Supreme Court dismisses appeal against administrative seizure order due to insufficient evidence of debt notification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Government's appeal against the Evvia Court of Appeal's decision upholding an administrative seizure order. The appellant argued that the seizure lacked a valid title because the debtor had not been formally notified of the debt, whereas the debtor contended that the seizure was based on a clear debt status and a bank certificate. The court ruled that the seizure order was lawful because the debtor failed to prove they had received prior notification of the debt, thereby satisfying the legal requirements for such administrative measures.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 para. 2 of Law 356/1974; Art. 73 of Law 356/1974: An administrative seizure order requires a valid title, which includes a statement of overdue debts; the seizure is lawful if the debtor cannot prove they were notified of the debt prior to the seizure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1416 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1416/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάρι Αναστασάκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε, με την από 15/11/2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 230/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 82/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/12/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 11/5/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δεύτερου λόγων της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του τρίτου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 82/2013 απόφαση του Εφετείου Ευβοίας, η οποία εκδόθηκε επί της από 1-9-2010 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 230/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία έγινε δεκτή η από 15-11-2006 ανακοπή του αναιρεσιβλήτου. Κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 Ν.Δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 7 Ν. 4224/2013, με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν:
α) η βεβαίωση κατά το νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή, γ) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 73 παρ. 1, 2 του Ν.Δ. 356/1974: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ` ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.
Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ' ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφόσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και διά τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους:
α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν. β) Εάν το χρέος απεσβέσθη διά καταβολής ή διά συμψηφισμού κατά τας διατάξεις του άρθρου 83 του παρόντος Ν. Διατάγματος ή συνεπεία διαγραφής, αποδεικνυομένων εγγράφως. γ) Εάν επιγενομένως απεσβέσθη άλλως το χρέος του οφειλέτου, της αποσβέσεως αποδεικνυομένης εγγράφως.
δ) Εάν το χρέος παρεγράφη. ε) Εάν ο διωκόμενος ως διάδοχος του υποχρέου δεν είναι ό νόμω υπόχρεως. στ) Εάν ο διωκόμενος δεν υπόκειται εις προσωπικήν κράτησιν και ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη".
Εξάλλου, το άρθρο 4 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 5 του άρθρου 7 ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, ορίζει: "Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις".
Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 55 του π.δ. 16/1989 "Κανονισμός λειτουργίας Δ.Ο.Υ." "Για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α) ..., ε). Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες, κατά δε το άρθρο 61 του ιδίου π.δ/τος η βεβαίωση πραγματοποιείται με την καταχώριση των στοιχείων του τίτλου είσπραξης στις αντίστοιχες ενδείξεις των στηλών του διπλότυπου βιβλίου παραλαβής και βεβαίωσης εισπρακτέων εσόδων, από το οποίο παίρνει τον αύξοντα αριθμό και τη χρονολογία, η οποία είναι και της βεβαίωσης".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 ΝΔ 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου" όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ' αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.
Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.
Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξοφλήσεως του δανείου από τον οφειλέτη, αναλόγως δε και στην περίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων.
Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο εισπράξεως (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαιτήσεως του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά αυτή τίτλο εκτελέσεως. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα.
Και ναι μεν στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαιώσεως στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται αυτή από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, πλην όμως λόγω της στενής αιτιακής της σχέσεως με το νόμιμο τίτλο, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, -που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε.
η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη-, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε, η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε., στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 Κ.Ε.Δ.Ε.
σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξεως, ιδίως ενόψει της υπάρξεως περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη.
Ωστόσο, βλάβη με την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται ο οφειλέτης τόσο στην περίπτωση, που η επίδοση της ταμειακής βεβαιώσεως και της ατομικής ειδοποιήσεως συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση, που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός, με δικονομικά παραδεκτό τρόπο, τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής, και για το λόγο αυτό δεν αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαιτήσεώς του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο.
