19-6-1983, υπηρέτησε, ως υπάλληλος, στην Υπηρεσία Ασφαλείας του κεντρικού καταστήματος της Διεύθυνσης Διοικητικού, από 20-6-1983 έως 20-5-1985 υπηρέτησε, ως απλός υπάλληλος, στο Υποκατάστημα της Τραπέζης στο Βόλο, από 21-5-1985 έως 8-9-1986 επανήλθε στην Υπηρεσία Ασφαλείας του κεντρικού καταστήματος της Διεύθυνσης Διοικητικού.
Από 8-9-1986, μετά από μετάταξη στον ταμιακό κλάδο, απασχολήθηκε, ως υπάλληλος, σε διάφορα Τμήματα της Διεύθυνσης Ταμείων. Για πρώτη φορά ανέλαβε θέση ευθύνης την 8-6-2000, ως αναπληρωτής προϊστάμενος υπηρεσίας μηχανικών συστημάτων επεξεργασίας τραπεζογραμματίων του τμήματος διαλογής και καταμέτρησης της διεύθυνσης ταμείων, θέση στην οποία παρέμεινε έως την 13-2-2002.
Θέση Προϊσταμένου υπηρεσίας ανέλαβε την 14-2-2002 και δη στην Υπηρεσία Λογιστηρίου Ταμείων του τμήματος αποθεματικών και εφοδιασμού της Διεύθυνσης Ταμείων, έως την 13-2-2007. Από 14-2-2007 ανέλαβε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου τμήματος αποθεματικών και εφοδιασμού της Διεύθυνσης Ταμείων έως 6-9-2010, ενώ θέση Προϊσταμένου στο εν λόγω τμήμα ανέλαβε από 7-9-2010 έως 9-6-62013.
Σχετικά με τις ετήσιες αξιολογήσεις του, κατά την απασχόλησή του στην εναγομένη, αξιολογήθηκε στις εκάστοτε κρίσεις, κατά τα κρίσιμα, προ της επιδίκου βαθμολογικής κρίσεως, διαστήματα, ως εξής : το έτος 2010 με τελικό Μ.Ο. 99, το 2011 με 99, το 2012 με 99,24. Δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα. Η ενάγουσα ως προς αυτόν, υστερεί κατά τους 11 μήνες στη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (χρονολογία πρόσληψης ), πλην, όμως, ο εν λόγω συνάδελφός της εντάχθηκε στον ταμιακό κλάδο το 1986 με valeur από 1-1-1985 και η ίδια υπερέχει και ως την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα.
Υπερτερεί δε, και ως προς τους τίτλους μεταπτυχιακών σπουδών, την επαγγελματική επιμόρφωση και τη γνώση την ξένων γλωσσών, στη συμμετοχή σε επιτροπές στο εξωτερικό και ως προς το χρόνο έναρξης άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, ενώ είναι ισοδύναμοι στη βαθμολογία. 2) Κ. Ρ. : προσλήφθηκε από την εναγομένη την 30-11-1984.
Έχει πτυχίο μαθηματικών (1984) και έχει παρακολουθήσει συνολικά 19 εκπαιδευτικά σεμινάρια. Δεν έχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών. Από την πρόσληψή του έως 1-8-1999, ήτοι για 15 περίπου έτη, υπηρέτησε, ως απλός υπάλληλος, του Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια ήταν αποσπασμένος από 2-08-1999 έως και τις 31-05-2007 στο Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Περίθαλψης.
Από 1-06-2007 επανήλθε στο Υποκατάστημα Θεσσαλονίκης και από 7-09-2007 ανέλαβε για πρώτη φορά καθήκοντα ευθύνης ως Αναπληρωτής του Τμήματος Ταμιακών Συναλλαγών του Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης. Από 12-01-2009 έως 2-12-2009, εργάστηκε ως Προϊστάμενος του ίδιου Τμήματος. Από 3-12-2009 έως 11-06-2013, υπηρέτησε ως Προϊστάμενος του Τμήματος Αποθεματικών, Ανεφοδιασμού και Γραμματείας του Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης και από 12-06-2013 έως την άσκηση της αγωγής, υπηρετεί ως Υποδιευθυντής του υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης.
Σχετικά με τις ετήσιες αξιολογήσεις του, κατά την απασχόλησή του στην εναγομένη, αξιολογήθηκε στις εκάστοτε κρίσεις, κατά τα κρίσιμα, πριν από την επίδικη βαθμολογική κρίση διαστήματα, ως εξής : το έτος 2010 με τελικό Μ.Ο. 99,31, το έτος 2011 με τελικό Μ.Ο. 99,31 και το έτος 2012 με τελικό Μ.Ο. 99,49. Δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα.
Η ενάγουσα υπερτερεί έναντι αυτού, ως προς τη γενική και την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα, τους μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών, τη γνώση ξένων γλωσσών και την παρακολούθηση σεμιναρίων, καθώς και τη συμμετοχή σε επιτροπές στο εξωτερικό. Είναι ισοδύναμοι ως προς τη βαθμολογία. Η ενάγουσα ως προς αυτόν, υπερτερεί στη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, τους τίτλους μεταπτυχιακών σπουδών, τον αριθμό των σεμιναρίων που έχει παρακολουθήσει, τη γνώση ξένων γλωσσών. 3) Γ.
Γ. : προσλήφθηκε άνευ εξετάσεων, ως εργάτης, την 19-6-1981. Έχει πτυχίο διοίκησης επιχειρήσεων (Ο.Π.Α. 2002 ), μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στην Τραπεζική (Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο - 2016) και έχει παρακολουθήσει συνολικά 5 εκπαιδευτικά σεμινάρια. Από την πρόσληψή του έως 22-2-1988, υπηρέτησε, ως υπάλληλος, στην Υπηρεσία Αρχικλητήρα της Διεύθυνσης Διοικητικού και από 23-02-1988 έως 22-3-1990 στο Τμήμα Ταμείων στο Υποκατάστημα Πειραιά.
Από 23-3-1990 έως 17-1-1995 εργάσθηκε, ως αποσπασμένος υπάλληλος, στο Υπουργείο Προεδρίας της Κυβέρνησης, τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού και το Υπουργείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων διαδοχικά. Από 18-1-1995 έως 25-5-2005, τοποθετήθηκε ως απλός υπάλληλος, στο Τμήμα Ταμιακών Εργασιών του Υποκαταστήματος Πειραιά, αναλαμβάνοντας για πρώτη φορά την 26-5-2005 καθήκοντα ευθύνης στην Υπηρεσία Ταμιακών Συναλλαγών, ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας.
Από 13-12-2005 έως 25-05-2008, υπηρέτησε, ως Αναπληρωτής του Τμήματος Ταμιακών Συναλλαγών στη Διεύθυνση Ταμείων, αναλαμβάνοντας από 27-12-2012 καθήκοντα Υποδιευθυντή της Διεύθυνσης Ταμείων. Σχετικά με τις ετήσιες αξιολογήσεις του, κατά την απασχόλησή του στην εναγομένη, αξιολογήθηκε στις εκάστοτε κρίσεις, κατά τα κρίσιμα, πριν από την επίδικη βαθμολογική κρίση, διαστήματα, ως εξής :
το έτος 2010 με τελικό Μ.Ο. 99,00, το έτος 2011 με τελικό Μ.Ο. 99,24 και το έτος 2012 με τελικό Μ.Ο. 99,53. Δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα. Η ενάγουσα υστερεί κατά 3 μήνες, ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, αλλά υπερτερεί ως προς την ειδική αρχαιότητα και υπερτερεί έναντι αυτού, επίσης, ως προς τους τίτλους μεταπτυχιακών σπουδών, τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων που έχει παρακολουθήσει τη γνώση ξένων γλωσσών και τη συμμετοχή της σε επιτροπές στο εξωτερικό.
Ως προς τη βαθμολογία, είναι ισοδύναμοι. 4) Κ. Δ. : προσλήφθηκε, άνευ εξετάσεων, από την εναγομένη την 29-9-1994. Έχει πτυχίο ΤΕΙ Τμήματος τεχνολογίας - ηλεκτρολογίας (1985 ), δίπλωμα ηλεκτρολόγου μηχανικού και υπολογιστών (1993) και έχει παρακολουθήσει συνολικά 10 εκπαιδευτικά σεμινάρια. Την 27-1-1995 τοποθετήθηκε, ως απλός υπάλληλος, στην Υπηρεσία Ηλεκτρομηχανολογικών Μελετών και Επιβλέψεων της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών, αναλαμβάνοντας για πρώτη φορά καθήκοντα ευθύνης την 7-1-2002 έως την 14-6-2005, ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας.
Από 15-6-2005 έως 9-6-2013, υπηρέτησε, ως Προϊστάμενος του Ηλεκτρολογικού Τμήματος, στην ίδια Διεύθυνση. Σχετικά με τις ετήσιες αξιολογήσεις του, κατά την απασχόλησή του στην εναγομένη, αξιολογήθηκε στις εκάστοτε κρίσεις, κατά τα κρίσιμα, πριν από την επίδικη βαθμολογική κρίση, διαστήματα, ως εξής : το έτος 2010 με τελικό Μ.Ο. 99,94, το έτος 2011 με τελικό Μ.Ο. 100,00 και το έτος 2012 με τελικό Μ.Ο. 100,00.
Γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα σε επίπεδο First Certificate. Η ενάγουσα υπερτερεί αυτού στη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, τους τίτλους μεταπτυχιακών σπουδών, τον αριθμό σεμιναρίων, τα οποία έχει παρακολουθήσει, τη συμμετοχή σε επιτροπές στο εξωτερικό, τη γνώση της δεύτερης ξένης γλώσσας, ενώ υστερεί, ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα. 5) Π.
