Legislator Case Law & Legislation
1416/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to meet statutory procedural requirements for filing grounds.

Case Number 1416/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the First Instance Court of Patras judgment. The appellant argued for specific grounds regarding document distortion and legal interpretation errors, but the court found these arguments inadmissible. The court ruled that the appeal was procedurally flawed because the grounds were not properly projected according to the Civil Procedure Code, rendering the appeal void.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 552, 559, 566, 569 of the Civil Procedure Code; An appeal ground is inadmissible if it fails to meet the essential constitutive requirements for its projection under the law.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal Grounds Procedural Admissibility Void Appeal Statutory Requirements

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Civil Procedure Code
Article 552 of the Civil Procedure Code
Article 559 of the Civil Procedure Code
Article 566 of the Civil Procedure Code
Article 569 of the Civil Procedure Code
Article 176 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code
Article 191 of the Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1416 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1416/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μίνωα Φιλιππάτο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Α. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίλαο Δασκαλάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/2/2009 αγωγή του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 368/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 140/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/12/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 9/9/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την 6711/29.2.2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών Ν. Β., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 1.12.2015 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου της 19.9.2016 και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής στην ορισθείσα δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στον πρώτο αναιρεσίβλητο.

Τούτο, παρά την προφανή από παραδρομή εσφαλμένη αναγραφή του άνω δικαστικού επιμελητή ότι επιδίδει αναίρεση κατά της 140/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, δεδομένου ότι από το επιδοθέν αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, σαφώς προκύπτει ότι με την αναίρεση προσβάλλεται η 140/2015 απόφαση του Εφετείου Πατρών και δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς το δικόγραφο αναίρεσης που επιδίδεται, αφού αναφέρεται επιπλέον στις πράξεις ορισμού του αρμόδιου τμήματος για την εκδίκαση, της δικασίμου, του εισηγητή και την εγγραφή στο πινάκιο με αριθμό 19.

Κατά την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο η συζήτηση αναβλήθηκε εκ του πινακίου και προσδιορίστηκε νέα δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας. Κλήση των διαδίκων για να παραστούν στη νέα δικάσιμο, δεν απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β' ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 575 εδ.

β' του ίδιου Κώδικα, αφού ο γραμματέας, μετά το τέλος της συνεδρίασης μετέφερε την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή. Ο πρώτος αναιρεσίβλητος, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως, δεν παρέστη κατά την ως άνω νομίμως ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο.

Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, να ερευνηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του ως άνω πρώτου αναιρεσίβλητου.

Με την κρινόμενη από 1.12.2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 140/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία απέρριψε την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της 368/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η από 14.2.2009 αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου για αναγνώριση ότι έγινε υπαναχώρησή του από τη σύμβαση πωλήσεως αυτοκινήτου και επιστροφής του καταβληθέντος τιμήματος.

Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των άρθρων 68, 74, 75, 556 και 558 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά του αντιδίκου του αναιρεσείοντος στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και ο οποίος νίκησε, ανεξάρτητα από την ιδιότητα αυτών στον πρώτο βαθμό, όχι δε κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος.

Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό δικαιολογείται στις περιπτώσεις που η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη που ωφελεί τον απλό ομόδικο και συγχρόνως βλάπτει τον αναιρεσείοντα, αφού, στην περίπτωση αυτή, παρά την ομοδικία, υπήρξαν αντίθετα μεταξύ των ομοδίκων συμφέροντα και η ικανοποίηση με την προσβαλλομένη απόφαση του συμφέροντος του ενός, έγινε εις βάρος του συμφέροντος του άλλου (ΟλΑΠ 24/1997, ΟλΑΠ 15-16/1996).

Τέτοιου, όμως, είδους διάταξη επί περισσοτέρων εναχθέντων ως πωλητών από σύμβαση πωλήσεως, δεν είναι εκείνη με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προς έναν ή περισσότερους από αυτούς, ενώ ως προς άλλους γίνεται δεκτή, αφού το δεδικασμένο που παράγεται από τέτοια διάταξη δεν ισχύει στις μεταξύ των ομοδίκων σχέσεις και συνεπώς δεν εμποδίζει τον ηττηθέντα ή τους ηττηθέντες έναντι του ενάγοντος σε παθητική ομοδικία διαδίκους να εναχθούν κατά των ομοδίκων τους που νίκησαν, όπως προβλέπεται από το άρθρο 927 ΑΚ (ΑΠ 785/2010).

Εξάλλου, η αναίρεση δεν πρέπει να απευθύνεται εναντίον όλων των αντιδίκων του αναιρεσείοντα, αλλά μόνο εναντίον εκείνων από αυτούς από τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και με βάση τις επικαλούμενες συνέπειές της, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους συνεπώς δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση ακόμη και αν ευδοκιμήσει ο λόγος της αναίρεσης και ως προς τους οποίους ο αναιρεσείων προεχόντως στερείται εννόμου συμφέροντος (ΑΠ 1521/2007, ΑΠ 731/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει κατά της αναιρεσείουσας και της δεύτερης αναιρεσίβλητης αγωγή με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι έχει συντελεστεί υπαναχώρηση αυτού από τη σύμβαση πωλήσεως του αναφερόμενου αυτοκινήτου που του είχαν πωλήσει οι εναγόμενες και να υποχρεωθούν να του επιστρέψουν το καταβληθέν τίμημα και να του καταβάλουν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη.

