Legislator Case Law & Legislation
1416/2020 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on sentencing due to more lenient law, dismissing other grounds.

Case Number 1416/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a second-instance conviction for drug trafficking. The court found that the law applicable at the time of judgment had become more lenient regarding the sentencing framework for the offense. Consequently, the court ordered a new sentencing hearing while dismissing the remainder of the appeal as lacking grounds.

Legislator headnote

AI generated

Art. 2 of the Penal Code; Art. 511 final paragraph of the Code of Criminal Procedure: When a new law becomes more lenient than the one in force at the time of the judgment, the court must apply it ex officio, ordering a new sentencing if the defendant appears.

Keywords

AI generated
more lenient law ex officio application partial remittal drug trafficking sentencing framework appeal dismissal new trial

Cited Legislation

AI generated
Art. 2 of the Penal Code
Art. 511 final paragraph of the Code of Criminal Procedure
Art. 522 of the Code of Criminal Procedure
Art. 20 of Law 4139/2013
Art. 83 of the Penal Code
Art. 83 of Law 4619/2019
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1416 / 2020 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1416/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Κωνσαντίνα Μαυρικοπούλου και Ελισάβετ Τσιρακίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 14 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου I. Z. του L., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Γρηγόριο Τσόλια, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1158/2019 αποφάσεως του Β' Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών.

Το Β' Πενταμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Νοεμβρίου 2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1707/2019.

Αφού άκουσε

Τον Εισαγγελέα, στον οποίο δόθηκε ο λόγος από την Πρόεδρο, ο οποίος αναφέρθηκε στην από 27 Νοεμβρίου 2019 κρινόμενη αίτηση, που ασκήθηκε με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 27.11.2019 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου ...2019, πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 27.11.2019 και με αριθμό γενικού πρωτοκόλλου ...27.11.2019 αίτηση - δήλωση του I. (όνομα) Z. (επώνυμο) του L. για αναίρεση της υπ' αριθμόν 1 158/20.5.2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθεί η ένδικη υπόθεση μετά την αναίρεση της υπ' αριθμόν 1111/2018 αρχικής αποφάσεως του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου από τον Άρειο Πάγο με την υπ' αριθμόν 405/2019 απόφασή του, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 4139/2013 "περί εξαρτησιογόνων ουσιών κλπ", με βάση την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, ήδη αναιρεσείων, "1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. 2.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και ιδίως η εισαγωγή, η εξαγωγή, η διαμετακόμιση, η πώληση, η αγορά, η προσφορά, η διανομή, η διάθεση, η αποστολή, η παράδοση, η αποθήκευση, η παρακατάθεση, η παρασκευή, η κατοχή, η μεταφορά, η νόθευση, η πώληση νοθευμένων ειδών μονοπωλίου ναρκωτικών ουσιών...".

Με το ανωτέρω άρθρο 20 του Ν. 4139/2013 τυποποιείται το βασικό έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο οποίο αναφέρονται ενδεικτικά- οι διάφοροι τρόποι τέλεσής του, που αποτελούν ένα μόνο έγκλημα, αν αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, περιέχεται δε μεταξύ αυτών η αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών.

Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων το ανωτέρω έγκλημα, όσον αφορά στην "αγορά" πραγματώνεται με την κατά τους όρους του άρθρου 513 του Α.Κ. μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και την, για το σκοπό αυτό, παράδοσή της από τον πωλητή στον αγοραστή, με το τίμημα που συμφωνήθηκε, όσον αφορά δε στην "κατοχή" ναρκωτικών ουσιών, πραγματώνεται με την φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών ουσιών από το δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά.

Για την υποκειμενική θεμελίωση των άνω εγκλημάτων απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει την πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση καθενός από τους τρόπους τέλεσής τους.

Περαιτέρω, κατά το εφαρμοσθέν εν προκειμένω από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο άρθρο 45 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ μέχρι 30.6.2019 που εκφράζει την έννοια της συναυτουργίας "Αν δύο η περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Αναλόγου περιεχομένου είναι και η αντίστοιχη διάταξη του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ.

Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή, ότι κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος, η σύμπραξη δε στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες ή επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται εξειδίκευση των ενεργειών καθενός συναυτουργού.