Π.: προσλήφθηκε από την εναγομένη την 20-1-1997. Έχει πτυχίο αρχιτεκτονικής από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (1990 ), μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών Αρχιτεκτονικής (1993 ), πιστοποιητικό παιδαγωγικών σπουδών από τη ΣΕΑΕΤΕ (1997) και έχει παρακολουθήσει συνολικά 6 εκπαιδευτικά σεμινάρια. Από την 6-2-2002 ανέλαβε για πρώτη φορά καθήκοντα ευθύνης, ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Αρχιτεκτονικών Μελετών και Επιβλέψεων του Τμήματος Μελετών και Επιβλέψεων Οικοδομικών Έργων της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών και από 9-9-2005 έως 7-1-2013 εργάστηκε ως Προϊστάμενος της ίδιας Υπηρεσίας.
Από 8-1-2013 ανέλαβε για πρώτη φορά καθήκοντα προϊσταμένου του Τμήματος Ιστορικού Αρχείου, Μουσείου και Συλλόγων της Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού και Οργάνωσης. Σχετικά με (τις) ετήσιες αξιολογήσεις του, κατά την απασχόλησή του στην εναγομένη, αξιολογήθηκε στις εκάστοτε κρίσεις, κατά τα κρίσιμα έτη, ως εξής :
το 2010 με τελικό Μ.Ο. 99,48, το 2011 με τελικό Μ.Ο. 99,70 και το 2012 με τελικό Μ.Ο. 99,76. Γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα και τη Γαλλική γλώσσα σε επίπεδο Certificat. Η ενάγουσα υπερτερεί αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, τον αριθμό των σεμιναρίων που έχει παρακολουθήσει καθώς και ως προς τη συμμετοχή σε επιτροπές του εξωτερικού, ενώ είναι ισοδύναμοι στη βαθμολογία. 6) Δ.
Α. : προσλήφθηκε από την εναγόμενη την 23-1-1995. Έχει πτυχίο οικονομικών επιστημών, μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών οικονομικής πολιτικής (διδακτορικό) και έχει παρακολουθήσει συνολικά 11 εκπαιδευτικά σεμινάρια. Από την πρόσληψή του υπηρέτησε ως υπάλληλος, χωρίς συγκεκριμένα καθήκοντα ή συγκεκριμένη Διεύθυνση.
Την 16-3-1995 τοποθετήθηκε, ως απλός υπάλληλος, στο Γραφείο Μελέτης Σχεδιασμού και Ανάπτυξης Εργασιών της Διεύθυνσης Εργασιών Δημοσίου, αναλαμβάνοντας για πρώτη φορά καθήκοντα ευθύνης από 3-1-2005 έως 29-4-2009. Από 30-4-2009 έως 18-2-2013 υπηρέτησε, ως Προϊστάμενος Τμήματος, στην ίδια Διεύθυνση και από 19-2-2013 έως σήμερα υπηρετεί, ως Προϊστάμενος, στο Τμήμα Δημοσίων Έργων.
Σχετικά με τις ετήσιες αξιολογήσεις του, κατά την απασχόλησή του στην εναγομένη, αξιολογήθηκε στις εκάστοτε κρίσεις, κατά (τα) κρίσιμα χρονικά διαστήματα, ως εξής : το 2010 με τελικό Μ.Ο. 96,11, το 2011 με τελικό Μ.Ο. 96,54 και το 2012 με τελικό Μ.Ο. 97,59. Γνωρίζει την αγγλική και τη γαλλική γλώσσα. Η ενάγουσα υπερτερεί έναντι αυτού στη γενική και την ειδική αρχαιότητα, τον αριθμό των σεμιναρίων επιμόρφωσης που έχει παρακολουθήσει, τη συμμετοχή της σε επιτροπές στο εξωτερικό, ενώ υστερεί ως προς τους τίτλους σπουδών. 7) Γ.
Γ. : προσλήφθηκε από την εναγομένη την 18-8-1980, άνευ εξετάσεων, στο βοηθητικό κλάδο, ως εργάτης. Ανήκε στο βοηθητικό προσωπικό της έως 30-12-1985. Στη συνέχεια, εντάχθηκε στον Ταμιακό κλάδο με το βαθμό του Διαχειριστή, έχει πτυχίο Θεολογίας (1993) και από 17-7-2007 είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Οργάνωση και Διοίκηση Βιομηχανικών Συστημάτων από το Πανεπιστήμιο Πειραιώς.
Έχει παρακολουθήσει συνολικά 25 εκπαιδευτικά σεμινάρια. Από την πρόσληψή του, υπηρέτησε στη Διεύθυνση Διοικητικού στην υπηρεσία αρχικλητήρα, θέση εις την οποία παρέμεινε ως 2-6-1994. Την 2-6-1994 τοποθετήθηκε, ως απλός υπάλληλος, στο Τμήμα Γραμματείας και Δημοσίων Σχέσεων της Διεύθυνσης Διοικητικού. Την 1-12-2000 ανέλαβε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Συντήρησης και Διοικητικής Μέριμνας του Τμήματος Προμηθειών της Διοίκησης Διοικητικού και από 17-7-2003 έως 21-11-2004 καθήκοντα Προϊσταμένου της ως άνω Υπηρεσίας.
Κατά το χρονικό διάστημα από 6-7-2009 έως 25-10-2010, υπηρέτησε, ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος του Τμήματος Προμηθειών της Διεύθυνσης Διοικητικού, ενώ από 26-10-2010 ανέλαβε καθήκοντα ως Προϊστάμενος του ως άνω Τμήματος. Από 20-10-2011 έως 9-6-2013, υπηρέτησε, ως Προϊστάμενος του Τμήματος Διαγωνισμών και Συμβάσεων της Διεύθυνσης Τεχνικής και Διοικητικής Υποστήριξης.
Το 2013 προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή. Σχετικά με τις ετήσιες αξιολογήσεις του, κατά την απασχόλησή του στην εναγομένη, αξιολογήθηκε στις εκάστοτε κρίσεις, κατά τα κρίσιμα διαστήματα, ως εξής : το 2010 με τελικό Μ.Ο. 98,71, το 2011 με τελικό Μ.Ο. 98,89 και το 2012 με τελικό Μ.Ο. 99,36. Δεν γνωρίζει ξένες γλώσσες. Η ενάγουσα υστερεί έναντι αυτού στη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, αλλά υπερτερεί ως προς την ειδική.
Υπερτερεί, επίσης, η ενάγουσα ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών, τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων και το 2° μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών. 8) Π. Α. : προσλήφθηκε από την εναγομένη την 26-7-1984. Έχει πτυχίο Νομικής και έχει παρακολουθήσει συνολικά 26 εκπαιδευτικά σεμινάρια. Από την πρόσληψή της υπηρέτησε ως υπάλληλος στο υποκατάστημα Πειραιά, στο Τμήμα Συναλλάγματος έως 16-2-1993.
Την 1-9-1995 τοποθετήθηκε ως αναπληρώτρια υπηρεσίας στο Τμήμα Εκδόσεων και Μεταφράσεων του Τομέα Διοίκησης της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών, θέση στην οποία παρέμεινε έως 31-7-2001. Από 1-8-2001 ανέλαβε καθήκοντα αναπληρωτή τμήματος και καθήκοντα Προϊσταμένης Τμήματος ανέλαβε την 20-5-2008 έως 9-6-2013 και δη στο Τμήμα Εκδόσεων και Μεταφράσεων του Τομέα Διοίκησης της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών.
Σχετικά με τις ετήσιες αξιολογήσεις της, κατά την απασχόλησή της στην εναγόμενη, αξιολογήθηκε στις εκάστοτε κρίσεις, κατά τα κρίσιμα έτη, ως εξής : το 2010 με τελικό Μ.Ο. 98,00, το 2011 με τελικό Μ.Ο. 98,00 και το 2012 με τελικό Μ.Ο. 99,04. Γνωρίζει άριστα την Αγγλική και τη Γαλλική γλώσσα σε επίπεδο CERTIFICAT 1. Η ενάγουσα υπερτερεί έναντι αυτής στους τίτλους μεταπτυχιακών σπουδών, την ειδική αρχαιότητα, τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων που έχει παρακολουθήσει και τη συμμετοχή της σε επιτροπές στο εξωτερικό. 9)Κ.
Κ. : προσλήφθηκε από την εναγομένη την 20-7-1984. Έχει πτυχίο του εμπορικού τμήματος της Α.Σ.Ο.Ε.Ε. (1978), μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών διοίκησης επιχειρήσεων (1982), έχει συμμετάσχει σε μία Επιτροπή εξωτερικού, με τον τίτλο "Committee on Controllin (COMCO)" και έχει παρακολουθήσει συνολικά 31 εκπαιδευτικά σεμινάρια. Από την πρόσληψή του έως 11-11-2004, υπηρέτησε ως απλός υπάλληλος της Διεύθυνσης Πληροφορικής και Οργάνωσης, Διοικητικού και Στρατηγικού Σχεδιασμού και Οργάνωσης, αναλαμβάνοντας από 12-11-2004 θέση ευθύνης, ως Αναπληρωτής του Τμήματος Μελέτης και Εφαρμογής Οδηγιών Ευρωσυστήματος και ως Προϊστάμενος του ίδιου Τμήματος από 27-1-2006.
Από 9-1-2012 έως 30-9-2012, υπηρέτησε ως Προϊστάμενος του Τμήματος Καταβολής Συντάξεων στην Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού και Οργάνωσης και από 1-10-2012 έως 9-6-2013, ως Προϊστάμενος του Τμήματος Οικονομικών Θεμάτων της ίδιας Διεύθυνσης. Σχετικά με τις ετήσιες αξιολογήσεις του, κατά τα κρίσιμα έτη (ενν. αξιολογήθηκε) ως εξής :
το 2010 με τελικό Μ.Ο. 99,00, το 2011 με τελικό Μ.Ο. 99,00 και το 2012 με τελικό Μ.Ο. 99,80. Γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα. Η ενάγουσα υπερτερεί έναντι αυτού ως προς τη γνώση της 2ης ξένης γλώσσας και το 2° μεταπτυχιακό τίτλο, καθώς και ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων που έχει παρακολουθήσει. 10) Α. Α. : προσλήφθηκε από την εναγόμενη την 16-7-1984.