Με την 368/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών η αγωγή απορρίφθηκε ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ως ουσία αβάσιμη κατά τα αιτήματα της αναγνώρισης της υπαναχώρησης και της επιστροφής του τιμήματος και ως μη νόμιμη κατά τα λοιπά, ενώ έγινε δεκτή ως προς την αναιρεσείουσα κατά τα αιτήματα της αναγνώρισης της υπαναχώρησης και επιστροφής του τιμήματος.

Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν εφέσεις ο πρώτος αναιρεσίβλητος, στρεφόμενος κατά των αντιδίκων του και η αναιρεσείουσα, στρεφόμενη κατά του αντιδίκου της πρώτου αναιρεσίβλητου, αλλά και της ως άνω ομοδίκου της. Με την πληττόμενη με την αναίρεση απόφαση απορρίφθηκε η έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ως προς την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ως απαράδεκτη, επειδή εστρέφετο κατά ομοδίκου, απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η έφεση της αναιρεσείουσας καθόσον εστρέφετο κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου, έγινε δε δεκτή η έφεση του πρώτου αναιρεσίβλητου στρεφόμενη κατά της αναιρεσείουσας και μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, ως προς τα αιτήματα της αναγνώρισης της υπαναχώρησης και της επιστροφής του τιμήματος.

Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενη κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ως ομοδίκου της αναιρεσείουσας στη δίκη ενώπιον του Εφετείου, είναι απαράδεκτη. Τούτο διότι α) πρόκειται για άσκηση αναίρεσης κατά ομοδίκου και η πληττόμενη απόφαση δεν περιέχει διάταξη που ωφελεί την αναιρεσίβλητη και συγχρόνως βλάπτει την αναιρεσείουσα, ώστε να δικαιολογείται έννομο συμφέρον αυτής να απευθύνει την αναίρεσή της και κατά της ομοδίκου της, δεδομένου ότι η διάταξη της απόρριψης της αγωγής, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, δεν στηρίζει συγχρόνως κρίση περί παραδοχής της αγωγής, ως προς την αναιρεσείουσα και β) οι λόγοι αναίρεσης δεν αφορούν τη διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης με την οποία απορρίπτεται, ως απαράδεκτη, η έφεση της αναιρεσείουσας κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ώστε να επιδιώκεται η αναίρεση αυτής κατά τη διάταξη αυτή και η απόφαση ως προς αυτή τη διάταξη δεν αναιρείται ακόμη και εάν γίνει δεκτός κάποιος λόγος της αναίρεσης.

Ο κατά το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, της παραβίασης από το δικαστήριο τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο.

Αποδεικτικό μέσο με αυξημένη αποδεικτική δύναμη είναι και η δικαστική ομολογία, δηλαδή η αποδοχή από το διάδικο στη δίκη ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση, αμφισβητούμενων και επιβλαβών για τον ίδιο πραγματικών περιστατικών, τα οποία στηρίζουν ισχυρισμό του αντιδίκου του, που συνιστά την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και ως προς τον οποίο ο τελευταίος έχει το δικονομικό βάρος της επίκλησης και απόδειξης (ΑΠ 702/2014).

Η δικαστική ομολογία αποτελεί, κατά το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, λαμβάνεται δε υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Εξάλλου, επί απλής ομοδικίας, κατά την οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 74 και 75 παρ. 1 του ΚΠολΔ, οι πράξεις και οι παραλείψεις κάθε ομοδίκου, δεν βλάπτουν ούτε ωφελούν τους άλλους, η ομολογία του ενός δεν επηρεάζει τη θέση των λοιπών.

Ως εκ τούτου η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του ομολογία ενός των απλών ομοδίκων σε βάρος ή υπέρ των λοιπών, δεν ιδρύει τον άνω αναιρετικό λόγο (ΑΠ 147/2007, ΑΠ 71/2005). Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε την άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και ενώπιον του Εφετείου, ομολόγησε ότι το επίδικο αυτοκίνητο πωλήθηκε από εκείνη στον πρώτο αναιρεσίβλητο - ενάγοντα, δεν προσέδωσε στη δικαστική ομολογία αυτής την αποδεικτική δύναμη που έχει, δηλαδή πλήρη απόδειξη σύμφωνη με την ομολογία, αλλά δεν αναφέρεται καθόλου στην ομολογία αυτή.

Σύμφωνα, όμως, με τα ανωτέρω αναπτυχθέντα, η ομολογία της δεύτερης αναιρεσίβλητης στο δικαστήριο, ενόψει της συνδέουσας αυτή και την αναιρεσείουσα απλή ομοδικία στη δίκη, δεν ωφελεί ούτε βλάπτει την τελευταία, η δε παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του την ομολογία αυτή υπέρ της αναιρεσείουσας, δεν ιδρύει τον εκ του αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ούτε εκείνον εκ του αρ. 11 περ.

γ' του ίδιου άρθρου, για τον οποίο πράγματι πρόκειται, αφού ο ισχυρισμός είναι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ομολογία. Επομένως, ο ως άνω πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, πράγμα που συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν έχει καθόλου αιτιολογίες δηλαδή δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζητήματα". Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1906/2006).