Ειδικότερα, συγκατοχή ναρκωτικών ουσιών υπάρχει, όταν υφίσταται μεταξύ των δραστών κοινός δόλος φυσικής εξουσιάσεως της συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας, η οποία να είναι σαφώς προσδιορισμένη και να υφίσταται η δυνατότητα σε όλους τους συναυτουργούς ασκήσεως της φυσικής αυτής εξουσιάσεως με τη δυνατότητα διαθέσεως και διαπιστώσεως οποτεδήποτε της υπάρξεως αυτής.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Επίσης, ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικά και κατά το είδος τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να διευκρινίζεται τί προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά ή από ποιό συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή, ούτε είναι απαραίτητη η αναλυτική παράθεση και η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν χρειάζεται να προσδιορίζεται ποιό αποδεικτικό μέσο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι το Δικαστήριο έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησής του, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ.

Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ειδικά, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης αυτού, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών.

Τέλος, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη, την οποία εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθμόν 1158/2019 αποφάσεώς του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε τον τότε πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, I. Ζ.,για παράνομη διακίνηση (αγορά, κατοχή) κατ' εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών κατά συναυτουργία> μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (μάρτυρας κατηγορίας, αναγνωσθέντα πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και εκείνης επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα υπ' αριθμόν 1111/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, καθώς και λοιπά αναγνωσθέντα έγγραφα), δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν κατά λέξη τα εξής, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος τους (παραλείπεται η νομική σκέψη) περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι στην Αθήνα, εντός του τελευταίου μήνα πριν από τη σύλληψη τους, στις 26-5-2010, ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο, με περισσότερες από μία πράξεις, αγόρασαν από άγνωστο πρόσωπο* αντί αγνώστου ποσού, ναρκωτικές ουσίες, με σκοπό την εμπορία.

Συγκεκριμένα, αγόρασαν ποσότητα κάνναβης, σε τρεις (3) νάιλον συσκευασίες συνολικού μικτού βάρους δύο χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα, δύο (2.772) γραμμαρίων. Ακόμη, στην Αθήνα, στις 26-5-2010, ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο, στις 17.00 μ.μ., κατελήφθησαν επί της συμβολής των οδών ..., εντός του, υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε., αυτοκινήτου, να κατέχουν, με σκοπό την εμπορία, ποσότητα κάνναβης σε τρεις (3) νάιλον συσκευασίες, συνολικού μικτού βάρους δύο χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα δύο (2.772) γραμμαρίων.

Ο πρώτος κατηγορούμενος I. Z. τελούσε σε γνώση ότι στο πορτ-παγκάζ του .... αυτοκινήτου, που είχε μισθώσει από εταιρεία ενοικίασης αυτοκινήτων και οδηγούσε ο ίδιος, υπήρχαν ναρκωτικές ουσίες. Εξάλλου, δεν αντέχει στη λογική να μισθώνει αυτοκίνητο και να μεταβαίνει, κατά τους ισχυρισμούς του, που προέβαλε πρωτοδίκως, να εξυπηρετήσει το δεύτερο κατηγορούμενο να παραλάβει κάποια πράγματα από έναν αθίγγανο στο Μ., για το παιδί του, ενώ μάλιστα έφερε πάνω του και τα ως άνω χρήματα τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του χρειαζόταν για να πάει τη σύζυγο του στο γιατρό.

To Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος, δεν ήταν δικό του, αλλά ήταν μισθωμένο από εταιρεία ενοικίασης αυτοκινήτων προκειμένου να μην κινήσει υποψίες με τη μεταφορά ναρκωτικών με το δικό του αυτοκίνητο. Ο δεύτερος κατηγορούμενος ομολογεί στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι μαζί με τον πρώτο κατηγορούμενο πήγαν στο Μ.