Έχει πτυχίο Νομικής (1984), μεταπτυχιακό τίτλο στον τραπεζικό και οικονομικό τομέα και έχει παρακολουθήσει συνολικά 46 εκπαιδευτικά σεμινάρια. Έχει υπηρετήσει ως υπάλληλος στο τμήμα εξωτερικού Συναλλάγματος της Διεύθυνσης Συναλλάγματος, στο Γραφείο Μελετών και ανάλυσης συναλλαγματικών θεμάτων, στο τμήμα συναλλαγματικών διαθεσίμων και υποχρεώσεων, αναλαμβάνοντας για πρώτη φορά καθήκοντα ευθύνης την 5-11-1998, ως Προϊστάμενη Υπηρεσίας.
Από 20-5-2008 έως 9-8-2009 υπηρέτησε ως αναπληρώτρια προϊσταμένη τμήματος διαχείρισης κινδύνων, απόδοσης και ρευστότητας διαθεσίμων της Διεύθυνσης Χρηματοοικονομικών Δραστηριοτήτων, αναλαμβάνοντας από 10-8-2009 έως 27-1-2011 καθήκοντα Προϊσταμένης Τμήματος. Σχετικά με τις ετήσιες αξιολογήσεις της, αξιολογήθηκε κατά (τα) κρίσιμα έτη, ως εξής :
το 2010 με τελικό Μ.Ο. 96,48, το 2011 με τελικό Μ.Ο. 98,06 και το 2012 με τελικό Μ.Ο. 98,48. Δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα. Η ενάγουσα υπερτερεί έναντι αυτής στην ειδική αρχαιότητα και τη γνώση ξένων γλωσσών. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, η ενάγουσα υπερτερεί έναντι των προαναφερθέντων συνάδελφων της, οι οποίοι προήχθησαν κατά τις κρίσεις του έτους 2013 στον επίδικο βαθμό του Υποδιευθυντή, στους ήδη αναφερθέντες τομείς τυπικών προσόντων, χωρίς, όμως, να προκύπτει κατάδηλη ή καταφανής υπεροχή της έναντι αυτών.
Εξάλλου, ενώ ισχυρίζεται ότι υπερτερεί έναντι σχεδόν όλων των με αυτή συγκρινομένων, ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αυτό το οποίο αποδεικνύεται είναι η τοποθέτησή της σε θέσεις ευθύνης για τα αναφερόμενα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, τα οποία είναι, κατά περίπτωση, μεγαλύτερα, λόγω της προηγούμενης από τους συγκεκριμένους συναδέλφους της τοποθέτησής της εκεί, πράγμα που από μόνο του συνιστά τυπική υπεροχή της έναντι αυτών, όχι όμως και κατάδηλη.
Άλλωστε, αποδεικνύεται η διεκπεραίωση των αντίστοιχων καθηκόντων της επιτυχώς, δηλαδή, αυτών που είχε στις προαναφερθείσες θέσεις, χωρίς ωστόσο να αποδεικνύεται η αποτελεσματικότητά της στη συνολική αντιμετώπιση των ζητημάτων ευθύνης, σε βαθμό ανώτερο, συγκριτικά με εκείνη των εν λόγω συναδέλφων της.
Ειδικότερα, ενώ προκύπτει η υπηρεσιακή της επίδοση για όλη την περίοδο που κρίνεται για προαγωγή, λαμβανομένων κυρίως υπόψη των αξιολογήσεων στα φύλλα επίδοσης, δεν προκύπτει εάν, συγκριτικά με τους εν λόγω συναδέλφους της, υπερτερεί σε γνώσεις και ικανότητες, για εκτέλεση άλλων εξειδικευμένων καθηκόντων, που σχετίζονται με βασικές λειτουργίες Κεντρικής Τράπεζας ή/και (ότι υπερτερεί) σε δυνατότητες για ανάληψη άλλων ή ανώτερων καθηκόντων, μέσα στην ίδια υπηρεσιακή μονάδα ή σε άλλες υπηρεσιακές μονάδες, από αυτές στις οποίες υπηρέτησε, ούτε, άλλωστε, αποδεικνύεται, συγκριτικά πάντοτε μεταξύ αυτής και των άνω συγκρινομένων με αυτή συναδέλφων της, η γενική εντύπωση που προκαλεί καθένας από αυτούς μέσα στην Τράπεζα, με βάση τα στοιχεία της προσωπικότητάς του κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη σύμφωνα με το άρθρο 12 του Οργανισμού της εναγομένης στις προαγωγές από το βαθμό του Λογιστή και άνω [...].
Συνεπώς ενώ αποδεικνύεται υπεροχή της ενάγουσας έναντι των συναδέλφων της κυρίων Ρ., Γ., Δ., Π., Κ. και Α., ως προς τα προαναφερθέντα τυπικά κριτήρια και προσόντα δεν αποδεικνύεται το - κατά νόμο απαιτούμενο - καταφανές της υπεροχής αυτής, εφόσον η ουσιαστική υπεροχή της σε : α) ικανότητα να διεκπεραιώνει σύγχρονες τραπεζικές εργασίες, γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών και ικανότητας συστηματικής παρακολούθησης και διερεύνησης των εξελίξεων της τραπεζικής αγοράς και της μη τραπεζικής αγοράς χρήματος, β) ικανότητα να επεξεργάζεται μέτρα και ρυθμίσεις, που αναφέρονται σε θέματα νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής, λειτουργίας και προσαρμογής του πιστωτικού συστήματος, γ) ικανότητα επεξεργασίας στατιστικών στοιχείων, δ) γνώση και εμπειρία, σε θέματα εποπτείας του πιστωτικού συστήματος και ικανότητα ασκήσεως ελέγχου εφαρμογής των πιστωτικών και συναλλαγματικών κανόνων, ε) γνώση και ικανότητα βελτίωσης μεθόδων και διαδικασιών ασκήσεως αποτελεσματικής διοίκησης και βελτίωσης των μεθόδων διοίκησης (και όλα αυτά συγκριτικά με τους εν λόγω συναδέλφους της), παρέμεινε αναπόδεικτη ... ".
Ακολούθως, δικάζοντας την επικουρική βάση της αγωγής, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε και τα ακόλουθα : "Περαιτέρω, κατά τις προαγωγές υπαλλήλων της εναγομένης, που αποφασίστηκαν με την από 26-11-2016 (Συνεδρία 6η) απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της, μετά από πρόταση του Διοικητή και σύμφωνα με το άρθρο 12 του Οργανισμού της Εσωτερικής Υπηρεσίας και του Κανονισμού της Βαθμολογικής και Μισθολογικής τάξης των Υπαλλήλων της, προήχθησαν στον βαθμό του Υποδιευθυντή από τον κλάδο του Λογιστικού Ταμιακού συνολικά δεκαοκτώ (18) υπάλληλοι - συνάδελφοι της ενάγουσας Εντεταλμένοι Τμηματάρχες - Προϊστάμενοι και τρεις (3) από τον Τεχνικό Κλάδο, καθένας/καθεμία από τους οποίους κατέλαβε μία από τις υπάρχουσες κενές οργανικές θέσεις Υποδιευθυντή.
Πιο συγκεκριμένα, τα προσόντα των προαχθέντων συναδέλφων της, με τους οποίους αυτή συγκρίνεται, είναι τα εξής : 1) Γ. Π. : προσλήφθηκε, χωρίς διαγωνισμό, ως τεχνίτης από την εναγόμενη την 10η-3-1989 και το 1995 προήχθη σε μηχανικό Β' μετά από μετάταξη. Έχει δίπλωμα πολιτικού μηχανικού και έχει παρακολουθήσει συνολικά 11 εκπαιδευτικά σεμινάρια.
Από την πρόσληψή του έως 14-6-1989, τοποθετήθηκε, ως απλός υπάλληλος στον Τομέα Λογιστικού της Τεχνικής Υπηρεσίας της Διεύθυνσης Γενικών Υπηρεσιών και από 15-06-1989 έως 18-03-1990 απουσίασε, λόγω στράτευσης. Από 27-1-1994 έως 15-3-2010, τοποθετήθηκε ως υπάλληλος στην Υπηρεσία Στατικών Μελετών και Επιβλέψεων Οικοδομικών Έργων της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών, αναλαμβάνοντας για πρώτη φορά καθήκοντα ευθύνης την 6η -2-2002, ως Αναπληρωτής της ως άνω Υπηρεσίας.
Από 16-3-2010 έως 7-10-2013 υπηρέτησε, ως Αναπληρωτής του Μηχανολογικού Τμήματος της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών και από 8-10-2013 έως 11-1-2017, απασχολήθηκε ως Προϊστάμενος στο Τμήμα Τεχνικών Μελετών και Επιβλέψεων της Διεύθυνσης Τεχνικής και Διοικητικής Υποστήριξης. Σχετικά με τις ετήσιες αξιολογήσεις του, αξιολογήθηκε στις εκάστοτε κρίσεις, κατά τα κρίσιμα διαστήματα, ως εξής:
το 2011 με τελικό Μ.Ο. 96,36, το 2012 με τελικό Μ.Ο. 97,09, το 2013 με τελικό Μ.Ο. 99,94, το 2014 με τελικό Μ.Ο. 99,94 και το 2015 με τελικό Μ.Ο. 99,94. Δε γνωρίζει ξένη γλώσσα. Η ενάγουσα υπερτερεί, έναντι αυτού στη γενική και την ειδική αρχαιότητα, στους μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών, τον αριθμό επιμορφωτικών σεμιναρίων που έχει παρακολουθήσει και τη γνώση ξένων γλωσσών. 2) Α.