Ένα μέλος του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα ο Προεδρεύων αυτού είχε την ακόλουθη γνώμη. Λαμβανομένου υπόψη ότι στη δίκη της ανακοπής ο μεν ανακόπτων επέχει κατ' αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, αρκεί το Δημόσιο να προσκομίσει τα έγγραφα του νομίμου τίτλου προς απόδειξη της απαιτήσεώς του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, οπότε παρέχεται στον μεν οφειλέτη η δυνατότητα αμφισβητήσεως της οφειλής του στη σχετική δίκη, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της βασιμότητάς της.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε την υπόθεση κατ' ουσίαν, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 1299/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Για την εξυπηρέτηση των αγροτικών δραστηριοτήτων του, ο ανακόπτων κατάρτισε με την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος (μέσω του υποκαταστήματός της στη .....) δανειακές συμβάσεις, επί των οποίων έγιναν και ρυθμίσεις οφειλών, την αποπληρωμή δε αυτών εγγυήθηκε το καθού Ελληνικό Δημόσιο.
Λόγω της μη εξόφλησης των εν λόγω δανείων, με βάση τις καταστάσεις βεβαίωσης ληξιπρόθεσμων οφειλών, που συνέταξε ο αρμόδιος υπάλληλος της ..., και τους υπ' αρ. 27 και 33/2006 χρηματικούς καταλόγους, εξεδόθησαν οι αντίστοιχες τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις Βεβαίωσης Φόρου της ... (Κατάστημα ...., που απεστάλησαν προς τη ΔΟΥ .....
για βεβαίωση. Ακολούθως, εκδόθηκαν από την Προϊσταμένη της ΔΟΥ .... οι υπ' αρ. 499/20-1-2006 και 1421/20-2-2006 ταμειακές βεβαιώσεις για τα ποσά των 132.902,53 ευρώ και 5.850,79 ευρώ αντίστοιχα σε βάρος του ανακόπτοντος, ως υπόχρεου από την κατάπτωση εγγύησης του καθού Ελληνικού Δημοσίου, που υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα της ....
Εν συνεχεία, για τα ανωτέρω χρέη απεστάλησαν στον ανακόπτοντα οι υπ' αρ. ....32/1- 2-2006 και ....72/1-3-2006 ατομικές ειδοποιήσεις χρεών, για τα ποσά των 132.902,53 ευρώ και 5.850,79 ευρώ αντίστοιχα. Περαιτέρω, για τα ανωτέρω χρέη, κατόπιν της από 18-7-2006 έγγραφης παραγγελίας της Προϊσταμένης της ΔΟΥ ....., σύμφωνα με το άρθρο 39 ΚΕΔΕ και δυνάμει της υπ' αρ. .....72/18-10-2006 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Ε.
Α. Π., επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση στο 1/3 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου, ιδιοκτησίας του ανακόπτοντος και δη ενός κληροτεμαχίου με αριθμό 415 Α' Κατηγορίας, κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., εκτάσεως 2.300 τ.μ, που συνορεύει γύρωθεν με δρόμο, με αγροτεμάχιο Α. Ι., κληρονόμους Γ. και ιδιοκτησία Α.
και Ι. Μ.. Ωστόσο στην ανωτέρω προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ...21/20-2-2006 ταμειακή βεβαίωση (ως προς την οποία και μόνον παραπονείται πλέον το εκκαλούν, όπως προαναφέρθηκε), αλλά και στον αντίστοιχο χρηματικό κατάλογο, αναφέρεται ως είδος φόρου ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΧΚΕΕΔ και αναγράφεται μόνο το ανωτέρω συνολικό ποσό της οφειλής, χωρίς ουδεμία περαιτέρω εξειδίκευση, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής.