Αττικής και πήραν ναρκωτικά από κάποιο αθίγγανο για να τα πάνε στο ... και να τα παραδώσουν σε κάποιον με το όνομα T., πλησίον της οικίας του, αλλά σε έλεγχο, που έγινε, συνελήφθησαν από την Αστυνομία. Όμως, ανέφερε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν γνώριζε ότι η τσάντα που παρέλαβαν από τον αθίγγανο είχε ναρκωτικές ουσίες, ισχυρισμός που δεν αντέχει στη λογική, όπως παρακάνω αναφέρθηκε.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος είναι τοξικομανής, δεδομένου ότι ο πραγματογνώμονας - ιατρός Χ. Κ. στην, από 29-10-2010, έκθεσή του αναφέρει ότι αυτός είναι ηρωινομανής με την έννοια του άρθ. 30 παρ. 1 Ν. 3459/2006 και χρήζει θεραπευτικής μεταχείρισης. Μετά απ' αυτά πρέπει σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παραγράφου αυτής, να παύσει αυτεπαγγέλτως, οριστικά η ποινική δίωξη, για τις πράξεις της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, που τέλεσε ο δεύτερος κατηγορούμενος ως τοξικομανής, λόγω του πλημμεληματικού πλέον χαρακτήρα τους αφού από την τέλεσή τους (26-5-2010) μέχρι σήμερα έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 8ετίας και επομένως έχουν υποπέσει στην δετή παραγραφή, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Ο πρώτος κατηγορούμενος όμως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις, της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών για τις Οποίες κατηγορείται και να αναγνωριστεί σ' αυτόν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ 2α ΠΚ η οποία και πρωτοδίκως του αναγνωρίστηκε, ότι δηλαδή μέχρι το χρόνο που έγινε το έγκλημα έζησε έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Τέλος το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι ο ως άνω πρώτος κατηγορούμενος τέλεσε όντως και την πράξη της πώλησης ναρκωτικών ουσιών αφού δεν προέκυψε κανένα τέτοιο συγκεκριμένο περιστατικό που να καταδεικνύει ότι αυτός προέβη σε πωλήσεις συγκεκριμένων ποσοτήτων, σε συγκεκριμένα πρόσωπα και αντί συγκεκριμένου τιμήματος.

Πρέπει επομένως για την πράξη αυτή να κηρυχθεί αθώος όπως επίσης ορίζεται στο διατακτικό.". Στη συνέχεια, το ως άνω Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για τις αξιόποινες πράξεις της αγοράς ναρκωτικών ουσιών (κάνναβης) από κοινού με σκοπό την εμπορία, κατ' εξακολούθηση και της κατοχής ναρκωτικής ουσίας (κάνναβης) από κοινού, επίσης με σκοπό την εμπορία (ενώ για τον συγκατηγορούμενο του έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, των ιδίων πράξεων, καθόσον, μετά την αναγνώριση της ιδιότητάς τους ως τοξικομανούς, αυτές έφεραν πλημμεληματικό χαρακτήρα), μετά δε την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 1 περ.

α' του Π.Κ., του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο κατά λέξη διατακτικό: "

Κηρύσσει τον 1ο κατηγορούμενο Z. I., ένοχο, για το ότι: "Στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με περισσότερες από μια πράξεις τέλεσε, από κοινού με τον 2ο συγκατηγορούμενό του D. C. περισσότερα εγκλήματα, που τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας και χρηματικές ποινές. Ειδικότερα:

1) Στην Αθήνα, σε άγνωστους χρόνους, σε κάθε, δε περίπτωση εντός του τελευταίου μήνα πριν την σύλληψη του στις 26.5.2010, εκ προφανούς παραδρομής αναφέρεται 26.6.2010), ενεργώντας από κοινού με τον ως άνω συγκατηγορούμενό του και με κοινό δόλο, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου αδικήματος, αγόρασε από άγνωστο πρόσωπο, αντί αγνώστου ποσού, απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες, με σκοπό την εμπορία και συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο αγόρασε από άγνωστο άτομο, με σκοπό την εμπορία, ποσότητα κάνναβης, μέρος της οποίας αποτελεί η κατασχεθείσα ποσότητα κάνναβης σε τρεις (3) νάιλον συσκευασίες συνολικού μικτού βάρους δύο χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα δύο (2.772) γραμμαρίων.

2) Στην Αθήνα στις 28/5/2010 ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο με τον ως άνω συγκατηγορούμενό του, κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσίασης και της δυνατότητας να διαπιστώνει ανά πάσα στιγμή την ύπαρξη και να διαθέτει κατά τη βούληση του. με σκοπό την εμπορία, απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα, περί ώρα 17:00 κατελήφθη στον ως άνω τόπο και δη επί της συμβολής των οδών ..., εντός του, υπ' αριθμ. ..., 1ΧΕ αυτοκινήτου, να κατέχει, με σκοπό την εμπορία, ποσότητα κάνναβης σε τρεις (3) νάιλον συσκευασίες συνολικού μικτού βάρους δύο χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα δύο (2.772) γραμμαρίων.".

Με αυτές τις παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση, σε σχέση με τον αναιρεσείοντα I. Z., περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, με σκοπό την εμπορία, με τη μορφή της αγοράς και κατοχής αυτών, για τα οποία καταδικάστηκε ο παραπάνω αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των ανωτέρω εγκλημάτων, τις αποδείξεις, από τις οποίες το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 5, 12, 14, 16, 17, 18, 26 παρ Γ, 27 παρ. 1, 45, 51, 52, 53, 60, 61, 63, 74, 79, 80, 94 παρ.1, 98, 84 παρ. 2ά του Π.Κ., και άρθρα 1 παρ. 1, 2 ΠΙΝ.