Χ.: προσλήφθηκε από την εναγομένη χωρίς διαγωνισμό την 4η-3-1985, ως φύλακας. Από 24-6-1986 εντάχθηκε στον κλάδο της ασφάλειας, όπου παρέμεινε έως το 1994. Στη συνέχεια εντάχθηκε στον Ταμιακό κλάδο, μετά από μετάταξη και με valeur από το 1991. Έχει πτυχίο οικονομικού τμήματος (1982), δεν έχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, ενώ έχει παρακολουθήσει συνολικά 10 εκπαιδευτικά σεμινάρια.
Από την πρόσληψή του έως 29-5-1994, τοποθετήθηκε, ως απλός υπάλληλος στην Υπηρεσία Ασφαλείας Κεντρικού Καταστήματος της Διεύθυνσης Διοικητικού και από 30-5-1994 έως 15-4-2007 εργάστηκε στο Τμήμα Ταμιακών Συναλλαγών της Διεύθυνσης Ταμείων. Από 16-4-2007 ανέλαβε για πρώτη (ενν. φορά) καθήκοντα ευθύνης, ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας Αγοραπωλησίας Ξένων Τραπεζογραμματίων του Τμήματος Διαχείρισης Ξένων Τραπεζογραμματίων της Διεύθυνσης Ταμείων.
Από 13-7-2009 έως 6-9-2010, εργάστηκε ως Αναπληρωτής Τμήματος Διαχείρισης Ξένων Τραπεζογραμματίων της Διεύθυνσης Ταμείων και από 7-9-2010 έως 7-4-2011, απασχολήθηκε, ως Προϊστάμενος του Τμήματος Διαχείρισης Ξένων Τραπεζογραμματίων της Διεύθυνσης Ταμείων. Από 8-4-2011 έως 12-1-2017, τοποθετήθηκε, ως Προϊστάμενος του Τμήματος Επεξεργασίας Χρηματικού της Διεύθυνσης Ταμείων και από 13-1-2017 υπηρετεί ως Υποδιευθυντής της Διεύθυνσης Ταμείων.
Σχετικά με τις ετήσιες αξιολογήσεις αξιολογήθηκε, κατά τα κρίσιμα διαστήματα, ως εξής : το 2011 με τελικό M.Ο. 99,00, το 2012 με τελικό Μ.Ο. 99,11, το 2013 με τελικό Μ.Ο. 99,24, το 2014 με τελικό Μ.Ο. 99,81 και το 2015 με τελικό Μ.Ο. 99,94. Δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα. Η ενάγουσα υπερτερεί, έναντι αυτού, στη γενική και την ειδική αρχαιότητα, τους μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών, τη γνώση ξένων γλωσσών, τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων που έχει παρακολουθήσει και την εκπροσώπηση σε επιτροπές του εξωτερικού. 3) Δ.
Β.: προσλήφθηκε από την εναγομένη την 26η -10-1998. Έχει πτυχίο μαθηματικών και πληροφορικής (1984), μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών πληροφορικής (1987) και έχει παρακολουθήσει συνολικά 15 εκπαιδευτικά σεμινάρια. Από την πρόσληψή του έως 17-1-2000, τοποθετήθηκε, ως απλός υπάλληλος, στο Τμήμα Υποστήριξης Πληροφορικών Συστημάτων της Διεύθυνσης Πληροφορικής και Οργάνωσης και από 18-1-2000 έως 29-1-2004 εργάστηκε στο Τμήμα Υποστ.
Εξοπλισμού και Λειτουργικών Συστημάτων του Τομέα Υποστήριξης Πληροφοριακών Συστημάτων της Διεύθυνσης Πληροφορικής και Οργάνωσης. Από 30-1-2004 έως 11-1-2017, τοποθετήθηκε στο Τμήμα Υποστήριξης Εξοπλισμού και Λειτουργικών Συστημάτων της Διεύθυνσης Πληροφορικής αναλαμβάνοντας για πρώτη φορά καθήκοντα ευθύνης την 30η-11-2009 έως 29-9-2013, ως Αναπληρωτής Τμήματος και από 30-9-2019 έως 11-1-2017, ως Προϊστάμενος Τμήματος.
Σχετικά με τις ετήσιες αξιολογήσεις του αξιολογήθηκε, κατά τα κρίσιμα διαστήματα, ως εξής : το 2011 με τελικό Μ.Ο. 99,18, το 2012 με τελικό Μ.Ο. 99,35, το 2013 με τελικό Μ.Ο, 99,48, το 2014 με τελικό Μ.Ο. 99,54 και το 2015 με τελικό Μ.Ο. 99,54. Γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα. Η ενάγουσα υπερτερεί έναντι αυτού στη γενική και ειδική αρχαιότητα, τη γνώση δεύτερης ξένης γλώσσας, το δεύτερο μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, τη συμμετοχή σε επιτροπές στο εξωτερικό και τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων. 4) Α.
Μ. : προσλήφθηκε από την εναγόμενη την 16-8-1984. Έχει πτυχίο διοίκησης επιχειρήσεων (1981), δεν έχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών και έχει παρακολουθήσει συνολικά 26 εκπαιδευτικά σεμινάρια. Από την πρόσληψή της, εργάζεται στη Διεύθυνση Εργασιών Δημοσίου έως 29-6-2000, ως απλή υπάλληλος, αναλαμβάνοντας για πρώτη φορά καθήκοντα ευθύνης, ως Προϊσταμένη Υπηρεσίας την 30η-6-2000.
Από 6-7-2009 έως 14-2-2013, εργάστηκε, ως Αναπληρώτρια Τμήματος, στο Τμήμα Θεματοφύλαξης και Διαχείρισης Τίτλων της Διεύθυνσης Εργασιών Δημοσίου και από 15-2-2013 έως 1-4-2014, απασχολήθηκε ως Προϊσταμένη Τμήματος στο Τμήμα Θεματοφύλαξης και Διαχείρισης Τίτλων της Διεύθυνσης Εργασιών Δημοσίου. Από 2-4-2014 έως 11-1-2017 τοποθετήθηκε, ως Προϊσταμένη Τμήματος, στο Τμήμα Θεματοφύλαξης Τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου και Υποστήριξης της Επιτροπής Ν. 3586/2007 της Διεύθυνσης Εργασιών Δημοσίου.
Σχετικά με τις ετήσιες αξιολογήσεις της, αξιολογήθηκε, κατά τα κρίσιμα διαστήματα, ως εξής: το 2010 με τελικό Μ.Ο. 92,94, το 2011 με τελικό Μ.Ο. 95,95, το 2012 με τελικό Μ.Ο. 96,46, το 2013 με τελικό Μ.Ο. 98,08, το 2014 με τελικό Μ.Ο. 98,45 και το 2015 με τελικό Μ.Ο. 99,14. Γνωρίζει την αγγλική γλώσσα. Η ενάγουσα υπερτερεί έναντι αυτής στους μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών, τη γνώση δεύτερης ξένης γλώσσας, την ειδική αρχαιότητα, τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων και τη συμμετοχή σε επιτροπές του εξωτερικού. 5) Α.
Σ. : προσλήφθηκε χωρίς διαγωνισμό την 1η -1-1991. Έχει πτυχίο μαθηματικών (1985), μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών Οικονομικού Πανεπιστημίου (2000), συμμετείχε σε δύο (2) Επιτροπές Εξωτερικού στο EURO SΥSTEM (1-9-2012) και έχει παρακολουθήσει συνολικά 41 εκπαιδευτικά σεμινάρια. Από 2-1-1991 έως 24-11-1993, τοποθετήθηκε ως απλή υπάλληλος στο Τμήμα Γραμματείας (Διοικητικού) της Διεύθυνσης Διοικητικού και από 25-11-1993 έως 10-2-2009, απασχολήθηκε σε Τμήματα της Διεύθυνσης Πληροφορικής.
Από 11-2-2009 έως 12-2-2009, υπηρέτησε στο Τμήμα Επικοινωνίας της Διεύθυνσης Διοικητικού, αναλαμβάνοντας για πρώτη φορά καθήκοντα ευθύνης 13-2-2009 έως 31-8-2009, ως Προϊσταμένη της Υπηρεσίας Δημοσίων Σχέσεων του Τμήματος Επικοινωνίας της Διεύθυνσης Διοικητικού. Από 1-9-2009 έως 11-2-2013, υπηρέτησε, ως Αναπληρώτρια Τμήματος, στην ίδια Υπηρεσία του Τμήματος Επικοινωνίας της Διεύθυνσης Διοικητικού και από 12-2-2013 έως 12-6-2014, εργάστηκε ως Προϊσταμένη στο ίδιο Τμήμα της Διεύθυνσης Διοικητικού.
Από 13-6-2014, άσκησε καθήκοντα Υποδιευθυντή στη Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού και Οργάνωσης. Σχετικά με τις ετήσιες αξιολογήσεις της, αξιολογήθηκε, κατά τα κρίσιμα έτη, ως εξής : το 2011 με τελικό Μ.Ο. 99,03 το 2012 με τελικό Μ.Ο. 99,03, το 2013 με τελικό Μ.Ο. 99,31, το 2014 με τελικό Μ.Ο. 99,53 και το 2015 με τελικό Μ.Ο, 99,71. Γνωρίζει μόνο την Αγγλική γλώσσα.
Η ενάγουσα υπερτερεί έναντι αυτής στη γενική και την ειδική αρχαιότητα, τη γνώση 2ης ξένης γλώσσας και 2ου μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών. 6) Ι. Π. : προσλήφθηκε την 16-7-1984. Έχει πτυχίο οικονομικού τμήματος (1982), μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών περιφερειακής ανάπτυξης (1994) και έχει παρακολουθήσει συνολικά 63 εκπαιδευτικά σεμινάρια.
Από την πρόσληψή του έως 12-9-1984, τοποθετήθηκε, ως απλός υπάλληλος, στο Τμήμα Ελέγχου Τραπεζών της Διεύθυνσης Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών, από 13-9-1984 έως 2-11-1987, εργάστηκε στο Τμήμα Ελέγχου Εξαγωγών της Διεύθυνσης Εμπορικών Συναλλαγών με την Αλλοδαπή, από 3-11-1987 έως 31-10-1989 απασχολήθηκε στο Τμήμα Παρακ/θησης Πιστ.