Αντίθετα, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, οι κρίσεις και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση και συνεκτίμηση των αποδείξεων και με τα οποία το δικαστήριο δικαιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται περί της συνδρομής των ως άνω κρίσιμων γεγονότων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 807/2015, ΑΠ 493/2015).

Αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της απόφασης για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, ώστε να μη μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ 1788/2013).

Η αντιφατικότητα μπορεί να αναφέρεται και στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 5/1994). Ανεπάρκεια και ασάφεια των αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ή όταν η διαπίστωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο.

Κατά μείζονα λόγο ανεπάρκεια υπάρχει, όταν η απόφαση δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες, όχι όμως και όταν περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 526/2006). Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα: "Η πρώτη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." και έδρα την Πάτρα, επί τις Ν.Ε.Ο. Πατρών - Αθηνών λειτουργεί επιχείρηση εμπορίας αυτοκινήτων και ανταλλακτικών και συγκεκριμένα ολοκληρωμένο συγκρότημα εμπορίας και επισκευής αυτοκινήτων SKODA, διαθέτοντας εκθεσιακό χώρο για τις πωλήσεις και συνεργείο επισκευής για τις συντηρήσεις των εν λόγω οχημάτων, τα οποία προμηθεύεται από τη δεύτερη εναγομένη εταιρία "...." στην Αθήνα που είναι αποκλειστική αντιπρόσωπος και εισαγωγέας στην Ελλάδα της συγκεκριμένης μάρκας αυτοκινήτων που εισάγει από την Τσεχία και διοχετεύει στα κατά τόπους καταστήματα και επιχειρήσεις πωλήσεως αυτοκινήτων προς περαιτέρω πώληση αυτών σε τρίτους αγοραστές.

Ο ενάγων Ε. Α., κάτοικος ..., προτιθέμενος να αγοράσει ένα επιβατηγό αυτοκίνητο τον Ιανουάριο 2007 μετέβη στο κατάστημα - έκθεση της πρώτης εναγομένης, για την οποία γνώριζε ότι δραστηριοποιείται στην πώληση των συγκεκριμένης μάρκας αυτοκινήτων SKODA Τσεχίας, όπου ήλθε σε επαφή με τους νομίμους εκπροσώπους της πωλήτριας αυτής εταιρείας και συζήτησε την επιθυμία του για την αγορά ενός αξιόπιστου αυτοκινήτου της συγκεκριμένης αυτοκινητοβιομηχανίας με ικανοποιητικές επιδόσεις.

Στις συζητήσεις που έγιναν οι εκπρόσωποι της εναγομένης του πρότειναν ότι το κατάλληλο για αυτόν αυτοκίνητο που μπορούσε να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του ήταν το επιβατηγό αυτοκίνητο SKODA Octavia 5LIMO RS TFSI 2000 c.c. TURBO και ισχύ άνω των 200 ίππων, το οποίο διαθέτει άριστη τεχνολογία και απόδοση, αντίστοιχη με αυτή των αυτοκινήτων ίδιας σειράς των αυτοκινητοβιομηχανιών AUDI και VW Γερμανίας.

Ο ενάγων κατόπιν όσων τον πληροφόρησαν και ήδη γνώριζε από τρίτους, αλλά και από διαφημίσεις που εγένοντο για τα συγκεκριμένου τύπου αυτοκίνητα δέχθηκε την πρόταση και συμφώνησαν να αγοράσει από την εναγομένη πωλήτρια εταιρεία ένα αυτοκίνητο του συγκεκριμένου τύπου. Τη συμφωνία τους αυτή αποτύπωσαν στο από 12.2.2007 δελτίο παραγγελίας που υπογράφουν ο ενάγων ως αγοραστής και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης εταιρείας "...

Α.Ε." ως πωλητής, κατά την οποία η δεύτερη θα πωλούσε στον πρώτο ένα αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής "SKODA" τύπου Octavia 5 LIMO RS TFSI 200 ΗΡ, 1984 κ.ε. χρώματος μπλε με έξτρα εξοπλισμό, μεταλλικό χρώμα, MAXI DOT οθόνη ενδείξεων, φώτα XENON και ζάντες αλουμινίου 18, αντί τιμήματος 29290 ευρώ, από το οποίο ποσό 7790 ευρώ η εναγομένη πωλήτρια έλαβε ως προκαταβολή κατά την υπογραφή του συμφωνητικού και το υπόλοιπο συμφωνήθηκε να καταβληθεί με την παράδοση του αυτοκινήτου.

Η εναγομένη πωλήτρια εταιρεία που δεν διέθετε προς παράδοση στον ενάγοντα αγοραστή αυτοκίνητο του συγκεκριμένου τύπου ζήτησε από τη δεύτερη εναγομένη εισαγωγέα και προμηθεύτρια αυτής εταιρεία "...." την αποστολή ενός αυτοκινήτου με τις συγκεκριμένες προδιαγραφές, αφού της απέστειλε το ποσό των 7844 ευρώ.