Α' αρ. 6, 20 παρ. 1β', ζ', 2, 30, 34, 35, 36, 37 του ν. 3459/2006, όπως αντικαταστάθηκε με το ν. 4139/2013, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τρόπο επαρκή τα πραγματικά περιστατικά, που είναι κατά νόμο αναγκαία, για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων της κατά συναυτουργία αγοράς και κατοχής ναρκωτικής ουσίας (ινδικής κάνναβης) κατ' εξακολούθηση της πρώτης, με σκοπό την εμπορία από μη τοξικομανή, με αναφορά όλων των αναγκαίων για την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος πραγματικών περιστατικών.

Πλέον συγκεκριμένα, με τις παραδοχές του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, αιτιολογείται σαφώς η από κοινού τέλεση του αδικήματος της αγοράς ναρκωτικών ουσιών με την μετάβαση του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος με τον συγκατηγορούμενό του D. C. (για τον οποίο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής των πλημμεληματικού χαρακτήρα ιδίων αξιοποίνων πράξεων, μετά την αναγνώριση της ιδιότητας του ως τοξικομανούς), στο Μ.

Αττικής, από όπου αγόραζαν ναρκωτικές ουσίες, όπως και τη συγκεκριμένη ποσότητα των 2.772 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης, η οποία κατά το χρόνο της συλλήψεώς τους (26.5.2010), βρέθηκε τοποθετημένη στο πορτ-μπαγκάζ του υπ' αριθμόν ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και κατανεμημένη σε τρεις νάυλον συσκευασίες. Ακόμη, με την παράθεση επιπλέον πραγματικών περιστατικών στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αιτιολογείται η πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της από κοινού κατοχής της άνω ποσότητας των ναρκωτικών ουσιών και από τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, με τις παραδοχές ότι το ανωτέρω αυτοκίνητο το είχε μισθώσει από εταιρεία ενοικίασης αυτοκινήτων, μολονότι ο ίδιος διέθετε ιδιόκτητο αυτοκίνητο, προκειμένου να μην κινήσει υποψίες για την ευρισκόμενη σ' αυτό ως άνω ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών, της οποίας την ύπαρξη αναμφίβολα γνώριζε και η οποία προοριζόταν για εμπορία.

Από τις παραδοχές δε αυτές, σαφώς προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων είχε τη δυνατότητα της φυσικής εξουσίας (από κοινού με τον άνω συγκατηγορούμενό του) στην άνω ευρεθείσα στο αυτοκίνητο που οδηγούσε, και κατασχεθείσα από τους αστυνομικούς ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών, με την έννοια ότι μπορούσε ανά πάσα στιγμή να την ελέγχει και να τη διαθέτει.

Η αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως της φράσεως "... μεταφορά ναρκωτικών με το δικό του αυτοκίνητο" στην αρχή της σελίδας 17, δεν προσδίδει σ' αυτόν την επιπλέον κατηγορία για μεταφορά ναρκωτικών ουσιών, για την οποία δεν διώκεται, καθιστώντας έτσι χειρότερη τη θέση του ως κατηγορούμενου, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αλλά η λέξη "μεταφορά" χρησιμοποιήθηκε διηγηματικά κατά την παράθεση των περιστατικών σχετικά με το μέσον με το οποίο μετακινήθηκαν ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων και ο τότε συγκατηγορούμενός του, κατά την τέλεση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων.

Με βάση δε τα ως άνω δεκτά γενόμενα με τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ορθά κρίθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων ως συναυτουργός των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων και όχι ως απλός συνεργός, όπως αβάσιμα υποστηρίζει, αφού η συμμετοχική του δράση δεν περιορίσθηκε μόνο στην οδήγηση του παραπάνω αυτοκινήτου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, συνίστατο στην πραγμάτωση της όλης αντικειμενικής υποστάσεως των άνω εγκλημάτων της αγοράς και κατοχής από κοινού ναρκωτικών ουσιών, γνωρίζοντας ότι και ο συναυτουργός συγκατηγορούμενός του έπραττε με δόλο τελέσεως των ιδίων εγκλημάτων, όπως και ο ίδιος, χωρίς να απαιτείται άλλη περαιτέρω αιτιολογία για τη συναυτουργία.