Ελέγχων Υπ/των της Διεύθυνσης Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών, από 1-11-1989 έως 5-11-1995 εργάστηκε στον Τομέα Εποπτείας Πιστωτικών Ιδρυμάτων της Διεύθυνσης Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών, από 6-11-1995 έως 29-9-2003 απασχολήθηκε στον Τομέα Εποπτείας Μεγάλων Εμπορικών Τραπεζών της Διεύθυνσης Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών.
Από 30-9-2003 έως 3-1-2010, τοποθετήθηκε στο Τμήμα Τραπεζών του Τομέα Επιτοπίου Ελέγχου της Διεύθυνσης Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος, αναλαμβάνοντας για πρώτη φορά καθήκοντα ευθύνης την 13-10-2009, ως Αναπληρωτής Τμήματος και από 4-1-2010 έως 9-12-2010, εργάστηκε ως αποσπασμένος υπάλληλος. Από 10-12-2010 έως 28-12-2011, απασχολήθηκε στο Τμήμα Τραπεζών του Τομέα Επιτόπιου Ελέγχου της Διεύθυνσης Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος.
Από 27-6-2004 έως 11-1-2017, τοποθετήθηκε, ως Προϊστάμενος Τμήματος, στο τμήμα Ελέγχων Β' της Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εποπτευόμενων Εταιρειών και από 12-1-2017 έως σήμερα υπηρετεί ως Υποδιευθυντής της Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εποπτευόμενων Εταιρειών. Σχετικά με τις ετήσιες αξιολογήσεις του, αξιολογήθηκε, κατά τα κρίσιμα διαστήματα, ως εξής :
το 2011 με τελικό Μ.Ο. 94,95, το 2012 με τελικό Μ.Ο. 9κ5,98, το 2013 με τελικό Μ.Ο. 96,50, το 2014 με τελικό Μ.Ο. 96,51 και το 2015 με τελικό Μ.Ο. 96,45. Γνωρίζει την αγγλική γλώσσα. Η ενάγουσα υπερτερεί έναντι αυτού στη γενική και την ειδική αρχαιότητα, τη γνώση δεύτερης ξένης γλώσσας και την κατοχή δεύτερου μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, καθώς και ως προς τη συμμετοχή σε επιτροπές εξωτερικού. 7) Α.
Α. : προσλήφθηκε την 13η 10-1998. Έχει πτυχίο πληροφορικής (1984), μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών πληροφορικής (1986), έχει συμμετάσχει σε μία Επιτροπή Εξωτερικού στο Ευρωσύστημα EUROSYSTEM και έχει παρακολουθήσει συνολικά 16 εκπαιδευτικά σεμινάρια. Από την πρόσληψή του έως 21-1-2007 τοποθετήθηκε ως απλός υπάλληλος στον Τομέα Εποπτείας Ελέγχου Συστημάτων Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών της Διεύθυνσης Εσωτερικής Επιθεώρησης, αναλαμβάνοντας για πρώτη φορά καθήκοντα ευθύνης την 22-1-2007, ως Αναπληρωτής του ίδιου Τμήματος και από 14-12-2012 έως 13-10-2013, ως Αναπληρωτής του Τμήματος Επιθεώρησης Συστημάτων Πληροφορικής της Διεύθυνσης Εσωτερικής Επιθεώρησης.
Από 14-10-2013 έως 10-1-2017, εργάστηκε ως Προϊστάμενος του ίδιου Τμήματος. Σχετικά με τις ετήσιες αξιολογήσεις του, αξιολογήθηκε κατά (τα) κρίσιμα διαστήματα ως εξής : το 2011 με τελικό Μ.Ο. 98,65, το 2012 με τελικό Μ.Ο. 98,78 το 2013 με τελικό Μ.Ο. 98,80, το 2014 με τελικό Μ.Ο. 98,78 και το 2015 με τελικό Μ.Ο. 98,78. Γνωρίζει την αγγλική γλώσσα.
Η ενάγουσα υπερτερεί έναντι αυτού, ως προς τη γενική και την ειδική αρχαιότητα, την κατοχή δεύτερου μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, τη γνώση δεύτερης ξένης γλώσσας και τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων. 8) Ε. Μ. - Β. : προσλήφθηκε την 1η-7-1991 και προήχθη στο βαθμό της Υποδιευθύντριας το έτος 2017. Έχει πτυχίο διοίκησης επιχειρήσεων (1985), μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών διοίκησης επιχειρήσεων (1988), έχει συμμετάσχει σε δύο (2) Επιτροπές Εξωτερικού και έχει παρακολουθήσει συνολικά 36 εκπαιδευτικά σεμινάρια.
Από την πρόσληψή της έως 29-9-2003, εργάστηκε, ως απλή υπάλληλος, στη Διεύθυνση Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών. Από 30-9-2003 έως 12-11-2009, απασχολήθηκε στο Τμήμα Εποπτείας Τραπεζών Α' Ομάδας του Α' Τομέα Ανάλυσης και Αξιολόγησης Εποπτικών Στοιχείων της Διεύθυνσης Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος. Από 13-11-2003 έως 28-12-2011, εργάστηκε ως Αναπληρώτρια στο Τμήμα Υποκαταστημάτων Αλλοδαπών Πιστωτικών Ιδρυμάτων του Α' Τομέα Ανάλυσης και Αξιολόγησης Εποπτικών Στοιχείων της Διεύθυνσης Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος και από 29-12-2011 έως 7-11-2013, απασχολήθηκε ως Αναπληρώτρια του Τμήματος Εποπτείας Καταστημάτων Άλλων Αλλοδαπών Πιστωτικών Ιδρυμάτων της Διεύθυνσης Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος.
Από 8-11-2013 έως 10-1-2017, τοποθετήθηκε ως Προϊσταμένη του Τμήματος Εποπτείας Μη Συστημ. Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Υποκ. Αλλοδαπών Πιστωτικών Ιδρυμάτων της Διεύθυνσης Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος και από 11-1 -2017 έως σήμερα υπηρετεί ως Υποδιευθύντρια της Διεύθυνσης Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος. Σχετικά με τις ετήσιες αξιολογήσεις της, αξιολογήθηκε, κατά τα κρίσιμα διαστήματα, ως εξής :
το 2011 με τελικό Μ.Ο. 97,00, το 2012 με τελικό Μ.Ο. 97,00, το 2013 με τελικό Μ.Ο. 97,00, το 2014 με τελικό Μ.Ο. 97,50 και το 2015 με τελικό Μ.Ο. 97,63. Γνωρίζει την αγγλική γλώσσα. Η ενάγουσα υπερτερεί, έναντι αυτής, ως προς τη γενική και την ειδικά αρχαιότητα, τη γνώση 2ης ξένης γλώσσας και την κατοχή 2ου μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων και τη συμμετοχή σε επιτροπές του εξωτερικού. 9) Θ.
Τ.: προσλήφθηκε άνευ εξετάσεων, στο βοηθητικό κλάδο, ως εργάτης, την 18-8-1980. Ανήκε στο βοηθητικό προσωπικό της Τράπεζας έως 30-12-1985. Στη συνέχεια εντάχθηκε στον Ταμιακό κλάδο με το βαθμό του Διαχειριστή. Έχει πτυχίο Νομικής (1986), συμμετείχε σε μία Επιτροπή Εξωτερικού στο EUROSYSTEM και έχει παρακολουθήσει 45 εκπαιδευτικά σεμινάρια.
Από την πρόσληψή του έως 28-10-1986, τοποθετήθηκε, ως απλός υπάλληλος, στην Υπηρεσία Αρχικλητήρα της Διεύθυνσης Διοικητικού, από 29-10-1986 έως 15-1-1989 απουσίασε, λόγω στράτευσης. Από 16-1-1989 έως 31-5-1989, απασχολήθηκε στο Τμήμα Ενέγγυων Πιστώσεων Δημοσίου της Διεύθυνσης Ενέγγυων Πιστώσεων και Αξιών, από 1-6-1989 έως 29-4-1993 τοποθετήθηκε στο Τμήμα Διεκπαιρ.
Πράξεων Συν/τος και Ελέγχου του Τμήματος Συναλ. και Συν. Διαθ. -Τμήμα Διαχ. Συν/τος της Διεύθυνσης Συναλλάγματος και από 30-4-1993 έως 19-7-1994, εργάστηκε στο Τμήμα Συναλλαγματικών Διαθεσίμων και Υποχρεώσεων του Τμήματος Συναλ. Και Συν. Διαθ. -Τμήμα Διαχ. Συν/τος της Διεύθυνσης Συναλλάγματος. Από 20-7-1994 έως 21-9-1980, απασχολήθηκε στο Τμήμα Συναλλάγματος και Συναλλαγματικής Πολιτικής, από 22-9-1998 έως 30-11-1999 εργάστηκε στο Τμήμα Υποστήριξης Εργασιών Συναλλάγματος και από 1-12-1999 έως 22-10-2000 τοποθετήθηκε στο Τμήμα Συναλλαγματικής Πολιτικής της Διεύθυνσης Συναλλάγματος.
Από 23-10-2000 έως 29-1-2004, τοποθετήθηκε στην Υπηρεσία Διαπρ. Συναλλ. Και Παραγ. Προϊόντων της Διεύθυνσης Συναλλάγματος, αναλαμβάνοντας για πρώτη φορά καθήκοντα ευθύνης την 7η-8-2001 ως Αναπληρωτής Υπηρεσίας και από 30-1-2004 έως 19-5-2008, εργάστηκε ως Αναπληρωτής της Υπηρεσίας Διαπραγμάτευσης Συναλλάγματος και Παράγωγων Προϊόντων του Τμήματος Πράξεων Συναλλάγματος της Διεύθυνσης Χρηματοοικονομικών Δραστηριοτήτων.