Η εναγομένη εισαγωγέας εταιρεία "...." που, όπως συνήθως συμβαίνει, δεν είχε απόθεμα (στοκ) αυτοκινήτων με το υπ' αριθμ. ...17/13/2/2007 πιστοποιητικό ταξινόμησης αυτοκινήτων του Τελωνείου Αθηνών προέβη σε εκτελωνισμό ενός αυτοκινήτου του ως άνω τύπου με ειδικότερα στοιχεία SKODA AUTO AS, εργοστασιακός τύπος οχήματος 12 OCT RS 2.0 147 KW, με αριθμό πλαισίου ...972101274, τύπο κινητήρα BWA, κυλινδρισμός 1984 c.c., έτος κατασκευής 2007 και καύσιμο αμόλυβδης βενζίνης.

Ο εκτελωνισμός του αυτοκινήτου, όπως ήταν φυσικό έγινε στο όνομα της δεύτερης εναγομένης εταιρείας "....", αφού αυτή ήταν η εισαγωγέας του αυτοκινήτου, με τελικό παραλήπτη τον ενάγοντα αγοραστή, στο όνομα του οποίου θα εκδίδονταν η άδεια κυκλοφορίας του οχήματος. Στη συνέχεια η ίδια εναγόμενη εταιρεία "...." με το υπ' αριθμ. 0191694/16.2.2007 δελτίο αποστολής της HELLENIC LOGISTICS A.E. μεταφοράς, αποθήκευσης επισκευής και ελέγχου οχημάτων, απέστειλε το όχημα ...

με παραλήπτη εκεί την πρώτη εναγομένη εταιρεία "... Α.Ε." και με σκοπό διακίνηση επίδειξη και πώληση αυτοκινήτου. Πρέπει να σημειωθεί ότι και προηγούμενα το Νοέμβριο 2006 ο ενάγων είχε προέλθει σε διαπραγματεύσεις με την πωλήτρια εταιρεία "... Α.Ε." για την αγορά ενός αυτοκινήτου και μάλιστα είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους έναντι του οφειλομένου τιμήματος η ανταλλαγή παλαιού αυτοκινήτου του ενάγοντος, το οποίο πράγματι ο ενάγων είχε παραδώσει στην εναγομένη εταιρεία, η οποία συναλλαγή και πώληση όμως δεν επιτεύχθηκε και η εναγομένη πωλήτρια εταιρεία "...

Α.Ε." με το 786/17.11.2006 δελτίο αποστολής της επέστρεψε στον ενάγοντα πελάτη της το μεταχειρισμένο αυτοκίνητο αυτού, μάρκας HYUNDAI που είχε λάβει έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος για την πώληση του αυτοκινήτου. Τελικά στις 22.2.2007 προς ολοκλήρωση της μεταξύ τους συμφωνίας η πρώτη εναγομένη πωλήτρια εταιρεία "...

Α.Ε." παρέδωσε στον ενάγοντα αγοραστή το ως άνω αυτοκίνητο με την από 22.2.2007 άδεια κυκλοφορίας αυτού και με αριθμό κυκλοφορίας ...88 που εξέδωσε το Γραφείο Συγκοινωνιών Πατρών, το οποίο ο ενάγων παρέλαβε και κατέβαλε αυθημερόν σε αυτή (πωλήτρια) το υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος από 21500 ευρώ προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.

Από τα ως άνω με σαφήνεια προκύπτει ότι μεταξύ του ενάγοντος ιδιώτη (αγοραστή) και της πρώτης εναγομένης εταιρείας "... Α.Ε.", εμπόρου πωλήσεως αυτοκινήτων και στο κατάστημα της τελευταίας ..., καταρτίστηκε σύμβαση πωλήσεως αυτοκινήτου της ως άνω μάρκας και κατηγορίας, που είναι πώληση καταχρηστικού γένους, αντί του παραπάνω τιμήματος που συμφωνήθηκε, η οποία σύμβαση πωλήσεως ολοκληρώθηκε με την παράδοση από την εναγομένη πωλήτρια του συγκεκριμένου αυτοκινήτου με τα ως άνω στοιχεία και την εξόφληση προς αυτήν του συμφωνηθέντος τιμήματος από τον ενάγοντα αγοραστή.

Στην ως άνω συμφωνία και ενοχική σχέση μεταξύ των διαδίκων αυτών δεν είχε συμμετοχή η δεύτερη εναγομένη "....", η οποία έχει έδρα την Αθήνα και ασχολείται με την εισαγωγή από το εξωτερικό αυτοκινήτων της συγκεκριμένης μάρκας SKODA διαφόρων τύπων και κατηγοριών με τα οποία προμηθεύει τους κατά τόπους πωλητές με αυτοκίνητα που της παραγγέλλουν και πωλούν αυτοί στους πελάτες τους.

Η πρώτη εναγομένη εταιρεία "... Α.Ε." το πρώτον με τις έγγραφες προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και με την έφεση της αρνήθηκε την πώληση από αυτή του ενδίκου αυτοκινήτου στην ενάγουσα, υποστηρίζοντας ότι αυτή ενήργησε ως άμεση αντιπρόσωπος (ΑΚ 211) της δεύτερης εναγομένης εταιρείας "...." που ήταν η πραγματική πωλήτρια του αυτοκινήτου προς τον ενάγοντα, επικαλούμενη περί αυτού, εκτός από το δελτίο ταξινόμησης του αυτοκινήτου με παραλήπτη τη δεύτερη εναγομένη εταιρεία "...." και την υπ'αριθμ. ...20.2.2007 απόδειξη λιανικής πώλησης που φέρεται να έχει εκδοθεί από την ίδια εταιρεία ....