Επίσης, όπως και στη μείζονα σκέψη αναφέρθηκε, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής επιεικέστερου νόμου, όσον αφορά στη διάταξη του άρθρου 45 του νέου Π.Κ. που ισχύει από 1.7.2019, αφού αυτή είναι αναλόγου περιεχομένου με την εφαρμοσθείσα εν προκειμένω αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 45 του προϊσχύσαντος μέχρι 30.6.2019 παλαιού Π.Κ.

Εξάλλου, δεν υφίσταται μεταξύ των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως οποιαδήποτε αντίφαση, με το να δεχθεί ότι βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος το χρηματικό ποσό των 2.345 ευρώ και στη συνέχεια, μετά την απαλλαγή του για την επί μέρους πράξη της από κοινού πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, για την οποία επίσης κατηγορείτο, να διατάξει την απόδοση στον ίδιο του προαναφερθέντος ποσού, αφού η εν λόγω απαλλαγή του, και η απόδοση του χρηματικού ποσού, δεν αναιρούν την κατάφαση της ενοχής του για τις λοιπές αξιόποινες πράξεις της από κοινού αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, για ,-ο τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως των οποίων απαιτείται η συνδρομή διαφορετικών πραγματικών περιστατικών.

Συνεπώς οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ., δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, για τις αξιόποινες πράξεις της από κοινού αγοράς κατ' εξακολούθηση και κατοχής ναρκωτικών ουσιών είναι αβάσιμοι.

Η, κατά τα άνω επιβαλλόμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 (ήδη 171 παρ. 2) και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής.

Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.

Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει, ειδικά, τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους (Ολ. ΑΠ 2/2005). Ισχυρισμοί, όμως, οι οποίοι αποτελούν άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλά υπερασπιστικά επιχειρήματα, δεν είναι αυτοτελείς υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια και, συνακόλουθα, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αποφανθεί επ' αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Έτσι, η άρνηση από τον κατηγορούμενο του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, που του αποδίδεται, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό αλλά άρνηση της κατηγορίας, όπως κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά της στοιχεία εξειδικεύεται στην απόφαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αιτίαση που προβάλλει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως περί αναιτιολόγητης απορρίψεως του υποβληθέντος ενώπιον του ανωτέρω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου της ουσίας ισχυρισμού του για ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της συμμετοχικής του δράσης από συναυτουργού στην αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, ως απλού συνεργού με αντίστοιχη μεταβολή της κατηγορίας είναι αβάσιμη. Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής, αλλά συνιστά άρνηση της κατηγορίας και ως εκ τούτου, το άνω Δικαστήριο της ουσίας, όπως και στη μείζονα σκέψη αναφέρθηκε, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά απάντησε με τις παραδοχές του σκεπτικού περί ενοχής και τον απέρριψε. Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, κατά τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, το ως άνω Δικαστήριο, δεν έλαβε υπόψη του και δεν απάντησε στον προβληθέντα πρωτοδίκως και λόγω της απορρίψεώς του, επαναφερθέντα με ειδικό λόγο στην έκθεση εφέσεώς του, αυτοτελή , ισχυρισμό του για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης τουάρθρου84 παρ. 2 ε' του Π.Κ.

Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν προκύπτει επαναφορά από τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα διά του συνηγόρου του, εγγράφως και με προφορική ανάπτυξη του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού και ενώπιον του ακροατηρίου του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, όπως όφειλε, ανεξαρτήτως του ότι διέλαβε αυτόν ως ειδικό λόγο στην έκθεση εφέσεως, ώστε να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας και ορθώς το εν λόγω Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με τον ισχυρισμό αυτόν.

Συνεπώς, οι προβαλλόμενες ως άνω με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις . με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο και για υπέρβαση εξουσίας, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Α' και Θ' του Κ.Π.Δ., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του κυρωθέντος με το ν. 4619/2019 ισχύοντος από 1.7.2019 (άρθρο δεύτερο) Π.Κ.: "Αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού νόμου, που ίσχυε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος, θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις.

Δηλαδή, εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από κάθε μια από αυτές.

Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο.

Έτσι αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι αν ο νόμος είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο αλλά αν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν και δεν αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς.