Από 20-5-2008 έως 6-1-2013, απασχολήθηκε ως Αναπληρωτής του Τμήματος Πράξεων Συναλλάγματος της Διεύθυνσης Χρηματοοικονομικών Δραστηριοτήτων και από 7-1-2013 έως 20-3-2017, υπηρέτησε ως Διευθυντής του Υποκαταστήματος Αλεξανδρούπολης. Σχετικά με τις ετήσιες αξιολογήσεις του, αξιολογήθηκε κατά τα κρίσιμα διαστήματα, ως εξής :
το έτος 2011 με τελικό Μ.Ο. 98,00, το έτος 2012 με τελικό Μ.Ο. 98,84, το έτος 2013 με τελικό Μ.Ο. 98,85, το έτος 2013 με τελικό Μ.Ο. 99,26 και το έτος 2015 με τελικό Μ.Ο. 99,33. Γνωρίζει την γαλλική γλώσσα. Η ενάγουσα υπερτερεί έναντι αυτού, ως προς την ειδική αρχαιότητα, τη γνώση δεύτερης ξένης γλώσσας, τους τίτλους μεταπτυχιακών σπουδών. 10) Ι.
Σ.: προσλήφθηκε την 9η-6-1997 και προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή το έτος 2017. Έχει πτυχίο διοίκησης επιχειρήσεων (1988), έχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών διοίκησης επιχειρήσεων (1993), έχει συμμετάσχει σε πέντε (5) Επιτροπές Εξωτερικού στο EUROSYSTEM (1-9-2012, 3-4-2013, 21-6-2013 και 6-10-2014) και έχει παρακολουθήσει συνολικά 14 εκπαιδευτικά σεμινάρια.
Από την πρόσληψή του έως 9-6-1997, τοποθετήθηκε, ως απλός υπάλληλος, στη Γενική Δύναμη Προσωπικού, από 10-06-1997 έως 7-3-2006 εργάστηκε στην Υπηρεσία Β' στο Τμήμα Στατικού Λογισμού της Διεύθυνσης Γενικού Λογιστηρίου, από 10-10-2013 έως 10-1-2017 εργάστηκε ως Προϊστάμενος του Τμήματος Κατάρτισης Οικονομικών Καταστάσεων της Διεύθυνσης Γενικού Λογιστηρίου και από 11-1-2017, υπηρετεί ως Υποδιευθυντής της Διεύθυνσης Γενικού Λογιστηρίου.
Σχετικά με τις ετήσιες αξιολογήσεις του, αξιολογήθηκε, κατά τα κρίσιμα διαστήματα, ως εξής : το 2011 με τελικό Μ.Ο. 100, το 2012 με τελικό Μ.Ο. 100,00, το 2013 με τελικό Μ.Ο. 100, το 2014 με τελικό Μ.Ο. 100,00 και το 2015 με τελικό Μ.Ο. 100. Γνωρίζει την αγγλική γλώσσα. Η ενάγουσα υπερτερεί, έναντι αυτού, ως προς τη γενική και την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα, τη γνώση δεύτερης ξένης γλώσσας και την κατοχή δεύτερου μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, καθώς και ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων. 11) Δ.
Π. : προσλήφθηκε την 25η-1-1985 και προήχθη στο βαθμό της Προϊσταμένης Τμήματος το έτος 2013. Έχει πτυχίο οικονομικών επιστημών (1982), μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τραπεζικής (2004), συμμετείχε ως αναπληρωματικό μέλος μιας Επιτροπής Εξωτερικού στο EUROSYSTEM. Από την πρόσληψή της έως 18-5-2011, απασχολήθηκε σε διάφορες υπηρεσιακές μονάδες της Διεύθυνσης Συναλλάγματος (Διεύθυνση Χρηματοοικονομικών Δραστηριοτήτων όπως μετονομάσθηκε).
Από 22-9-1998 έως 22-10-2000, τοποθετήθηκε στην Υπηρεσία Διαχ. Συν/κου Αποθεμ. Και Χρυσού της Διεύθυνσης Συναλλάγματος, αναλαμβάνοντας για πρώτη φορά καθήκοντα ευθύνης από 5-11-1998, ως Αναπληρώτρια Υπηρεσίας. Από 7-8-2001 άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας και από 20-5-2008 καθήκοντα αναπληρωτή Τμήματος. Καθήκοντα προϊσταμένης Τμήματος ανέλαβε από 19-5-2011.
Σχετικά με τις ετήσιες αξιολογήσεις της, αξιολογήθηκε, κατά τα κρίσιμα διαστήματα, ως εξής : το 2011 με τελικό Μ.Ο. 98,50, το 2012 με τελικό Μ.Ο. 98,65 το 2013 με τελικό Μ.Ο. 98,70, το 2014 με τελικό Μ.Ο. 98,75 και το 2015 με τελικό Μ.Ο. 98,88. Γνωρίζει την αγγλική και τη γαλλική γλώσσα, σε επίπεδο Lower και Certificat. Η ενάγουσα υπερτερεί έναντι αυτής στη γενική και την ειδική αρχαιότητα, ως προς την κατοχή δεύτερου μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών και τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων τα οποία έχει παρακολουθήσει. 12) Ρ.
Β. : προσλήφθηκε την 25-1-1985. Έχει πτυχίο Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της ΑΣΟΕΕ (1987) και μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τραπεζικής από το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο (2007). Δεν συμμετείχε σε καμία επιτροπή της Τράπεζας στο εξωτερικό, κατά τη διάρκεια της θητείας της. Έχει παρακολουθήσει συνολικά 28 εκπαιδευτικά σεμινάρια.
Από την πρόσληψή της έως 17-7-1994, υπηρέτησε, ως υπάλληλος σε Τμήματα της Διεύθυνσης Ενέγγυων Πιστώσεων, η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε Διεύθυνση Διεθνών Συναλλαγών. Από 18-7-1994 έως 18-3-2004, εργάσθηκε στο Ταμείο Συντάξεων προσωπικού Τράπεζας της Ελλάδος, από 19-3-2004 έως 2-11-2008 στο Ταμείο Αυτασφάλειας του προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδος και από 3-11-08 μέχρι τις κρίσεις του 2016 και πάλι στο Τμήμα Απονομής και Διαχείρισης Συντάξεων.
Από 5-11-1998 ανέλαβε για πρώτη φορά καθήκοντα αναπληρώτριας υπηρεσίας και από 20-5-2004 καθήκοντα προϊστάμενης υπηρεσίας. Καθήκοντα αναπληρώτριας Τμήματος ανέλαβε από 18-9-2006 και καθήκοντα προϊσταμένης Τμήματος από 28-12-2011. Από 13-6-2014 ανέλαβε καθήκοντα Υποδιευθυντή της Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού και Οργάνωσης.
Σχετικά με τις ετήσιες αξιολογήσεις της, αξιολογήθηκε κατά τα κρίσιμα διαστήματα, ως εξής : το 2011 με τελικό Μ.Ο. 99,35, το 2012 με τελικό Μ.Ο. 99,89, το 2013 με τελικό Μ.Ο. 100, το 2014 με τελικό Μ.Ο. 100,00 και το 2015 με τελικό Μ.Ο. 99,71. Γνωρίζει τη γαλλική γλώσσα. Η ενάγουσα υπερτερεί έναντι αυτής στη γενική και την ειδική αρχαιότητα, τη γνώση δεύτερης ξένης γλώσσας και της κατοχής δεύτερου μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, το αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων και τη συμμετοχή σε επιτροπές στο εξωτερικό. 13) Κ.
Σ. : προσλήφθηκε ως καταμετρητής την 29-4-1980 και προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή το έτος 2016. Έχει πτυχίο νομικής, κανένα μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, δεν έχει συμμετάσχει σε καμία επιτροπή της Τράπεζας στο εξωτερικό και έχει παρακολουθήσει συνολικά 39 εκπαιδευτικά σεμινάρια. Από την πρόσληψή του έως 27-2-1983, τοποθετήθηκε, ως απλός υπάλληλος, στο Τμήμα Εμπορικών Πληροφοριών της Διεύθυνσης Πιστώσεων.
Από 28-2-1983 έως 20-7-1983, τοποθετήθηκε ως υπάλληλος στο Τμήμα προεξοφλήσεων και πιστώσεων υποκαταστημάτων της Διεύθυνσης Πιστώσεων, από 30-9-1985 έως 18-12-1985, τοποθετήθηκε ως υπάλληλος στο Τμήμα Εμπορικών Πληροφοριών της Διεύθυνσης Πιστώσεων, από 19-12-1985 έως 7-2-1991, ως υπάλληλος στο Τμήμα Πιστώσεων υποκαταστημάτων της Διεύθυνσης Πιστώσεων, από 8-2-1991 έως 5-10-1992 στο Τμήμα Τραμ.
Υποεπιτρ. Βιοτεχν. Πιστώσεων της Διεύθυνσης Πιστώσεων, ως υπάλληλος και για πρώτη φορά ανέλαβε καθήκοντα ευθύνης, ως αναπληρωτής προϊστάμενος υπηρεσίας παρεμβάσεων στη χρηματαγορά του τμήματος εφαρμογής νομισματικής πολιτικής και Διεύθυνσης νομισματικής πολιτικής και τραπεζικών εργασιών, από 17-5-1993 έως 13-6-1996.
Από 14-6-1996 ανέλαβε προϊστάμενος Υπηρεσίας έως 29-7-1999. Από 30-7-1999 ανέλαβε Προϊστάμενος Τμήματος χρηματαγορών της Διεύθυνσης νομισματικής πολιτικής και τραπεζικών εργασιών έως 7-2-2000. Από 8-2-2000 και για 4 περίπου έτη, δηλαδή έως 29-1-2004 τοποθετήθηκε, ως αναπληρωτής προϊστάμενος τμήματος χρηματαγορών της Διεύθυνσης νομισματικής πολιτικής και τραπεζικών εργασιών και από 30-1-2004 έως 13-4-2006, ανέλαβε καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου στο Τμήμα εφαρμογής Νομισματικής Πολιτικής της Διεύθυνσης Χρηματοοικονομικών Δραστηριοτήτων.