Επομένως με την ανωτέρω εγγραφή ως είδος φόρου δεν προσδιορίζεται η αιτία της οφειλής, ενώ με την αναγραφή του συνολικά οφειλόμενου ποσού δεν εξειδικεύεται ο τρόπος υπολογισμού της. Από την έλλειψη των παραπάνω στοιχείων στη βεβαίωση αυτή, ο ανακόπτων, ο οποίος αρνείται το ύψος της οφειλής, δεν μπορεί να ελέγξει αυτήν, υφιστάμενος βλάβη, η οποία δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλον τρόπο, παρά με την ακύρωση της εν λόγω αόριστης ταμειακής βεβαίωσης.
Το καθ' ου η ανακοπή ισχυρίζεται ότι το ύψος της οφειλής, που βεβαιώθηκε σε βάρος του ανακόπτοντος με την εν λόγω ταμειακή βεβαίωση, προσδιορίζεται αναλυτικά κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα στη κατάσταση ληξιπρόθεσμων οφειλών της ...., που μετ' επικλήσεως προσκομίζει, στην οποία αναγράφεται το συνολικό ποσόν του δανείου, ο χρόνος λήξης της δόσης, το χρεολύσιο, οι τόκοι της δόσης, το σύνολο της δόσης, οι τόκοι υπερημερίας και οι λοιπές επιβαρύνσεις, και το σύνολο της βεβαιωμένης οφειλής.
Η κατάσταση δε αυτή, κατά τους ισχυρισμούς του, μαζί με την ταμειακή βεβαίωση συγκροτούν τον τίτλο, βάσει του οποίου το καθού η ανακοπή επέσπευσε την επίδικη διοικητική εκτέλεση σε βάρος του ανακόπτοντος, και ως εκ τούτου ο τίτλος ήταν πλήρως ορισμένος και νόμιμος. Ωστόσο, όπως το ίδιο το καθού η ανακοπή ισχυρίζεται στις προτάσεις του, την ως άνω κατάσταση ληξιπρόθεσμων οφειλών με αντίγραφα της σχετικής καρτέλας του δανείου, απέστειλε η ...., με περιληπτική κατάσταση βεβαίωσης της οφειλής, προς τη ΔΟΎ ...., προκειμένου να πληρωθεί το ποσόν αυτής από το καθ' ου η ανακοπή, Ελληνικό Δημόσιο, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης που είχε παράσχει.
Το καθ' ου η ανακοπή δε, δεν επικαλέσθηκε ούτε προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι είχε κοινοποιήσει ή γνωστοποιήσει με άλλο νόμιμο τρόπο στον ανακόπτοντα τα ως άνω έγγραφα, που επικαλέσθηκε". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.) και 61 του π.δ. 16/1989, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ., κατ' εκτίμηση, μόνο 1 ΚΠολΔ ότι δηλαδή από τα έγγραφα, που προσκομίσθηκαν το πρώτον κατά τη συζήτηση της ανακοπής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προκύπτει με σαφήνεια το είδος του εσόδου (εκχωρήσεις από απαιτήσεις δανείων της ...), η αιτία της οφειλής (πίστωση αλληλόχρεου λογαριασμού), ενώ αναφέρεται και το συνολικό ύψος της οφειλής, τα δε επιμέρους κονδύλια του χρέους (κεφάλαιο, χρεολύσιο, τόκοι υπερημερίας και λοιπές επιβαρύνσεις) προκύπτουν από το χρηματικό κατάλογο και τα συνοδευτικά αυτού έγγραφα, και συνεπώς ο μεν αναιρεσίβλητος - οφειλέτης είχε τη δυνατότητα αμφισβητήσεως της οφειλής του στη σχετική δίκη, το δε δικαστήριο τη δυνατότητα ελέγχου της βασιμότητάς της, είναι αβάσιμα.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με επαρκείς αιτιολογίες, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ήτοι στο ότι ο αναιρεσίβλητος υπέστη βλάβη από την αοριστία της ταμειακής βεβαίωσης, ενόψει της, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, εκ μέρους του άρνησης του ύψους της οφειλής του.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται λόγω μη υποβολής εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου σχετικού αιτήματος (ΚΠολΔ 176 και 191 § 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.
O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