με στοιχεία πελάτη αυτά του ενάγοντα Ε. Α. και αφορά το ένδικο αυτοκίνητο, στην οποία απόδειξη λιανικής πώλησης κάτω από το έντυπο στοιχείο "ΤΟΠΟΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ" αναφέρεται η επωνυμία "... Α.Ε." Ν.Ε.Ο. Πατρών - Αθηνών 173, επάγγελμα έμπορος, στην οποία επίσης αναγράφεται ως συμφωνηθέν τίμημα το ποσό των 29290 ευρώ με την ένδειξη επί πιστώσει.

Το παραστατικό όμως αυτό απόδειξη λιανικής πώλησης με πίστωση του συμφωνηθέντος τιμήματος δεν μπορεί να εκδόθηκε για λογαριασμό του ενάγοντος αγοραστή, ο οποίος είχε καταβάλει προκαταβολή τιμήματος 7790 ευρώ και εξόφλησε το υπόλοιπο του οφειλομένου τιμήματος αμέσως την 22.2.2007 με την παράδοση και παραλαβή του πωληθέντος αυτοκινήτου.

Το παραστατικό αυτό που έχει εκδοθεί επ' ονόματι τόσο του ενάγοντα ως πελάτη όσο και της πρώτης εναγομένης εταιρείας "... Α.Ε." ως εμπόρου αυτοκινήτων ..., που είναι και η πραγματική πωλήτρια του αυτοκινήτου, προφανώς αφορά την εσωτερική σχέση και τον τρόπο συνεργασίας των δύο εναγομένων εταιρειών και η πίστωση του τιμήματος έγινε προς την πρώτη εναγομένη πωλήτρια από τη δεύτερη εναγομένη προμηθεύτρια του αυτοκινήτου εταιρεία, η οποία στην συνέχεια αποδίδει στην πρώτη το εμπορικό της κέρδος υπό μορφή προμήθειας με το έτερο 428/28.2.2007 τιμολόγιο.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η πρώτη εναγομένη δια των νομίμων εκπροσώπων της εγγυήθηκε προς τον ενάγοντα αγοραστή την ποιότητα του πωληθέντος αυτοκινήτου, ότι ήταν απαλλαγμένο ελαττωμάτων, ενώ του παρείχε και γραπτή εγγύηση για την καλή λειτουργία του αυτοκινήτου για μια διετία από την παράδοσή του, δηλαδή έως 22.2.2009 και ουδέποτε αρνήθηκε την ευθύνη της έναντι του αγοραστή από την πώληση σε αυτόν ελαττωματικού αυτοκινήτου, αφού προέβη σε αντικατάσταση του κινητήρα και σε επανειλημμένες επισκευές και συντηρήσεις του αυτοκινήτου, όπως αντικατάσταση βαλβίδας, αντικατάσταση μπουζί, αντικατάσταση βαλβίδας εκτόνωσης, αντικατάσταση εγκεφάλου, αντικατάσταση σκάστρας και αντλίας βενζίνης οι οποίες επισκευές, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα σελίδων του βιβλίου συντηρήσεως του αυτοκινήτου, εγένοντο στα πλαίσια της έγγραφης εγγύησης που είχε παράσχει η εναγομένη αυτή, προκειμένου να αρθεί το πραγματικό ελάττωμα που είχε εμφανισθεί.

Το πρώτον μετά την έγερση της υπό κρίση αγωγής και τη δημιουργία της παρούσας αντιδικίας, η πρώτη εναγομένη, όπως προαναφέρθηκε, αρνήθηκε την ευθύνη της ως πωλήτρια του αυτοκινήτου. Κατόπιν αυτών ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως της αγωγής εναντίον της, γιατί η ίδια δεν ήταν πωλήτρια του αυτοκινήτου προς τον ενάγοντα, αλλά η δεύτερη εναγομένη "...." που επαναφέρει με λόγο εφέσεως της και ουσιαστικά αποτελεί άρνηση της αγωγής ελέγχεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, όπως και ο λόγος αυτός εφέσεως".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή ως προς την αναιρεσείουσα, δεχθείσα την κατάρτιση της σύμβασης πώλησης του αυτοκινήτου με πωλήτρια την αναιρεσείουσα και αγοραστή τον πρώτο αναιρεσίβλητο, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι ενήργησε ως άμεσος αντιπρόσωπος της πωλήτριας δεύτερης αναιρεσίβλητης και ότι συνεπώς η ίδια δεν νομιμοποιείται παθητικά στην αγωγή και αναγνώρισε ότι έχει συντελεστεί η υπαναχώρηση του ενάγοντος από τη μεταξύ τους πώληση του αυτοκινήτου με τις συνέπειες της κατάργησης και ανατροπής της σύμβασης αυτής και την υποχρέωσε να επιστρέψει στον ενάγοντα αγοραστή το τίμημα που της είχε καταβληθεί για την πώληση αυτού.