Από 14-4-2006 ανέλαβε καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου στο Τμήμα εσωτερικού ελέγχου της Διεύθυνσης Χρηματοοικονομικών Δραστηριοτήτων και από 4-2-2011 ανέλαβε καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος Εσωτερικού της Διεύθυνσης Χρηματοοικονομικών Δραστηριοτήτων, θέση στην οποία παρέμεινε έως και την επίδικη προαγωγική κρίση.
Σχετικά με τις ετήσιες αξιολογήσεις του, αξιολογήθηκε, κατά τα κρίσιμα διαστήματα, ως εξής : το 2011 με τελικό Μ.Ο. 95,29, το 2012 με τελικό Μ.Ο. 98,80, το 2013 με τελικό Μ.Ο. 99,35, το 2014 με τελικό Μ.Ο. 99,41 και το 2015 με τελικό Μ.Ο. 99,59. Γνωρίζει την ιταλική. Η ενάγουσα υπερτερεί, έναντι αυτού, στη γενική και την ειδική αρχαιότητα, ως προς τη γνώση της δεύτερης ξένης γλώσσας, την κατοχή μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών, την παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων και τη συμμετοχή σε επιτροπές στο εξωτερικό.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, η ενάγουσα υπερτερεί έναντι των προαναφερθέντων συναδέλφων της, οι οποίοι προήχθησαν κατά τις κρίσεις του έτους 2016 (& 2017) στον επίδικο βαθμό του Υποδιευθυντή, στους ήδη αναφερθέντες τομείς τυπικών προσόντων, δηλαδή, κυρίως, στη γνώση δεύτερης ξένης γλώσσας, κατοχής δεύτερου μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων, που έχει παρακολουθήσει, τη συμμετοχή σε επιτροπές στο εξωτερικό και την αρχαιότητα, χωρίς όμως να προκύπτει κατάδηλη ή καταφανής υπεροχή της έναντι αυτών.
Ειδικότερα, ως προς τους μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών της ενάγουσας, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, αμφότεροι αφορούν στην εκπαίδευση και τη διοίκηση ανθρωπίνου δυναμικού, ενώ οι πιο πάνω συγκρινόμενοι με αυτή συνάδελφοί της έχουν μεταπτυχιακούς τίτλους σχετικούς με τραπεζικές εργασίας, οικονομικά νομισματικά και χρηματοοικονομικά θέματα.
Εξάλλου, ενώ ισχυρίζεται ότι υπερτερεί έναντι σχεδόν όλων των με αυτή συγκρινομένων, ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αυτό το οποίο αποδεικνύεται είναι μόνο η τοποθέτηση και η παραμονή της σε θέσεις ευθύνης, για τα αναφερόμενα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, τα οποία είναι, κατά περίπτωση, μεγαλύτερα λόγω της προηγούμενης από τους συγκεκριμένους συναδέλφους της τοποθέτησής της εκεί, πράγμα που από μόνο του συνιστά τυπική υπεροχή της έναντι αυτών, όχι όμως και κατάδηλη, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι έχει δοκιμαστεί, από το 1999 και εντεύθεν, σε τμήματα διαφορετικά από εκείνα που αφορούν σε επιμόρφωση ή διαχείριση ή πολιτική θεμάτων ανθρωπίνου δυναμικού, όπως οι ανωτέρω συνάδελφοί της, οι περισσότεροι από τους οποίους έχουν διατελέσει σε θέσεις που άπτονται της άμεσης διαχείρισης τραπεζικών εργασιών. 'Αλλωστε, αποδεικνύεται μεν η διεκπεραίωση των αντίστοιχων καθηκόντων της επιτυχώς, δηλαδή, αυτών που είχε στις προαναφερθείσες θέσεις, χωρίς, ωστόσο, να αποδεικνύεται η αποτελεσματικότητά της στη συνολική αντιμετώπιση των ζητημάτων ευθύνης σε βαθμό ανώτερο συγκριτικά με εκείνη των εν λόγω συναδέλφων της.
Ειδικότερα, ενώ προκύπτει η υπηρεσιακή της επίδοση, για όλη την περίοδο που κρίνεται για προαγωγή, λαμβανομένων κυρίως υπόψη των αξιολογήσεων στα φύλλα επίδοσης, δεν προκύπτει εάν, συγκριτικά με τους εν λόγω συναδέλφους της, υπερτερεί σε γνώσεις και ικανότητες, για εκτέλεση άλλων εξειδικευμένων καθηκόντων, μέσα στην ίδια υπηρεσιακή μονάδα ή σε άλλες υπηρεσιακές μονάδες, από αυτές στις οποίες υπηρέτησε.
Έτσι, η υπεροχή της στους πιο πάνω τομείς προσόντων δεν μπορεί να χαρακτηριστεί "κατάδηλη" ή "καταφανής" έναντι των συγκεκριμένων συναδέλφων της. Κατά νομική συνέπεια [...], η κρίση της εναγομένης να παραλείψει την ενάγουσα από τις επίδικες προαγωγές, για το βαθμό του Υποδιευθυντή, δε μπορεί να χαρακτηριστεί κατάφωρα άδικη, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι υπερβαίνει τα ακραία όρια μέσα στα οποία μπορούσε αυτή να κινηθεί, κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επίδοσης και απόδοσης της ενάγουσας ... ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε ότι δεν προέκυπτε καταφανής υπεροχή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας - ασκούσας πρόσθετους λόγους αναίρεσης, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, έναντι κανενός εκ των ως άνω προαχθέντων και προτεινομένων προς σύγκριση συναδέλφων της και ότι, συνεπώς, η κρίση του αρμοδίου Συμβουλίου της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης - καθής οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που παρέλειψε την ενάγουσα και κατά τις δύο προαγωγικές κρίσεις του έτους 2016 και 2017, στον επίδικο βαθμό του Υποδιευθυντή, δεν αδικεί αυτήν κατάφωρα και έτσι η πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή της στο βαθμό του Υποδιευθυντή, δεν εμποδίστηκε κατά παράβαση της αρχής της καλής πίστης.
Κατόπιν αυτών, το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε στο σύνολό της την τότε εκκαλουμένη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντιθέτως, αναγνωρίζοντας ότι η ενάγουσα έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό της Υποδιευθύντριας από 31-05-2013, κατά τα ειδικότερα στην απόφαση αυτή σχετικώς οριζόμενα και, αφού κράτησε την υπόθεση προς κατ' ουσίαν εκδίκαση (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της, δηλαδή ως προς την κύρια και την επικουρική βάση αυτής ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' και αριθμός 19 του ΚΠολΔ, καθώς παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, έτι δε περαιτέρω και εκ πλαγίου, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της αναιρεσίβλητης, που κυρώθηκε με το Ν. 3234/1927, του άρθρου 12 του συμβατικής ισχύος Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της Τράπεζας, όπως ίσχυε μετά τη συμπλήρωσή του με τις από 22-09-1981 και 29-02-1982 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου αυτής και την τροποποίησή του με την υπ' αριθμ. 20/21-12-1990 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας της Ελλάδος και των άρθρων 201 και 207 παρ. 1 του Α.Κ., που αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη της παρούσας και συγκεκριμένα στέρησε την απόφασή του από την αναγκαία νόμιμη βάση, καθόσον δεν παραθέτει με σαφήνεια και επάρκεια τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, ώστε να θεμελιώνεται σαφώς το διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα, αλλά διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα, περί του εάν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ενάγουσα υπερείχε ή όχι καταφανώς των άνω προαχθέντων και προταθέντων προς σύγκριση συναδέλφων της, το οποίο ασκεί ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων.
Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα της ενάγουσας, ακόμη και στα σημεία που κρίθηκε ότι ήταν, κατά περίπτωση, υπέρτερα κάποιων από τα προσόντα των αντ' αυτής προαχθέντων συναδέλφων της, δεν αρκούσαν για τη διάγνωση καταφανούς (κατάδηλης) υπεροχής στο ουσιώδες ζήτημα της προαγωγής της.
Ωστόσο, ως προς τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2013, για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων στο βαθμό του Υποδιευθυντή, ενώ δέχεται, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι αυτή υπερέχει ως προς το ουσιώδες και αποφασιστικής σημασίας κριτήριο της ανάθεσης και άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο το προσόν αυτό συνιστά τυπική και μόνο υπεροχή, όχι όμως και κατάδηλη, παραβλέποντας το γεγονός ότι η προγενέστερη ανάθεση και άσκηση καθηκόντων υποδηλώνει την εμπιστοσύνη της εργοδότριας Τράπεζας και την αναγνώριση των προσόντων και ικανοτήτων της και αποτελεί ουσιαστικό προσόν και στοιχείο ιδιάζουσας βαρύτητας στην κρίση για την προαγωγή στην κλίμακα βαθμών των υπαλλήλων της, καθόσον έχει σχέση με την γνώση και την εμπειρία του υπαλλήλου, την διοικητική δεξιότητα, την υπηρεσιακή ικανότητα, την ουσιαστική επαγγελματική καταλληλότητα αυτού στις εργασίες της Τράπεζας και την εκ τούτου ουσιαστική καταλληλότητα αυτού να αντιμετωπίσει με επιτυχία τα καθήκοντα της ανώτερης θέσης (πρβλ.
Α.Π. 618/2018, Α.Π. 1394/2004). Ομοίως, ενώ δέχεται ότι υπερέχει ως προς τους τίτλους σπουδών (ακαδημαϊκούς και ξένες γλώσσες), ως προς την εκπροσώπηση της Τράπεζας σε Επιτροπές του Ευρωσυστήματος στο εξωτερικό και στο εσωτερικό, ως προς την αρχαιότητα στην υπηρεσία και στον κατεχόμενο βαθμό, ως προς την παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων και ως προς την διεκπεραίωση των αντίστοιχων καθηκόντων της επιτυχώς, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι από τη συνολική εκτίμηση των εκατέρωθεν τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, η υπεροχή της αυτή είναι τυπική, αποδυναμώνοντας έτσι την βαρύτητα των ως άνω κριτηρίων, με αποτέλεσμα η οποιαδήποτε κρίση του αρμοδίου προαγωγικού οργάνου, να μπορεί να βασιστεί σε υποκειμενικές απόψεις αυτού.