Προσέτι, με τη διάταξη του άρθρου 52 παρ.2 του ισχύοντος νέου ΠΚ ορίζεται ότι: "Η διάρκεια της πρόσκαιρης κάθειρξης δεν υπερβαίνει τα δέκα πέντε (15) έτη ούτε είναι κατώτερη των πέντε ετών". Η διάταξη αυτή είναι ευμενέστερη της προϊσχύσασας της παραγράφου 3 του ταυτάριθμου άρθρου 52 του ΠΚ, σύμφωνα με την οποία: "Η διάρκεια της πρόσκαιρης κάθειρξης δεν υπερβαίνει τα είκοσι έτη ούτε είναι μικρότερη από πέντε έτη", αφού προβλέπεται χαμηλότερο ανώτατο όριο ποινής κάθειρξης ήτοι δεκαπέντε έτη, έναντι της προγενέστερης διάταξης που προέβλεπε είκοσι έτη.

Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514 και 511 εδ.τελ. ΚΠΔ, προκύπτει ότι στην περίπτωση που μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς , όσον αφορά τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει και αυτεπάγγελτα, κατ' άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ, το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, η προβλεπόμενη ποινή για τις αξιόποινες πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, που θεωρούνται ως ένα έγκλημα, όταν αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, όπως στην κρινόμενη εδώ περίπτωση, τιμωρούνται με (πρόσκαιρη) κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ (άρθρο 20 ν.4139/2013).

Το πλαίσιο της ποινής (προσκαίρου) καθείρξεως με το προϊσχύσαν μέχρι 30.6.2019 νομικό καθεστώς του Π.Κ. κυμαινόταν από 5 έως 20 έτη, ενώ με το άρθρο 52 παρ.2 του ήδη ισχύοντος από 1.7.2019 (ν. 4619/2019) νέου Π.Κ., η ποινή (προσκαίρου) καθείρξεως κυμαίνεται από 5 έως 15 έτη και συνεπώς, η τελευταία αυτή διάταξη είναι ευμενέστερη έναντι της προηγούμενης που ίσχυσε με τον παλαιό Π.Κ., αφού με αυτήν προβλέπεται χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής.

Στην ένδικη υπόθεση, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών για την αξιόποινη πράξη της από κοινού αγοράς κατ' εξακολούθηση και κατοχής ναρκωτικών ουσιών (από μη τοξικομανή, θεωρούμενες ως μία πράξη), κατά την επιμέτρηση δε της επιβληθείσας ως άνω ποινής λήφθηκε υπόψη και η αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης τουάρθρου84 παρ.2 περ.

α' του Π.Κ., η οποία είχε αναγνωρισθεί και πρωτοδίκως. Το πλαίσιο της ποινής με την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης κυμαινόταν με το προϊσχύσαν μέχρι 30.6.2019 νομικό καθεστώς του Π.Κ. (άρθρο 83 περ. β' Π.Κ.) για την περίπτωση της καθείρξεως πάνω από δέκα (10) έτη από φυλάκιση δύο (2) ετών έως κάθειρξη δώδεκα (12) ετών, ενώ με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 83 εδ.

β' του ισχύοντος από 1.7.2019 Π.Κ. (ν.4619/2019) αντί για την ποινή της καθείρξεως τουλάχιστον δέκα (10) ετών, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών ή κάθειρξη έως οκτώ (8) ετών.

Συνεπώς και η τελευταία αυτή διάταξη είναι ευμενέστερη της προϊσχύσασας, αφού με αυτήν προβλέπεται κατώτερο ανώτερο όριο στην ποινή (προσκαίρου) καθείρξεως έναντι της προϊσχύσασας.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και ενόψει του ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις με βάση τις οποίες καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κατέστησαν ευμενέστερες ως προς το πλαίσιο της ποινής μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, συντρέχει νόμιμη περίπτωση αυτεπάγγελτης εφαρμογής των ευμενεστέρων αυτών διατάξεων κατ' άρθρο 2 Π.Κ. και άρθρο 511 εδ.τελ. του Κ.Π.Δ., για τυχόν νέα επιμέτρηση της ποινής από το Δικαστήριο της ουσίας, δεδομένου ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και ο αναιρεσείων εμφανίσθηκε κατά την παρούσα συζήτηση. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, και δη μόνο κατά τη διάταξή της περί επιβολής ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί αν είναι δυνατόν από τους ίδιους δικαστές και σε περίπτωση αδυναμίας από άλλους (άρθρο 522 του ΚΠΔ). Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθμόν 1158/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και δη ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινής.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο, αν είναι δυνατόν, από τους ίδιους δικαστές που δίκασαν προηγουμένως και σε περίπτωση αδυναμίας από άλλους.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την από 27.11.2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 27.1 1.2019 και έλαβε αριθμό ...27.11.2019) του Z. (επών.) I. (ον.) του L., κατοίκου ... για αναίρεση της ανωτέρω αποφάσεως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