Η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης διατείνεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης καθόσον 1) δεν καθίσταται βέβαιο τι δέχθηκε το Εφετείο λόγω των ενδοιαστικών παραδοχών του ότι η ...20.2.2007 απόδειξη λιανικής πώλησης "που φέρεται να έχει εκδοθεί από την ίδια εταιρεία .... ..", ότι το παραστατικό αυτό "δεν μπορεί να εκδόθηκε για λογαριασμό του ενάγοντος αγοραστή..." και ότι το παραστατικό αυτό "προφανώς αφορά την εσωτερική σχέση και τον τρόπο συνεργασίας των δύο εναγόμενων εταιρειών..." και 2) οι αιτιολογίες που στηρίζουν τις αντίστοιχες παραδοχές που αναφέρονται στο πρώτο μέρος του λόγου αυτού αντιπαραβαλλόμενες μεταξύ τους είναι ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές ώστε να μη προκύπτει χωρίς αμφιβολία ποια πράγματι από τις δύο εναγόμενες εταιρείες ήταν η πωλήτρια του αυτοκινήτου και συγκεκριμένα αντιφατικές διότι ενώ η προσβαλλομένη στην πρώτη σκέψη της δέχεται ότι η απόδειξη λιανικής πώλησης φέρεται να έχει εκδοθεί από την εταιρεία ....

με στοιχεία πελάτη αυτά του ενάγοντα αγοραστή και αφορά το ένδικο αυτοκίνητο, δέχεται περαιτέρω ότι το παραστατικό αυτό δεν μπορεί να εκδόθηκε για λογαριασμό του ενάγοντα αγοραστή και περαιτέρω ότι έχει εκδοθεί επ' ονόματι τόσο του ενάγοντα πελάτη όσο και της αναιρεσείουσας, ανεπαρκείς δε και ασαφείς διότι ενώ ενδοιαστικά δέχεται ότι το ως άνω παραστατικό "προφανώς αφορά την εσωτερική σχέση και τον τρόπο συνεργασίας των δύο εναγομένων εταιρειών" δεν εξειδικεύει ποια ήταν αυτή η εσωτερική σχέση και ποιος ήταν ο τρόπος συνεργασίας των δύο εναγόμενων εταιρειών, που θα δικαιολογούσε την έκδοση της απόδειξης αυτής λιανικής πώλησης τόσο επ' ονόματι του ενάγοντα αγοραστή όσο και της πρώτης εναγομένης εταιρείας (αναιρεσείουσας).

Όμως, με τις παρατιθέμενες ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε αναφορικά με την ιδιότητα της αναιρεσείουσας ως υποκειμένου της καταρτισθείσας σύμβασης πωλήσεως του αυτοκινήτου, έχοντας την ιδιότητα της πωλήτριας του αυτοκινήτου ήτοι του κρίσιμου ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και εντεύθεν της παθητικής νομιμοποίησης αυτής στην άσκηση της αγωγής, με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 513 και 540 του ΑΚ και απαιτούνται για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, χωρίς να καταλείπονται αμφιβολίες για το αποδεικτικό του πόρισμα.

Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ανάγονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ήτοι της προαναφερόμενης έγγραφης απόδειξης λιανικής πώλησης που προσκόμισε, και τις κρίσεις και επιχειρήματα που παρέθεσε για να δικαιολογήσει γιατί δεν πείθεται για τη βασιμότητα του ισχυρισμού αυτής ότι ενήργησε ως άμεσος αντιπρόσωπος της δεύτερης αναιρεσίβλητης.

Επομένως, ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως άνω δεύτερος λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Για να ιδρυθεί ο άνω λόγος αναίρεσης, πρέπει την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Παραμόρφωση με την έννοια της πιο πάνω διάταξης είναι και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για το αποδεικτέο γεγονός (ΑΠ 886/2008, ΑΠ 2225/2007). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους τρίτο και έκτο λόγους της αναίρεσης προβάλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα με τον τρίτο λόγο ισχυρίζεται ότι το Εφετείο κατά την ανάγνωση της ...20.2.2007 νόμιμα προσκομισθείσας με επίκληση από αυτή απόδειξης λιανικής πώλησης προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού της ότι η σύμβαση πωλήσεως που επικαλείται ο ενάγων, καταρτίστηκε με τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων και η αναιρεσείουσα δεν νομιμοποιείται παθητικά στην αγωγή, δεν ανέγνωσε ολόκληρη την απόδειξη, αλλά παρέλειψε να αναγνώσει την κάτω από το έντυπο στοιχείο της "ΣΚΟΠΟΣ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗΣ" αναφερόμενη ένδειξη "ΠΡΟΣ ΠΩΛΗΣΗ" η οποία υποδηλώνει ότι η εκδούσα την απόδειξη δεύτερη αναιρεσίβλητη, εξέδωσε αυτήν ως πωλήτρια του αυτοκινήτου προς τον αναφερόμενο σ' αυτήν ως αγοραστή, ήτοι τον ενάγοντα και ότι απέστειλε τούτο στο κατάστημα της αναιρεσείουσας ...

προκειμένου να το παραδώσει στον αγοραστή. Συνεπεία δε της παράλειψης αυτής κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα ως προς την ένσταση παθητικής νομιμοποίησης, δεχθέν κατά τα αναγραφόμενα στο λόγο αναίρεσης ότι "η πρώτη εναγομένη εταιρεία "... Α.Ε. το πρώτον με τις έγγραφες προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με την έφεσή της αρνήθηκε την πώληση από αυτή του ενδίκου αυτοκινήτου προς την ενάγουσα υποστηρίζοντας ότι αυτή ενήργησε ως άμεσος αντιπρόσωπος (ΑΚ 211) της δεύτερης εναγομένης εταιρείας ....