Περαιτέρω, ως προς τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2016, ενώ δέχεται κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι η ενάγουσα υπερέχει ως προς τη γνώση δεύτερης ξένης γλώσσας, την κατοχή δεύτερου μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, κριτήριο που εκφράζει όχι μόνον ανώτερο μορφωτικό επίπεδο του κατόχου τους, αλλά και την ύπαρξη ουσιαστικών προσόντων, που δικαιολογεί την απρόσκοπτη προαγωγική εξέλιξή του και την κατοχή υπεύθυνων υψηλών θέσεων και την απορρέουσα εκ τούτου ικανότητα σε επιτελικό βαθμό (πρβλ.
Α.Π. 615/2018, Α.Π. 175/2007 ), τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων, τη συμμετοχή σε επιτροπές στο εξωτερικό και την αρχαιότητα, παραλείπει να αναφέρει και να σταθμίσει την ανάληψη υπευθύνων καθηκόντων, κριτήριο στο οποίο υπερτερεί έναντι των συγκρινομένων συναδέλφων της, παραβλέποντας το γεγονός ότι η προγενέστερη ανάθεση καθηκόντων υποδηλώνει αναγνώριση των προσόντων και ικανοτήτων της και αποτελεί ουσιαστικό προσόν και στοιχείο ιδιάζουσας βαρύτητας στις προαγωγικές κρίσεις, καθόσον έχει σχέση με την διοικητική δεξιότητα, την υπηρεσιακή ικανότητα και την ουσιαστική επαγγελματική καταλληλότητα του υπαλλήλου στις εργασίες της Τράπεζας.
Επίσης, δεν αξιολογεί συνδυαστικά την υπεροχή της ενάγουσας στο βασικό κριτήριο της ανάληψης υπευθύνων καθηκόντων νωρίτερα από τους συγκρινόμενους συναδέλφους της, με την υπεροχή της σε όλα τα άλλα κριτήρια που δέχεται ότι αυτή υπερέχει. Ομοίως, δέχεται ότι οι συγκρινόμενοι συνάδελφοί της έχουν μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών σχετικούς με τραπεζικές εργασίες, οικονομικά, νομισματικά και χρηματοοικονομικά θέματα, ενώ εκείνη διαθέτει μεταπτυχιακούς τίτλους που αφορούν στην εκπαίδευση και τη διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού, μολονότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ορισμένοι από τους αναφερεόμενους συναδέλφους της δεν είναι καν κάτοχοι μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, ενώ και το πρώτο πτυχίο ορισμένων από αυτούς δεν σχετίζεται με τα αντικείμενα τραπεζικών εργασιών.
Τέλος, ενώ δέχεται ότι υπερτερεί, έναντι των συγκρινομένων συναδέλφων της, ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, οδηγείται στο συμπέρασμα ότι δεν διαπιστώνεται καταφανής υπεροχή αυτής, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ότι έχει δοκιμαστεί από το έτος 1999 και εντεύθεν σε τμήματα διαφορετικά από εκείνα που αφορούν σε επιμόρφωση ή διαχείριση ή πολιτική θεμάτων ανθρωπίνου δυναμικού, όπως οι ανωτέρω συνάδελφοί της, οι περισσότεροι από τους οποίους έχουν διατελέσει σε θέσεις που άπτονται της άμεσης διαχείρισης τραπεζικών εργασιών, μολονότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ορισμένοι από αυτούς, απασχολήθηκαν σε ένα μόνο αντικείμενο εργασιών.
Επίσης, από τη συγκριτική αντιπαράθεση και συνεκτίμηση των εκατέρωθεν τυπικών και ουσιαστικών προσόντων και κατά τις δύο προαγωγικές κρίσεις το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραλείπει να αναφέρει τα ουσιαστικά προσόντα, βάσει των οποίων θα προέκυπτε το καταφανές ή μη της υπεροχής της ενάγουσας, σε σχέση με τους προαχθέντες συναδέλφους της και συγκεκριμένα αναφέρει ότι στα φύλλα ποιότητας της επιθεώρησής της για τα κρίσιμα έτη 2010-2015 χαρακτηρίζεται ως " εξαίρετη " υπάλληλος, παραλείπει ωστόσο να παραθέσει την ακριβή κατ' έτος βαθμολογία της, όπως αντίθετα πράττει για όλους τους συγκρινόμενους συναδέλφους της, λαμβανομένου υπόψη ότι η ποιοτική βαθμολόγηση αποτελεί επίσης, βασικό κριτήριο των προαγωγών, αφού προσδιορίζει την εργατικότητα, την υπηρεσιακή κατάρτιση, την ποσοτική και ποιοτική απόδοση, καθώς και τη διοικητική ικανότητα και δραστηριότητα και την εν γένει ουσιαστική προσφορά του υπαλλήλου, ενώ παραλείπει να αναφέρει το επίπεδο γνώσης ξένων γλωσσών της ίδιας, σε σχέση με αυτό των προαχθέντων συναδέλφων της, όσων από αυτούς γνωρίζουν ξένη γλώσσα, αλλά και το περιεχόμενο των επιμορφωτικών σεμιναρίων που αυτή, στα πλαίσια της επαγγελματικής της επιμόρφωσης και ενημέρωσης παρακολούθησε, κατά τη διάρκεια του εργασιακού της βίου.
Παράλληλα, η προσβαλλόμενη απόφαση εμπεριέχει αντιφατικές αιτιολογίες και κατά τις δύο προαγωγικές κρίσεις, καθότι ενώ δέχεται ότι η ενάγουσα έχει υπηρετήσει σε θέσεις ευθύνης νωρίτερα από τους προαχθέντες συναδέλφους της, γεγονός που υποδηλώνει την εμπιστοσύνη της τράπεζας στα προσόντα και στις ικανότητές της, στη συνέχεια, κρίνει ότι δεν αποδείχθηκε η αποτελεσματικότητά της στον χειρισμό ζητημάτων ευθύνης, σε μεγαλύτερο βαθμό από αυτούς.
Επιπλέον, ενώ δέχεται την υπεροχή της σε τίτλους σπουδών, γλωσσομάθεια, επιμόρφωση και βαθμολογία, καθώς και την ανάληψη υπεύθυνων καθηκόντων, σε χρόνο προγενέστερο εκείνου των προαχθέντων συναδέλφων της, όλως αντιφατικά δεν διέγνωσε καταφανή υπεροχή της ως προς τη συνδρομή των στοιχείων αυτών, με την αιτιολογία ότι δεν προέκυψε εάν υπερτερεί σε γνώσεις και ικανότητες για εκτέλεση εξειδικευμένων καθηκόντων που σχετίζονται με βασικές λειτουργίες της Κεντρικής Τράπεζας, μολονότι, κατά τις παραδοχές της απόφασης, διεκπεραιώνει καθήκοντα Προϊσταμένης Υπηρεσίας από την 22α-1-1999, ενώ από 18-10-2007 διετέλεσε Αναπληρώτρια Προϊσταμένη του Τμήματος Επιμόρφωσης Προσωπικού της Διεύθυνσης Διοικητικού και την 29η-7-2009 ανέλαβε καθήκοντα Προϊσταμένης του ως άνω Τμήματος.
Επίσης, ενώ δέχεται ότι η ενάγουσα υπερέχει σε σχέση με τους αναφερόμενους και προαχθέντες το έτος 2013 συναδέλφους της, κρίνει ότι δεν αποδείχθηκε το κατά νόμο απαιτούμενο καταφανές της υπεροχής της, χωρίς, ωστόσο, να δέχεται ότι υπερέχει σε σχέση με τους λοιπούς συγκρίσιμους συναδέλφους της, ώστε στη συνέχεια να εκτιμήσει εάν η υπεροχή της αυτή τυγχάνει κατάδηλη ή μη.
Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, επί του ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζητήματος της καταφανούς (πρόδηλης) ή μη υπεροχής της ενάγουσας, έναντι των κατονομαζομένων στο αναιρετήριο συναδέλφων της, που προτάθηκαν προς σύγκριση και προήχθησαν, κατά τις προαγωγικές κρίσεις των ετών 2013 και 2016 και, συνακόλουθα, της παράλειψης προαγωγής της ίδιας στον ανώτερο βαθμό της Υποδιευθύντριας, κατά τις επίδικες προαγωγικές κρίσεις, εναντίον της καλής πίστεως, ώστε να θεωρηθεί πληρωθείσα η αίρεση, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή της.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και ο πρώτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικές πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ρηθείσες διατάξεις, κρίνεται βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά παραδοχή ως βάσιμων των ως άνω λόγων αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά πλέον αλυσιτελή την εξέταση και αποδοχή των προβαλλομένων δευτέρου λόγου αναίρεσης και δευτέρου πρόσθετου λόγου, από τους αριθμούς 1 εδαφ. α ' και 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα, με τους οποίους η αναιρεσείουσα - ασκούσα πρόσθετους λόγους, προσάπτει στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο την πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 57, 59, 299 και 932 του Α.Κ., ως προς την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που προκάλεσε σ' αυτήν η παράλειψη προαγωγής της και ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού περί καταφανούς υπεροχής της και της κατάφωρα άδικης παράλειψης προαγωγής της, έναντι των συγκρινομένων συναδέλφων της, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, στη συνέχεια, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση, είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 είχε τροποποιηθεί με τα άρθρα 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 01/01/2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη - καθής οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας - ασκούσας πρόσθετους λόγους αναίρεσης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 4604/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών) το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσίβλητης - καθής οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας - ασκούσας πρόσθετους λόγους αναίρεσης, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