που ήταν η πραγματική πωλήτρια του αυτοκινήτου προς τον ενάγοντα επικαλούμενη περί αυτού, εκτός από το ως άνω δελτίο ταξινόμησης του αυτοκινήτου με παραλήπτη τη δεύτερη εναγόμενη εταιρεία .... και την υπ' αριθμ. ...20.2.2007 απόδειξη λιανικής πώλησης που φέρεται να έχει εκδοθεί από την ίδια εταιρεία .... με στοιχεία πελάτη αυτά του ενάγοντα Ε.

Α., και αφορά το ένδικο αυτοκίνητο, στην οποία απόδειξη λιανικής πώλησης κάτω από το έντυπο στοιχείο "ΤΟΠΟΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ" αναφέρεται η επωνυμία "... Α.Ε. Ν.Ε.Ο. Πατρών-Αθηνών 173, επάγγελμα έμπορος" στην οποία επίσης αναγράφεται ως συμφωνηθέν τίμημα το ποσό των 29290.00 ευρώ με την ένδειξη επί πιστώσει". Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του ότι η ένδικη σύμβαση πωλήσεως του αυτοκινήτου προς τον ενάγοντα, καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας, χωρίς να στηριχθεί αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην ως άνω απόδειξη λιανικής πώλησης.

Απλά, συνεκτίμησε την απόδειξη αυτή μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην προσβαλλομένη απόφαση, δηλαδή τις καταθέσεις των μαρτύρων, τις αναφερόμενες ειδικά ένορκες βεβαιώσεις και τα λοιπά νόμιμα προσκομισθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και το ...17/13.2.2007 πιστοποιητικό ταξινόμησης αυτοκινήτου του Τελωνείου Αθηνών, το οποίο, κατά τα αναφερόμενα στην απόφαση είχε προσκομίσει η αναιρεσείουσα για την απόδειξη της ως άνω ενστάσεώς της.

Εξάλλου, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του 31586/2007 πιστοποιητικού ταξινόμησης του Τελωνείου Αθηνών, δεχθείσα ότι από το περιεχόμενό του προκύπτει ότι ο εκτελωνισμός του αυτοκινήτου, όπως ήταν φυσικό έγινε στο όνομα της εισαγωγέα αυτού εταιρείας ...., με τελικό παραλήπτη τον ενάγοντα αγοραστή στο όνομα του οποίου θα εκδίδονταν η άδεια κυκλοφορίας του, ενώ στην πίσω σελίδα του εγγράφου αυτού αναφέρεται με τα στοιχεία της ως πωλήτρια του αυτοκινήτου η εταιρεία ...., τμήμα του εγγράφου που παρέλειψε να αναγνώσει, συνεπεία δε αυτού του διαγνωστικού σφάλματός της δέχθηκε πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι πωλήτρια ήταν η αναιρεσείουσα και απέρριψε τον προβληθέντα νόμιμα ουσιώδη ισχυρισμό της ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά στην αγωγή.

Όμως, από τη μη ειδική αναφορά ολόκληρου του περιεχομένου του ανωτέρω εγγράφου, δεν συνάγεται ότι το Εφετείο παρέλειψε να αναγνώσει κάποιο τμήμα αυτού, αλλά παρά την ανάγνωση του εγγράφου και εκτιμώντας ολόκληρο το περιεχόμενο αυτού, κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα, καθόσον για να σχηματίσει την κρίση του έλαβε υπόψη του και τα λοιπά προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα είχαν προσκομιστεί και όχι μόνο το ως άνω πιστοποιητικό.

Επομένως, με το να σχηματίσει το Εφετείο την ανωτέρω δικανική πεποίθηση περί των υποκειμένων της σύμβασης πωλήσεως μετά την ανάγνωση των εγγράφων αυτών, αλλά και λαμβάνοντας υπόψη και άλλα αποδεικτικά μέσα, δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων τούτων και άρα δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, οι δε τα αντίθετα υποστηρίζοντες τρίτος και έκτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 11α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσεώς του επί πραγματικών ισχυρισμών που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ.

γ' ΚΠολΔ, τα δικαστήρια της ουσίας όταν δικάζουν κατά την τακτική διαδικασία, λαμβάνουν υπόψη τους κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή του προξένου, τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από αυτή.

Η νομιμότητα της κλητεύσεως του αντιδίκου ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο γιατί η έλλειψή της έχει ως συνέπεια η ένορκη βεβαίωση να είναι ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 205/2008). Περαιτέρω, η δήλωση του διαδίκου στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδριάσεως, ότι θα εξετάσει μάρτυρες ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μετά πάροδο δύο τουλάχιστον εργάσιμων ημερών, επέχει θέση κλητεύσεως του παριστάμενου κατά τη συζήτηση αντιδίκου του, χωρίς να απαιτείται και ρητή αναφορά ότι καλεί τον αντίδικο κατά τη λήψη της, δεδομένου ότι με τη δήλωση του χρόνου, του τόπου και του οργάνου ενώπιον του οποίου θα γίνει η ένορκη βεβαίωση, εκπληρώνεται ο σκοπός της πληροφόρησης του αντιδίκου περί αυτής και εναπόκειται στη βούλησή του να παρασταθεί ή όχι κατ' αυτή.

Συνεπώς, η ένορκη βεβαίωση που έγινε ύστερα από τέτοια δήλωση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, λαμβάνεται υπόψη από το εφετείο εφόσον προσκομιστεί νόμιμα με επίκληση κατά τη συζήτηση ενώπιον αυτού (ΑΠ 1910/2006). Κατ' ακολουθίαν τούτων, ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11α' ΚΠολΔ, με τον οποίο κατά το πρώτο μέρος του προβάλλεται η αιτίαση ότι το εφετείο έλαβε υπόψη του μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, δηλαδή την 863/20.5.2011 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα του πρώτου αναιρεσιβλήτου Δ.

Α. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πατρών, που λήφθηκε μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατόπιν σχετικής δηλώσεως εκείνου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά την οποία παρίστατο και η αναιρεσείουσα δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου, ότι θα εξετάσει μάρτυρα στις 20.5.2011 και ώρα 10 π.μ. στο Ειρηνοδικείο Πατρών, είναι αβάσιμος, καθόσον η ένορκη βεβαίωση έγινε νόμιμα με κλήτευση της αναιρεσείουσας με τον ανωτέρω τρόπο.

Ομοίως, ενόψει των ανωτέρω, αβάσιμος είναι ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση με τον από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγο, ότι δηλαδή υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου των πρακτικών συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεχόμενη ότι η ένορκη βεβαίωση δόθηκε ύστερα από κλήτευση της αντιδίκου πλευράς με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως, μολονότι η καταχωρηθείσα δήλωση αναφέρεται μόνο στα ανωτέρω στοιχεία του χρόνου, τόπου και οργάνου που θα γίνει.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται, ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού αυτού μέσου (ΑΠ 1202/2008). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 13-14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 493/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το από 13.2.2007 αντίγραφο από το γραμμάτιο είσπραξης της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, το οποίο είχε προσκομίσει νόμιμα με επίκληση η αναιρεσείουσα και από το οποίο προέκυπτε ότι ο αγοραστής ενάγων κατέθεσε την ως άνω ημερομηνία το ποσό των 7944 ευρώ που αφορούσε την προκαταβολή του τιμήματος αγοράς του ένδικου αυτοκινήτου στον αναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό της πωλήτριας εταιρείας ...., καθόσον από την παραδοχή της ότι η αναιρεσείουσα απέστειλε στην εταιρεία ....

το ποσό των 7944 ευρώ, δημιουργείται αμφιβολία για τη λήψη υπόψη του εγγράφου αυτού, κρισίμου για την απόδειξη της ενστάσεως ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως που είχε προβάλει. Όμως, από τη γενική βεβαίωση της προσβαλλομένης ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αλλά και το εν γένει περιεχόμενο του αιτιολογικού αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, μολονότι δεν μνημονεύει η προσβαλλομένη όλα τα έγγραφα ειδικά και δεν τα αξιολογεί χωριστά, το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του και το ανωτέρω εξειδικευόμενο στον έβδομο λόγο της αναίρεσης έγγραφο.

Τούτο, ανεξάρτητα από την παραδοχή του ότι ο αγοραστής πρώτος αναιρεσίβλητος κατέβαλε το ποσό της προκαταβολής στην αναιρεσείουσα, αφού με τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν νόμιμα, το Εφετείο δέχθηκε την κατάρτιση της πώλησης του αυτοκινήτου με πωλήτρια την αναιρεσείουσα ανεξάρτητα από τις επιμέρους διαδικασίες που τηρήθηκαν, αναγόμενες στην εσωτερική σχέση της αναιρεσείουσας με την προμηθεύτρια του αυτοκινήτου δεύτερη αναιρεσίβλητη και τον τρόπο συνεργασίας αυτών.

Επομένως, ο ανωτέρω, εκ του αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης, ως επιτευκτική διαδικαστική πράξη, είναι ανυπόστατος, όταν δεν πληρούνται οι κατά νόμο ουσιώδεις συστατικοί της προβολής του όροι. Τέτοιος είναι και η νομότυπη προβολή του δια νομίμως κατατιθεμένου αναιρετηρίου ή δικογράφου πρόσθετων λόγων (άρθρα 495 παρ. 1, 552, 566 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, η προβολή αναιρετικού λόγου δια των κατατιθεμένων ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναίρεσης προτάσεων καθιστά αυτόν ανυπόστατο. Επομένως, οι προταθέντες στην προκειμένη περίπτωση δια των προτάσεων που κατέθεσε η αναιρεσείουσα λόγοι αναίρεσης περί παραμορφώσεως από την πληττόμενη απόφαση του περιεχομένου της 006597/20.2.2007 απόδειξης παροχής υπηρεσιών και του 438/28.2.2007 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών, καθώς και περί παραβίασης του νόμου λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων του Ν. 772/1977, εκ των αρ. 20 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ανυπόστατοι.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 1.12.2015 αίτηση για αναίρεση της 140/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από την αναιρεσείουσα υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική από 1.12.2015 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέα του Εφετείου Πατρών. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της παρασταθείσας στη συζήτηση δεύτερης αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1.12.2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Α.Ε." για αναίρεση της 140/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

Πάγου